Translate

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΠΛΑΝΑ


Αγαπητοί φίλοι έχω την τιμή να συνομιλώ με τον ποιητή/μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα,τον οποίο
ευχαριστώ θερμά για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης!
Α.Ξ.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Κύριε Μπλάνα σας καλωσορίζω στο varelaki και ξεκινώ αμέσως.Παρακολουθείτε , φαντάζομαι, τις πολιτικές,κοινωνικές κια οικονομικές εξελιξεις!Ζούμε λοιπόν σε ανισόρροπους καιρούς.Σε καιρούς δύσκολους για την Ελλάδα ως έθνος και για τους πολίτες της.Τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στην κρίση .Και δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.Μέσα σε όλα αυτά ,μήπως οι Ποιητές και η Ποίησή τους περισσεύουν;Mήπως δεν είναι τούτη εποχή για Ποίηση και άλλα παρόμοια;



ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Υπάρχει μόνο μία εποχή ακατάλληλη για Ποίηση. Και δεν έχει έρθει ακόμα. Αν έρθει -πράγμα που θεωρώ εντελώς απίθανο-  θα είναι η εποχή της πλήρους και παγκόσμιας ρύθμισης της ανθρώπινης ζωής, στη βάση μιας ολοκληρωτικής κοινωνικής λογικής. Η ολοκληρωτική διάβρωση του υποκειμένου από μια κεντρικά οργανωμένη γραμματική της εμπειρίας, θα εξαφανίσει λειτουργίες της γλώσσας απαραίτητες στην Ποίηση. Αλλά, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες ανάπτυξης των κυβερνητικών τεχνικών, που πραγματοποιούν οι μισθωμένοι από τους παράγοντες εξουσίας επιστήμονες, η γλώσσα -και συνεπώς η γραμματική της εμπειρίας- διαθέτει ένα είδος συνεχούς αμφισβήτησης των κανόνων της. Αυτή η αμφισβήτηση παράγει την απροσδιοριστία που ονομάζουμε υποκείμενο. Σαν να λέμε: με τους ανθρώπους άκρη δεν βρίσκεις ή στην κυριολεξία «άβυσσος ή ψυχή του ανθρώπου», πράγμα που αποτελεί τη μόνη ελπίδα ελευθερίας, παρά τις αρνητικές συνδηλώσεις αυτών των εκφράσεων. Όλες οι άλλες εποχές -της δικής μας συμπεριλαμβανομένης- είναι εποχές για Ποίηση. Οι ποιητές πάντα περίσσευαν και πάντα έλειπαν. Περίσσευαν για τους τοκογλύφους, τους δικτάτορες και τους ηλιθίους οπαδούς τους και έλειπαν για το ανθρώπινο γένος. Όποιας λογής πρόβλημα κι αν αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι, σε οποιοδήποτε πλάτος ή βάθος, δεν θα μπορούσαν να δουν τις παραμέτρους του αν δεν υπήρχαν διανοητές: φιλόσοφοι, στοχαστές, επιστήμονες, ποιητές, καλλιτέχνες, πεζογράφοι. Η ποιητική καλλιέργεια μιας εποχής είναι η ταυτότητά της. Οι Ευρωπαίοι ποιητές δεν «είδαν» την παράμετρο του Ναζισμού και η Ευρώπη πέρασε μέσα από την κόλαση. Οι Ρώσοι ποιητές «είδαν» την παράμετρο της επαναστατικής μεταμόρφωσης της κοινωνίας τους και πραγματικά βοήθησαν μιαν ένδοξη επανάσταση. Δεν «είδαν» όμως την παράμετρο του βιασμού του υποκειμένου και βοήθησαν ώστε η ένδοξη επανάσταση να μεταμορφωθεί σε κόλαση. Συνήθως οι άνθρωποι κολυμπούν μέσα στο παρόν, όπως τα ψάρια μέσα στο νερό: δεν βλέπουν την ύπαρξή τους. Αδυνατούν να διεισδύσουν σε αυτό που συμβαίνει. Αν όχι οι ποιητές, τουλάχιστον η ποίηση -ως στοχαστική πρακτική- έχει τη δυνατότητα να διεισδύει, διότι για τα πράγματα και τις καταστάσεις ο μοναδικός δρόμος είναι οι λέξεις.


 ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Προσωπικά θεωρώ ότι η ποίηση [και γενικά η λογοτεχνία ] ανθίζει μέσα στο διαδίκτυο.Γίνονται όμορφες δημιουργικές ζυμώσεις και ανταλλαγές.(Το εχω μάλιστα υποστηρίξει δημόσια σε σχετικό άρθρο μου στο Protagon).Ποιά είναι δική σας άποψη αναφορικά με το θέμα <<Λογοτεχνία και διαδίκτυο>>.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: Το διαδίκτυο είναι ένας εντελώς καινούργιος επικοινωνιακός τόπος και μια τεράστια -ασύλληπτη για τα μέχρι σήμερα δεδομένα- αποθήκη πληροφοριών, η οποία αυξάνει συνεχώς. Στο επίπεδο της επικοινωνίας, έχει το προνόμιο να μην περιορίζεται από τον συμβατικό χώρο και χρόνο. Επίσης απουσιάζουν από αυτό κάποιοι κλασσικοί θεσμοί, οι οποίοι εν πολλοίς περιορίζουν τις πνευματικές δραστηριότητες και αποκαρδιώνουν τους ανθρώπους που επιθυμούν να γράψουν ποίηση. Στο διαδίκτυο, καθένας μπορεί να δημοσιεύσει αυτό που έγραψε -και νομίζει πως είναι ποίηση- χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάνευση ενός εκδότη, ενός κριτικού ή μερικών ομοτέχνων του. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα. Πρώτον: μπορεί εύκολα να αυξηθεί ο αριθμός των ποιητικών κειμένων χωρίς ποιότητα, αφού το μοναδικό κριτήριο είναι οι απόψεις του ίδιου του συγγραφέα. Δεύτερον: μειώνονται οι αντιστάσεις που μπορεί να συναντούσε κάποια εντελώς καινοφανής ποιητική προσπάθεια. Στο επίπεδο της αποθήκευσης πληροφοριών, η ευκολία με την οποία μπορούν να εντοπιστούν τα πιο διαφορετικά βιβλία, καθώς και η «συνειρμική» διάσταση της δικτύωσης των πηγών, δημιουργούν ένα ερεθιστικό περιβάλλον συγκρητισμού, που οπωσδήποτε παρέχει ευκαιρίες πειραματισμών στην ποίηση.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Πώς βλέπετε το μέλλον της Ποίησης στον τόπο μας;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: Αν κρίνω από τη θέρμη με την οποία όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζητούν να γράψουν και να εκδώσουν ποίηση, νομίζω πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κύμα ανάληψης πνευματικού ρόλου από το κοινωνικό υποκείμενο. Το ριζικό πρόταγμα της ποίησης είναι η αλήθειες που αποκαλύπτονται στη διάρκεια της αναμόχλευσης των παθών μας. Υπάρχει μια αβυθομέτρητη σοφία στη δύναμη με την οποία η επιθυμία προσπαθεί να αφομοιώσει τον κόσμο. Ίσως η μόνη πραγματική πραγματικότητα να είναι οι τροπισμοί της επιθυμίας στην προσπάθειά της να αναμετρηθεί με τα αντικείμενά της. Κάθε σχέση με την ποίηση θέτει σε αμφισβήτηση τον θεσπισμένο σύστημα συμβόλων που έχουμε συνηθίσει να αποδεχόμαστε ως πραγματικότητα, ενώ δεν είναι παρά μια σχέση εξουσίας με την επιθυμία των ισχυρότερων. Δεν ξέρω αν το μέλλον θα μας δώσει «μεγάλους» ποιητές. Αυτό είναι ζήτημα που σχετίζεται με ατομικές ψυχές. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι κουβαλάει στην κοιλιά της κάθε γυναίκα. Μπορεί να τη βλέπουμε να διαλέγει ντομάτες στον μανάβη, με την κοιλιά μέχρι το στόμα -που λέμε- κι εκείνη να τρέφει μέσα της ένα ον με την ποιητική δύναμη δέκα Σαίξπηρ κι εκατοντάδων Γκαίτε. Εκείνο που έχω να πω είναι πως η πληθωρική ποιητική δημιουργία, παρά την στερεοτυπία που αποπνέει (οι περισσότεροι ανάμεσά μας ασχολούνται ερασιτεχνικά με την ποίηση και είναι άδικο να τους ζητά κανείς ιδιαίτερη πρωτοτυπία) ειδοποιεί για την αύξηση της καλλιέργειας στο κοινωνικό σύνολο και ειδικά της καλλιέργειας που προέρχεται από την ποιητική θεώρηση της πραγματικότητας.  Αυτή η θεώρηση είναι πάντα αντιεξουσιαστική - σε επίπεδο συνειδητού ή ασυνειδήτου.



AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Αισθάνεσθε περισσότερο ποιητής και λιγότερο μεταφραστής ή το αντίστροφο;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: Η μετάφραση είναι ένα μέρος της ποιητικής δραστηριότητάς μου. Δεν μπορώ να διαχωρίσω το ψυχικό ρευστό που κατευθύνω προς την ποίηση από το ψυχικό ρευστό που κατευθύνω προς τη μετάφραση. Αποτελούν στιγμές ή τόπους του ίδιου μάγματος. Μονάχα οι λέξεις «ποίηση» και «μετάφραση» θέτουν διακρίσεις.  Θα μπορούσα να πω πως όταν μεταφράζω, γράφω ποιήματα με θέμα το προς μετάφραση κείμενο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μεταφράσεις. Αυτός είναι ο πιο ειλικρινής. Φυσικά, όποιος δεν έχει γνώση του ψυχικού ρευστού του, δύσκολα μπορεί να κινηθεί με ελπίδα να παράγει κάτι της προκοπής, σε αυτόν τον ασύμμετρο τόπο.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιό έργο επιθυμείτε πολύ να μεταφράσετε οπωσδήποτε στο μέλλον;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: Την «Ιλιάδα», οπωσδήποτε. Την έχω αρχίσει. Τυπώθηκαν δύο ραψωδίες κι έχω έτοιμες άλλες τρεις. Αλλά κάθε λέξη είναι μια σκοτεινή τρύπα που σε γοητεύει. Δεν μπορείς να στέκεσαι συνέχεια στο χείλος της. Αν εκτιμάς τον εαυτό σου πρέπει να πέσεις μέσα της. Και δεν ξέρεις ούτε που θα σε οδηγήσει, ούτε πότε θα βγεις, ούτε καν αν αξίζει τον κόπο να βγεις. Θα το κάνω όμως. Καμιά φορά συναντάς τον Θερσίτη στη Σταδίου και σου λέει τι πρέπει να κάνεις. Ένας άστεγος είναι. Αλλά υπάρχει με έναν τρόπο ασύλληπτης εγρήγορσης.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιές οι σχέσεις σας με την πεζογραφία;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: Από επτά ετών, που πρωτοδιάβασα τον «Γέρο και τη θάλασσα» του Χέμινγουεϊ, διαβάζω οποιοδήποτε βιβλίο αφηγείται μια ιστορία. Δεν με ενδιαφέρει το είδος, με ενδιαφέρει η γοητευτική αφήγηση. Δεν με ενδιαφέρει ούτε το θέμα, ούτε η κοινοτοπία του. Αρκεί να αφηγείται ο πεζογράφος με ενδιαφέροντα τρόπο. Μετά την ανάγνωση των 400ων περίπου κλασικών πεζογραφημάτων, μέχρι τα σαράντα μου χρόνια, σήμερα ανοίγω τα πεζογραφικά βιβλία και διαβάζω την πρώτη πρόταση. Ο αφηγητής δείχνει αν αξίζει να διαβάσεις την ιστορία του από την πρώτη πρόταση. Δείτε: «Κάποιος πρέπει να είπε ψέματα για τον κ. Ιωσήφ Κ...» [Κάφκα], «Ο Τζων Τ. Άνγκερ καταγόταν από μια οικογένεια, που για πολλές γενιές ήταν πασίγνωστη στον Άδη...» [Φιτζέραλντ], «Ήταν γέρος και ψάρευε μονάχος του μ' ένα βαρκάκι...» [Χέμινγουεϊ].



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιό από τα δικά σας ποιητικά  βιβλία αγαπάτε περισσότερο και γιατί...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Πάντα το πιο πρόσφατο. Είναι λόγω έντασης των συναισθημάτων. Καμιά φορά μελαγχολώ και γυρίζω πίσω και σκέφτομαι και τότε νομίζω πως αγαπώ περισσότερο κάτι ποιήματα που δεν έγραψα ποτέ -αλλά σκέφτηκα να τα γράψω- όταν ήμουν πολύ νεαρός. Δεν ξέρω αν μετράει αυτή η αγάπη. Εκείνα τα άγραφα ποιήματα δεν μου έδωσαν ποτέ την ευκαιρία να τα φοβηθώ ή να τα μισήσω.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Aγαπημένοι σας ποιητές ,συγγραφείς και μεταφραστές.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Αγαπώ έναν μάλλον τεράστιο αριθμό Ελλήνων και ξένων ποιητών, συγγραφέων και μεταφραστών, για πολλούς και διάφορους λόγους. Είμαι πολυγαμικό ον σε ό,τι αφορά στην τέχνη. Πάντως ο Όμηρος, η Βίβλος, η αττική τραγωδία ο Ντοστογιέφσκι, ο Κάλβος, ο Σικελιανός, ο Έζρα Πάουντ, ο Μαγιακόφσκι, ο Κάφκα, ο Ντεκάρτ, ο Χούσερλ, ο Καστοριάδης, ο Μαρξ, ο Ντεμπόρ... με έχουν στοιχειώσει.



AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ως θεατρολόγος δεν θα μπορούσα να μην σας κάνω αυτήν την ερώτηση.Παρακολουθείτε θέατρο;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Παρακολουθώ με μανία και διαβάζω και μεταφράζω θέατρο. Η σχέση μου με την ποίηση είναι αμιγώς θεατρική. Ήθελα να γίνω ηθοποιός. Είχα δώσει εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο, αλλά δεν πέρασα. Ήταν πολύ φτωχή η προετοιμασία μου. Βασάνισα τους εξεταστές. Παρατήρησα πως προσπαθούσαν οι άνθρωποι να με κάνουν να τους δώσω μια ένδειξη, ένα δικαιολογητικό για να με περάσουν. Αργότερα κατάλαβα πως είχαν δει σε μένα κάτι σχετικό με την ποίηση, αλλά όχι έναν ηθοποιό. Η ποίηση γεννήθηκε από το θέατρο του ανθρώπου μπροστά στα πνεύματα που νόμιζε πως κατοικούσαν τον κόσμο. Όταν γράφεται ένα ποίημα, κάποιος ανεβαίνει σε μια σκηνή και λέει κάτι που αφορά στους θεατές. Η ποίηση είναι μια μικρογραφία τελετής μύησης, μυστηριακό θέατρο, ιερή μεταμόρφωση του εντός σε εκτός, του ατομικού σε κοινό. Πώς θα μπορούσε κάποιος να διαβάσει το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», χωρίς να ανεβάσει μέσα του μια θεατρική παράσταση; Τι άλλο θα μπορούσε να του συμβεί; Τι μας κάνει ένα ποίημα, όταν το διαβάζουμε; Μας κάνει ηθοποιούς και σκηνοθέτες και σκηνογράφους και φωτιστές. Το θέατρο είναι αυτό που συνδέει την ποίηση με τη φιλοσοφία, με τη γνώση της ουσίας των πραγμάτων. Ξέρετε, ο Ντεκάρτ, γράφει στα σημειωματάριά του πως το βράδυ πριν τη μέρα που ένοιωσε πως είχε συλλάβει τη φιλοσοφία του, είδε ένα όνειρο που είχε σχέση με κάποιο ποίημα. Και στο ίδιο σημειωματάριο γράφει πως θεωρεί τον εαυτό του έναν ηθοποιό που φοράει τη μάσκα του και βγαίνει στο σανίδι της ζωής και υποδύεται την αλήθεια!  



