Translate

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ //// ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ/// Νομάδας, Α΄ Η έξοδος






 Γράφει ο Παντελής Βουτουρής,
Καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Πανεπιστήμιο Κύπρου

Στέφανου Κωνσταντινίδη, Νομάδας, Α΄ Η  έξοδος,ΒΑΚΧΙΚΟΝ 2017


Το βιβλίο του Στέφανου Κωνσταντινίδη  τιτλοφορείται Νομάδας / Α΄ Η έξοδος / [Τριλογία] / [Μυθιστόρημα], Αθήνα, εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Η ιστορία όπως θα δούμε ξεκινά το 1941 και εξακτινώνεται από το μικρό και ταπεινό χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου, γνωστό για την Παναγία του Σίντη, στην κοιλάδα του ποταμού Ξερού.
Ας ξεκινήσω όμως με κάποιες παρατηρήσεις σχολαστικού κριτικού-φιλολόγου για το εξώφυλλο και τη σελίδα του τίτλου, επειδή από εκεί ξεκινά ή πρέπει να ξεκινά η ανάγνωση ενός βιβλίου. Η λέξη «Νομάδας» λοιπόν σημαίνει βεβαίως «περιπλανώμενος» και μπορεί προφανώς να ταυτιστεί με τον ήρωα του μυθιστορήματος ή με τον Στέφανο Κωνσταντινίδη, εάν ο ήρωας του μυθιστορήματος δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του. (Για τη σχέση αφηγητή, συγγραφέα και πρωταγωνιστή του βιβλίου θα επανέλθω στη συνέχεια). Κατά τα άλλα:  «Έξοδος», είναι ο τίτλος του πρώτου βιβλίου της μυθιστορηματικής τριλογίας, ενώ η πρώτη επεξήγηση σε αγκύλες [«Τριλογία»] αποτελεί υπεσχημένη συγγραφική δέσμευση. Εάν είχαμε στα χέρια μας τους και τρεις τόμους, ολοκληρωμένη δηλαδή την τριλογία, θα συζητούσαμε με διαφορετικούς όρους και θα μπορούσαμε να σημασιοδοτήσουμε με ασφάλεια και τον τίτλο του πρώτου μέρους «Έξοδος» μια λέξη με ηρωικές και θρησκευτικές συνδηλώσεις. Για την ώρα κρατάμε τη λέξη-τίτλο στην άκρη, ως πρώτο ζητούμενο.
Η δεύτερη επεξήγηση σε αγκύλες αφορά το είδος του κειμένου: [«Μυθιστόρημα»]. Τι χρειάζεται, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς αυτός ο ειδολογικός προσδιορισμός στο εξώφυλλο του βιβλίου; Θα μπορούσε ο αναγνώστης να το εκλάβει ως κάτι διαφορετικό; Ως χρονικό ας πούμε ή ως απομνημόνευμα ή ως αυτοβιογραφία; Η απάντηση είναι, ναι. Υπάρχει ένα ζήτημα ειδολογικού προσδιορισμού. Η επιθυμία του συγγραφέα να προσδιοριστεί το βιβλίο ως «μυθιστόρημα» έχει επομένως τη σημασία της και θα αναφερθώ σε αυτήν στη συνέχεια.
