Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΙΔΙΚΕΣ /ΕΦΗΒΙΚΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΙΔΙΚΕΣ /ΕΦΗΒΙΚΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

notationes /// ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2018 /// ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εικονογράφηση :Kυριάκος Γουνελάς



Ανθολόγηση-Επιμέλεια :Aσημίνα Ξηρογιάννη


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Γη και θάλασσα


Η γη είναι καλή με τους χειμώνες της, τα δάση,
τις μεγάλες πολιτείες, τα χωράφια, τα εργοστάσια...
Η θάλασσα είναι καλή με τα υπερωκεάνια,
τα κοπάδια τα χέλια που ψάχνουν τις πόρτες των ποταμιών,
με τις βαρκούλες στα μικρά λιμάνια, τις φουρτούνες,
τα πουλιά που χτενίζουν τα άγρια μαλλιά της...
Δες τα παιδιά καθώς τις ζωγραφίζουν
μ΄ ένα χοντρό καταγάλαζο κραγιόνι.
Η γη και η θάλασσα μητέρα
ενώνουν τους ανθρώπους.


Απόσπασμα από το ποίημα του Τίτου Πατρίκιου «Γη και θάλασσα», στο βιβλίο «Ποιήματα Ι,1943-1953,εκδ.Κέδρος


***


NIKHΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ


Το σχολικό μου…

Το σχολικό μου βιβλίο
Το ξεχνούσα εδώ
ριγμένο στην άμμο σου
και διάβαζα εσένα.
Μου μάθαινες το
μεγαλείο του χρώματος ,
του φωτός και του ήχου,
μου μόρφωνες ,θάλασσα,
την ψυχή.
           Όταν
θα πήγαινα στον κόσμο
κατόπιν να διδάξω και γω.


Συνάντηση με τη θάλασσα, εκδ. Τρία Φύλλα, Αθήνα 1991

***

Το έργο των ποιητών

Οι ποιητές κατοικούν έξω άπ' τον φόβο.
Και όπως ο ήλιος φωτίζει απευθείας ,κι εκείνοι μιλούν
απευθείας. Παλάμη δεν δύναται να τους κλείσει το στόμα,
να δεσμεύσει το θείο τους πάθος. Γνωρίζοντας
από τι πάστα γίνονταν οι βασιλιάδες, ξέρουν
να διαχωρίζουν του θεού τους νόμους απ' τους νόμους τους.
Επαναλαμβάνουνε, όπως το σύνθημα οι φύλακες,
την αλήθεια που απαγορεύεται.
                                        Ο ποιητής
είναι το πνεύμα της γης που σηκώνεται όταν
γίνεται σκότος ,και λάμπει όπως ένα
κομμάτι αστραπής σε μεγάλο
ύψος τη νύχτα.


Σχολική Ποιητική Ανθολογία Θεόδωρου Α. Γιαννόπουλου, Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία,

***'


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ

Παιδικό


Θα λιγοστεύει η σελήνη
ψηλά, δισκίο που αναβράζει.
Θα με τραβούν ,καθώς χαράζει,
απ' της κουβέρτας μου τη δίνη...


Κάποιος θα σπεύδει να με πλύνει,
τα πράγματά μου θα ετοιμάζει-
και της μητέρας μου θα μοιάζει
που πάλι με ξυπνά ,με ντύνει


κι έχω εξετάσεις στο σχολείο...
Στην αίθουσα θ΄ αγωνιούμε,
θα μας πούν :κλείστε το βιβλίο»,


δεν θα' χω (μια ζωή!) διαβάσει.
Μονάχα στα κλεφτά, πριν μπούμε
έριξα μια ματιά στην πλάση.


περ. Ποίηση, τεύχος 6.(1995).Ο τίτλος από την εκδ.Ελλειπτική, εκδ.Υψιλον, Αθήνα 1998

***


ΝΑΖΙΜ ΧΙΧΜΕΤ

Aς δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά

Ας δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά
Ας τον δώσουμε να παίξουν σαν ένα πολύχρωμο μπαλόνι
να παίξουν τραγουδώντας ανάμεσα στ' αστέρια
ας δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά
σαν ένα τεράστιο μήλο, σαν ψίχα ολόζεστου ψωμιού
να χορτάσουν μια μέρα τουλάχιστον
ας δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά
να μάθει έστω και για μια μέρα ο κόσμος τη φιλία
τα παιδιά θα πάρουν άπ΄ τα χέρια μας τον κόσμο,
θα φυτέψουν αθάνατα δέντρα.


Ανθολόγιο Γ' και Δ' Δημοτικού

***

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Η πέτρα


Νύχτα πείνα κατοχή
και στη θράκα για ψωμί
ψέναμε μια πέτρα.


Έσκασε στα τέσσερα
μαύρισε και ράισε
μα δεν έγινε ψωμί


Και την έκανα κομμάτια
την εμοίρασα στα πιάτα
μα κανείς δεν άγγιζε.


Τότε γονατίζοντας
ζήτησε συγχώρεση
ούρλιαξε η μάνα.


Ποίηση, Εκδ.Ικαρος ,Αθήνα 2002

***
ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ

Το παράθυρο


Πίσω από το παράθυρο το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Tώρα ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.


Ημερολόγιο, Αθήνα 1963

***


ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ

Απριλομάης


Πέσε βροχούλα σιγαλά
με το νερό μαλάκωσε το χώμα

τα ράμφη των χελιδονιών να πάρουν
λάσπη για τη φωλιά τους.


περ. Πλανόδιον, τεύχος 24,(1996)

***

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η μπάντα


Μια μπάντα πήγαινε σε επαρχιακό παραλιακό δρόμο.
'Επαιζε εμβατήρια. 'Ενα παιδάκι δεκατέσσερω χρονώ
με φαρδύ καπέλο και παλιά ρούχα της μουσικής
που έπαιζε τρομπόνι, δεν είδε τη στροφή του δρόμου.

'Ετσι η μπάντα έστριψε, και το παιδάκι βάδισε μόνο του ευθεία.
Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο.


Ποιήματα,(1968-1987)Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1992

***

***

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Τι μ' αρέσει


Κι αν μου κτίστε και παλάτια
και μου πείτε: κάτσε δω,
δεν γυρνώ τα δυο μου μάτια
μια στιγμούλα να τα δω.


