Translate

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Τζων Κητς - Ωδή στη Μελαγχολία


                          





Μη! Μην πας στη Λήθη και μην ζητάς το στάλαγμα 
Τ' Ακόνιτου να πιεις. Στο γαλανό σου μέτωπο 
Φιλί του Στρίχνου μη δεχτείς ποτέ - κι ας είναι
Εκείνος άλικο της Περσεφόνης δώρο ,
Αλήθεια με καρπούς Ιτάμου θες να φτιάξεις Κομπολόι; Α , τη θλιμμένη σου ψυχή !
Μα πως αντέχεις τριζόνι του θανάτου να τη δεις 
Η πεταλούδα νεκρική και μες στις χώρες της Λύπης 
Το μοιρολόι του γκιώνη να 'χεις συντροφιά;
Φυλάξου τώρα ! Γιατί θα 'ρθει αχνόθωρος ίσκιος πάνω στη σκιά 
Και την ασιγτη αγωνία της ψυχής θα πνίξει ...

Αλλ΄ όταν ο ζόφος γείρει της μελαγχολίας 
Κι έξαφνα από τους ουρανούς το δακρυσμένο σύννεφο κυλήσει 
Τα λιπόθυμα τινάζοντας των λουλουδιών κεφάλια , και τους πράσινους 
Λόφους σκεπάζοντας , με τ' Απριλιού το νεκρικό σεντόνι 
Τότε τη θλίψη σου χόρτασε , με τη δροσιά του πρωινού τριαντάφυλλου ,
Ή πάνω στο ουράνιο τόξο , που με το κύμα σπάζει στ΄ ακρογιάλι 
Ή ακόμη πέρα στο βασιλικό της παιωνιας πλούτο
Κι αν την αγαπημένη σου μια μέρα , έξαλλη δεις από θυμό 
Το τρυφερό της χέρι αιχμαλώτισε - άσε τη να λυσσομανά 
Κι εσύ πιες - πιες ως το τελος - τη φλόγα που καίει βαθιά 
Στα σμαράγδινα μάτια της 

Ζει με την Ομορφιά η Μελαγχολία - την Ομορφιά 
Που πρέπει να πεθάνει .Και τη χαρά που πάντα 
Το χέρι στα χείλη της έχει κι είναι έτοιμη να πει : αντίο . 
Εκεί κοντά της δονής ο πόθος - μα φαρμάκι γυρίζει 
Την ιδια στιγμη που αχορταγα πινει το μελίρρυτο στομα .
Α, ναι ! Μες στο ναο της Ηδονης , τ' αληθινο της ιερο 
Η πεπλοφόρος Μελαγχολία εχει κεντησει .
Κι είναι απ' όλους αθέατη - παρεκτός και αν κάποιου η αδάμαστη γλώσσα 
Της Χαράς το σταφύλι να σπάσει μπορεί 
Στον κρουστό του ουρανίσκο επάνω .
Αλλά τότε , η πανίσχυρη θλίψη της μεμιάς θ' αναρπάσει
την ψυχή του 
Κι εκει ψηλά, καταμεσής στ' αραχνιασμένα της τρόπαια , θα κρεμαστεί!



Μετάφραση :  Κώστας Μπουρναζάκης

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ/ Η πραγματικότητα δεν υπάρχει

Μέσα στο κενό, όπου όλα τα σώματα πέφτουν με την ίδια πάντα ταχύτητα, άρχισα να βουλιάζω στο κρεβάτι μου, μέσα σε ένα στρώμα ποτισμένο με δάκρυα, ιδρώτα, αίμα, σπέρμα και σαπισμένα όνειρα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχα μεταφερθεί μέσα σε μια γυάλινη σφαίρα. Δίπλα μου βρισκόταν ένας μισολιωμένος χιονάνθρωπος που είχε στο στόμα του μια πίπα που κάπνιζε μόνη της. Ο καπνός που έβγαινε από μέσα της είχε τη μορφή αέναης σπείρας. Έβαλα μέσα της το χέρι μου κι εκείνη με ρούφηξε.
Με ξέρασε πάνω σε έναν ακάνθινο βλαστό, ο οποίος είχε για άνθος του το ουράνιο τόξο. Οι παλάμες μου, γεμάτες αγκάθια, έτσουζαν φριχτά. Τις απόθεσα πάνω στο ουράνιο τόξο, του οποίου το ζεστό χρωματιστό νερό επούλωσε τις πληγές τους. Ανέβηκα πάνω του κι άρχισα να κολυμπώ ανάμεσα στα χρώματα, μεθυσμένη από τη μυρωδιά τους.
Κι έπειτα βρέθηκα στο παγκάκι ενός σκοτεινού πάρκου, με το βλέμμα κολλημένο στην ίδια μαύρη τρύπα που υψωνόταν απειλητικά μπροστά μου. Την ίδια στιγμή άκουσα μια φωνή πίσω μου να ψιθυρίζει: “ Τζέσικα, η πραγματικότητα δεν υπάρχει.”
Πήρα μια τελευταία ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο μου και ρίχτηκα μέσα της.