Η ιστορία όπως σας είπα ήδη ξεκινά σε ένα ξεχασμένο από τον θεό και τους ανθρώπους χωριό της Κύπρου στα 1941, στις αρχές του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Οι πρώτες περιγραφές αφορούν τη φύση και τους βασανισμένους από τη φτώχεια λιγοστούς κατοίκους του. Ηθογραφία, λοιπόν; Λησμονημένες, εικόνες της αγροτικής Κύπρου και μυθιστόρημα χαρακτήρων; Η απάντηση σε αυτή την περίπτωση  είναι όχι, αν και δεν λείπουν από το μυθιστόρημα υποδειγματικές ηθογραφικές σελίδες. Ο αφηρημένος πίνακας εξάλλου στο εξώφυλλο του βιβλίου (υποθέτω πως μπήκε με τη συναίνεση του εκδότη και του συγγραφέα) στη συνείδηση του αναγνώστη λειτουργεί προγραμματικά ως υπόδειξη, ως υποβολή: απαγορεύει δηλαδή οποιαδήποτε συσχέτιση του βιβλίου με την παραδοσιακή ηθογραφική αφήγηση, ενω παράλληλα το συνδέει με τον μοντερνισμό. Πρόκειται για έναν χαρακτηριστικό πίνακα του σπουδαίου ρώσου μοντερνιστή ζωγράφου και θεωρητικού Βασίλι Καντίνσκι. Αλλά ποια σχέση μπορεί να έχει ένας πίνακας ενός εμβληματικού και ανήσυχου, καινότροπου καλλιτέχνη με ένα μυθιστόρημα το οποίο έχει ως σημείο αναφοράς την Πενταλιά; Δεν θα άρμοζε περισσότερο ένας πίνακας αναπαράσταση του Κόσμου της Κύπρου (μια λεπτομέρεια από τον πίνακα του Διαμαντή για παράδειγμα) ή μια ηθογραφική φωτογραφική απεικόνιση απλών χωρικών ή έστω ενός παραδοσιακού σπιτιού, όπως η φωτογραφία στην πρόσκληση των διοργανωτών της αποψινής εκδήλωσης; Σημασία όμως δεν έχει τι θα προτιμούσαμε, ενδεχομένως, εμείς αλλά τι υπάρχει. Και αυτό που υπάρχει στο εξώφυλλο είναι ένας μοντερνιστικός πίνακας με έντονα χρώματα και θραυσματικά, διασπασμένα και απροσδιόριστα αντικείμενα. Δαιδαλώδης, κατακερματιστισμένος, ασυνεχής και αδιέξοδος όπως ακριβώς ο σύγχρονος κόσμος ή όπως ο Νομάδας ήρωας του βιβλίου: ο περιπλανώμενος σύγχρονος άνθρωπος ή ο λαβύρινθος της ψυχής, των σκέψεων και των ιδεολογιών του.
Η ιστορία, τώρα, επιμερίζεται σε 46 αριθμημένα άτιτλα κεφάλαια, ο αφηγηματικός λόγος εκφέρεται άλλοτε σε τρίτο και άλλοτε σε πρώτο γραμματικό πρόσωπο, ενώ στον ρόλο του αφηγητή εναλλάσσονται δύο εκ πρώτης όψεως διαφορετικά πρόσωπα: το πρώτο, ο κύριος αφηγητής (ο οποίος προφανώς μπορεί να συσχετιστεί με τον συγγραφέα), πανεπιστημιακός, εγκατεστημένος στο Μόντρεαλ του Καναδά, γεννημένος το 1941, επιστρέφει συνεχώς, ενίοτε νοερά με τη μνήμη του, στον γενέθλιο τόπο του, την Πενταλιά της Πάφου. Το δεύτερο πρόσωπο-αφηγητής, ο Απόλλωνας Θρασυβουλίδης, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, γεννημένος από φτωχή οικογένεια στην Πενταλιά, στις 28 Φεβρουαρίου 1941, απόφοιτος του Κολεγίου Πάφου (το οποίο είχε ιδρύσει και διηύθυνε ο ο θεολόγος Κώστας Λιασίδης), με σπουδές αργότερα στην Αθήνα, στη Φιλοσοφική Σχολή,  και ακολούθως στο Παρίσι.
Φαντάζομαι ότι κάποιοι από εσάς εύλογα έχετε ήδη αρχίσει να διερωτάστε αν πρόκειται πράγματι για δύο διαφορετικά πρόσωπα ή μήπως ο Απόλλωνας είναι Στέφανος και ο Στέφανος Απόλλωνας. «Όμως, ρε Στέφανε, να φέρουμε τον πατέρα σου από το χωριό, να τον στεναχωρήσουμε και προπάντων να χάσει ένα μεροκάματο είναι κρίμα. άλλωστε πια είσαι ολόκληρος άντρας», λέει στον Απόλλωνα ο γυμνασιάρχης Λιασίδης, ο οποίος όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής πολλές φορές συνήθιζε να τον αποκαλεί Στέφανο αντί Απόλλωνα. Οι δύο πάντως συμπορεύονται ως το τέλος του μυθιστορήματος. Οσυγγραφέας-αφηγητής μαλιστα παραθέτει ενίοτε αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Απόλλωνα ή εν γένει από τα χαρτιά του και συνομιλεί χωρίς να συμφωνεί πάντα μαζί του («Σήμερα είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Απόλλωνα», σ. 191).
Ο δισυπόστατος λοιπόν Janus bifrons αφηγητής, με τα δύο πρόσωπα, Στέφανος Απόλλωνας είναι το πρώτο ενδιαφέρον αφηγηματικό επινόημα του συγγραφέα.  Απ εκεί και πέρα εκ των πραγμάτων η ταύτιση του συγγραφέα-αφηγητή με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του θέτει σύνθετα θεωρητικά ζητήματα, με κυριότερο το ζήτημα των ορίων ανάμεσα στο μυθιστόρημα και στην αυτοβιογραφία. Μήπως, με άλλα λόγια ο Στ. Κωνσταντινίδης μάς παρέδωσε τον πρώτο τόμο ενός τρίπτυχου μυθιστορήματος ή τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του; Και τι είναι αυτό που οριοθετεί το μυθιστόρημα από την αυτοβιογραφία; Μια γενική απάντηση είναι η εξής: στην αυτοβιογραφία ο συγγραφέας, ο αφηγητής, και ο πρωταγωνιστής ταυτίζονται είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει στο μυθιστόρημα για τον πολύ απλό λόγο ότι ο κόσμος του μυθιστορήματος είναι πλασματικός, επινοημένος από τον συγγραφέα. Σταματώ εδώ τα θεωρητικά, με μια επισήμανση. Ο Στ. Κωνσταντινίδης θέτει αυτοβούλως το ζήτημα του ειδολογικού προσδιορισμού. Διαβάζω τη σχετική αναφορά (σ. 31):
….  Είμαι ένας νομάδας που περιστρέφεται γύρω από τη γη. Κάθισα δύο μέρες στην Πενταλιά. Εδώ το κλίμα είναι διαφορετικό. Αναπόλησα το παρελθόν και ατένισα το μέλλον. Κάπως έτσι ξεκίνησε να γράφεται αυτή η αναφορά. Δεν ξέρω αν θα την πούνε μυθιστόρημα, χρονικό ή τι άλλο. Γράφει κανείς ανασύροντας μνήμες και πράγματα από το βαθύ υπόστρωμα όσων έχει ζήσει, όσων έχει ακούσει και όσων έχει διαβάσει. Και καμιά φορά, από μια λεπτομέρεια, έστω και ευτελή, μπορεί να δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν. Σημασία έχει πως αποδώ ξεκίνησε για να συνεχιστεί ο περίπλους ενός νομάδα. Δεν πρόκειται για αναφορά με στερεή χρονολογική βάση. Αν το πούνε μυθιστόρημα, ξεκαθαρίζω πως οι ήρωές του είναι δημιουργήματα μιας παραληρούσας φαντασίας που ζουν όμως την πραγματικότητα, την καθημερινότητα, την Ιστορία, τη γεωγραφία, τη μυθολογία του κόσμου”.

Και περνώ αμέσως στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος: είπαμε ότι η ιστορία ξεκινά το 1941 με την περιπετειώδη γέννηση στην Πενταλιά του Απόλλωνα και ακολούθως τη βάφτισή του από τον εξωμερίτη δάσκαλο Προμηθέα Έλληνα. Αυτός διάλεξε και το όνομα «Απόλλωνας». Αυτές οι πρώτες σελίδες είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικές. Ίσως οι πιο λογοτεχνικές σελίδες του μυθιστορήματος. Υπογραμμίζω ότι το 1941 σε αυτό το κρυμμένο από τα μάτια του θεού χωριό της Κύπρου περίσσευαν τα αρχαία ελληνικά ονόματα: Όμηρος, Απόλλωνας, Προμηθέας κ.ά. Να μην ξεχάσω και τον Διονύσιο Σολωμού. Ακολούθως η αφήγηση παρακολουθεί την ενηλικίωση του Απόλλωνα και συγχρόνως τα ιστορικά γεγονότα, μικρά και μεγάλα: ο σεισμός του 1953, το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950, η εξορία του Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, η εγκατάλειψη της Ένωσης, οι συμφωνίες της Ζυρίχης-Λονδίνου, η συγκρότηση του μεταζυριχικού κράτους, τα γεγονότα του 1963 και οι βομβαρδισμοί της Τυλληρίας, η αποστασία του 1965 στην Ελλάδα, η στρατιωτική χούντα του 1967, τα γεγονότα της Κοφίνου τον ίδιο χρόνο και η ανάκληση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, η εισβολή των Ρώσων στην Πράγα το 1968.
Ο συγγραφέας σκαλίζει όλα αυτά τα γεγονότα με κριτική διάθεση και κάθε άλλο παρά ουδέτερα. Οι πολιτικοί αναλυτές θα βρουν ασφαλώς στο βιβλίο πολλά ερείσματα και αφορμές για συζήτηση. Γιατί εκτός όλων των άλλων το μυθιστόρημα είναι και πολιτικό. Κάθε ένα από τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα τα οποία πολύ συνοπτικά ανέφερα μόλις τώρα παρουσιάζεται με «θέση» και  ισχυρή άποψη. Ελλείψει χρόνου θα αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα το οποίο αφορά τις συμφωνίες της Ζυρίχης: (σ. 125-126)
«Πέρα και από τον τριτοκοσμικό χαρακτήρα του κράτους, πέρα και από τα υπερβολικά προνόμια που δόθηκαν στην τουρκική μειονότητα, δύο ήταν τα σοβαρά προβλήματα του νέου κράτους: το πρώτο και πιο θανάσιμο ήταν το επεμβατικό δικαίωμα που δόθηκε στην Άγκυρα και του οποίου έκανε χρήση για την εισβολή του 1974. Το δεύτερο ήταν η καταπάτηση των αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τη συνέχιση της αρχής του οθωμανικού μιλέτ. Προβλέπονταν έτσι δύο ξεχωριστά εκλογικά Σώματα, ένα ελληνικό και ένα τουρκικό, που θα εκλέγανε τους αντιπροσώπους τους στη Βουλή, μάλιστα με αναλογίες που ευνοούσαν τους Τούρκους κατά πολύ περισσότερο της πληθυσμιακής πραγματικότητάς τους. Ξεχωριστά εκλογικά Σώματα προβλέπονταν και για την εκλογή του Έλληνα προέδρου και του Τούρκου αντιπροέδρου. Ό,τι οι Βρετανοί αποικιοκράτες επέβαλαν από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην Κύπρο, τη διαίρεση της κυπριακής κοινωνίας σε εθνικοθρησκευτική βάση, έρχονταν τώρα να το επιβεβαιώσουν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις υπογραφές της ελληνικής κυβέρνησης και του Μακαρίου. Δικαιωνόταν με λίγα λόγια η βρετανική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Για το θέμα αυτό, παραθέτω το άρθρο ενός ακαδημαϊκού, του Σ.Π.Κ., που αναλύει καλύτερα το φαινόμενο».

(Ο Σ.Π.Κ. του οποίου το δισέλιδο άρθρο παρεμβάλλεται στην αφήγηση πρός επίρρωσιν των θέσεων του αφηγητή, υποθέτω ότι πρέπει να είναι ο Στέφανος Κωνσταντινίδης).
Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, σε μια ταραγμένη εποχή, ο Απόλλωνας μεγαλώνει, ονειρεύεται και αγωνίζεται για τις ιδέες του: ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Πάφο και φεύγει το 1960 με ελάχιστα χρήματα (100 λίρες συνολικά) για σπουδές στην Αθήνα. Παίρνει το πτυχίο του το 1965, επιστρέφει στην Κύπρο και υπηρετεί στη νεοσύσταατη ΕΦ το 1966, αξιωματικός μάλιστα στο 2ο Γραφείο. Δικτυώνεται, πολιτικοποιείται, και συμμετέχει ενεργά στα τεκταινόμενα: κερδίζει την εμπιστοσύνη του Γρίβα, δημιουργεί σχέσεις με τον Λυσσαρίδη και τα μέλη της Ε.Α.Δ.Ε., συναντά τονΑλέξανδρο Παναγούλη και λίγο αργότερα στο Παρίσι τον Μιχάλη Ράπτη, Πάμπλο, ηγετική φυσιογνωμία της τροτσκιστικής παράταξης, και άλλα στελέχη του αντικτατορικού αγώνα.
