Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

notationes ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ- ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2015 /// ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ /// Iστορίες με τον πατέρα




                         






- Ο πατέρας μου έπαιζε τρομπέτα. Χάλκινος, λαμπερός, ακούγεται ακόμα τόσα χρόνια μετά. Με βάζει να κάνω ασκήσεις. Να μη χάνω το βήμα μου. Να το χάνω.
- Ο πατέρας μου ήταν ο πλοίαρχος Νέμο. Είχε μια επίγεια ζωή μυστική για τους αναγνώστες του Ιουλίου Βερν, όπου χωρούσα κι εγώ. Με έπαιρνε ωστόσο κάποια βράδια στο λιμάνι να δούμε τα φώτα του Ναυτίλου στο σκοτάδι, πράσινα, θαμπά σε μεγάλο βάθος. Μια φωσφορίζουσα μελωδία αναδυόταν από τα νερά, ένα ρυθμικό βουητό μετά, οι μηχανές που το άκουγα όλη νύχτα ενώ εκείνος έγραφε το ημερολόγιό του στο διπλανό δωμάτιο.
- Ο πατέρας μου ήταν δεινός σκακιστής. Ακόμα και τώρα συναντώ στο δρόμο φίλους του, που παραδέχονται ότι είχαν παίξει μαζί του και τους είχε νικήσει. Αφιέρωνε και σε μένα χρόνο, χωρίς να μου δίνει όμως τη χαρά να κερδίσω ή να χάσω. Επέμενε να με βάλει να σκεφτώ κάτι που εγώ πεισματικά καθυστερούσα μπροστά στη γοητεία της απλωμένης σκακιέρας και των γυαλιστερών πιονιών. Εκεί επιτελούνταν η μοναδική μας αναμέτρηση, όχι στην παρτίδα καθ’ εαυτή

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

notationes /// ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2014 /// ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ /// Η θανάσιμη λευκότητα της ροδακινιάς του Vincent van Gogh






                                




                                 



                                          



                                      



 

 O Vincent van Gogh ζωγράφισε δεκατέσσερις πίνακες με ανθισμένα περιβόλια που σφύζουν από ζωή, όταν εγκαταστάθηκε στην Αρλ επιστρέφοντας από το Παρίσι. Αυτό το έκανε με πάθος, να τα προλάβει, όσο διαρκεί η εποχή της ανθοφορίας. [Τόσο φευγαλέα…] 
Έγραφε στον αδελφό του για την σημασία του δέντρου στη ζωή του ανθρώπου, το θαύμα που ανθίζει «ακόμα και στη μαύρη ξαγκαθιά», τον κράταιγο, την ξεραμένη μηλιά [που ωστόσο κάποτε ανθίζει], για τη νέα νεότητα που αποδίδει άνθη μιας σπάνιας ομορφιάς, «τα πιο ευαίσθητα και παρθενικά που υπάρχουν κάτω από τον ήλιο». Αυτό είναι το προϊόν μια σκληρής, δύσκολης ζωής ενός ανθρώπου έγραφε. 


Τον φαντάζομαι στην αιωνιότητα, να παρατηρεί τους πίνακές του να αποχρωματίζονται, μια και τα χρώματα που είχε χρησιμοποιήσει στους πίνακές του δεν άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου. Αλλοιώσεις, αλλαγές των αποχρώσεων. Μια ζωντανή μεταβολή των πινάκων, που αμφισβητούν τον δημιουργό τους και επιλέγουν να δίνουν άλλα ερεθίσματα κατά το δοκούν. Η βιολετιά πόρτα να γίνεται γαλάζια στο υπνοδωμάτιο. Το άλικο σκέπασμα του κρεβατιού φτηνό κόκκινο… Εκείνος, εκεί, ατάραχος, εύχεται να επιστρέψουν στην αρχική ιδεατή μορφή του σχεδίου, όπου τα χρώματα είναι λέξεις, είναι σύμβολα. Αυτή η επίγνωση είναι το δώρο του θανάτου. Η αιωνιότητα του σχήματος και του συμβόλου απέναντι στη φευγαλέα ομορφιά του χρώματος. 