πηγή:http://ekebi.wordpress.com/

Η αγωνία της γραφής και το καταφύγιο της φιλίας


  
του Γιάννη Φλυτζάνη

πηγή: http://bibliotheque.gr

 Να μου γράφεις, έστω και βαδίζοντας(Επιστολές στον Ε.Χ. Γονατά 1960-1965)
Δ.Π. Παπαδίτσας
επιμέλεια: Χρήστος Αστερίου
εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2000

 Ο Δημήτρης Παπαδίτσας βρίσκεται σε αδιέξοδο ως προς την εξέλιξη του ποιητικού του έργου. Δεν μπορεί να ησυχάσει. Σχίζει τους στίχους του και μετά το μετανιώνει. Αντιφατικά συναισθήματα τον κατακλύζουν. Άλλοτε βρίσκεται σε δημιουργική έξαρση,  οπότε ενθουσιάζεται και θριαμβολογεί και άλλοτε αμφιβάλλει και απελπίζεται, οπότε τον καταβάλλει η απογοήτευση. Στέλνει λοιπόν μια σειρά από επιστολές στο φίλο του λογοτέχνη Επαμεινώνδα Γονατά και του εκμυστηρεύεται την ψυχική του κατάσταση.

Στο Να μου γράφεις έστω και βαδίζοντας αναδεικνύεται πρώτα πρώτα μία πολύ δυνατή φιλία.  Ο Παπαδίτσας εξομολογείται χωρίς δισταγμό στο Γονατά τις αγωνίες, τους φόβους αλλά και τις χαρές που αντλεί από το συγγραφικό του έργο. Επιπρόσθετα, του στέλνει προσχέδια των ποιημάτων του και ζητάει τη γνώμη και τις παρατηρήσεις του.

Εξάλλου, οι δυο τους μοιράζονταν ήδη πολλά.  Ήταν λάτρεις της εκτυπωτικής τέχνης και είχαν προχωρήσει σε κοινά εγχειρήματα: στην έκδοση δύο τευχών του  λογοτεχνικού περιοδικού Πρώτη Ύλη καθώς και στην ίδρυση των ομώνυμων εκδόσεων. Το περιοδικό Πρώτη ύλη εμπεριείχε τόσο δικά τους κείμενα όσο και μεταφράσεις ξένων συγγραφέων. Επιπλέον, συνήθιζαν ο ένας να διαβάζει τα γραπτά του άλλου και έπειτα να προχωράνε σε  κρίσεις και να προτείνουν  διορθώσεις.

Οι εικοσιπέντε επιστολές του Σάμιου ποιητή αποτελούν βέβαια και ένα πολύτιμο ντοκουμέντο της πορείας του καλλιτέχνη. Μέσα από τα γράμματά του παρακολουθούμε την εσωτερική του αναζήτηση που θα τον οδηγήσει στην επίπονη και εναγώνια αναθεώρηση της ποιητικής του. Πλέον στους στίχους του θα πληθύνουν οι φιλοσοφικές αναφορές καθώς θα προσπαθεί να  συνταιριάξει το απείρως μικρό με το απείρως μεγάλο. Αλλά και η μέθοδος της συγγραφής του αλλάζει. Δε θα γράφει άμεσα τα ποιήματά του στο χαρτί αλλά μετά από επεξεργασία πολυάριθμων σημειώσεων που έχει κρατήσει προηγουμένως.

Πάντως ένα ισχυρό στοιχείο γοητείας που έχει ο  επιστολικός λόγος του βιβλίου είναι ότι διατηρεί κάτι από τη ζωντάνια, τον αυθορμητισμό και το ατημέλητο της προφορικής ομιλίας. Έτσι ανάμεσα στους προβληματισμούς περί λογοτεχνικής δημιουργίας παρεμβάλλονται παρακλήσεις για αγορές αρωμάτων και πούδρας, αναφορές στο κτίσιμο ενός σπιτιού στην Πάτμο, ο σχολιασμός της δολοφονίας του Κέννεντυ.

Κλείνοντας τον μικρό τόμο εξακολουθούν να ηχούν στα αυτιά μου τα βασανιστικά ερωτήματα του Παπαδίτσα: Γιατί Νώντα να παιδευόμαστε έτσι; Μήπως δεν υπάρχουν τόσα γύρω μας που θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν την προσοχή μας; Πού θα πάμε με αυτό το σαδιστικό κι ατέρμονο σκάψιμο του ένδον μας; Για να θεμελιώσουμε τι;