Η σύνοψη που σας έκανα είναι κατ ανάγκην  ελλειπτική. Παρέλειψα τους έρωτες του Απόλλωνα, τις διαπροσωπικές γενικά σχέσεις του, και στιγμές προσωπικές, όπως ο θάνατος της αδελφής του. Ο συγγραφέας καταφέρνει να ισορροπεί μεταβαίνοντας από τον ιδιωτικό  χώρο στον δημόσιο, από τη μικροϊστορία στην ιστορία, από τις καθημερινές λεπτομέρειες στα μείζονα γεγονότα. Η παρατήρηση αυτή σχετίζεται με το εύρος και την ποσότητα των θεμάτων τα οποία αθροίζει στο βιβλίο του ο συγγραφέας. Η αφήγησή του καλύπτει μια περίοδο τριών δεκαετιών από το 1941 ως το 1970 (από τη γέννηση του Απόλλωνα ως τη μετάβασή του για μεταπτυχικές σπουδές στο Παρίσι) και έντεχνα, καθώς η εστίαση στρέφεται επαγωγικά από το ατομικό στο συλλογικό αθροίζοντας πλήθος γεωγραφικών, λαογραφικών, γλωσσολογικών και φιλολογικών πληροφοριών. Ο αφηγητής λειτουργεί περισσότερο ως επιστήμονας, ερευνητής, ιστορικός, κοινωνιολόγος και πολιτικός αναλυτής,  με αποτέλεσμα το βιβλίο μορφώνει εντέλει μια πανοραμική, ολιστική θα τολμούσα να πω, απεικόνιση μιας εξαιρετικά κρίσιμης εποχής.
Κράτησα για το τέλος αυτής της παρουσίασης μία τελευταία παρατήρηση η οποία αφορά άμεσα τη μοντερνιστική, όπως είπα στην αρχή της ομιλίας μου, ποιητική της αφήγησης. Την ονομάζω παραθεματική τεχνική. Ο συγγραφέας ενσωματώνει συγκεκριμένα στο βιβλίο του αποσπάσματα από κάθε λογής κείμενα: εγγραφές από προσωπικά ημερολόγια του Απόλλωνα, του Προμηθέα Έλληνα, του Παπασταύρου (του συνεξόριστου με τον Μακάριο στις Σεϋχέλλες), επιστολές, ποιήματα, στίχους τραγουδιών, ακόμη και αποσπάσματα από έναν παλιό τουριστικό χάρτη με πληροφορίες για τη χλωρίδα της Κοιλάδας των Κέδρων.
Η παραθεματική τεχνική υπονομεύει τη συνέχεια μιας ευθύγραμμης αφήγησης, δημιουργεί κύκλους, υποβάλλει με τον διακειμενικό συγκρητισμό ή και συμφυρμό την αίσθηση της πολύπλοκης φύσης των πραγμάτων, του κόσμου και των ιδεών, νομιμοποιεί την υποκειμενική αφήγηση και την ιδέα της σχετικότητας. Παράλληλα υπονομεύει και την ενότητα του μυθιστορήματος καθώς ενεργεί φυγόκεντρα, δημιουργεί ρωγμές και υποβάλλει  την ιδέα της αταξίας και της πληθωρικής εκκρεμότητας. Εντέλει, και αυτό πιστεύω ότι αποτελεί το επίτευγμα του Στέφανου Κωνσταντινίδη, κατορθώνει να δώσει λογοτεχνική υπόσταση σε μια συνδυαστική προοπτική και να συνθέσει ένα υποδειγματικά πολυφωνικό μυθιστόρημα (πολυφωνικό με την μπαχτινική όπως θα έλεγε και κάποιος φίλος μου θεωρητικός της λογοτεχνίας).



***

Δεληβορριάς Άγγελος, 1937-2018




Ο Άγγελος Δεληβοριάς γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα. Σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία (1956) στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Ξεκίνησε τις μεταπτυχιακές του σπουδές το 1964 στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ/Μπραϊσγκάου και το 1965, έπειτα από επιτυχή διαγωνισμό, διορίστηκε στην Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Υπηρέτησε αρχικά στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας υπό την καθοδήγηση του Χρήστου και της Σέμνης Καρούζου και αργότερα ως επιμελητής στις Εφορείες Αρχαιοτήτων Αχαΐας και Αρκαδίας-Λακωνίας.
Το 1969, με υποτροφία της Alexander von Humboldt Stiftung, άρχισε τη μελέτη της διδακτορικής του διατριβής στο Πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν, την οποία και ολοκλήρωσε το 1972. Κατά το διάστημα 1972-1973 συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην Ecole Pratique des Hautes Etudes. Από το 1973 έως και το 2014, για 41 χρόνια, διηύθηνε το Μουσείο Μπενάκη, τη ριζική ανάπλαση του οποίου ανέλαβε και ολοκλήρωσε τον Ιούνιο του 2000. Για την οργάνωση των νέων εκθεσιακών χώρων έτυχε διεθνούς αναγνωρίσεως και τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1992 εξελέγη καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1998 έως το 2003 διετέλεσε διευθυντής προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών στο ίδιο Τμήμα. Το 2005 αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο ως ομότιμος. Άρθρα και εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε πολλές ελληνικές και διεθνείς εκδόσεις.
Έφυγε από τη ζωή στις 24 Απριλίου 2018, σε ηλικία 81 ετών.


Πηγή:biblionet


***




ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΔΕΛΗΒΟΡΡΙΑ

(Αναδημοσίευση//2018-05-01 18:12:00/// ///από «ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ» με τον τίτλο «Ο Άγγελος της αγκαλιάς»)



Από τον Ιωσήφ Βιβιλάκη*
Τζην, γαλαζωπό πουκάμισο, κόκκινο μπουφάν. Αυτά τα τρία καθημερινά ρούχα του Άγγελου Δεληβορριά νικούσαν την ακαδημαϊκή αλλά και την κοσμική σοβαροφάνεια. Και έτσι ο γοητευτικός Άγγελος, σε κοιτούσε στα μάτια, ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του για να σε χαιρετίσει. Με μια αγκαλιά ερχόταν κοντά σου. Στο θέατρο, στο δρόμο, στο πανεπιστήμιο, σε μια γκαλερί, σε ένα ουζερί, σε ένα υπόγειο ταβερνείο, στο γραφείο του στην Κουμπάρη. Μάτια που πετούσαν σπίθες σε κάθε λέξη που τόνιζε: γενιά του '30, Θεόφιλος, Τσαρούχης, Κουν, Πολύκλειτος, Αφροδίτη, Πουλάκης, τέμπλο, Σπαθάρης, Καραγάτσης, Ελύτης, Γκίκας, κόσμημα, Πάτμος, Μικρασία, Ελλάδα, Ανατολή. Αυτός ο άνθρωπος που ζούσε μέσα στις ελληνικές τέχνες μου είχε εκμυστηρευθεί ότι ξεκουραζόταν βλέποντας στο σινεμά ταινίες αστυνομικές, με δράση, ταινίες εμπορικές για τις οποίες δεν έβρισκε συχνά παρέα να τον ακολουθήσει.Δεν θα ξεχάσω μια μεταμεσονύχτια φιλική ξενάγηση στο Μουσείο Μπενάκη, προτού ανοίξει τις πύλες του. Στεκόταν πλάι στο κάθε έκθεμα και άρχιζε να λέει την ιστορία του και εσύ ένιωθες αιχμάλωτος στη σαγήνη της αφήγησης. Γιατί ο Άγγελος με τις λαμπρές σπουδές σε Ελλάδα και εξωτερικό, με τις πολλές διακρίσεις και βραβεύσεις, με τις επιτυχίες και την αποδοχή από τους πάντες, κατά βάθος ήταν ένας καλλιτέχνης που ήθελε να δημιουργεί ιστορίες και αυτές τις ιστορίες να τις δείχνει. Το όραμά του για το Μουσείο Μπενάκη με τη διαχρονία του ελληνικού πολιτισμού τι άλλο είναι παρά ένα δράμα που ιστορεί την πορεία και τις περιπέτειες ενός λαού από την αρχαιότητα μέχρι τον 20ό αιώνα. Θυμάμαι σε αυτή την πορεία πόσο ήθελε να έχει σε μια περίοπτη θέση ένα έργο του Φώτη Κόντογλου και είχε επιλέξει τον πίνακα με το ζωγράφο και την κόρη του Δέσπω. Δεν κατάφερε να τον αποκτήσει, όμως του πρόσφερε, τελικά, ο αείμνηστος ψυχίατρος και φιλότεχνος Θάνος Κωνσταντινίδης μια εικόνα με έναν άγγελο του Κόντογλου που πήρε μια θέση στο Μουσείο.Όσες φορές τον είχα επισκεφθεί στο γραφείο του συχνά ήταν αγχωμένος με τα θέματα των κρατικών επιχορηγήσεων, ενώ ήταν πάντα επάνω από κάποιο γραπτό κείμενο που διάβαζε και διόρθωνε. Τον απασχολούσε διαρκώς το θέμα της γλώσσας και του χειρισμού της. Και θα θυμάμαι πάντοτε τη συμβουλή του: ο λόγος πρέπει να λουλουδιάζει. Σε άλλα σημεία του γραφείου του υπήρχαν σπαράγματα από γλυπτά, ένα σχέδιο ή ένα ανάγλυφο, όπου αναζητούσε να ταυτίσει τις εικονιζόμενες μορφές. Αυτή η αναζήτηση ήταν διαρκής στον Δεληβορριά. Αναφέρω ενδεικτικά το ενδιαφέρον του για τα ρευστά όρια στην τέχνη χριστιανών και παγανιστών, κεντρισμένος από το καβαφικό «εν μέρει εθνικός/κι ἐν μέρει χριστιανίζων».Ο κλασικός αρχαιολόγος δεν αξιοποιήθηκε από κάποιο πανεπιστημιακό Τμήμα αρχαιολογίας ή ιστορίας της τέχνης. Τον υποδέχθηκε, όμως, ευφρόσυνα το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών που ίδρυσε ο τότε πρύτανης, καθηγητής Μιχάλης Σταθόπουλος. Στο Τμήμα μας ο Δεληβορριάς βρήκε το γόνιμο έδαφος για τη σπορά του ελεύθερου λόγου του. Και μεις τρέχαμε να ξεδιψάσουμε από τα αμφιθέατρα συναντώντας τον στις αίθουσες του 6ου ορόφου, μετά τον Ευαγγελάτο, τον Πούχνερ, τον Πλωρίτη, τον Σπάθη, τον Γεωργουσόπουλο, τη Βαροπούλου, την Παπαντωνίου και τον Βαγενά. Τρέχαμε να τον ακούσουμε να αναρωτιέται για την παιδεία, να προβληματίζεται για τα αρχαία γλυπτά, να εξαίρει τη σημασία των ρωμαϊκών αντιγράφων, να οργίζεται με τα χάλια της σύγχρονης Ελλάδας και να εκστασιάζεται από το κάλλος των μορφών. Στο πρόσωπό του αναγνωρίζαμε τον κοσμοπολίτη και τον ελληνολάτρη, τον ιδανικό καθηγητή που θα μας μυούσε στα μονοπάτια της τέχνης.Σε όσα έλεγε στα μαθήματα συχνά αναφερόταν στους δασκάλους του. Ο Δεληβορριάς τιμούσε εξαιρετικά όσους τον διαμόρφωσαν πνευματικά και συχνά μιλούσε για την καθοδήγηση του Χρήστου και της Σέμνης Καρούζου, όταν εργάστηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας το 1965. Λαχταρούσαμε να τον ακούσουμε να αφηγείται τις ιστορίες των μορφών που πρόβαλαν από το φως της μηχανής με το καρουσέλ των διαφανειών που είχε ετοιμάσει. Εγώ από το τελευταίο θρανίο στη δεξιά γωνία της 638, ενώ χειριζόμουν τη διαδοχή των διαφανειών παρατηρούσα τα πάντα. Όλοι κρεμασμένοι από τα χείλη του. Οι σημειώσεις της παράδοσης γράφονται από τα χέρια μας δίχως το βλέμμα στο χαρτί. Τα μάτια είναι καρφωμένα στα έργα τέχνης που ζωντανεύουν με τον λόγο του στην οθόνη της αίθουσας. Το αινιγματικό χαμόγελο των Κούρων γίνεται ακόμη πιο μυστηριακό, η Αφροδίτη της Κνίδου γίνεται ένα μυθικό πλάσμα, ένα υπερφυσικό κεφάλι γυναίκας από το Ξηροκάμπι, κοντά στη Σπάρτη, μεταδίδει μια ιδιότυπη γοητεία και ο στεφανωμένος Απόλλων από το Γκετί του Μαλιμπού συνομιλεί με τον Απόλλωνα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας και τον αντίστοιχο της Νέας Υόρκης, ενώ ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου στη Λέσβο μας πηγαίνει στις ρίζες πανάρχαιων λατρειών και συνδέεται σε τοπικές τελετές θυσιαστικού χαρακτήρα με την παράδοση της προσφοράς ταύρων.Και από εκεί βρίσκεσαι ήδη στην κοσμική τέχνη των μεταβυζαντινών χρόνων. Σε περιοχές ανέγγιχτες για ανθρωπολόγους και λαογράφους, για να ανιχνεύσει ο Δεληβορριάς τον ερωτικό λόγο όπως αποκαλύπτεται σε ανδρικές και γυναικείες μορφές, στις στάσεις και τις χειρονομίες των σωμάτων, για να αποκαλύψει μέσα από τον εικονισμό νοοτροπίες και αξίες των ανθρωπίνων σχέσεων. Μέσα σε ένα κέντημα από την Κρήτη, σε ένα ζωγραφισμένο σεντούκι από τη Μυτιλήνη, σε μια κασέλα από τη Μάνη, σε ένα υπέρθυρο ανάγλυφο της Αμοργού, σε νυφιάτικα σεντόνια, σε ένα ζωγραφισμένο ξύλο από τη Ρόδο ή την Πάτμο εντοπίζει κανόνες ιεραρχίας και στάσεων σε όρθιες και καθισμένες μορφές, αποκωδικοποιεί την ευτυχία όπως δηλώνεται σε χειρονομίες και κινήσεις, σε γιορτές, σε χορούς, στην ασφάλεια του σπιτιού ή στην ηρεμία της ειδυλλιακής εξοχής. Μιλάει με άλλα λόγια για τη θεατρικότητα που δημιουργούν στις συνθέσεις τους οι ανώνυμοι καλλιτέχνες για να ιστορήσουν τις σχέσεις των δύο φύλων, να εικονοποιήσουν την ιστορία της ανθρώπινης ζωής. Ακριβώς, εδώ αναγνωρίζεις το χαρισματικό δάσκαλο που τεκμηριώνει με γνώση μια άποψη, δίχως να εξαντλείται σε ένα κουραστικό και δυσνόητο λεξιλόγιο, αλλά αισθάνεσαι αυτό που συμβαίνει στη γνήσια αφήγηση: εκείνη τη στιγμή δημιουργείται η ιστορία που ακούς, και για αυτό είναι συναρπαστική.Σκέπτομαι αυτό που λέει ο Σεμπαστιάο Σαλγάδο για τη φωτογραφία πως «Ο μόνος τρόπος να αφηγηθείς μια ιστορία, είναι να επιστρέφεις στο ίδιο μέρος πολλές φορές». Αν δω αυτή την επιστροφή μέσα από την εργασία και τη διδασκαλία του Άγγελου Δεληβορριά δεν μπορώ παρά να σταθώ στην εξερεύνηση του ανθρώπινου τοπίου, και εννοώ την περιπέτεια της ανθρώπινης μορφής. Και θυμάμαι ότι στην αφήγησή του η διαχωριστική γραμμή που έθετε ήταν η εικονομαχία. Ότι δηλαδή με το θρίαμβο των εικονοφίλων ουσιαστικά συνεχίζεται για τον κόσμο του Βυζαντίου έως και τη νεοελληνική τέχνη ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός της τιμής και της λατρείας στο ανθρώπινο σώμα. Η εμμονή του στον ανθρωποκεντρισμό και η αντίληψή του για τη ζωντανή παράδοση στην ιστορία της ελληνικής τέχνης είναι έκδηλη σε όσα πραγματοποίησε και όσα μας άφησε κληρονομιά. Και μας κάνει περήφανους.Με συγκίνηση αποχαιρετώ το μοναδικό δάσκαλο που ευλόγησε και σφράγισε όλους τους φοιτητές του στα δεκατρία χρόνια που δίδαξε στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, από το 1992 έως το 2005.Και τώρα που τον ξανασκέπτομαι χαμογελαστό στον διάδρομο της Φιλοσοφικής να καπνίζει, συνομιλώντας και γελώντας με το φοιτητόκοσμο φοράει πάλι τα υπέροχα ίδια ρούχα: Tζην σαν τη θάλασσα του Αιγαίου, γαλαζωπό πουκάμισο σαν τον ουρανό μας, κόκκινο μπουφάν σαν τις ανατολές της Μυτιλήνης που λάτρεψε. Και στην κορφή το κεφάλι του Άγγελου, σαν ήλιος του Θεόφιλου.
* Ο Ιωσήφ Βιβιλάκης είναι Καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.