Translate

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014 /// ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ /// Η ΝΙΛΟΥΦέΡ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ(ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ) / Ένα Υ.Γ. για το Μακρύ Νησί ///(ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ)




                                         

                                            










Το βιβλίο κρατάει από το Μάη του 2013 μέχρι τον Απρίλη του 2014. Αφηγητής είναι ο Στέλιος Μέσκουλας, μεσήλικος πρώην καθηγητής φροντιστηρίου και τώρα νυχτοφύλακας και οδηγός ημιφορτηγού – κουβαλητής κιβωτίων σε κάβα. Προσπαθεί να γράψει το «Ένα Υ.Γ. για το Μακρύ Νησί», μυθιστόρημα μ΄ επίκεντρο τη Μακρόνησο, μήπως και ξεπεράσει την προσωπκή του έκπτωση. Πηγαίνοντας στη Μακρόνησο, γνωρίζει τη νεαρή Νιλουφέρ Αταλάρ, ευκατάστατη Τουρκάλα δημοσιογράφο στην Αθήνα, που επίσης προσπαθεί να γράψει κάτι για το ίδιο θέμα, επειδή ο προπάππος της ήταν αιχμάλωτος στο ίδιο νησί το 1912-΄13.

  ****




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Παρακάμπτοντας το άγαλμα
Όπου η γνωριμία Νιλουφέρ – Μέσκουλα. 




Δεν την είχα προσέξει στο καράβι. Την πρόσεξα όμως στο ίδιο το νησί γιατί ήταν η μόνη, εκτός από μένα, που δεν έκανε ό,τι έκανε το πλήθος. Καστανή, κάπως χοντρούλα, με μέσο προς ψηλό ανάστημα, όμορφη, μ΄ έξυπνο πρόσωπο, μάλλον ακριβά ρούχα (δεν ξέρω και να τα ξεχωρίζω καλά, άντρας είμαι), μεταξύ τριάντα και τριάντα πέντε χρονώ, θα μπορούσε δηλαδή να ΄ναι κόρη μου, αν είχα παιδιά. Κι ούτε συνθήματα φώναζε. Ούτε και γω φώναζα, άλλωστε. Ήμασταν οι μόνοι που δεν υψώναμε τις γροθιές μας, ούτε τραγουδάγαμε. Δεν κάτσαμε ν΄ ακούσουμε τις τυποποιημένες ομιλίες στο ζντανοφικής έμπνευσης «Άγαλμα του αγωνιστή». Δε σταθήκαμε κάτ΄ απ΄ τα λάβαρα και τις σημαίες. Δεν παρακολουθήσαμε την συναυλία. Ξεκόβαμε απ΄ τα γκρουπ των «αγωνιστικών» ξεναγήσεων, ο καθένας χωριστά, και τριγυρνάγαμε σε διαφορετικά μέρη, κοιτάζοντας και φωτογραφίζοντας, αυτή με μια ψηφιακή που φαινόταν πολύ σπέσιαλ κι εγώ με το πανάρχαιό μου ζάιλο. Ανεβαίναμε στα υψώματα, εγώ τουλάχιστον προσπαθούσα να πιάσω όσα γίνεται περισσότερα από το χώρο, να ταυτίσω τα μέρη που έβλεπα με τους χάρτες και τα διαβάσματά μου. Κι όλα αυτά πολύ γρήγορα, βιαστικά, μια και το πλοίο σε λίγες ώρες θα ξανάφευγε και καιρός πολύς δεν υπήρχε.

Κάποιοι απ΄ το κομματικό πλήθος (λίγοι, έχουν περάσει πια οι εποχές ακόμα και για τους κάποτε αρραγείς) κοιτάγανε παραξενεμένα πότε αυτήν και πότε μένα, μα δε μας είπανε τίποτα. Μάλλον θα είχε ξαναγίνει και σε προηγούμενες χρονιές, κάποιον προηγούμενο Απρίλη ή Μάη, μερικοί να πηγαίνουνε στην εκδρομή όχι για «προσκύνημα» -όπως το αποκαλούν πάγια και θρησκευτικότατα οι διοργανωτές- μα κάνοντας του κεφαλιού τους. Όπως κάναμε τώρα εκείνη κι εγώ- κι ήμουνα βέβαιος ότι και κείνη είχε προσέξει τη δική μου διαφοροποίηση.

Στο «Μαρμάρι Εξπρές», πλέοντας πίσω για το Λαύριο, τη ρώτησα αν πήγαινε πρώτη φορά.
«Ναι», απάντησε.
«Κι εγώ το ίδιο. Και πώς και ήρθατε εδώ;»
«Ο προπάππος μου ήταν αιχμάλωτος στη Μακρόνησο το 1913-» «Άρα είστε Τουρκάλα, έτσι;», της είπα χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Ναι, αλλά ζω στην Αθήνα. Πώς το καταλάβατε; Από την προφορά; Πώς ξέρετε για τους Τούρκους αιχμαλώτους;»
«Τα ελληνικά σας είναι πολύ καλά. Έχω ψάξει διάφορα για το θέμα-»
«Κανένας απ΄ όσους ρώτησα δεν ήξερε-»
«Κι έχω βρει μερικά πράγματα»
«Ο προπάππος μου άφησε ένα χαρτί, τώρα έφτασε στα χέρια μου»
«Τι λέει;»
«Λέει για αιχμαλώτους που πέθαναν εδώ. Ήθελα να δω αν υπάρχουν παλιοί οθωμανικοί τάφοι, να τους φωτογραφίσω. Θέλω να ψάξω το θέμα, να ξανάρθω, να γράψω»
«Τι άλλο γράφει το χαρτί;»
«Τα βάσανά του. Ό,τι έπαθε ο προπάππος μου. Οι αιχμάλωτοι όλοι. Πολύ σκληρά πράγματα. Τα χώρεσε όλα σε δυο σελίδες». Εδώ ένιωσα ότι στρογγύλεψε κάπως το λόγο της, μάλλον για να μη νιώσω άσχημα εγώ.
«Φαντάζομαι» απάντησα, και μάλλον θ΄ακούστηκα ουδέτερος, μα πραγματικά φανταζόμουνα τι θα έγραφε o Τούρκος πρόγονος.
«Και σεις;»
«Προσπαθώ να γράψω ένα μυθιστόρημα για τη Μακρόνησο. Όχι για τους Τούρκους, για τους Έλληνες»
«Τι ακριβώς έγινε με τους Έλληνες; Κάτι έχω ακούσει για εξορίες παλιά, για τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά δεν ξέρω»
«Πού να σας εξηγώ τώρα. Πάντως γι΄ αυτό έγινε η σημερινή εκδρομή. Ίσως σας πω μια άλλη φορά»
«Έχετε γράψει άλλο βιβλίο;»
«Όχι, το πρώτο μου θα είναι» «Και πώς πάει το γράψιμο;»
«Όχι καλά»
«Γιατί;»
«Κουράζομαι πολύ με το μεροκάματο, τελευταία. Παλιά έκανα πιο εύκολη δουλειά, τώρα κουράζομαι πολύ, πρέπει να ξεκουράζομαι, και γι΄ αυτό μένω πίσω στο γράψιμο. Είμαι και μεγάλος πια. Πάντως δεν το βάζω κάτω, γι΄ αυτό ήρθα σήμερα στη Μακρόνησο»
«Μακάρι να το τελειώσετε»
«Δεν είναι μόνο η κούραση. Με δυσκολεύουν κι αυτά που μου λένε οι παππούδες που βρίσκω, αυτά που διαβάζω για το θέμα μου. Βαριά πράγματα. Και σεις;»

Νιλουφέρ Αταλάρ, ανταποκρίτρια της εφημερίδας «Αβράσγια» (Ευρασία). Με διδακτορικό στις Διεθνείς Σχέσεις: δρ. Νιλουφέρ Αταλάρ, παρακαλώ. Προφανώς καλή δουλειά, προφανώς καλά λεφτά και προφανώς πολλά έχει να μεταδίδει στην εφημερίδα της, μια και από το 2010 η Ελλάδα είναι πάντα παρούσα σε όλα τα δεθνή μίντια. Μετά από δώδεκα χρόνια εδώ, μιλάει ελληνικά σχεδόν σαν Ελληνίδα, μικρά λάθη κάνει, μόνο λίγο προφορά έχει.

Και δεν είναι περίεργο που τη βρήκα στο Μακρονήσι. Οι Έλληνες δεν ξέρουνε για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες του ΄23 σ΄ αυτό το νησί, για τους Τούρκους αιχμαλώτους του ΄12 - ΄13 θα ξέρουνε; Το τρομερό καθεστώς τού ΄47 - ΄54 (αν και τυπικά το στρατόπεδο έκλεισε το 1958) επικάλυψε κάθε προηγούμενη χρήση του χώρου. Αλλά ακόμα κι αυτά του ΄47- ΄54, που ήταν κοινός τόπος για τη δική μου τη γενιά, πάνε σήμερα να ξεχαστούνε. Και για να συντηρηθεί η μνήμη, ο καλύτερος τρόπος δεν είναι βέβαια ο μονομερής του ΚΚΕ. Αφού λοιπόν τις παλιές ιστορίες δεν τις ψάχνουνε οι Έλληνες, λογικό είναι να τις ψάξουνε οι Τούρκοι. Πόσο μάλλον η δρ. Νιλουφέρ Αταλάρ, που είχε και την ιδιωτική της αιτία.

Τα υπόλοιπα τα είπαμε γυρνώντας στην Αθήνα με τ΄ αμάξι της. Είχα έρθει το πρωί στο Λαύριο με το ΚΤΕΛ (όχι με τα πούλμαν των σωματείων, θα βαριόμουνα το στενό μαρκάρισμα των κομματικών, από ποια οργάνωση είμαι και «Μπα, δεν είσαι μέλος; Μήπως ήσουν παλιά; Σε ποια οργάνωση; Τι, ξέκοψες; Γιατί δεν ξαναπιάνεις επαφή; Δε χρειάζεται να συμφωνείς σε όλα, ψήφισέ μας μόνο. Μάλιστα τώρα με την κρίση, σε μια στιγμή που» -αυτό το «σε μια στιγμή που», μα πάντα όταν συμβαίνει κάτι, γίνεται και κάτι άλλο, κι όχι μόνο κάτι άλλο, πολλά άλλα ταυτόχρονα- και γιατί δεν πιάνω επαφή και πού μένω και τι δουλειά κάνω, ώστε να πιάσω επαφή στο σωματείο, και «πάρε έστω ένα κουπόνι σύντροφε») με το ΚΤΕΛ, λέω, γιατί είμαι χωρίς αμάξι πρώτη φορά στη ζωή μου, δηλαδή τελευταία φορά το χρησιμοποίησα πριν κάνα μήνα και τώρα μάλλον δε θα παίρνει μπρος, το ΄χω παρατημένο στο σπίτι μπροστά, όπου να ΄ναια θα καταθέσω και τις πινακίδες, αλλά τι να κάνουμε, αυτά έχει η κρίση, άλλοι δεν έχουνε καν δουλειά, όχι και να γκρινάζω. Που δεν γκρινιάζω
βέβαια, εγώ που έχω δυο δουλειές. Μου ΄φεξε κιόλας τώρα στην επιστροφή με τη Νιλουφέρ, γλίτωσα λεφτά, γιατί γυρίσαμε Αθήνα με το δικό της το αμάξι. Μερσέντες παρακαλώ, η μικρή η άλφα, αλλά πάντως μερσέντες. Τυχερός στάθηκα, κι έτσι πλήρωσα μόνο το ΚΤΕΛ του πηγαιμού (4,90 ευρώ) και το καράβι πηγαινέλα (8 ευρώ), και γλίτωσα άλλα 4,90 από το ΚΤΕΛ του γυρισμού.

Μέχρι να φτάσουμε Αθήνα, της είχα πει όλα όσα ήξερα για τους τούρκικους τάφους. Ότι κάποιες ταφόπλακες είχανε γίνει πρώτα ξερολιθιές από τους πρόσφυγες της Μικρασίας ή μάλλον του Πόντου κι ύστερα, οι περισσότερες, χτίσματα για το στρατόπεδο. Και τελικά δεν είχε μείνει καμιά, όλοι οι τάφοι είχανε ξεπατωθεί για να στηθούνε σκηνές των στρατιωτών το ΄47, για να χτιστούνε εγκαταστάσεις. Όσο για τα κόκαλα, γίναν ό,τι γίνονται πάντα όλα τα κόκαλα απ΄ όλους τους ξανασκαμένους τάφους: σκόνη και σαρίδια. Μέχρι που οι βροχές να τα παρασύρουνε στη θάλασσα. Γιατί στη θάλασσα; Γιατί το χώμα στο νησί με τα χρόνια είχε γίνει σκληρό, δεν έπινε και πολλή βροχή, κατηφόριζε λοιπόν το νερό μέχρι το γιαλό κι έπαιρνε μαζί του ό,τι έβρισκε. Μπορεί οι γιαλοί στη Μακρόνησο να ΄χουνε, ακόμα, ανθρώπινα κόκαλα, πετρωμένα βέβαια, ασβεστοποιημένα. Τον καιρό του προπάππου της η γη δεν ήταν ακόμα έτσι άνυδρη και σκληρή. Αλλά αυτό θα το εξηγούσα στη Νιλουφέρ αργότερα.

Στην Αθήνα, αφού είχαμε ανταλλάξει κινητά και προτού μ΄αφήσει να πάρω το μετρό στη Μεσογείων, χασομέρησα λιγάκι στ΄ αμάξι και τη ρώτησα τι πάει να πει Νιλουφέρ.
«Νούφαρο. Όλοι το ρωτάνε αυτό»
«Ωραίο όνομα»
«Κι εσύ Στέλιο, τι δουλειά έκανες παλιά; Και τι κάνεις τώρα και σε κουράζει τόσο πολύ;»
«Φιλόλογος είμαι. Για χρόνια, τελευταία, δούλευα σ΄ ένα λεξικό. Την καινούργια έκδοση του Λεξικού Δημητράκου, το πιο σπουδαίο ελληνικό λεξικό. Το ΄χεις ακούσει;»
«Όχι»
«Θα ξαναβγεί του χρόνου και θα ΄ναι σαν καινούργιο»
«Είσαι ειδικός στα λεξικά;»
«Λεξικογράφος, ε; Όχι Νιλουφέρ, απλός φιλόλογος είμαι. Αλλά μετά το λεξικό δεν μπόρεσα να βρω άλλη φιλολογική δουλειά- είμαι και μεγάλος, βλέπεις»
«Μου το ξανάπες αυτό»
«Γιατί είν΄αλήθεια, είμαι 60»
«Και μετά το λεξικό;»
«Πρώτα ανεργία, μετά οδηγός σε κάβα, σε φορτηγάκι. Ξεφορτώνω μπίρες, αναψυκτικά, κρασιά. Ευτυχώς, έχω ακόμα τα κότσια. Και το βράδι δουλεύω νυχτοφύλακας»
«Μα πότε κοιμάσαι;»
«Τ΄ απόγευμα. Όσο προλαβαίνω.΄Η το πρωί, όταν στην κάβα δουλεύω απόγευμα»
«Πού μένεις;»
«Γκύζη, οδός Κάλβου, πάνω στο βουνό. Είμαι πολύ κοντά έστω στη μια δουλειά, στην κάβα»

Ήταν Κυριακή, 26 του Μάη του 2013. Έπρεπε στ΄ αλήθεια να προλάβω να ξεκουραστώ, γιατί 10 το βράδυ έπρεπε να ΄μαι στον Ασπρόπυργο. Η «S.R.D.L. Logistiscs Ltd» με περίμενε κι απόψε να φυλάξω τα πολύτιμα εμπορεύματά της.
Πηγαίνοντας σπίτι, σκεφτόμουνα την τελευταία ερωτοαπόκρισή μας. Η Νιλουφέρ με ρώτησε, ίσως μονολογώντας, « Η κρίση φταίει;». Κι εγώ απάντησα, όπως πάντα σε σε παρόμοια συζήτηση, «Όχι, πρόλαβα και φτώχυνα μόνος μου, από πιο νωρίς. Η κρίση με βρήκε φτωχό. Από τη μια χειροτέρεψα, από την άλλη είχα το ΄χα συνηθίσει για τα καλά».






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου