Translate

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /// ΤΑΞΙΔΙΑ




ΤΑΞΙΔΙΑ


Λίγα ταξίδια στη ζωή μου έχω κάνει
και αυτά ποιητικά, κυρίως, τα λες
Και κάθε φορά που η καρδιά τον δρόμο χάνει,
είναι οι λέξεις που αναδύονται ορθές
Με παντομίμα μού υπενθυμίζουν πάντα
πως έζησα ουκ ολίγες ηδονές,
μα ήταν όλες τους – μα όλες! μόνο και καθαρά ποιητικές

Ποιήματα που έχω αγαπήσει κι ας μην τα έχω γράψει εγώ
Σιωπηλά το σώμα τους έχω γνωρίσει
μεθυσμένη από λυρικό χορό.
Άλλοτε ο στοχασμός μ’ είχε κερδίσει
και τώρα όλα αυτά τ’ αναπολώ.
Λίγα ταξίδια στη ζωή μου έχω κάνει
Σε ποιητικά νερά κόντεψα να πνιγώ.

Για τα Ποιήματα της Ελίζαμπεθ Μπίσοπ – γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη








Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, Ποιήματα, μετάφραση Γιώργος Παναγιωτίδης, εκδ. poema.., 2016.
Σε μετάφραση και επίμετρο του ποιητή και πεζογράφου Γιώργου Παναγιωτίδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις (.poema…) ένα καλαίσθητο βιβλίο που περιέχει ποιήματα της σημαντικής και πολυβραβευμένης Αμερικανίδας ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Η Μπίσοπ γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στη Μασαχουσέτη. Πέθανε στη Βοστόνη το 1979 και είχε μια ζωή πολυτάραχη και πλουραλιστική που τροφοδότησε την τέχνη της. Εκπρόσωπος του μοντερνισμού, σε όλη της τη ζωή δημοσίευσε συνολικά 101 ποιήματα που όμως προκάλεσαν αίσθηση και ενδιαφέρον. Η ίδια συνήθιζε να δουλεύει πολύ τα ποιήματά της, τα οποία αποτελούσαν προϊόντα διανοητικής επεξεργασίας περισσότερο παρά προϊόντα μιας έμπνευσης της στιγμής. Η αφόρμηση είναι συχνά αυτοβιογραφική, αλλά ποτέ τίποτα δεν λέγεται απροκάλυπτα, τα πιο πολλά υποκρύπτονται εντέχνως. Το παρελθόν, η απώλεια, η αποξένωση από το περιβάλλον, οι διάφοροι τόποι από ταξίδια είναι μερικά από τα θέματα με τα οποία συστηματικά καταπιάνεται. Στην ουσία τα ποιήματά της αποτελούν μικρές ιστορίες ζωής και διαθέτουν έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα. Επίσης πετυχαίνει τον συγκερασμό των αντιθέτων! Ακριβής και πολυεπίπεδη ταυτόχρονα, κινείται αριστοτεχνικά ανάμεσα στο συμβολικό και το πραγματικό, ανάμεσα στο ατομικό και το πανανθρώπινο, ανάμεσα στο ταπεινό και το υψηλό. Και αυτά τα παντρέματα στην ποίηση δεν θα πρέπει να θεωρούνται καθόλου εύκολα ή αυτονόητα. Τα ποιήματά της, αν και πεζολογικά στην πλειοψηφία τους, σε πολλές περιπτώσεις δεν στερούνται ρίμας και διακρίνονται για τον ποιητικό τους ρυθμό, δύο στοιχεία που ο μεταφραστής επιδιώκει και διατηρεί κατά την μεταφορά τους στην ελληνική γλώσσα.
Zωή λοιπόν με πολλά θέματα που τροφοδότησαν την ποίησή της. Αποτέλεσαν το υλικό και συνάμα το έναυσμα της δημιουργίας της. Η ορφάνια, ο αλκοολισμός της, η ομοφυλοφιλία της, η ασθενική της κράση, όλα αυτά μαζί και άλλα ίσως, την οδήγησαν πιθανόν σε ένα είδος γραφής ιδιαίτερο που δεν την κατατάσσει στην λεγόμενη εξομολογητική γραφή, ένας από τους εκπροσώπους της οποίας είναι ο αιώνιος φίλος της Robert Lowell. Ωστόσο, όλα τα «προσωπικά» της στοιχεία δεν αποκαλύπτονται, αλλά κλειδώνονται μέσα στα ποιήματα. Εκεί μέσα οι πόνοι και οι πληγές της «ξεκουράζονται». Σε άλλους δημιουργούς, κάποιες φορές τα τραύματα αποτελούν κράχτες, τα τραύματα «φωνάζουν». Εδώ τα ποιήματα «κρύβουν», αποτελούν μικρούς γρίφους ή αινίγματα αναφορικά με την αλήθεια που υπάρχει από πίσω. Η Μπίσοπ φαίνεται ότι δεν θέλει η γραφή της να χαρακτηριστεί «γυναικεία», αλλά ούτε και «αυτοβιογραφική», αποστρεφόμενη τις «ταμπέλες». «Παίζει» με τους όρους της, με τους σουρεαλιστικούς και τους στοχαστικούς τόνους και τις εικόνες, με την αμφίθυμη και ειρωνική διάθεση. Kαταθέτει με πνευματώδη τρόπο τις εντυπώσεις της από τον κόσμο γύρω της. Ψυχή ταξιδιάρα, αναμειγνύει στα ποιήματά της αληθινά περιστατικά με φανταστικές ιστορίες και συχνά ο αναγνώστης αναρωτιέται πού βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα, κάτι που είναι ιδιαίτερα γοητευτικό. Μας δίνει μια γνώση, αλλά και μια αίσθηση «ρέουσα και αιωρούμενη».
Μια καλαίσθητη και προσεγμένη έκδοση που μαρτυρά τον ζήλο του μεταφραστή για το αντικείμενό του. Περιέχεται κατατοπιστικό σημείωμα του Παναγιωτίδη στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον τρόπο που εργάστηκε, στις προσδοκίες του αναφορικά με την έκδοση και γενικότερα στο «σκεπτικό» που έχει σχετικά με αυτήν. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα πλούσιο και εκτενές επίμετρο χωρισμένο σε κεφάλαια (Βιογραφία, Βραζιλιάνικη περίοδος, Η ποιήτρια, Ποιητική, Ποιητικές συλλογές). Ακόμα, συναντά κανείς βιβλιογραφία, καθώς και διαδικτυακές πηγές, συνδέσμους που αναφέρονται στη ζωή και το έργο της Μπίσοπ.
Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί
τόσα πολλά πράγματα φαίνονται προσηλωμένα
στο να χαθούν που ο χαμός τους δεν είναι καταστροφή.
Χάνεις κάτι κάθε μέρα. Πέρα από την ταραχή
σαν χάσεις τα κλειδιά σου, άσχημα η ώρα πάει στα χαμένα.
Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί.
Ασκήσου λοιπόν να χάνεις πιο γρήγορα να χάνεις πιο πολύ:
τόπους και πρόσωπα και όπου προόριζες για σένα
να ταξιδέψεις. Τίποτα από αυτά δεν θα φέρει την καταστροφή.
Έχασα τη φροντίδα της μητέρας μου. Και κοίτα! Το τελευταίο ή
προτελευταίο χάθηκε από τρία σπίτια μου αγαπημένα.
Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί.
Έχασα δύο πόλεις, αξιαγάπητες. Και πιο πολύ
κάποιους κόσμους που ανήκα, δύο ποτάμια, μια ήπειρο.
Μου έλειψαν μα δεν ήταν καταστροφή.
Ακόμα χάνοντας εσένα (τη φωνή που αστειευόταν, ένα νεύμα
που αγαπώ) δεν πρόκειται να πω ψέμα. Είναι προφανές
η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί
μολονότι μπορεί να μοιάζει σαν (γράψε το!) σαν καταστροφή.
μετάφραση: Γιώργος Παναγιωτίδης
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ./http://frear.gr/?p=17469

Για το Μικρό Χρονικό τρέλας – γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη



                                             

Αύγουστος Κορτώ
Μικρό χρονικό τρέλας
Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη, 2016
246 σελ.


«Θυμάμαι ολοκάθαρα τη στιγμή που τρελάθηκα», ξεκινάει το βιβλίο του ο Αύγουστος Κορτώ. Και είναι σαφής: Θα μας διηγηθεί μια προσωπική ιστορία χωρίς φόβο και ανασφάλειες. Θα μας μιλήσει με παρρησία για το οξύ ψυχωσικό επεισόδιο με στοιχεία θρησκευτικού παραληρήματος, που υπέστη στην εκπνοή του έτους 2008. Το Μικρό χρονικό τρέλας είναι ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί. Γεμάτο ζωντάνια και παραστατικότητα βάζει τον αναγνώστη μέσα στο κλίμα αυτής της προσωπικής ιστορίας του συγγραφέα. Πρόκειται για την τρίτη γραφή του βιβλίου, τα πρόσωπα που συναντάμε εκεί ανήκουν όντως στον περίγυρο του Κορτώ. Οι εικόνες πολλές, άμεσες, αυθεντικές, η αφήγηση ρέουσα, ρεαλιστική όχι απαλλαγμένη από κάποιο χιούμορ. Άλλωστε μέσα στο παραλήρημά του ο Κορτώ «έπαιξε», θέλοντας και μη, σε κάποιες πραγματικά κωμικές σκηνές τις οποίες επιτυχώς ενσωμάτωσε μέσα στο βιβλίο. Πάντα παρούσα η σύνδεση με την μαμά «Κατερίνα», πάντα παρούσα η αναφορά σε κείνη και στο στίγμα που του άφησε και η παρουσία της όταν ζούσε, αλλά και η απουσία της όταν έφυγε. Ολα ξεκίνησαν ξαφνικά και απρόσμενα: μια απότομη αφύπνιση, ένα απίστευτο κύμα ενέργειας, απώλεια της ικανότητας της ανάγνωσης, αδυναμία ερμηνείας του γραπτού λόγου, η αίσθηση μιας απρόσμενης σοφίας, μια περίεργη κεραυνοβολημένη διάθεση. Και χρησιμοποιεί τη λέξη «τρέλα» στον τίτλο του βιβλίου, όχι για να το κάνει να φαίνεται πιασάρικο, όπως ο ίδιος εξηγεί στον αναγνώστη. Αλλά για τους εξής λόγους: πρώτα πρώτα στα πλαίσια ενός κλίματος αυτοσαρκασμού και διακωμώδησης. Άλλωστε, ο ίδιος και οι αγαπημένοι του αναφέρονται στην εμπειρία εκείνη του Δεκέμβρη ως εξής: «Θυμάσαι τότε που τρελάθηκε ο Κορτώ και τον κυνηγούσαμε γυμνό στο Δρομοκαΐτειο;» Και ακόμα «επικαλείται την μεταφορική χρήση της τρέλας», μια τρέλα που εμπεριείχε και τα στοιχεία της αφύπνισης, αν και έβαλε σε μπελάδες πολλούς ανθρώπους και κυρίως τον ίδιο, οποίος λόγω του οικογενειακού του ιστορικού διέθετε έναν άκρως ταλαιπωρημένο ψυχισμό.
Η αγάπη και η ανεξάντλητη του Τάσου, του πατέρα του, των καλών φίλων, η εμμονή σε κάποιους συγγραφείς και ιδίως στον Σάλιντζερ τον οποίο μετέφραζε κιόλας και που άγγιζε τα μύχια της ψυχής του,οι τάσεις μεγαλομανίας, η πίστη του ότι ήταν ο νέος Δαλάι Λάμα και όλα τα ανύπαρκτα σκηνικά που φαντασιωνόταν ή όλα αυτά που αβίαστα «έχτιζε» με το μυαλό του, η άδικη δολοφονία του νεαρού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου εκείνες τις ίδιες μέρες που «η τρέλα» τον κυρίευσε και που του έδινε την αίσθηση μιας προσωπικής απώλειας, ο θάνατος του γιατρού που τον παρακολουθούσε και τον οποίο ο ίδιος αγνοούσε, όλα αυτά τα στοιχεία και άλλα ακόμα αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της έντονης και «επικίνδυνης»αφήγησης. Αν είχε χρώμα η αφήγηση τούτη, αυτό θα ήταν το κόκκινο. Η αίσθηση που μας αφήνει ο συγγραφέας είναι ακραία. Ωστόσο, ως τεχνίτης του λόγου, αποφεύγει το μελό, παίρνει τις αποστάσεις του και με ψυχραιμία καταθέτει και τους λόγους τους ψυχωσικού επεισοδίου και το ιστορικό της παραφροσύνης. Με τη δέουσα διαύγεια αναφέρεται σε πράγματα άκρως σοβαρά χωρίς να πέφτει στην παγίδα του άσκοπου συναισθηματισμού. Εξομολογείται, αλλά έχει τον τρόπο να πετυχαίνει τις σωστές ισορροπίες. Εκτίθεται ο ίδιος, αλλά ελέγχοντας το υλικό του, δίνοντας μια αίσθηση ότι έχει ο αναγνώστης μπροστά του ένα σημαντικό ντοκουμέντο ή μια μικρή πραγματεία για την κατάθλιψη, η οποία θα τον χτυπήσει αργότερα ή μπορεί να χτυπήσει τον κάθε άνθρωπο για ποικίλους λόγους. Μιλάει ανοιχτά για το πώς ο ίδιος την νίκησε, πώς γενικά θα μπορούσε αυτή να νικηθεί και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πρακτική και τον ρόλο της ψυχανάλυσης και την μεγάλη αξία της. Γενναία ξεγυμνώνεται μπροστά στον αναγνώστη. Καθαίρεται, αλλά και δείχνει δυνατός πια,αποφασισμένος να μην περάσει τη ζωή του κυνηγημένος από τον φόβο και έχοντας σαν μότο τη σκέψη: «Η ψυχή μας δεν είναι φτιαγμένη να αρκείται στη δυστυχία».
Η πραγματικότητα που συνθλίβει κάποιες φορές, αλλά και η νοσηρή κληρονομικότητα που έχει τη δύναμη να στοιχειώνει σαν φάντασμα και κατατρώγει την ψυχή και τη ζωή του ανθρώπου, σε συνδυασμό με τη «σπαραχτική εμμονή της αυτομομφής», είναι πιθανό να τον οδηγήσουν στην ψύχωση, στην κατάθλιψη και άλλα τέτοια σκοτεινά μονοπάτια που συνεπάγονται μια τεράστια και βασανιστική Οδύσσεια τόσο για τον ίδιο που νοσεί, όσο και για τους οικείους του. Ο Κορτώ, έχοντας περπατήσει σε τέτοιους είδους μονοπάτια και έχοντας πολύτιμη γνώση, πετυχαίνει να μετατρέψει με σοφία το ατομικό του βίωμα σε καθολικό. Η ιστορία του, με το εύρος, και τη διαχρονική της υφή, μας αγγίζει και μας αφορά όλους!

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ./ http://frear.gr/?p=17695 ]

Για τήν «Κρυφή πόρτα» του Αλέξη Πανσέληνου – γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη







Αλέξης Πανσέληνος, Η κρυφή πόρτα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2016

Η λογοτεχνία δεν μπορεί να μένει ανεπηρέστη από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δεν μπορεί να «κλείνει τα μάτια και τα αυτιά της» σε όσα συμβαίνουν γύρω της, θα ήταν κάτι απαράδεκτο και άδικο συνάμα. Όπως κάθε καλλιτέχνης, έτσι και ο λογοτέχνης τροφοδοτείται συχνά από την πολιτικο-κοινωνικο-οικονομική κατάσταση που βλέπει και βιώνει. Μοιραία, αυτή αντανακλάται μέσα στο έργο του και είναι η σχέση δημιουργού και κοινωνίας-που-τον-γέννησε μια σχέση αμφίδρομη. Ο Αλέξης Πανσέληνος γράφει μια ιστορία που διαδραματίζεται με φόντο την σύγχρονη κρίση. Τόπος, η Αθήνα. Χρόνος, οι αρχές του 2015. Κρυφή πόρτα ο τίτλος του βιβλίου. Ήρωας ένας πεζογράφος που εργάζεται αναγκαστικά ως μεταφραστής για να μπορέσει να ζήσει. Έχει μια ζωή συνηθισμένη, έχει υπάρξει σε έναν γάμο που διαλύθηκε. Ζει μονάχος και φτωχός, επιθυμεί να βγάλει ένα δεύτερο βιβλίο που θα το προσέξουν οι κριτικοί. Μετακομίζει στο παλιό σπίτι της μητέρας του, που έχει πεθάνει, στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Ασκληπιού. Το σπίτι αυτό αποτελείται από δύο μικρά διαμερίσματα ενωμένα μεταξύ τους με μία πόρτα. Επειδή χρειάζεται οπωσδήποτε χρήματα, αποφασίζει να νοικιάσει το ένα διαμέρισμα, αλλά δεν διαθέτει χρήματα για να κλείσει την κρυφή πόρτα. Περνούν διάφοροι ενοικιαστές που το απορρίπτουν, τελικά το νοικιάζει μια νεαρή κοπέλα. Δυο άνθρωποι διαφορετικού φύλου, ηλικίας και ψυχισμού. Θα συναντηθούν οι ψυχές και τα σώματα; Θα υπάρχει ένα παρελθόν που τους χωρίζει και ενα μέλλον που τους ενώνει ή το αντίστροφο. Πάντως η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια πολλές φορές, και επίσης, συχνά έρχονται και σου χτυπούν την πόρτα κάποια παλιά χρωστούμενα που σου δείχνουν τον δρόμο.
Η πλοκή είναι απλή, το σκηνικό αναγνωρίσιμο, η αφήγηση απλώνεται νωχελικά και καταλαμβάνει το αναγνωστικό «είναι», ο ήρωας Ευγένιος περιγράφεται αναλυτικά, δίνεται ανάγλυφα, παίρνει σάρκα και οστά, ο συγγραφέας μάς βάζει απόλυτα μέσα στην ψυχοσύνθεσή του, στα νεανικά του χρόνια στις καταβολές του. Υπάρχει δίπλα σου, πλάι σου, είναι ζωντανός, ένας αληθινός άνθρωπος, όπως και η νεαρή Μαρία, μια καυτή πιτσιρίκα, μια «μυρωδάτη κούκλα» που τραβά τον δικό της σταυρό, αλλά το παλεύει να υπάρξει, να επιβιώσει μέσα σε έναν χαοτικό και απορριπτικό κόσμο! Εκείνη εκδίδεται και τον έχει επιλέξει για να του ζητήσει προστασία! Εκείνος τη σώζει από έναν τρελό εραστή, την ερωτεύεται και τη διεκδικεί. Μα υπάρχουν σημάδια, διφορούμενες λέξεις, προγνωστικά και όνειρα, μια σκιά πάνω από τα κεφάλια τους πλανάται και τους απειλεί. Δεν είναι εύκολο να κλείσεις πίσω σου καμία πόρτα τελικά. Μπορεί να ψάχνεις τρόπο και αυτή να σε παιδεύει! H τρελή Σωτηρία, παλιά του και αταίριαστη σχέση παράνομη, επανέρχεται διαρκώς στη σκέψη και τα όνειρά του και φέρνει τα πάνω κάτω. Άραγε τι σχέση έχει η μυστηριώδης Μαρία με τη Σωτηρία;
Υπάρχουν παντού, σε όλους τους ανθρώπους, καλά κρυμμένα μυστικά που αν αποκαλυφθούν μπορεί να προκαλέσουν βλάβες. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα διαχειριστεί όλα, υπάρχουν όρια, ο Ευγένιος στο τέλος μένει ενεός, και απροστάτευτος. Όταν συνειδητοποιεί και αναζητά απαντήσεις, καταρρέει, γιατί η κατάσταση τον ξεπερνά. Υπάρχουν πράγματα που ο άνθρωπος αδυνατεί να ελέγξει και αυτό πρώτα μας το δίδαξε η αρχαία ελληνική τραγωδία.
Ένα βιβλίο με πολλές παραμέτρους για το άστυ που υποφέρει, που «καίγεται» από την Κρίση, για τους πολίτες που φυτοζωούν, για τη φθορά, τους έρωτες που ξοφλάνε, για τις «αμαρτίες» που πληρώνονται, για τη Μοίρα, για τις κρυφές ζωές, για το λογοτεχνικό σινάφι και τις συνήθειές του, για τον πλουραλισμό της ζωής.
Ο ρυθμός του έργου είναι αργός και αναρωτιέσαι πού το πάει και λες τι εξέλιξη μπορεί να έχει! Δεν έχει φιοριτούρες και ψευτοτερτίπια, προς τιμή του! Δεν το αφήνεις με τίποτα, γιατί αν είσαι υποψιασμένος αναγνώστης, μυρίζεσαι την καλή δουλειά και αναγνωρίζεις τις λειτουργικές και αποτελεσματικές ζυμώσεις. Η ανατροπή του τέλους σε αποζημιώνει δεόντως.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ]