Translate

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ /// ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ /// Η ΚΟΥΚΛΑ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΘΗΚΕ ΤΗΝ ΈΛΕΝΑ





ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ



    Η Ελένη Γκίκα ,έμπειρη πια δημιουργός ,ξέρει να κερδίζει τους αναγνώστες με τις τρυφερές της ιστορίες τις πασπαλισμένες με μαγεία,τις ανθρώπινες,τις «ζεστές »,που χτυπάνε κατευθείαν στην καρδιά.Δεν μπορώ να μην  θυμηθώ και τη Σοφία ,την άλλη της ηρωίδα,το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά,που το φώναζαν «καρότο».'Εχουν και μια θλίψη οι ιστορίες της ,είναι κορίτσια γλυκά οι ηρωίδες της,αλλά εκείνο που λειτουργεί και που αρέσει είναι ότι αποπνέουν οι λέξεις και οι εικόνες της μια ευαισθησία μοναδική,κάτι που χρειαζόμαστε όλοι μικροί μεγάλοι ζώντας σε μια απρόσωπη εν μέρει και βάναυση «ηλεκτρονική » εποχή.
    Η  Μάγια - μάγισσα πιάνει τη μικρή  'Ελενα στα πράσα να θαυμάζει τα λουλούδια της,αλλά δεν την μαλώνει ή δεν την τμωρεί γιατί μπορεί να συν-αισθάνεται. Τα μεσημέρια της Κυριακής είναι βαρετά πολλές φορές και δεν ξέρει κανείς πως να τα περάσει.Η Καππαδόκισσα κούκλα είναι λοιπόν το πρώτο δώρο προς το κορίτσι μήπως και το διασκεδάσει και κάνει την Κυριακή  του πιο ωραία και πιο ενδιαφέρουσα.Και όντως υπήρξε ενδιαφέρον,και κυρίως όταν η κούκλα μίλησε στην Έλενα και της περιέγραψε τον τόπο   απ΄όπου κατάγεται.«'Ερχομαι από έναν μαγικό τόπο,με πετρωμένες νερ άι δες  και άνεμο που σχηματίζει γλυπτά στα βράχια.» Η Μάγια - μάγισσα  απόρησε που η  κούκλα μίλησε στο κορίτσι και μετά της έφερε μια άλλη κούκλα ,ξύλινη και ζωγραφισμένη,μια μπάμπουσκα ,από τη Ρωσία αυτή τη φορά.'Ισως είναι τα μυστικά που κρύβει μέσα της  που την κάνουν ακόμα πιο μαγική.Αλλά έτσι είναι στη ζωή ,πολλές φορές τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και ο κάθε άνθρωπος έχει ίσως τα δικά του μυστικά να κρύψει.Κι η μπάμπουσκα έχει τη δική της ιστορία  και με λόγια την αφηγείται επίσης.Για να απευθύνονται στο κορίτσι σημαίνει ότι τις εμπνέει.'Εχουν άλλωστε  χρόνια να μιλήσουν ,όπως επιβεβαιώνει η  κάτοχός τους.Μάλλον βιώνουν τη δική τους μοναξιά όλον τον καιρό και η μικρή είναι καταφύγιο και παρηγοριά για αυτές.Ακολουθεί η εμφάνιση της κούκλας  με το όνομα Ιρέν που είναι παρμένη από μια βιτρίνα στη Βιέννη,η οποία έμεινε για καιρό σιωπηλή και όταν τελικά μίλησε ζήτησε να δει την αδερφή της την Μπεατρίς,αλλά η 'Ελενα δεν την είχε.
   'Ενα παραμύθι «κουκλίστικο» με έντονη και άκρως θεατρική εικονογράφηση από τον ταλαντούχο Νίκο Γιαννόπουλο.Μεγάλες εκφραστικές φιγούρες,καλοσχεδιασμένες,με καθαρές γραμμές,έντονα προκλητικά χρώματα,θυμίζουν όλα κουκλοθέατρο και συμβάλλουν στην δημιουργία όμορφης ατμόσφαιρας.
Της έδωσε κι άλλες κούκλες της ηρωίδας μας η Μάγια -μάγισσα,αλλά την Μπεατρίς δεν την έδωσε και έκλαιγε η αδερφή της!
Η συλλογή της  'Ελενας πλούταινε σιγά σιγά,οι κούκλες ήταν τώρα η παρέα της  ,όπως παρατήρησε και η μαμά.Κούκλες από διάφορα μέρη που η καθεμία κουβαλούσε τη δική της ιστορία.Η Ιρέν στο τέλος επέδειξε ώριμη συμπεριφορά και συμβιβάστηκε με την απουσία της αδερφής της.Η 'Ελενα όμως σκέφτηκε να φτιάξει η ίδια μια κούκλα και να την πει «Απουσία» και να την χαρίσει κι αυτή με τη σειρά της στη Μάγια-Μάγισσα.Μια κούκλα  μπορεί να ανατρέψει την άσχημη κατάσταση ,να καλύψει την έλλειψη ,να αναπληρώσει το κενό ,να ερμηνευτεί και να είναι παρουσία. 
  Η ανατροπή γίνεται όταν η κούκλα Μπεατρίς μετά από πολύ καιρό θα βρεθεί στο σπίτι της 'Ελενας και θα ξανασυναντήσει την αδερφή της την κούκλα Ιρέν ,που τόσο  επίμονα την αναζητούσε.Το  «αλλόκοτο»μυστικό είναι πως χρόνια πριν οι δύο αδερφές είχαν ονειρευτεί το μοναχικό κορίτσι και ήθελαν να μπουν  στη ζωή του για να του δώσουν χαρά,για να το κάνουν να χαμογελάσει και να ευχαριστηθεί τις μονότονες Κυριακές.
  Μια ιστορία που καλλιεργεί τη συναισθηματική νοημοσύνη ,που συνδιαλέγεται με τα αισθήματα ,με τη «μαγεία» και με τα όνειρα!

****

Ασημίνα Ξηρογιάννη: «Το θέατρο στην ποίηση»




Το θέατρο στην ποίηση


Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη

Momentum

192 σελ.

ISBN: 9789609796859






***

ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΘΕΟΔΩΡΑΤΟΥ

(Αναδημοσίευση από το ΔΙΑΣΤΙΧΟ)


Λίγο προτού ο Θέσπις αποσπαστεί από το σώμα του διθυραμβικού χορού και μέσα από την έκσταση της λατρείας φορέσει τη μάσκα του υποκριτή, λίγο πριν το Άσμα μετουσιωθεί τελετουργικά σε Δράμα, θέατρο και ποίηση ήταν ένα. Όταν οι ραψωδοί απήγγελλαν στο κοινό τους λυρική ή επική ποίηση, εμπλουτίζοντας τον λόγο τους με λεκτικά ή εκφραστικά στοιχεία αυτοσχεδιασμού, ουσιαστικά έκαναν θέατρο εν αγνοία τους, μετατρέποντας το σώμα και τη φωνή τους σε φορέα Λόγου, τίποτα λιγότερο, δηλαδή, από έναν ηθοποιό που επιδίδεται σε θεατρικό μονόλογο. Να θυμίσω ακόμα ότι το αρχαίο ελληνικό θέατρο αναφέρεται ως Δραματική Ποίηση και ότι μέχρι και την περίοδο του κλασικισμού στον 18ο αιώνα, η θεατρική γραφή ακολουθούσε αυστηρούς μετρικούς κανόνες. Και στη σύγχρονη εποχή, τώρα πλέον που οι δύο αυτές τέχνες είναι διακριτές, η περιοχή «τομής» τους, όπου συναντώνται και αλληλεπικαλύπτονται, παραμένει ορατή και σχετίζεται τόσο με τη βαθιά, σχεδόν ανεπίγνωστη φυσική συγγένεια που τις συνδέει, όσο και με τη συνειδητή ροπή των ιεροφαντών τους να τις παντρεύουν. Είναι άπειρες οι περιπτώσεις που θέατρο και ποίηση συναντήθηκαν και συνομίλησαν δημιουργικά, απροσμέτρητες οι φορές που οι δραματουργοί και οι σκηνοθέτες μίλησαν σαν ποιητές, αλλά και που οι ποιητές έδωσαν τον λόγο σε υπαρκτά ή επινοημένα δραματικά πρόσωπα. Αναφέρω ενδεικτικά το μαγικό θεατρο-ποίημα Σονάτα του σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου, ένα σταυροδρόμι όπου ποιητικός και θεατρικός λόγος ανταμώνουν και συμφύρονται, ή το ποιητικό θέατρο της Μαρίας Λαϊνά.
Αξιοσημείωτο είναι και το πλήθος των δραματουργών, από τον Σαίξπηρ ως τον Καμπανέλλη, που επιδόθηκαν στην ποίηση με εξαιρετικά δείγματα γραφής, ή των ποιητών, από τον Ουγκό ως τον Κοκτό, που έγραψαν θέατρο. Αντίστοιχα συχνή είναι και η τάση τα τελευταία χρόνια να παράγονται σκηνικές συνθέσεις με πρώτη ύλη την ποίηση. Θα αναφέρω, ενδεικτικά πάντα, την παράσταση Αυτό που δεν τελειώνει του Στάθη Λιβαθινού στο Εθνικό Θέατρο το 2003 και 2004, που συνέθεσε ένα θεατρικό πανόραμα της ποίησης του 20ού αιώνα, το Φυσικά και ονειρεύομαι της Πέμυς Ζούνη πάνω σε ποίηση της Κικής Δημουλά το 2013 ή Το χωριό των ποιητών του Βασίλη Κατσικονούρη, υψηλού επιπέδου δείγμα σχολικού θεάτρου, που βασίστηκε αποκλειστικά στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη για να δημιουργήσει ένα ενιαίο θεατρικό αφήγημα.Με τη συναίσθηση της κοινής γλώσσας, της στενής δομικής και μορφολογικής συνάφειας, αλλά κυρίως της κοινής πηγής από όπου αρδεύουν οι δύο τέχνες, η Ασημίνα Ξηρογιάννη μας παραδίδει την ανθολογία Το θέατρο στην ποίηση, καρπό μακρόχρονης και κοπιώδους μελέτης και έρευνας, συνδυάζοντας έτσι και η ίδια με αξιοθαύμαστο τρόπο τις δύο ενασχολήσεις της ως θεατρολόγου και ποιήτριας, και μπολιάζοντας την επιστημονική μεθοδολογία και το οξυδερκές βλέμμα του ερευνητή με την αισθαντικότητα και το ένστικτο του δημιουργού. Το έργο έρχεται να καλύψει ένα βιβλιογραφικό κενό στην καθ’ ημάς Γραμματεία. Πέρα από την ανθολόγηση ποίησης συγκεκριμένων περιόδων ή τάσεων, οι φιλόλογοί μας μάλλον επιδίδονται σπάνια σε θεματικές ανθολογίες και πάντως δεν υπάρχει καμία για την ποίηση στο θέατρο στην ελληνική βιβλιογραφία· ούτε καν στην αγγλική, απ’ όσο μπόρεσα να διαπιστώσω σε μια πρόχειρη έρευνα, πέρα από δυο τρία ηλεκτρονικά ανθολόγια θεατρικών ποιημάτων. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, είναι ένας πολύτιμος οδηγός, τόσο για τους επαγγελματίες του θεάτρου, στους οποίους προσφέρεται έτοιμο υλικό για πιθανές συνθέσεις, όσο και για τους ερευνητές, που χρειάζονται βιβλία αναφοράς, αλλά και για τους λάτρεις απλώς του θεάτρου και της ποίησης, που επιθυμούν να εντρυφήσουν στους παράλληλους δρόμους τους.

Τα ποιήματα διαδέχονται το ένα το άλλο σαν χάντρες σε περιδέραιο, δημιουργώντας μια ενιαία αισθητική εμπειρία, κι αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα αυτής της ανθολογίας: το ότι κατόρθωσε, χωρίς καμία παρέμβαση, με μόνο όχημα την έντεχνη παράθεση των ποιημάτων [...] να απαλλάξει την ανά χείρας ανθολογία από την ξηρότητα της λημματογραφικής παράταξης.

Αποτελεί το πρώτο εκδοθέν, αυτοτελές υποσύνολο μιας ογκώδους, ευρύτερης ανθολογίας που αγκαλιάζει την ευρωπαϊκή ποίηση, και ο παρών τόμος εστιάζει σε σύγχρονούς μας εν ζωή ποιητές, ξεκινώντας από τη γενιά του Νάνου Βαλαωρίτη και φτάνοντας ως τους νεαρούς δημιουργούς του 21ού αιώνα. Οι δύο τόμοι που υπολείπονται (η Ασημίνα Ξηρογιάννη δεσμεύεται ότι θα εκδοθούν εν καιρώ και εμείς την εμπιστευόμαστε και τους αναμένουμε) ανθολογούν κλασικούς Ευρωπαίους ποιητές καθώς και κλασικούς Έλληνες αντίστοιχα. Το corpus των ποιημάτων πλαισιώνει εκτενής εισαγωγή της ανθολόγου όπου παρατίθεται το ιστορικό και το σκεπτικό της έρευνας καθώς και επίμετρο με σημείωμα της επιμελήτριας Αγγέλας Γαβρίλη και βιογραφικά στοιχεία των ανθολογούμενων ποιητών.
Όπως δηλώνει στην εξαντλητική και άκρως διαφωτιστική εισαγωγή της, η Ξηρογιάννη έχει ταξινομήσει το υλικό του παρόντος τόμου σε δύο βασικές μορφολογικές κατηγορίες, οι οποίες αντίστοιχα συγκροτούν το Πρώτο και το Δεύτερο μέρος της ανθολογίας. Το Πρώτο περιλαμβάνει 54 ποιήματα που έχουν «εξ αίματος» σχέση με το θέατρο, που ο λόγος τους συνιστά ποίηση και θέατρο μαζί. Ποιήματα με δραματικό βάρος, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως θεατρικοί μονόλογοι. Γραμμένα σε πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο τα περισσότερα, κάποια και σε μορφή στιχομυθίας, άλλοτε αφουγκράζονται την ηχώ από αρχαίες φωνές, μεταφέροντάς την ως εμάς διαθλασμένη μέσα από το ιδιάζον προσωπικό «ηχείο»των δημιουργών τους, άλλοτε συνομιλούν με υπαρκτά ή επινοημένα πρόσωπα που τους στοιχειώνουν. Οι αρχαίοι μύθοι παίζουν εξέχοντα ρόλο σε αυτό το πρώτο μέρος της Ανθολογίας που, αιώνια ζωντανοί, είτε ως αρχέτυπα είτε ως παλίμψηστα, εξακολουθούν να εμπνέουν και να λειτουργούν ως κάτοπτρα, όπου η σύγχρονη ποίηση ξαναβλέπει το πρόσωπό της.Τα 36 ποιήματα του δεύτερου μέρους, παρότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν τους λείπει η δραματικότητα, είναι λιγότερο «θεατρικά», ακριβώς επειδή αναφέρονται θεματολογικά στο θέατρο. Για να συνοψίσουμε σε απλά λόγια τη διάκριση, τα ποιήματα του πρώτου μέρους τα διαπερνά η έκσταση του Υποκριτή, ενώ εκείνα του δεύτερου διατηρούν το βλέμμα και το πνεύμα του Θεατή.Αυτό που προσδίδει στο όλο έργο μια ιδιαίτερη ποιότητα και υπερβαίνει τα συνήθη γνωρίσματα μιας ανθολογίας όπως την ξέρουμε, είναι ο τρόπος που συνομιλούν τα ποιήματα μεταξύ τους και συναρμόζουν μία ενότητα. Είναι κοινός τόπος για τους ανθολόγους η επιλογή της αλφαβητικής ή χρονολογικής σειράς των κειμένων με βάση το επώνυμο του συγγραφέα ή τον χρόνο γραφής, επιλογή που καθιστά ενδεχομένως ευχερέστερη την αναδρομή σε αυτήν από έναν ερευνητή, αφαιρεί όμως από το συνολικό έργο την αίσθηση του ενιαίου και ελαττώνει δραματικά τη χαρά της ανάγνωσης. Η Ξηρογιάννη αντιπαρήλθε την εύκολη λύση και προέκρινε την πολλαπλάσια επίμοχθη διαδικασία της παράταξης των ποιημάτων σε ένα είδος βιωματικής αλληλουχίας. Έτσι, ο Οιδίπους του Κώστα Ριζάκη συνομιλεί με εκείνον του Γιώργου Μπλάνα, η «πολιτισμένη» Μήδεια του Χαρίλαου Νικολαΐδη αντιπαρατίθεται στη μανική Κλυταιμνήστρα της Άννας Γρίβα, ο μοναχικός όλο πικρία Αρχίλοχος του Νίκου Λάζαρη συναντά την απελπισμένα ανικανοποίητη και μόνη Πηνελόπη της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ, ο Θωμάς Τσαλαπάτης συνομιλεί με το όραμα του Ζακ Πρεβέρ, ενώ στην επόμενη σελίδα ο Γιάννης Στίγκας ονειρεύεται τον Τάσο Λειβαδίτη. Τα ποιήματα διαδέχονται το ένα το άλλο σαν χάντρες σε περιδέραιο, δημιουργώντας μια ενιαία αισθητική εμπειρία, κι αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα αυτής της ανθολογίας: το ότι κατόρθωσε, χωρίς καμία παρέμβαση, με μόνο όχημα την έντεχνη παράθεση των ποιημάτων, προϊόν αφανούς εκ πρώτης όψεως αλλά σαφώς κοπιώδους προσπάθειας και βαθιάς γνώσης και οικείωσης του ποιητικού υλικού που είχε στη διάθεσή της η Ξηρογιάννη, να απαλλάξει την ανά χείρας ανθολογία από την ξηρότητα της λημματογραφικής παράταξης, χωρίς να μειώσει στο ελάχιστο την αξία της ως έργο αναφοράς. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατρέξει κανείς σε αυτήν να βρει αυτό που τον ενδιαφέρει, αλλά προτείνεται ανεπιφύλακτα η συμβατική ανάγνωσή της από την αρχή ως το τέλος, ακολουθώντας το αόρατο, άθραυστο νήμα που συνδέει τα ποιήματα σε μία συναρπαστική, αρραγή ενότητα…Ενιαία είναι και η τελική γεύση που αφήνει η ανάγνωση, το εκστατικό μεταίσθημα που μένει απτό για ώρα… Έτσι όπως, όμορφα, το αποδίδει η Καίτη Βασιλάκου στην πρώτη στροφή από το ποίημά της «Οι ηθοποιοί», που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή.
Ανακεφαλαιώνοντας, θέατρο και Ποίηση, κάθε τέχνη από τον δικό της δρόμο και μέσα από τον δικό της ιδιαίτερο κώδικα, απευθύνονται και «εκβάλλουν» και οι δύο «…σε Σένα, Υποκριτή αναγνώστη, όμοιέ μου, αδελφέ μου…», όπως εμβληματικά έγραψε ο Μποντλαίρ, κι αυτή είναι η κορυφαία τους συγγένεια. Ο δέκτης, αναγνώστης-θεατής, παραμένει ο ύστατος και ο πρώτος Μέγας Υποκριτής.

***