Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Αλέξης Καζαντζίδης///Κονταίνει ο καιρός



Πρωί - πρωί οι φρουροί φοράνε κουστούμια στα αγάλματα -γραβάτες στους κούρους, φύλλα συκής στις κόρες, στέτσον καπέλα στα φαγιούμ- κι ύστερα προχωρούν στην ανάγνωση της ημερήσιας διαταγής:
«Αχιλλέας Παπασταύρου, υιός του Δημητρίου Παπασταύρου, διακριθέντος κατά τον πόλεμο του 1940 και της Παναγιώτας Σπυροπούλου, ετών 59, εργατοτεχνίτης, απολύεται»...
Ας πρόσεχε τι ψήφιζε, μουρμουρίζει ανάμεσα στα δόντια του το γερόντιον πρώην πρωθυπουργού, διαβάζοντας την εφημερίδα του στο καφενείον «Το Κεντρικόν» όπου, στην πόλη είχαν προπολεμικώς τη λέσχη τους οι συμβολαιογράφοι, καθώς και το στέκι τους δεινοί σκακιστές.
Σήμερα η πόλη καπνίζει το τσιγάρο της και δεν ενθυμείται τις παλιές ιστορίες, όχι και ο πρώην πρωθυπουργός που μάλωνε τους Έλληνες: «ας πρόσεχαν» όταν τους λήστευε ο ίδιος στο Χρηματιστήριο, δεν αφίσταται των συνηθειών του, και τώρα «ας πρόσεχαν» τους λέει καθώς τριάντα χρόνια Κατοχής αρχίζουν.
«Ασημακόπουλος Θοδωρής» ξελαρυγγιάζεται ο επικεφαλής της φρουράς Γρύπας, ο γιος του Ασημακόπουλου Θοδωρή, Αναστάσης κάνει ένα βήμα μπροστά κι αναφέρεται: «Γνωρίζω πόσο άχρηστος, διεφθαρμένος και κοπρίτης είναι ο πατέρας μου και ως εκ τούτου κατανοώ την απόφαση της Σεβαστής ημών Διοικήσεως να παραμείνω άνεργος, ώσπου να μετανοήσω για τις αμαρτίες του πατέρα μου. Διατάξτε!»
Τέτοιες ώρες τις Κυριακές οι μανάδες έστελναν τους πατεράδες μας με το ταψί στον φούρνο για να ετοιμασθεί το ψητό της Κυριακής
Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1952, λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου κι άρχισε να καταλαβαίνει (;) τι του γίνεται δέκα - δώδεκα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου, είχε λοιπόν τότε σε μεγάλη υπόληψη το ψητό της Κυριακής όπως εκ των υστέρων έχω καταλάβει.
Και σε μεγάλο φόβο κάτι χοντράνθρωπους εκείνης της εποχής που έφεραν βρώμικα όπλα, βρώμικα ρούχα -στρατιωτικά- βρώμικα χνώτα (κάτι παραστρατιωτικούς) όπως πάλι εκ των υστέρων κατάλαβα  που κατεδίωκαν τότε όποιον γούσταραν, όπως απολύουν σήμερα όποιον γουστάρουν οι όμοιοί τους -πιο φινιρισμένοι οι σημερινοί είναι η αλήθεια, πιο φινετσάτοι, πιο φλούφληδες, αλλά το ίδιο σκατόψυχοι.
Στη μεγάλη πλατεία της μικρής μας πόλης καθ' όλον το σχολικό έτος σύχναζε η βροχούλα, απαλή κι επίμονη έπλενε τα αγάλματα απ' τα κουστούμια που τους φορούσαν οι Γρύπες και οι Χίτες αλλά άφηνε πάντα τον ήλιο να βγαίνει τις Κυριακές για να λάβει χώραν το νυφοπάζαρο -κορίτσια που κάλπαζαν, αγόρια με δειλά βλέμματα που τα τρόμαζε ακόμα η σκιά τους, όπως τον Βουκεφάλα· ώσπου να ανακαλύψουν την ελευθερία της… ξενιτειάς.
Tίποτα απ' αυτούς τους νέους δεν υπάρχει πια...
«Ας πρόσεχαν» μουρμουρίζει πάλι ο πρώην πρωθυπουργός, διαβάζοντας την εφημερίδα του στο καφενείον «Το Κεντρικόν» και πληρώνοντας τον καφέ του στο μισό, σαν να είχε παρέα να του πληρώσει το άλλο μισό...
Στα καφενεία (εκτός από μερικά ξεχασμένα σε κάποια χωριά) δεν υπάρχουν κρεμασμένοι στους τοίχους ήρωες, μάρτυρες και άγιοι...
Μια μέρα του χειμώνα που σκοτείνιασε από νωρίς σαν νυχτωμένο το μεσημέρι, είδα τα αγάλματα της παιδικής μου πόλης να πίνουν το νερό της βροχής
και στα στήθια τους να ανθίζουν, πια, τα νέα θαυμαστά πιτσιρίκια...

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

ΡΟΥΛΕΤΑ ΜΕ ΖΑΡΙΑ//// γράφει ο Αλέξης Καζαντζίδης

Παράξενο έρχεται (και δεν έρχεται)  το φετινό φθινόπωρο.

Θερμοκρασίες  χλιαρές, 26 βαθμοί και γύρω στο 24% η ανεργία, που μπορεί να 'ναι και 30%.

Αδιάφορες οι διαφημίσεις, δεν απευθύνονται στους παρίες, απευθύνονται σε ηλίθιους πώς να μιλάνε περισσότερο στο τηλέφωνο πώς να αλλάξουν αυτοκίνητο, φεγκ-σούι – κινητό. E, και;

Λίγοι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά των συνοικιών, οι σειρήνες βουίζουν πάνω απ' τα κεφάλια μας σε όλη την επικράτεια

για σκληρά μέτρα

σκληρά μέτρα

μια κομαντατούρ Βρυξελλών.

Έντρομοι πολιτικοί σκύβουν τη ράχη τους όλο και πιο πολύ, τι να σου κάνουν κι αυτοί; ξετίναξαν τη χώρα χρόνια τώρα! τώρα πρέπει εμείς να στηρίξουμε τα γκόλντεν μπόυς να μην πέσουν, τις τράπεζες για να μας τα παίρνουν, τις άγιες Οικογένειες να αγιάζουν, μουντός καιρός, σκυφτός λαός, χλιαρός και αμήχανος πέρασε ο Αύγουστος. Η μελαγχολία των διακοπών με νευρικά τα επιτόκια.

Αμφίβολο αν η Ελλάδα είναι το φάρμακο για όσα μας κάνει. Αμφίβολο αν ο καλός Θεός της Ελλάδας είναι ο λαός της. Αραιώνει το σθένος.

Οι συναντήσεις είναι διμερείς: δεν ξέρεις αν η χώρα βγήκε αρτιμελής. Ξεριζώνουμε και δεν φυτεύουμε. Μα, και τριμερής συνάντηση: δεν ξέρεις αν η χώρα βγήκε αρτιμελής.

Μίσος και νευρικότητα, ο περιπτεράς (ανοίγει το επάγγελμα) κοιτάζει αλαφιασμένος, ο άλλος αγοράζει τσιγάρα με εφ' όπλου λόγχη, και τα παιδιά οδηγούνται στο ικρίωμα με τις ιερεμιάδες.

Στεγνές ψυχές έχουν αναλάβει από επίσημες θέσεις στο υπουργείο Παιδείας -τα σέβη μας- και στο Οικονομικών να πουλήσουν το μέλλον τους στα σκλαβοπάζαρα και ο Αύγουστος έμεινε άοπλος.

Όχι ο «Αύγουστος» των ΜΜΕ, ο μέσα μας Αύγουστος, που νεκρός θα εκτεθεί στις γκαλερύ, ένας μπόντυ Αύγουστος να τον φτύνει η πληρωμένη τέχνη και να τον περιφέρει προς άγραν εισιτηρίων, δώσ' μου και μένα, μπάρμπα επιδότηση

φέρε και σε μένα, κουφάλα μια χορηγία

χο-χο-χορηγία χο-χο-χοντρή,

έχω βιογραφικό από γη και ύδωρ, ρε Μαικήνα γιατί με παραλείπεις;

Ακρώρεια να κουρνιάσεις δεν έχει.

Κάθε βδομάδα, όμως, οχυρώνω δυο μέρες με βιβλία, Σάββατο και Κυριακή και δαγκώνουν τη σκακιέρα, πύργος ο Σκαμπαρδώνης, ίππος η Μαστοράκη, τρελός ο Χαριτόπουλος κι απέναντι τα μαύρα με έναν Βυζαντινό, τον Καρυωτάκη και τον Δικαστή Τι, απαντούν με Αρθουρ Γκόρντον Πυμ... παρακοιμώμενοι, new age ταλιμπάν, το στίγμα μου, η -κιόλας- κούρασή μου...

Δεν ακούω· διαθέτω άσυλο· έξω απ' το στρατόπεδο αρχίζει να βρέχει και οι βασανισμένες ψυχές ησυχάζουν ακούγοντας τα παραμύθια της βροχής - ακροπατούν οι φύλακες άγγελοι για να σκεπάσουν με τη σιωπή τους τον ήχο των νομισμάτων και τον αχό των όπλων

να ησυχάσει ο κόσμος, να 'ρθει η νύχτα και να πάρει αγκαλιά τα ορφανά από Αγάπη, να τους παίξει ένα ωραίο φιλμ με χάπι εντ κι εφτά νεράιδες καβάντζα για ώρα ανάγκης.

Σιγά που δεν θα κλάψω…


Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Αποδεκατισμός /του Αλέξη Καζαντζίδη





Στα είκοσι διαβάζεις ακόμη, εκπαιδεύεσαι, μαθαίνεις μια τέχνη...

Στα τριάντα ψάχνεις για δουλειά,

στα σαράντα υποαπασχολείσαι, ελπίζεις ακόμη, ψάχνεσαι...

στα πενήντα απολύεσαι...

στα εξήντα σού παίρνουν πίσω τη σύνταξη,

στα εβδομήντα είναι πολύ αργά πια για μολότωφ...

Ύστερα αναχωρείς προς τας αιωνίους μονάς (εκεί τουλάχιστον δεν βάζουν ΦΠΑ στην μπουγάτσα).

Φαύλος κύκλος στο χείλος του γκρεμού...

...ένας χορός ουτιδανών και τιποτένιων κάνει ξανά κουμάντο και να «υμνεί της πατρίδας το χαμό»

στο αμήχανο χαμόγελο του βετεράνου που δεν του φθάνει πια η σύνταξή του για τα φάρμακα,

στην οργή του ανάπηρου που το καροτσάκι σκοντάφτει πάνω στην ασπίδα του κρανοφόρου...

Βιβλίο, σχολικό βιβλίο κομμένο στα τέσσερα, όπως το τσιγάρο των κρατούμενων στις εξορίες, λάβετε φάγετε· τούτο εστί το σώμα μου

ένα τέταρτο βιβλίου για το παιδί

και το νοίκι που δεν μπορεί πια να πληρωθεί.

Μ ε το κρύο φως των προβολέων να ζωγραφίζει λευκά κελλιά στον μαύρο ουρανό και τις σειρήνες να ηχούν σιδερένιες μέσα στη νύχτα, παρελαύνουν με το βήμα της χήνας οι χρηματοπιστωτικοί σύμβουλοι, γαυγίζουν μέτρα

νέα μέτρα, φαιά μέτρα, κι άλλα μέτρα

Σ τείλε τον νου σου βόλτα στην εξοχή. Κάτω απ' τη γη ξεδιαλέγει ο Ασκληπιός τους σπόρους του. Κάποιο βοτάνι θα 'ναι και για σένα θεραπευτικό,

ή ποίημα

ή ζωγραφιά

ή παρέα φίλων.

Για όλους έχει δώρο ο θεραπευτής γιος του Απόλλωνα να πάρουν μαζί τους επιστρέφοντας σπίτι, φέτος μ' αυτόν τον βαρύ καιρό μέσα στην καρδιά των περισσότερων και των πιο αγαθών ανθρώπων.

Φέτος.

Στοιχειωμένη απ' τους δύο μεγάλους πολέμους η Ευρώπη κοιτάζει πάλι πίσω της και βλέπει τον ίδιον Νόμο του Μόνου

να υπερυψώνει τον εαυτόν του και να τον δοξάζει πάνω απ' τις πλατείες των πόλεων και τα καφενεία των χωριών,

φάε

πιε

και ευφραίνου

με τη ζωή του αλλουνού, τους κόπους του, τα όνειρά του που ατύχησαν (επειδή τα παγίδευσες, κουφάλα!) φάε

με την ασιτία των παιδιών, την ντροπή των γονέων τους, την αγωνία των αγαθών

φάε τους τα αγαθά!

μία και μόνη είναι η εντολή του Νόμου του Μόνου, τι να τις κάνει τις δέκα; Αυτές είναι για τους πτωχούς τω πνεύματι,

αυτούς που τους γαμάς τη δημοκρατία ή τους γαμάς με τη δημοκρατία. Πιάσε τον κλεφτοκοτά και τιμώρησέ τον που δεν έγινε θηρίο

και φάε τον ύστερα ωμόν, βάλε στο Σύνταγμά του την ωμοφαγία! να βλέπει μπάτσο και να κάθεται σούζα, να ακούει Μέρκελ και να κατουριέται, να μυρίζεται τόκο και να γεμίζει ο οισοφάγος του θειάφι.

Ο μέγας ένοχος, ο ανθρωπάκος...

Ο ανθρωπάκος που γκρέμισε τη Βαστίλη. Που είδε τη γη απ' το «Σογιούζ» και τον «Απόλλωνα», ο ανθρωπάκος που έγραψε τον «Αμλετ», εσύ είσαι το άλας της Γης

κι άσε το θηρίο να σου λέει πως εσύ ψήφισες τον Χίτλερ, διότι εσύ τον συνέτριψες.

Ασε τον ηλίθιο να σου λέει ότι εσύ έκαψες τα βιβλία, διότι εσύ τα αντέγραψες και τα έσωσες. Eσύ ψήφισες Σαμαρά, εσύ μπορείς να τον ξαποστείλεις. Εσύ νικάς, ανθρωπάκο! Εσύ είσαι ο πολίτης.

Μεγάλη υπόθεση.

Εμείς τα ανθρωπάκια είμαστε η μεγάλη υπόθεση της ζωής μας και είθε τριάντα μεραρχίες ποιητών να σκέπουν τα τέκνα μας...

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Τσιγάρα βερεσέ...του Αλεξη Καζαντζίδη

Μια ζωή ίσα βάρκα-ίσα νερά στα οικονομικά του ο κ. Σπύρος, αλλά στα μάτια του κόσμου γύρω του: «ευκατάστατος» καθ' ότι όπως έλεγε η μάνα του η Λάκαινα «ας με λένε Βοϊβοντίνα κι ας πεθαίνω από την πείνα». Της ίδιας σχολής λοιπόν και ο κ. Σπύρος, πάντα αξιοπρεπής και στην τρίχα περπάτησε στον βίο του καθαρός και λουσμένος, ώστε αν τον βρει η στραβή να μη ρεζιλευθεί, αλλά ωραίος ως Ελλην «απιέναι».

Ωσπου, συνταξιούχο πλέον, τον κ. Σπύρο τον μπάταρε (και) αυτή η κυβέρνηση! Περικοπές από 'δώ, φόροι από 'κεί, τέλη, έκτακτες εισφορές, καπάκι νέοι φόροι, κλονίσθηκε ο κ. Σπύρος.

Βεβαίως δεν ήταν η πρώτη του, δεν ήταν άμαθος, στην πιάτσα (εργαζόμενος) από φοιτητής κι ύστερα στην αγορά ιδιωτικός υπάλληλος, κι άλλες φορές στο παρελθόν είχε ζορισθεί ο κ. Σπύρος, αλλά πάντα καβαντζάριζε, έκανε τα κουμάντα του, υπήρχε προοπτική, ξεκεφάλωνε.

Τώρα ο κ. Σπύρος δεν βλέπει αλλά και δεν έχει καμιά προοπτική. Οι απώλειες που υφίσταται είναι τελεσίδικες και το αργό πετσόκομμα στο οποίο υποβάλλεται ατελείωτο. Κι επί πλέον -το χειρότερο- ες μάτην! Ο κ. Σπύρος αισθάνεται και πια γνωρίζει ότι το υστέρημά του δεν συμβάλλει στο κοινό καλό και στην ανόρθωση της πατρίδας, αλλά ότι υπεξαιρείται από τους ίδιους χρυσοκάνθαρους που συνεχίζουν να πλουτίζουν, ενώ συνεχίζουν επίσης να οδηγούν στην πτώχευση τα πάντα, και τους ανθρώπους και τα πράγματα, της πολιτείας τα πράγματα.