Κι αν μου στήστε κι εναν θρόνο
με χρυσάφι καπνιστό,
μηδ΄ αυτόν ,σας βεβαιώνω,
δεν θενά τον λιμπιστώ.


Καθενού πουλιού τ΄ αρέσει
μόνο η ίδια του η φωλιά.
μένα μοναχά μια θέση:
Tης μαμάς μου η αγκαλιά.


Περιοδικό «Η Διάπλασις των παίδων»(27-1-1896)

*
Θύελλα

Μαύρα τα βουνά
καταχνιά τα θάφτει.
Θύελλα περνά,
και βροντά και αστράφτει.

'Ανεμος φυσά,
η καλύβα τρίζει,
ο γιαλός λυσσά,
κυματεί κι αφρίζει.

Γλάρος που πετά
για φαγί γυρεύει.
Βάρκα στ' ανοιχτά,
ναύτης κινδυνεύει.

Αχ!παρακαλώ,
κάμε,Πλάστη,χάρη!
Σώσε τον καλό,
το φτωχό βαρκάρη!

Από Τα 'Απαντα του Γ.Β.


***


ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

'Ανθρωποι της πόλης


Θα τους δείτε το πρωί της Κυριακής
-πηγαίνοντας για την εκκλησία-
να πλένουν οικογενειακώς το αυτοκίνητο.
Είναι οι άνθρωποι της πόλης που ετοιμάζονται.
Θα βγούνε στην εξοχή.
Θα πάνε να φέρουνε
στο διαμέρισμα λουλούδια.


Ο ευτυχισμένος καιρός επέρασε, Αθήνα 1979


***


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Γαλήνη


Δεν ακούγεται ούτ΄ ένα κύμα
εις την έρμη ακρογιαλιά
λες κι η θάλασσα κοιμάται
μες στης γης την αγκαλιά.


Ποιήματα και Πεζά, επιμ. Στυλιανός Αλεξίου Εκδ. Στιγμή. Αθήνα 1994


***


ΘΕΤΗ ΧΟΡΤΙΑΤΗ

Ο υπολογιστής μου


Στον κομπιούτερ τίκι -τίκι
γυροφέρνει το ποντίκι
πάει με το δικό μου χέρι
ψάχνω να 'βρω πόσα ξέρει


αν τα θέλω, μου μαθαίνει
από μένα περιμένει
ακύσιμά του το μυαλό μου
το γεμίζω για καλό μου


είναι άξιος βοηθός μου
φίλη μηχανή του κόσμου
τάχα, θα μπορούσε η γνώση
και καρδούλα να του δώσει;


Από το Ανθολόγια Α' και Β' Δημοτικού

***

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ


Το τραγούδι του κλόουν


Δεν έχεις πού να κοιμηθείς
δανείσου το παπούτσι μου
δεν έχεις πού να ζεσταθείς
δανείσου την καρδιά μου
δεν έχεις πού να πιεις νερό
ξεδίψασε το δάκρυ μου
δεν έχεις πού να ονειρευτείς
δανείσου τα όνειρά μου.


Κρύβω βαθιά στις τσέπες μου
δυο ψίχουλα ψωμί,
κρύβω τον ήλιο, τα πουλιά
κι ένα άσπρο γιασεμί
κι όλα θα γίνουν αύριο
καρβέλια, χρώματα
για να χορτάσουν των παιδιών
μάτια και στόματα.




'Οταν κάνουμε πόλεμο



'Οταν κάνουμε πόλεμο
η γη έχει πονόλαιμο
πονάει η καρδιά της
και κλαίνε τα παιδιά της
κι όλο κάνουνε πόλεμο
κι άντε με τον πονόλαιμο
τον άρρωστο λαιμό της
από τον πόλεμό της.
Ενάντια στον πονόλαιμο
στον πόνο και στον πόλεμο
υπάρχει μια ασπιρίνη
άνθρωποι, πέστε Ειρήνη.


Τα ποιήματα του Κλόουν, Καστανιώτης, Αθήνα ,1983


***


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ


Η θύελλα


Θύελλα είμαι
Σαρώνω τα πάντα
Γυρίζω τον κόσμο
Σφυρίζω σφυρίζω


Σαν θύελλα που ΄μαι
Σηκώνω αέρα
Θολούρα απλώνω
Γυρίζω σαν σφαίρα



Μαζί μ΄ άλλη θύελλα
Μαζεύουμε σκόνη
Ορμάμε στη θάλασσα
Και κείνη φουσκώνει


*



Μικρά παιδιά

Παίζουνε μαζί στους δρόμους
κάνουνε τους τροχονόμους
και γεμίζουνε χαρά
ολάκερη τη γειτονιά.


Τρέχουν από δω, τρέχουν από κει,
στέκονται τώρα προσοχή,
άλλα σπεύδουν να κρυφτούν,
κάποια άλλα κυνηγούν.

Πω πω κοίτα πανηγύρι!
Σπάσαν ένα παραθύρι!
Βγήκαν έξω οι γειτόνοι
μ' ένα βλέμμα που ...δαγκώνει .


Φεύγουν τα παιδιά γελώντας
-μερικά χοροπηδώντας.
Και δεν είναι καν θλιμμένα
για τα τζάμια τα σπασμένα.

(Ανέκδοτα)


***

XAΡΗΣ ΣΑΚΕΛΑΡΙΟΥ

Τα παιδιά στην πόλη



Τι ζωή παιδιά ειν ' αυτή
μες στις πολιτείες
τις ψηλές τις άχαρες
πολυκατοικίες;


Σαν σαρδέλες στο κουτί
όλοι στριμωγμένοι
ζούμε, μπαινοβγαίνουμε
άγνωστοι και ξένοι.


Μήτε κήπο μήτε αυλή
μήτε πρασινάδα
όνειρο άπιαστο η απλωσιά
κι η χρυσή λιακάδα.


Τι ζωή φρικτή ειν' αυτή
στη μεγάλη πόλη
μες στη σκόνη ,στον καπνό
και δουλειά και σκόλη!