Συνομιλεί με την λευκή ροδακινιά του… 
Oι νεκροί ζωγράφοι μπορούν και βλέπουν


 Τι είναι ο θάνατος; Ένας αποχρωματισμός 
 Με μετασχηματίζει 
 μέχρι να φτάσω
 Στις απαρχές των χρωμάτων
 Στο μηδέν 
 Το Πριν 


Στο σχέδιο που είχα, στην ελπίδα για μια    αναγέννηση 
Το άνθος
Ο βλαστός 
Η έκρηξη της ανθοφορίας
Ακολουθεί ένα περίγραμμα 
Που δεν διακρίνεται
Η γέννηση του σχήματος 
Πριν το σχήμα
Ο βλαστός με όλες τις δυνατότητες
Που κρύβει
Σε προτάσεις, σε αραδιασμένα σύμβολα 
Πρό – γραμμα 
να πρόγραμμα 
Κρυμμένο στην κυτταρική καρδιά του δέντρου 


Το βλέπω να λευκαίνεται 


Το χιόνι στο πρόσωπό σου 


Ανθός του θανάτου 
Δεν μαραίνεται 

Τα αίμα φεύγει από τα πέταλα
Σαν το χρώμα από τα μάγουλα μιας κόρης 
Η παρθενικότητα του άνθους 
Το έχω γράψει, αν θυμάμαι καλά
Στην επιστολή στον Τεό 
Μόλις την είχα ζωγραφίσει
Ρόδινη 


να κορίτσι τώρα 
σπρο σαν το χιόνι
 Ρόδινο σαν το αίμα 
 Το παραμύθι

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

notationes///AYΓΟΥΣΤΟΣ 2013///ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ///ENA ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΈΝΑ ΠΕΖΟ









Ι am nobody



Ούτις, Κανένας, έτσι με φωνάζουν οι δικοί μου
και η γυναίκα μου, κι ο πατέρας μου κι η μάνα μου
ένας Κανένας, ένας άνθρωπος απλός θέλω να είμαι
Ξεχάστε το ψέμα που είπα στον Κύκλωπα για να σώσω το τομάρι μου
Από τότε έχω μετανιώσει
περιπλανιέμαι χρόνια τώρα με μια σχεδία
Οι άνθρωποι με περιτριγυρίζουν όλο περιέργεια
κι εγώ ψάχνω γι’ αυτόν που θα αγαπήσει την ιστορία μου
Θα δει βαθειά μεσ’ τα θολά μου μάτια
θα καταλάβει
Θα συγχωρέσει το ξύλινο άλογο και όλες τις απάτες
Και θα με βοηθήσει να επιστρέψω στον εαυτό μου
να πάψω να παιδεύομαι με τις κρυφές σημασίες των συμβόλων
Τον Αχιλλέα που ξεμπρόστιασα στη Σκύρο
Τον Άλλο που εγκατέλειψα σε φριχτούς πόνους
Και άλλα που δεν θέλετε να ξέρετε
Όπως εκείνον που οδήγησα στην τρέλα

Κάθομαι λοιπόν στο γραφείο μου
Πίνω τσάι με τζίντζερ στις πέντε το απόγευμα
Κοιτώ με αγάπη το μελανοδοχείο μου
την πένα μου με το φτερό
Και σκέφτομαι το μελάνι που χύθηκε
Και όλα τα ποιήματα που γράφτηκαν
για την Ελένη
Για το ταξίδι μου
Ευτυχισμένος όποιος…
Και σαν να συμφιλιώνομαι τότε με τους Λαιστρυγόνες που κουβαλώ μεσ’ την ψυχή μου,
σαν όλους μας
Μαθαίνω να μην κρύβω τα δάκρυά μου
Όπως τότε στο τραπέζι του βασιλιά
Αυτό το τελευταίο ήταν το πιο δύσκολο

Κανένας είναι ένα αξιοπρεπές όνομα…






Μάιος 2013






Νέος άνδρας με σκούπα 




Σου στέλνω να δεις το μοντέλο μου, γράφει ο Βίνσεντ στον αδελφό του
Και του εσωκλείει το σχέδιο – τον σκουπιστή από το Bezuidenhut στα νότια της Χάγης. 

[Αυτός τη δουλειά του
Να σκουπίσει την άκρη
Τα φύλλα από τις λεύκες
που πέφτουν παραμονεύοντας να τους γυρίσει την πλάτη]


Σκουπίζει συνήθως τα ξερόχορτα από την άκρη του δρόμου σπρώχνοντας το καροτσάκι και συναντιόμασταν νωρίς το πρωί στην άκρη του ρέματος εκεί που ο δρόμος κατηφορίζει προς τη λεωφόρο Πεντέλης. Τα τελευταία χρόνια μια γυναίκα έχει αναλάβει αυτή τη δουλειά φορώντας το γιλέκο του Δημοτικού υπαλλήλου… Ανάλογα με την ώρα, αν έχω δηλαδή καθυστερήσει, συναντιόμαστε πια στη λεωφόρο Πεντέλης ή κάποτε αρκετά ψηλά στο ύψος των Βριλησσίων.

Τώρα τελευταία δεν την βλέπω…Προσπαθώ να θυμηθώ πότε την είδα για τελευταία φορά.


[αργά
δεν βιάζεται
κωπηλατεί την οδό Ανατολικών Ινδιών
σαν να έβαλε πλώρη για τις αποικίες
κακάο, ζεστή σοκολάτα, Van Droste]


Θυμάμαι και τους απόμακρους Βορειοαφρικανούς στους σταθμούς του Μετρό στο Παρίσι, σχεδόν πριν τριάντα χρόνια, να σκουπίζουν σκυφτοί στη γωνιά, βυθισμένοι στις σκέψεις τους, αδιάφοροι για τον περίγυρο, φορώντας μια γκρίζα στολή υπηρεσίας. Μου προξενούσαν αίσθημα ασφάλειας το βράδυ, ότι ο σταθμός δεν είναι τελείως έρημος…

[θα πάει μετά τη δουλειά

τώρα σαρώνει αργά, υπομονετικά
σαν να μην ήταν νέος
σαν να μην βιάζεται
σπρώχνοντας το χρόνο ένα πήχυ πιο πέρα
κάθε φορά

σχεδόν ακίνητος
αιωρείται σαν ναυτικός στο πλοίο του
Ιπτάμενος Ολλανδός]

Και πάλι το Bezuidenhut, μια γειτονιά κοντά στο Σταθμό των τραίνων της Χάγης δεν σημαίνει τόπο καταγωγής. Έχει πολλούς δρόμους εκεί, κάπου εκεί θα τον είδε να σκουπίζει, και μετά μπορεί να τον έχασε και όσο και να περιπλανήθηκε στάθηκε αδύνατον να τον ξαναβρεί. Δεν ήξερε καν το όνομά του, είχε ξεχάσει να ρωτήσει και έπειτα ο καθαριστής άλλαζε πόστο καθώς σκούπιζε τους δρόμους με λαμπρά ονόματα από την ιστορία της Ολλανδίας περνώντας από την Juliana van Stolberglanaan προς τιμήν της Juliana van Stolbergl της πνευματικής ηγέτιδος του Προτεσταντισμού στα μέσα του 16ου αιώνα, σε δρόμους με ονόματα βασιλέων της Ολλανδίας όπως η Θηρεσία ή ο πρίγκιπας Κλάους ή ακόμα ο δρόμους των νέων Ανατολικών Ινδιών που θυμίζουν το ένδοξο παρελθόν των αποικιών.

[Με τα μάτια εκείνου καρφωμένα πάνω του
Γιατί δεν του μιλά;

Θα σηκώσει τώρα τη σκούπα και θα διώξει τα πουλιά

Κοπάδια τα αόρατα κοράκια
έχει μαυρίσει το μάτι του
Θα ανεμίσει τη σκούπα σαν κοντάρι να τα διώξει
Έχουν γεμίσει το κρανίο του με τις φωνές τους

Θα σηκώσει και τα δυο του χέρια σε μια δυνατή κραυγή

Μη ζυγώνετε, τι θέλετε από μένα
Να πάτε αλλού να κουρνιάσετε
Δεν αντέχω τις φωνές]




Οκτώβριος 2010