Σύννους ο κ. Σπύρος. Κατηφής. Κι ίσως για πρώτη φορά απόμακρος απ' τη χαρά της ζωής -ενίοτε τρίζει τα δόντια του- «για έναν μαλάκα ρε γαμώτο» συχνά μονολογεί.

Ο κ. Σπύρος για πρώτη φορά στη ζωή του, στα 65 του ψώνισε τσιγάρα βερεσέ από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς του στα Σεπόλια. Δανεικά από φίλους δεν υπήρχαν πια να πάρει -δάνεισαν όλοι ο ένας τον άλλον οι φίλοι ό,τι είχαν και δεν είχαν- δεν είχαν πλέον, στον άσσο ο κ. Σπύρος, έκανε την ανάγκη για το τσιγάρο μισή ντροπή δική του μισή του ψιλικατζή, ζήτησε απ' τον κ. Γιώργο τον Αλβανό, δυο πακέτα Μάλμπορω βερεσέ, «αμέσως, γκύριε Σμπύρο», του είπε ο κ. Γιώργος, του έδωσε τα τσιγάρα κι άνοιξε ένα μαύρο μακρουλό τεφτέρι όπου τα έγραψε (εις άπταιστον αλβανική, υποθέτω, «γκυριος Σμπυρος, Μαλμπορο δύο»).

Την επομένη και τη μεθεπομένη ο κ. Σπύρος πλήρωσε τα δύο πρώτα πακέτα, αλλά πήρε βερεσέ τα επόμενα -ώσπου προς το τέλος της βδομάδας με τα πακέτα πια στα οκτώ, λέει ο κ. Γιώργος ο ψιλικατζής στον κ. Σπύρο τον νεόπτωχο:

«Ομως, γκυρίε Σμπύρο, θα τα πληρώσεις τα τσιγάρα στο τέλος, ε;»...

Εως θανάτου η θλίψη του κ. Σπύρου...

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Για τη νύχτα που θα βρέξει στο φεγγάρι,του Αλέξη Καζαντζιδη




Βροχή στην άσφαλτο. Και βροχή στους αγρούς.

Βροχή της πόλης. Φοιτήτρια με βρεγμένα μαλλιά στην έξοδο απ' το σινεμά, σε τραβάει απ' το χέρι. Η άσφαλτος, καθρέφτης για τα φώτα της πόλης. Σε κοιτάζει με μάτια που λάμπουν, καθότι ήταν ωραίο το φιλμ και συνεπώς προς στιγμήν ελπίζει πως θα είσαι και συ ωραίος σαν φιλμ στη ζωή της.

Βροχή των σοφών χωραφιών. Μυστικά πράγματα. Οταν τον χάρτη σου πλέκουν ήσυχες κι ανήσυχες ξωτικές, αυτές που γνωρίζουν το πρωθύστερο των προσπαθειών σου και το κεντάνε σταυροβελονιά, άφιξη, αναχώρηση, παύση, αναμονή, λήξις. Απορούν μαζί σου που ξέρεις τι σε περιμένει!

Πολύ καλές κοπέλες. Ποτέ δεν σου αρνούνται την παρτίδα το σκάκι που τους ζητάς.

Στην αρχή της εβδομάδος έλαβες την καρτ - βιζίτ της βροχής. Μια μικρή ταραχή· να ανοίξεις τα παράθυρα να αεριστεί το σαλονάκι. Εσιαξες κι ολίγον τα σεμέν στο τραπεζάκι και το πιάνο. τέλος της εβδομάδος ήλθε και η ίδια! Μέσα Οκτώβρη, αρχή της βροχής. Έρχεται όπως κάθε χρόνο σφιγμένη στο ταγιεράκι της, πάντα κομψή σε μία απόχρωση μπεζ. Το σπίτι σου εξακολουθεί να τής μυρίζει ταμπάκο, χαρτί κι ένα ίχνος βενζίνης απ' τα ταξίδια σου.

Εσύ, όπως κάθε χρόνο έχεις ξεχάσει να ρυθμιστείς στην αλλαγή κάθε τέτοια εποχή της ώρας και μένεις ο μισός στο λυκόφως ο μισός νυχτωμένος, χάνεις την ωορρηξία της στιγμής.

Για μιαν ακόμα φορά η βροχή είναι μια σκιά που σε αφορά και δεν σε αφορά. Χαμένος στα νέφη της. Μένεις για πολλοστή φορά -διότι πλέον η ζωή σου χωράει «πολλοστές φορές»- ψιλομετέωρος πίσω απ' το παράθυρό σου με τα καλοκαιρινά ακόμα κουρτινάκια, να κοιτάζεις έξω στο δρόμο καθώς σκοτεινιάζει απόγευμα Κυριακής-να θυμηθείς να πεις στην «οικονόμο» σου, όπως ευγενικά αποκαλείς την κυρία που σε κρατάει ζωντανό, ν' αλλάξει τις κουρτίνες, ήρθε πλέον ο χειμώνας, ήρθε η βροχή.

Ηρθε κι όπως κάθε φορά όλο και πιο πολύ τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνει- και γι' αυτό με τακτ σε περιπαίζει- ότι κάθεσαι και την περιμένεις σαν να περιμένεις την άφιξη μιας απουσίας.

Πράγματι. Κοιτάζω τον δρόμο για ένα κόκκινο αυτοκίνητο που δεν έρχεται ποτέ να παρκάρει. Αλλη παλιά επέτειος αυτή, από κάποτε που άκουγα αλλότριους κινητήρες να περνούν από έναν άλλον δρόμο, να σταματούν ή να προσπερνούν, ήξερα ότι είναι της «τάδε» ή της «δείνα» μάρκας, αλλά πάντα ήλπιζα πως θα είναι «αυτής» που όμως δεν ήταν ποτέ...

Ποτέ δεν τους μπέρδεψα! Ποτέ δεν έκανα λάθος! Κι αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Τελικώς ασκήθηκα να ξεχωρίζω τους κινητήρες κι απέμεινα να περιμένω ομίχλες που στάθμευαν σε άλλες πόλεις.

Στο μεταξύ το κόκκινο αυτοκίνητο, ποιος ξέρει τι χρώμα θα είναι τώρα. Το μόνον σίγουρο είναι πως εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Απόδειξη ότι εξακολουθεί κάθε χρόνο τέτοια εποχή να έρχεται η βροχή.

Το αστείο βεβαίως πλέον είναι -διότι όλα αυτά κατά βάθος είναι εύθυμα- πως την εν λόγω βροχή αισθάνονται περισσότερο, όταν έρχεται, τα σκυλιά στην αυλή και το χώμα που πανηγυρίζει να μοσχοβολά μετά το πλούσιο άγγιγμά της, παρά εσύ, το τζάμι σου και τα κουρτινάκια σου, Κυριακή απογευματάκι την ώρα που βραδυάζει... κι εύκολοι στίχοι τραγουδιών γεμίζουν το σαλονάκι σου, εύκολες ωδές στη μοναξιά, «η Αννα πίνει ούζα με τον Βούδα» ή κάτι τέτοιο, χαμηλώνεις το ραδιόφωνο κι ύστερα το κλείνεις.

Τώρα έχει νυχτώσει και στο σαλονάκι σου.

Το σκοτάδι είναι ευεργετικό για την όρασή σου. Μπορείς να βλέπεις πέρα απ' τους ορίζοντές σου. Στις ομίχλες των άλλων πόλεων...


***

Η φωτό είναι παρμένη από εδώ

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Όρνιθες και ιεράρχες του Αλέξη Καζαντζίδη

Tι ρομαντισμό, έστω σκοτεινό, να έχουν πέντε ευρώ στην τσέπη, Σάββατο βράδυ,όταν είσαι είκοσι χρονών ή τριάντα κι αμήχανα τα δάκτυλά σου -με τα χέρια χωμένα στις τσέπες, μουτρωμένα- κινούνται απ' το ένα κέρμα στο άλλο, ψηλαφίζοντας «κορώνα ή γράμματα», «κιθαρίστας ή ντράμερ»;

Ελεύθεροι σκοπευτές στις ταράτσες.Δημοκόποι στη σκηνή και δημοσκόποι στις οθόνες.

Χώρα χωρίς χωριά αλλά με υπό ανάπτυξιν τουριστικά τοπία, στρέμματα και τετραγωνικά -οι γεωργοί ένα βαρίδι στα πόδια μας, σαν τους παλιούς Ρωμαίους της Δημοκρατίας, που κανείς εργολάβος - στρατηγός δεν τους χρειάζεται πια.

Απομεινάρια, αγέλες που ψήφιζαν κοπαδηδόν -εκατό ψήφοι το μαντρί, δέκα μαντριά ο κυαίστωρ- τι θα τους κάνουμε τώρα; απομεινάρια και τα τρακτέρ τους, σαν αχρείαστες πανοπλίες από λεγεώνες, σκονίζονται και θαμπώνουν στοιβαγμένες στις αποθήκες. Ζητώντας πίσω ένα δίκιο ακριβά, που οι ίδιες πούλησαν φθηνά.

Δεν έχουμε λύσεις για όλα αυτά ούτε και χρόνο... «Φέρτε πίσω τα λεφτά».

Το τοπίο στις πόλεις τετραγωνίζεται συνεχώς -μαύρα κουτιά, δίπλα σε γκρι κουτιά, δίπλα σε αλάνες-πάρκινγκ και οι διαφημίσεις στις γιγαντοαφίσες ποπ στημένες φωτογραφίες- δεν είναι οι άνθρωποι σταρ, αλλά οι φωτογραφίες επιμένουν. Στημένες, τυραννικές, βέβαιες για τον εαυτόν τους διατάσσουν, υπαγορεύουν ελεύθεροι σκοπευτές στις ταράτσες.

Μιλάς φθηνά απ' την τάδε κινητή, βιώνεις τις συγκινήσεις της ζωής με τη δείνα κινητή, νοιώθεις με την υποστήριξη της άλλης κινητής. σε νοιώθουν οι κινητές.

Στα δωμάτιά τους οι πιτσιρικάδες πιάνουν τις γωνίες. «Καχύποπτοι και δυσαρεστημένοι». Μερικοί χάνονται μέσα τους μοχθηροί κι άλλοι προσπαθούν να πιαστούν απ' την αστρόσκονη των ελπίδων για να μη φάνε λάχανο τις χοντρές κοιλιές - πιάσε μιαν αστακομακαρονάδα, έναν τηλεοπτικό σταρ κι ένα παπαγαλάκι να έχει ευχάριστη παρέα απόψε στο κότερο ο κύριος καναλάρχης.

Η πόλη βράζει. Μάης με εικοσί πέντε βαθμούς, με δυο πτυχία και εξακόσια ευρώ μισθό.

«Φέρτε πίσω τα λεφτά» φωνάζει ο ένας Καραγκιόζης στον άλλον.

Ελεύθεροι σκοπευτές στις σκεπές, στην τσέπη μου πιστωτικές και κάμερες στο μυαλό μου.

Τι θα γίνουμε όταν μας ξεριζώσουν τελείως την αγάπη; Τίποτε τότε δεν θα τους σώζει.

Είχε πολλή δουλειά ο Διάβολος όλα αυτά τα χρόνια να διαφημίζει το καλό (τον Μπλαιρ, τα δάνεια, την τέχνη για την τέχνη), τώρα βγάζει στους δρόμους τον Σαρκοζί να μαζέψει την απόδοση των επιτοκίων...

Η φύση πεθαίνει, η βενζίνη ακριβαίνει.

Για το πρώτο ο αποσυνάγωγος παρίας της παρέας δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Για το δεύτερο απορεί με τον ανταγωνισμό -δεν θα έπρεπε να φθηναίνει τα πράγματα, όπως κανοναρχούν χρόνια τώρα οι μαλάκες;

«Δεν καταλαβαίνει την καινούργια μουσική» θυμώνει• κι όμως, κατά βάθος, τα ξέρει όλα. Χρόνια τώρα τα ξέρει όλα: το μεγάλο φαγοπότι γύρω του και τη ρητορική του.

Οσο για τον ίδιο στα ζόρικα, ένα ουζάκι κι έρχεται στα ίσα του• ο «ήλιος της Ελλάδας» βλέπετε -άσχετο, αν το έχει κάνει θερινό το μαγαζί αυτή η φάμπρικα.

Ελεύθεροι σκοπευτές στις ταράτσες -ψυχρός πόλεμος ξανά, θερμικές κάμερες -το φαινόμενο του θερμοκηπίου, είναι πολύπλευρες πια οι παράπλευρες απώλειες.

Την αγάπη μας και μίαν καλύβην (με στεγαστικό δάνειο) -στην ψάθα, μεγάλε, με την Τράπεζα συνεταίρο στη ζωή σου για όσο θα ζεις.

Ω ναι, ξέρω, δεν φταις εσύ. Η διαφήμιση σε εξαπάτησε. Κι εμένα.