Από το βιβλίο του Οργανισμού, Β' δημοτικού

*

Η μυγδαλιά


Μες στα κρύα, μες στα χιόνια
με την πρώτη ηλιοφεγγιά
πρώτη ανθίζει μες στον κήπο
η μικρούλα η μυγδαλιά.


Ο βοριάς δεν την τρομάζει
δε φοβάται το χιονιά,
-Γρήγορα μας λέει ,τελειώνει,
φεύγει η βαρυχειμωνιά.


Μ' άσπρα λουλουδένια πέπλα
έχει ομορφοστολιστεί
κι όλη μέρα καμαρώνει
σα νυφούλα γελαστή.


Φτάνει με τα χελιδόνια
με της αύρας τα φτερά
η 'Ανοιξη μυριανθισμένη
με τραγούδια και χαρά.


περ. Χελιδόνια, τεύχος 5.(1980)

***
ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Στο Μουσείο


Το ακέφαλο άγαλμα ,στημένο
στη μέση της αίθουσας κοιτάζω.
Απ' τα πόδια ως το λαιμό, σπουδάζω
τις λεπτομέρειες :το λυγισμένο


κάπως γόνατο, το τεντωμένο
χέρι, τους μυς του στήθους. Αλλάζω
θέση και απόσταση. Θαυμάζω
στο σύνολο το σώμα. Και προσμένω


από τη μια στιγμή ως την άλλη
(της φαντασίας η δύναμη μεγάλη
όταν σε τούτο η τέχνη βοηθεί),


ασύγκριτα προσθέτοντας κάλλη,
στη θέση ,απ' όπου λείπει, να φανεί
υπέροχο, απολλώνειο, το κεφάλι.


Τα ποιήματα.1951-1985,εκδ.Στιγμή,Αθήνα 1986


***


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Πρωινό άστρο


Σ' ένα μαξιλάρι- φεγγαράκι
το παιδί μου αποκοιμήθηκε.
Ολη η πλάση στις μύτες των ποδιών
κοιτάζει άπ' το παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.


Ολα τ' αστέρια
μια μυγδαλιά ανθισμένη αστέρια
μπρος το παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.


Ο θεός των σπουργιτιών και των παιδιών
πίσω από μια κουρτίνα λουλουδένια
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.


Σιγά, μανούλα,
σιγά.
Θα το ξυπνήσεις.


Τι θόρυβο που κάνει
η πορτούλα της καρδιάς σου
καθώς ανοιγοκλείνει
στον κήπο της χαράς.



Από τα Ποιήματα 1930-1960(2ος τόμος)Αθήνα ,1974


***


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Ο γλάρος


Στο κύμα πάει να κοιμηθεί
δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
γλάρος είναι και πηγαίνει


Από πόλεμο δεν ξέρει
ούτε τι θα πει μαχαίρι
Ο Θεός του ' δωκε φύκια
και χρωματιστά χαλίκια


Αχ αλί κι αλίμονό μας
μες στον κόσμο το δικό μας
Δε μυρίζουνε τα φύκια
δε γυαλίζουν τα χαλίκια


Χίλιοι δυο παραφυλάνε
σε κοιτάν και δε μιλάνε
Είσαι σήμερα μονάρχης
κι ωσάμ αύριο δεν υπάρχεις


Από «Τα Ρω του 'Ερωτα», Υψιλον Αθήνα 1986


***


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Σπίτι με κήπον


Ήθελα να΄ χω ένα σπίτι εξοχικό
μ΄ έναν μεγαλο κήπο-όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δέντρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά, είν΄ ευμορφότατα)
αλλά για να΄ χω ζώα. Α να΄ χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες-οι δύο κατάμαυρες,
και δύο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεση.
'Εναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγροικώ
να λέγει πράγματα μ΄ έμφαση και πεποίθησην.
Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ΄ έφθαναν.
Θα ΄θελα και δύο άλογα(καλά είναι τ΄ αλογάκια).
Κι εξάπαντος τρία, τέσσερα απ΄ τ' αξιόλογα
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γα ι δούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ ΄οι κεφαλές των.


'Απαντα Ποιητικά, εκδ. Υψιλον


***


ΣΟΦΙΑ ΠΑΡΑΣΧΟΥ

θαλασσινό σχολείο


Πώς θα ΄θελα η θάλασσα
να ήταν το σχολειό μου
και του σχολειού μου η φορεσιά
να' τανε ...το μαγιό μου.


Να' χα τα βότσαλα χαρτί,
τα φύκια συνδετήρι,
κοχύλια τα μολύβια μου
κι ο αστερίας σβηστήρι.


Στην άμμο η ορθογραφία μου
να ήτανε γραμμένη 
να΄ ρχεται κύμα γρήγορα
τα λάθη μου να παίρνει.


Και να' χα για δασκάλες μου
τις βάρκες π' αρμενίζουν
να μ ' έπαιρναν κάθε πρωί
στη Γη να με γυρίζουν.


Θαλασσινό σχολείο, Εκδ. Περί

***





ΤΖΙΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ


Ο μαύρος ήλιος


Η κόρη μου ζωγράφισε
ολόμαυρο έναν ήλιο.
Είχε βάλει γύρω γύρω
πού και πού καμιάν ακτίνα
με μπογιά πορτοκαλί.



'Εκοψα λοιπόν το φύλλο
το ΄δειξα σ΄ εναν γιατρό
που αμέσως πήρε ύφος
λυπημένο σοβαρό
και μου είπε ορθά κοφτά
«θα' χει ψυχολογικά»
.

«Μέσα στο μυαλό της κρύβει κάτι
κι είναι λυπημένη
και τα βλέπει όλα μαύρα η καημένη,
μα αν το πρόβλημά της είναι οφθαλμολογικό,
πήγαινε τον ειδικό
να της βάλει γιατρικό».



Ακούγοντας αυτά για το παιδί μου
από το φόβο παραλίγο να κοπεί η αναπνοή μου.
Μα κοιτώντας πάλι, βρήκα σε μια γωνιά του φύλλου
μια φρασούλα που έλεγε :«είναι η έκλειψη του ήλιου».


Από το δίσκο «Η ηχώ και τα λάθη της», Σείριος, Τραγούδι: Σαββίνα Γιαννάτου


***


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Ο Διάκος


Μέρα του Απρίλη
πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.


Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.


Εκελαηδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.


Τ΄ άνθη ευωδούσαν .
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»


Από το βιβλίο «Απαντα τα ευρισκόμενα», τ. Α .Ερμής, Αθήνα 198

***

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΡΟΚΟΣ

Συμφωνία μ΄ ένα δέντρο

'Εχω φίλο μου πιστό
ένα δέντρο φουντωτό.
Συμφωνία του΄ χω κάνει
με χαρτί και με μελάνι.
Να του δίνω εγώ νερό.
Να μου δίνει αυτό χορό.
Να παινεύω τα πουλιά του.
Να του λέω σ΄ αγαπώ.
Να μου δίνει τον καρπό.
Ν ' αγκαλιάζω τον κορμό του.
Να με λέει κι αδερφό του.
Και να ζήσουμε μαζί
όσο ζω κι όσο θα ζει


Σταλαματιές, Α.Σ. Ε. Θεσσαλονίκη 1982

***

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

Παλιό σχολειό


Παλιό σχολειό, που χάθηκες
στη θύμηση και στον καιρό,
που τ' όνειρο είχες για χαρά
και συντροφιά το πέλαγο,


να υπάρχεις τάχα στο νησί
και μες στις τάξεις να γυρνά,
τις ώρες που είσαι μοναχό,
ενός κοριτσιού η αθώα ψυχή;


Tις ώρες που ΄σαι μοναχό,
να΄ ρχεται ακόμα, μυστική,
στ΄ άδεια θρανία, στη μοναξιά,
η νύχτα και να κατοικεί;


(Γιατί αγαπάς, γιατί πονείς
ένα παλιό σχολείο, που τώρα γκρέμισε;
Γιατί αγαπάς ,γιατί πονείς
τους σάπιους τοίχους,
που ο καιρός πια τους λησμόνησε;)


Παλιό σχολείο της λησμονιάς,
να υπάρχει ακόμα ζωντανή
στις άδειες τάξεις να γυρνά
μια Παναγιά Βυζαντινή;


Mια Παναγιά ,που χάθηκε
στη θύμηση και στον καιρό,
μια Παναγιά θαλασσινή,
που χάθηκε στο πέλαγο,


με τα χρόνια, με τα πουλιά
και τα κυνηγημένα σύννεφα
Με τα χρόνια, με τα πουλιά
και τα όνειρα που έκαναν πανιά...


Τα Ποιήματα Α', Εκδ. Νεφέλη ,Αθήνα 1988




***


ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ


Χειμερινό ηλιοστάσιο


Τα παιδάκια τρέχουν ακόμα
Κρύβουν με κίνδυνο τους αθώους
Αγαπούν τους τρελούς


Κοιμούνται πάντα μες σ΄ έναν καθρέφτη


Με τα μικρά τους χέρια
Ξεθάβουν μια αχτίδα


Θάβουν τον τρόμο και την πείνα.


Σύνοψη ,τομ .Α, εκδ .Εγνατία Θεσσαλονίκη 1980


***


ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

[Το δάσος...]


Το Δάσος, κοίτα, απόγυρε
στης Νύχτας την αγκάλη.
Μύρο αποπνέει μεθυστικό,
στενάζει με το αηδόνι.
Το φεγγαράκι πάνω του
περίεργο προβάλλει
και στον καθρέφτη του ρυακιού
τα μάγια του ξαπλώνει.


Απαντα, εκδ. Ωρόρα, Αθήνα 1992


***
ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ


[Οι άνεμοι...]


Οι άνεμοι έχουν κάτι μεγάλα,
υπόλευκα φτερά και σε καλούν,
σε παίρνουν πάντα προς τη θάλασσα,
να δεις τα γαλανά νερά της.
Να δεις τα κύματά της, να καταλάβεις πόσο είναι αμέτρητα.


Οι άνεμοι μπορούν να΄ χουν
φτερά βαθύχρωμα, πλατειά σαν
των αρπακτικών πουλιών, σε φέρνουν
πάνω σε βράχια και βουνά. Για να
κοιτάξεις τα πλούτη της γης
να τα θαυμάσεις.


Είναι οι άνεμοι πνεύματα διάφανα,
κοντά σου στέκονται
και σε ψηλώνουν προς το άγνωστο.


Τα χελιδόνια, Αθήνα 1920

***



Εικονογράφηση :Kυριάκος Γουνελάς


*To τεύχος είναι αφιερωμένο στις παιδικές ψυχές που χάθηκαν άδικα στις πυρκαγιές (καλοκαίρι 2018)

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ /// 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014 ///ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ





Επιμέλεια: Ασημίνα Ξηρογιάννη

                                                   [...]

                                       εκείνη  η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα

                                       και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα...[...]


                                             Ν.Καρούζος,Χορταριασμένα χάσματα



Επειδή ένας  μαθητής μου από την έκτη με περίμενε μια μέρα έξω από την πόρτα με το ποίημα του Βρεττάκου ''ΤΟ ΈΡΓΟ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ'' και την ώρα που μου το έδινε μου είπε:''Κυρία,οι ποιητές κατοικούν έξω από τον φόβο'',Ψγι'αυτόν τον λόγο, φέτος το varelaki γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα ποίησης  παρέα με Ποιητικές Ανθολογίες για παιδιά και εφήβους. Αναγκάζομαι να ανατρέξω σε αυτές κάθε φορά που ετοιμάζω στο σχολείο κάποιο  ποιητικό ή θεατροποιητικό δρώμενο. Και όλο ανακαλύπτω πράγματα.Πλούσιες όλες οι ανθολογίες, συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό ποιημάτων, των οποίων η παράθεση γίνεται συνήθως με βάση το θέμα τους. Διότι σχεδόν όλοι οι ανθολόγοι πιστεύουν πως μια παιδική σχολική ανθολογία μόνο θεματικού τύπου κατηγοριοποίηση απαιτεί και κανενός άλλου(δημιουργών, περιόδων κ.α). Στις  ανθολογίες συναντάμε και εκτενείς κατατοπιστικές εισαγωγές μέσα στις οποίες υπάρχουν σχόλια και κείμενα σχετικά με τους βασικούς στόχους του ανθολόγου, τα κριτήρια επιλογής των ποιημάτων, το εύρος του υλικού, τη διάταξη της ύλης .
Στο τέλος συνήθως βιβλιογραφικά σημειώματα, εκτενής ή σύντομη βιβλιογραφία, πηγές, ευρετήριο ποιημάτων και ποιητών, καθώς και ευρετήριο όρων, εννοιών και πραγμάτων.


                                                                               A.Ξηρογιάννη
 _________________________________________
                                                        

Ανθολογία παιδικής ποίησης


ανθολόγηση: Θέτη Χορτιάτη


εικονογράφηση: Τζώρτζης Παρμενίδης

Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2000
332 σελ.

 Αφού πέρασε το εκφραστικό μου άγγιγμα από τους ενήλικους, στάθηκα μαζί με τα παιδιά να ξανακοιτάξω απ΄ την αρχή τον κόσμο, προσπαθώντας να δω σαν μέσα απ' την παρθένα ματιά των παιδιών και να μιμηθώ τη δροσερή τους αφέλεια.
Έτσι άρχισα να παίζω το ρόλο του παιδιού και να κάνω παιχνίδι την τέχνη μου μ' έναν τρόπο που πιστεύω πως το παιδί αναγνώστης ή ακροατής θα ήθελε να ιδιοποιηθεί.
Κι όπως έκανα τις λέξεις μου παιχνίδι, προσκάλεσα τα παιδιά να παίξουμε και να πετάξουμε μ' άλλους ρυθμούς στη φαντασία, με σκοπό να μπουν σε κίνηση οι δημιουργικές δυνάμεις των παιδιών.

Θ. Χορτιάτη
Για περισσότερα μπορείτε να ανατρέξετε και ΕΔΩ 
και εδω


********






Ποιητική ανθολογία για παιδιά και εφήβους



Συλλογικό έργο
ανθολόγηση: Μαρία Μαρτζούκου, Σωτήρης Τριβιζάς
επιμέλεια σειράς: Νίκος Καλέντης

Καλέντης,

ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ


Αυτή η ποιητική ανθολογία απευθύνεται στα παιδιά και στους εφήβους. Ανθολογούνται ποιήματα γνωστών ποιητών, από τον Σολωμό ως τις μέρες μας, που είτε αναφέρονται στην παιδική ηλικία και σχετίζονται με τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς της, είτε απλώς είναι εύληπτα και επομένως κατάλληλα για να διαβαστούν από παιδιά. Η επιλογή ποιητών και ποιημάτων έγινε με μοναδικό κριτήριο την ανταπόκριση που ελπίζουμε ότι θα βρουν στη νεανική ευαισθησία. Ο στόχος της ανθολογίας παραμένει προφανής: να φέρει την ποίηση κοντά στους εφήβους και στα παιδιά, προετοιμάζοντας ενδεχομένως τους μελλοντικούς αναγνώστες.





**********





Σχολική ποιητική ανθολογία



ανθολόγηση: Σπύρου Κοκκίνη


Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1994
333 σελ.





********






Σύγχρονη σχολική ποιητική ανθολογία



Διονύσης Παπαδόπουλος

Φύλλα, 2008
290 σελ.


******




Ανδρέας Εμπειρίκος
 Ηχώ



Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη

Μέσα στο δάσος με τον βόμβο των εντόμων

Και τις βαριές σταγόνες απ’ τ’ αγιάζι

Που στάζει στα φυλλώματα των δέντρων.

Κι ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές

Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων

Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς

Κρατώντας μες στο στόμα τους τραγούδια

Που μάθαν όταν ήτανε παιδιά

Και παίζανε κρυφτούλι μες στο δάσος.



Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή Τα Κάστρα του ανέμου (1934).


 ****



               Χρίστος   Λάσκαρης


Άνθρωποι της πόλης
 
Θα τους δείτε το πρωί της Κυριακής
-πηγαίνοντας για την εκκλησία-
να πλένουν οικογενειακώς το αυτοκίνητο.
Είναι οι άνθρωποι της πόλης που ετοιμάζονται.
Θα βγούνε στην εξοχή.
Θα πάνε να φέρουνε
στο διαμέρισμα λουλούδια.



 ******




ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  

Για ένα παιδί που κοιμάται

Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του  ατμού,
Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.
Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναικείο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό. 




Δ. Χ. Χριστοδούλου, Το κυπαρίσσι
των εργατικών
, Καστανιώτης

********


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ





Ο Έφηβος των Αθηνών


Είμαι ο Διομήδης- ο έφηβος των Αθηνών
που έθαψα με της καρδιάς μου το αίμα
την τρανή κραυγή της λευτεριάς
τραγουδώντας την και αποχαιρετώντας.




******



Κώστας Βάρναλης



[Να σ΄ αγναντεύω θάλασσα]





Να σ' αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω,
απ' το βουνό ψηλά
στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ' τα μαλάματά  σου τα πολλά.

Να 'ναι χινοπωριάτικον απομεσημερ', όντας 
μετ' άξαφνη νεροποντή
χιμάει μες απ' τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ' ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ' ένα καράβι
ν' ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.





 *******


 Μαρία Πολυδούρη



Κοντά σου


Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είνε η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
Ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κ’ αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι’ ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι’ όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.




 ******



 Δ.Ν.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ



['ΟΛΑ ΤΑ ΦΥΛΛΑ]


'Ολα τα φύλλα ανέμισαν το Μάιο
Μια κρήνη μια λεπτοκαμωμένη λεύκα τραγουδάει
Στο κυανό ελληνικό παράθυρο
Άλλαξα τον ήχο των βημάτων μου
Με το ζεστό ανέβασμα του Ικάρου
Κι ένα βραχάκι ομορφιάς κατρακυλάει
'Απ τα μαλλιά μου ως το γέλιο μου ως τη φτέρνα.



 ********








Σχολική ποιητική ανθολογία



ανθολόγηση: Θεόδωρου Α. Γιαννόπουλου

Νίκας / Ελληνική Παιδεία Α.Ε., 1983
352 σελ.




******



ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝ  ΣΙΜΟΝΩΦ (ΜΕΤ.ΡΙΤΑΣ ΜΠΟΥΜΗ -ΠΑΠΑ)



Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ



-Η ποίηση είναι εθνική και αγαπά τη γη που γεννήθηκε.
-Η ποίηση μάχεται για την ελευθερία.
-Η ποίηση μάχεται για την ειρήνη.
-Η ποίηση μάχεται για το μέλλον.
Κι αυτό σημαίνει ότι η ποίηση είναι αδιάκοπη αντίσταση ,αφού:
-H ποίηση πολεμά την αδικία.
-Η ποίηση πολεμά την απανθρωπιά.
-Η ποίηση πολεμά τις αιτίες των πολέμων.
-Η ποίηση δεν είναι ρυθμός και ρίμες.
-Η ποίηση δεν είναι λέξεις σε ισόμετρες στήλες.
-Είναι η ψυχή του λαού.
-Ενσαρκώνει τις ελπίδες του.Τα όνειρα που κάνει για το μέλλον του.
Γι αυτό και τίποτα  δεν αξίζει όσο η ποίηση.
Κανένας τίτλος πιο άξιος από του ποιητή.




*****


Γιῶργος Σεφέρης 


 Θερινὸ Ἡλιοστάσι

 

Α´

Ὁ μεγαλύτερος ἥλιος ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ
κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ νέο φεγγάρι
ἀπόμακρα στὴ μνήμη σὰν ἐκεῖνα τὰ στήθη.
Ἀνάμεσό τους χάσμα τῆς ἀστερωμένης νύχτας
κατακλυσμὸς τῆς ζωῆς.
Τ᾿ ἄλογα στ᾿ ἁλώνια
καλπάζουν καὶ ἱδρώνουν
πάνω σὲ σκόρπια κορμιά.
Ὅλα πηγαίνουν ἐκεῖ
καὶ τούτη ἡ γυναῖκα
ποὺ τὴν εἶδες ὄμορφη, μιὰ στιγμὴ
λυγίζει δὲν ἀντέχει πιὰ γονάτισε.
Ὅλα τ᾿ ἀλέθουν οἱ μυλόπετρες
καὶ γίνουνται ἄστρα.

Παραμονὴ τῆς μακρύτερης μέρας.

Β´

Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -
τὸ φοβερὸ παφλασμό.

Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.


Γ´

Κι ὅμως σ᾿ αὐτὸ τὸν ὕπνο
τ᾿ ὄνειρο ξεπέφτει τόσο εὔκολα
στὸ βραχνά.
Ὅπως τὸ ψάρι ποὺ ἄστραψε κάτω ἀπ᾿ τὸ κῦμα
καὶ χώθηκε στὸ βοῦρκο τοῦ βυθοῦ
ἢ χαμαιλέοντας ὅταν ἀλλάζει χρῶμα.
Στὴν πολιτεία ποὺ ἔγινε πορνεῖο
μαστροποὶ καὶ πολιτικιὲς
διαλαλοῦν σάπια θέλγητρα·
ἡ κυματόφερτη κόρη
φορεῖ τὸ πετσὶ τῆς γελάδας
γιὰ νὰ τὴν ἀνεβεῖ τὸ ταυρόπουλο·
ὁ ποιητὴς
χαμίνια τοῦ πετοῦν μαγαρισιὲς
καθὼς βλέπει τ᾿ ἀγάλματα νὰ στάζουν αἷμα.
Πρέπει νὰ βγεῖς ἀπὸ τοῦτο τὸν ὕπνο·
τοῦτο τὸ μαστιγωμένο δέρμα.


Δ´

Στὸ τρελὸ ἀνεμοσκόρπισμα
δεξιὰ ζερβὰ πάνω καὶ κάτω
στροβιλίζονται σαρίδια.
Φτενοὶ θανατεροὶ καπνοὶ
λύνουν τὰ μέλη τῶν ἀνθρώπων.
Οἱ ψυχὲς
βιάζουνται ν᾿ ἀποχωριστοῦν τὸ σῶμα
διψοῦν καὶ δὲ βρίσκουν νερὸ πουθενά·
κολνοῦν ἐδῶ κολνοῦν ἐκεῖ στὴν τύχη
πουλιὰ στὶς ξόβεργες·
σπαράζουν ἀνωφέλευτα
ὅσο ποὺ δὲ σηκώνουν ἄλλο τὰ φτερά τους.

Φυραίνει ὁ τόπος ὁλοένα
χωματένιο σταμνί.


Ε´

Ὁ κόσμος τυλιγμένος στὰ ναρκωτικὰ σεντόνια
δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ προσφέρει
παρὰ τοῦτο τὸ τέρμα.
Στὴ ζεστὴ νύχτα
ἡ μαραμένη ἱέρεια τῆς Ἑκάτης
μὲ γυμνωμένα στήθη ψηλὰ στὸ δῶμα
παρακαλᾷ μία τεχνητὴ πανσέληνο, καθὼς
δυὸ ἀνήλικες δοῦλες ποὺ χασμουριοῦνται
ἀναδεύουν σὲ μπακιρένια χύτρα
ἀρωματισμένες φαρμακεῖες.
Αὔριο θὰ χορτάσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὰ μυρωδικά.

Τὸ πάθος της καὶ τὰ φτιασίδια
εἶναι ὅμοια μὲ τῆς τραγῳδοῦ
ὁ γύψος τοὺς μάδησε κιόλας.


Στ´

Κάτω στὶς δάφνες
κάτω στὶς ἄσπρες πικροδάφνες
κάτω στὸν ἀγκαθερὸ βράχο
κι ἡ θάλασσα στὰ πόδια μας γυάλινη.
Θυμήσου τὸ χιτῶνα ποὺ ἔβλεπες
ν᾿ ἀνοίγει καὶ νὰ ξεγλιστρᾷ πάνω στὴ γύμνια
κι ἔπεσε γύρω στοὺς ἀστραγάλους
νεκρός -
ἂν ἔπεφτε ἔτσι αὐτὸς ὁ ὕπνος
ἀνάμεσα στὶς δάφνες τῶν νεκρῶν.


Ζ´

Ἡ λεῦκα στὸ μικρὸ περιβόλι
ἡ ἀνάσα της μετρᾷ τὶς ὦρες σου
μέρα καὶ νύχτα·
κλεψύδρα ποὺ γεμίζει ὁ οὐρανός.
Στὴ δύναμη τοῦ φεγγαριοῦ τὰ φύλλα της
σέρνουν μαῦρα πατήματα στὸν ἄσπρο τοῖχο.
Στὸ σύνορο εἶναι λιγοστὰ τὰ πεῦκα
ἔπειτα μάρμαρα καὶ φωταψίες
κι ἄνθρωποι καθὼς εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνθρωποι.
Ὁ κότσυφας ὅμως τιτιβίζει
σὰν ἔρχεται νὰ πιεῖ
κι ἀκοῦς καμιὰ φορὰ φωνὴ τῆς δεκοχτούρας.

Στὸ μικρὸ περιβόλι δέκα δρασκελιὲς
μπορεῖ νὰ ἰδεῖς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου
νὰ πέφτει σὲ δυὸ κόκκινα γαρούφαλα
σὲ μίαν ἐλιὰ καὶ λίγο ἁγιόκλημα.
Δέξου ποιὸς εἶσαι.
Τὸ ποίημα
μὴν τὸ καταποντίζεις στὰ βαθιὰ πλατάνια
θρέψε το μὲ τὸ χῶμα καὶ τὸ βράχο ποὺ ἔχεις.
Τὰ περισσότερα -
σκάψε στὸν ἴδιο τόπο νὰ τὰ βρεῖς.


Η´

Τ᾿ ἄσπρο χαρτὶ σκληρὸς καθρέφτης
ἐπιστρέφει μόνο ἐκεῖνο ποὺ ἤσουν.

Τ᾿ ἄσπρο χαρτὶ μιλᾷ μὲ τὴ φωνή σου,
τὴ δική σου φωνὴ
ὄχι ἐκείνη ποὺ σ᾿ ἀρέσει·
μουσική σου εἶναι ἡ ζωὴ
αὐτὴ ποὺ σπατάλησες.
Μπορεῖ νὰ τὴν ξανακερδίσεις ἂν τὸ θέλεις
ἂν καρφωθεῖς σὲ τοῦτο τ᾿ ἀδιάφορο πρᾶγμα
ποὺ σὲ ρίχνει πίσω
ἐκεῖ ποὺ ξεκίνησες.

Ταξίδεψες, εἶδες πολλὰ φεγγάρια πολλοὺς ἥλιους
ἄγγιξες νεκροὺς καὶ ζωντανοὺς
ἔνιωσες τὸν πόνο τοῦ παλικαριοῦ
καὶ τὸ βογκητὸ τῆς γυναίκας
τὴν πίκρα τοῦ ἄγουρου παιδιοῦ -
ὅ,τι ἔνιωσες σωριάζεται ἀνυπόστατο
ἂν δὲν ἐμπιστευτεῖς τοῦτο τὸ κενό.
Ἴσως νὰ βρεῖς ἐκεῖ ὅ,τι νόμισες χαμένο·
τὴ βάστηση τῆς νιότης, τὸ δίκαιο καταποντισμὸ
τῆς ἡλικίας.

Ζωή σου εἶναι ὅ,τι ἔδωσες
τοῦτο τὸ κενὸ εἶναι ὅ,τι ἔδωσες
τὸ ἄσπρο χαρτί.


Θ´

Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν.

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω νερά·
νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στὰ τυφλά, πεισματάρης
καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο -
ἄφησε κι ἂς γελοῦν.
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
στ᾿ ἀφανισμένο τοῦτο παρὸν -
ἄφησέ τους.

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.


Ι´

Τὴν ὥρα ποὺ τὰ ὀνείρατα ἀληθεύουν
στὸ γλυκοχάραμα τῆς μέρας
εἶδα τὰ χείλια ποὺ ἄνοιγαν
φύλλο τὸ φύλλο.

Ἔλαμπε ἕνα λιγνὸ δρεπάνι στὸν οὐρανό.
Φοβήθηκα μὴν τὰ θερίσει.


ΙΑ´

Ἡ θάλασσα ποὺ ὀνομάζουν γαλήνη
πλεούμενα κι ἄσπρα πανιὰ
μπάτης ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ τ᾿ Ὄρος τῆς Αἴγινας
λαχανιασμένη ἀνάσα·
τὸ δέρμα σου γλιστροῦσε στὸ δέρμα της
εὔκολο καὶ ζεστὸ
σκέψη σχεδὸν ἀκάμωτη κι ἀμέσως ξεχασμένη.

Μὰ στὰ ρηχὰ
ἕνα καμακωμένο χταπόδι τίναξε μελάνι
καὶ στὸ βυθὸ -
ἂν συλλογιζόσουν ὡς ποῦ τελειώνουν τὰ ὄμορφα νησιά.

Σὲ κοίταζα μ᾿ ὅλο τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔχω.

ΙΒ´

Τὸ αἷμα τώρα τινάζεται
καθὼς φουσκώνει ἡ κάψα
στὶς φλέβες τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀφορμισμένου.
Γυρεύει νὰ περάσει ἀπὸ τὸ θάνατο
γιὰ νά ῾βρει τὴ χαρά.

Τὸ φῶς εἶναι σφυγμὸς
ὁλοένα πιὸ ἀργὸς καὶ πιὸ ἀργὸς
θαρρεῖς πῶς πάει νὰ σταματήσει.


ΙΓ´

Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ σταματήσει ὁ ἥλιος.
Τὰ ξωτικὰ τῆς αὐγῆς
φύσηξαν τὰ στεγνὰ κοχύλια·
τὸ πουλὶ κελάηδησε τρεῖς φορὲς τρεῖς φορὲς μόνο·
ἡ σαύρα πάνω στὴν ἄσπρη πέτρα
μένει ἀκίνητη
κοιτάζοντας τὸ φρυγμένο χόρτο
ἐκεῖ ποὺ γλίστρησε ἡ δεντρογαλιά.
Μαύρη φτερούγα σέρνει ἕνα βαθὺ χαράκι
ψηλὰ στὸ θόλο τοῦ γαλάζιου -
δές τον, θ᾿ ἀνοίξει.

Ἀναστάσιμη ὠδίνη.

ΙΔ´

Τώρα,
μὲ τὸ λιωμένο μολύβι τοῦ κλήδονα
τὸ λαμπύρισμα τοῦ καλοκαιρινοῦ πελάγου,
ἡ γύμνια ὁλόκληρής της ζωῆς·
καὶ τὸ πέρασμα καὶ τὸ σταμάτημα καὶ τὸ πλάγιασμα καὶ τὸ τίναγμα
τὰ χείλια τὸ χαϊδεμένο δέρας,
ὅλα γυρεύουν νὰ καοῦν.

Ὅπως τὸ πεῦκο καταμεσήμερα
κυριεμένο ἀπ᾿ τὸ ρετσίνι
βιάζεται νὰ γεννήσει φλόγα
καὶ δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν παιδωμή -

φώναξε τὰ παιδιὰ νὰ μαζέψουν τὴ στάχτη
καὶ νὰ τὴ σπείρουν.
Ὅ,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι ἐκεῖνα ἀκόμη ποὺ δὲν πέρασαν
πρέπει νὰ καοῦν
τοῦτο τὸ μεσημέρι ποὺ καρφώθηκε ὁ ἥλιος
στὴν καρδιὰ τοῦ ἑκατόφυλλου ρόδου.

******



Γιωργου  Σαραντάρη



Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ


Η πόλη που γεννήθηκες είναι η Κωνσταντινούπολη.
Πόλη του μέλλοντος.
Ενώ εσύ πολύ προτού πεθάνεις
Μέσα στο παρελθόν έπαιζες ζάρια
Όχι,η ζωή σου δεν ήταν ωραία
Με τα μυρωδικά
Με τα βιβλία
Με τις εξαίσιες εκείνες
Αλλά ψεύτικες οπτασίες

Αγάπησες ποτέ σου μια Ρωξάνη;

Ο Αντώνιος της ποίησής σου η Αλεξάνδρεια. 



 *****


 Γιώργος  Θέμελης



 ΑRS POETICA



Τί γυρεύεις από το ποίημα;
Το'χεις το ψωμί σου;
Tρώγε το
Δεν το'χεις
θυρόδερνε
ή κόβε το άπ'το στόμα του άλλου με το μαχαίρι σου.
Μπορείς να το μοιράσεις ζυγιάζοντας δίκαια κι ίσα μπουκιές
και φέτες χορτασμού σε Πεντακισχιλίους;
Τί να σου δώσει το Ποίημα;
Δεν έχει κόψη μαχαιριού.
Δεν εκπυρσοκροτεί.
Μην το παραβιάζεις.
Το Ποίημα είναι επικίνδυνο σε κινδυνεύει
σαν τ'άγριο φυτό που φύτρωσε στο χείλος του γκρεμού,
ίλιγγος,πέτρα γλιστερή,κραυγή της ερημιάς...



(Απόσπασμα)



*****


Ναπολέων Λαπαθιώτης




Ποιητής


Πόσο βαθὺ κι ἀσήμαντο συνάμα,
τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Τέχνης σου τὸ δρᾶμα,
σ᾿ ἕνα παιχνίδι μάταιο καὶ γελοῖο,
τοῦ Νοῦ σου νὰ σκορπᾷς τὸ μεγαλεῖο!
Μέρα-νύχτα νὰ παίζεις μὲ τὶς λέξεις,
πῶς, πρέπει, μεταξύ των, νὰ τὶς πλέξεις
καὶ πῶς, μαζί, νὰ σμίξεις κάποιους ἤχους,
ὥστε νὰ κλείσεις τ᾿ Ὄνειρο σὲ στίχους!
Πόσος κόπος καὶ πόνος κι ἀγωνία,
νὰ πλάσεις ἀπ᾿ τὴ θλίψη σου ἁρμονία

καὶ νὰ τὴ πλάσεις μ᾿ ὅλους σου τοὺς τρόπους,
γιὰ νὰ τὴ ξαναδώσεις στοὺς ἀνθρώπους!
Μήτε κι ἀληθινὰ ποὺ ξέρω πρᾶμα
πιὸ θλιβερό, ἀπ᾿ τοῦ πόνου σου τὸ δρᾶμα,

τοῦ Πόνου αὐτοῦ, ποὺ στέργει γιὰ κλουβί του,
τὸ χῶρο ἑνὸς ἀνθρώπινου ἀλφαβήτου!

Κι ἀφοῦ, σὰ τὰ μικρὰ παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, μὲ ρίμες καὶ μὲ λέξεις

κι ὅλες σου τὶς ἐλπίδες ἀφανίσεις,
χαμένος, ὅλος, μέσ᾿ στὶς ἀναμνήσεις,

μόλις φανοῦν οἱ πρῶτες μαῦρες τύψεις
κι ἔρθ᾿ ἡ στιγμὴ νὰ σκύψεις, νὰ μὴ σκύψεις,

μὰ παίρνοντας μαζὶ τὸ θησαυρό σου,
τὸ Γολγοθᾶ σου ἀνέβα καὶ σταυρώσου!


*****


ANAΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ


ARS POETICA


Το ποίημα δεν είναι σαν τα φύλλα
που ο άνεμος σέρνει στους δρόμους.
Δεν είναι η ακίνητη θάλασσα,
το αραγμένο καράβι.
Δεν είναι ο γαλάζιος ουρανός,
κι η καθαρή ατμόσφαιρα.

Το ποίημα είναι ένα καρφί
στην καρδιά του κόσμου.
Ένα φωτεινό μαχαίρι
μπηγμένο κάθετα στις πόλεις.
Το ποίημα είναι σπαραγμός.
Κομμάτι γυαλιστερό μέταλλο,
πάγος,σκοτεινή πληγή,
το ποίημα είναι σκληρό
-πολυεδρικό διαμάντι.
Συμπαγές-λαξευμένο μάρμαρο.
Ορμητικό-Ασιατικός ποταμός.
Το ποίημα δεν είναι φωνή,
πέρασμα πουλιού
Είναι πυροβολισμός
στον ορίζοντα και την ιστορία.
Το ποίημα δεν είναι άνθος που μαραίνεται.
Είναι βαλσαμωμένος πόνος.



***