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Πιστεύετε στην κριτική;O ίδιος διαβάζετε τις κριτικές που γράφονται για τα έργα σας;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Πιστεύω απόλυτα. Εγώ ευτύχησα να έχω καλούς κριτικούς. Κατάλαβαν τι προσπαθούσα να κάνω. Και όταν με έψεγαν για κάτι, ήταν απόλυτα σωστό. Με βοηθούσε. Το εντυπωσιακό είναι πως δεν είχα ποτέ ούτε καν κοινωνική σχέση μαζί τους. Μερικούς από αυτούς τους γνώρισα χρόνια πολλά μετά από τις κριτικές τους. Αλλά πέρα από την προσωπική μου εμπειρία, νομίζω πως η κριτική είναι φυσική απόρροια της ποίησης. Ο πρώτος κριτικός είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Πρέπει να υπάρξει δίκαιος, αυστηρός, αλλά και συγκαταβατικός απέναντι στις μεθόδους και τα υλικά του. Ο δεύτερος κριτικός είναι ο  αναγνώστης. Δεν γίνεται αλλιώς. Οι μέθοδοι και τα υλικά του ποιητή είναι πράγματα που σχετίζονται με τη γλώσσα. Είναι δεσμευμένος από τη ριζική λειτουργία της γλώσσας που είναι η επικοινωνία. Αυτοί που αναλαμβάνουν τον ρόλο του «επαγγελματία» -ας πούμε-  κριτικού, επιτελούν έργο σημαντικό για την ενσωμάτωση της ποίησης στις διαδικασίες της αναπαραγωγής ή της αμφισβήτησης ενός πολιτισμού. Και διακινδυνεύουν περισσότερα από τους ποιητές. Αν κάνουν λάθος, θα χαθούν κάτω από το βάρος του αδικημένου ποιητή. Αν κρίνουν σωστά, θα παραμείνουν για πάντα στη σκιά του.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Aπό τα διαβάσματά σας....αν σας ρωτούσα να μου επισημάνετε 3 βιβλία που διαβάσατε και σας σημάδεψαν τόσο που σας άλλαξαν το βλέμμα για τα πράγματα ,τί θα απαντούσατε;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Πρώτα-πρώτα, ο «Λόγος περί της μεθόδου» του Ντεκάρτ (στα 15 χρόνια μου). Έπειτα, τα «Κάντος» του Έζρα Πάουντ (στα 23 χρόνια μου) και τέλος η «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» του Καστοριάδη (στα 30 χρόνια μου). Έκτοτε υπήρξαν κι άλλες αποκαλύψεις.

 
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Γίνονται πολλές προσπάθειες τα τελευταία χρόνια για την υποστήριξη του ψηφιακού βιβλίου...Πείτε μου για το δικό σας ψηφιακό βιβλίο..
.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Το πρώτο ψηφιακό μου βιβλίο ήταν η μετάφραση των αποσπασμάτων του Αρχίλοχου, το 1998. Έπειτα το ποίημά μου «Επεισόδιο», το 2001. Αυτά βγήκαν μετά και σε κλασική μορφή βιβλίου. Βέβαια εκείνα τα δύο δεν μπορούσαν να μετακινηθούν από τον ηλεκτρονικό τόπο που είχε αναλάβει την έκθεσή τους (το Τμήμα Μηχανικών Τηλεπικοινωνιών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Αλλά εκείνη την εποχή, έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε τρόπος να διαβάσεις ηλεκτρονικό κείμενο παρά σε επιτραπέζιους υπολογιστές ή Laptop. Ήταν ουσιαστικά τα πρώτα ηλεκτρονικά βιβλία στην Ελλάδα. Πριν από κάμποσους μήνες, οι νεαροί φίλοι μου που διατηρούν το ψηφιακό περιοδικό «Βακχικόν», εξέδωσαν ορισμένα δοκίμιά μου σε μετακινήσιμη μορφή PDF. Τα πράγματα έχουν προχωρήσει πολύ. Μ' ένα Tablet έχεις στη διάθεσή σου ογκωδέστατα βιβλία. Ας πούμε, ένα Tablet μπορεί να σου προσφέρει όλη την «Πατρολογία», που χρειάζεσαι μια τεράστια βιβλιοθήκη για να την αποθηκεύσεις. Είναι μεγάλη ευκολία. Το κείμενο φωτογραφημένο και καθαρισμένο από σπάνιες εκδόσεις. Αλλά και οι σύγχρονες εκδόσεις διαβάζονται άνετα, πολύ άνετα. Αυτό που δεν έχει γίνει κατανοητό είναι πως τα ηλεκτρονικά βιβλία αποτελούν μιαν ακόμα μορφή έντυπης επεξεργασίας κειμένου. Το γεγονός πως αντί για μια σελίδα χαρτιού έχεις μπροστά σου την οθόνη μιας λεπτής και ελαφριάς συσκευής που μοιάζει με βιβλίο δεν σημαίνει τίποτα απολύτως για το ίδιο το κείμενο. Οι συντελεστές (γράμματα και μάτι) παραμένουν ίδιοι. Είναι ζήτημα τεχνικής άνεσης. Τίποτα άλλο. Σκεφτείτε πως τα βιβλία δεν πρόκειται να πάψουν ποτέ να τυπώνονται, απλά διότι εξασφαλίζουν την υλική υπόσταση του κειμένου και δεν χρειάζονται καμιά πηγή ενέργειας για να λειτουργήσουν. Από την άλλη υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός βιβλίων που θα μπορούσαν να είναι μόνο ηλεκτρονικά ή κατά κύριο λόγο ηλεκτρονικά - περιορισμένα αντίτυπα να τυπώνονται. Αυτό τουλάχιστον ίσως έσωζε μερικά δάση στον πλανήτη.

 ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Yπάρχει από πολύ κόσμο μια αγανάκτηση απέναντι στους εκδοτικούς οίκους και τις πολιτικές τους.Είναι δικαιολογημένη η αγανάκτηση αυτή;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Οι εκδοτικοί οίκοι είναι επιχειρήσεις. Μοιραία στέκονται με το ένα πόδι στον τόπο του αντικειμένου της δραστηριότητάς τους, που είναι το βιβλίο ως φορέας τέχνης και γνώσης, και με το άλλο πόδι στον άγριο τόπο του καπιταλισμού. Όσο περνά ο καιρός τα πράγματα δυσκολεύουν. Το επιχειρηματικό περιβάλλον γίνεται στυγνό. Το μόνο παράπονο που συμμερίζομαι απόλυτα είναι: Γιατί ανεχόμαστε μια κοινωνική λογική, τον καπιταλισμό, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το βιβλίο παρά μόνο σαν προϊόν.  


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Υπάρχουν νέοι εμπνευσμένοι ποιητές σήμερα;Ποιά λόγια θα απευθύνατε σε έναν νέο ποιητή;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Υπάρχουν αρκετοί. Μερικοί εντυπωσιάζουν. Κάποιοι άλλοι απελευθερώνουν σταδιακά τις δυνάμεις τους. Αυτό που έχω να πω στους νέους ποιητές είναι: «Ούτε θεός, ούτε πατέρας, ούτε αφέντης». Αν αντιληφθούν αυτό το σύνθημα σαν αιχμή αυτονομίας και όχι σαν συναισθηματική υπεκφυγή, η ζωή τους και η ποίησή τους θα αξίζουν πολλά.

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ/ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ/ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ

σελ :66-67

Επιστρέφοντας από τη μικρή μου απόδραση βρέθηκα αντιμέτωπη με ένα φρικτό θέαμα:o Aγγελος σε άθλια κατασταση,μισοξαπλωμένος στο χαλί,μισόγυμνος,πιωμένος,με φευγάτο βλέμμα,μισοχαμογελούσε κι έβριζε,λουσμένος στον ιδρώτα και αναδύοντας μια απαίσια μυρωδιά.<Ξόφλησα,ξόφλησα...> επαναλάμβανε ρυθμικά,βρισκόμενος μάλλον σε παραλήρημα.Βλέποντάς με σταμάτησε λιγάκι,με κοίταξε ευθέως μέσα στα μάτια-σιωπώντας και συλλογιζόμενος-...ώσπου ξαφνικά,με μια αδέξια κίνηση,ρίχνει κάτω το μπουκάλι με τι ουίσκυ και το κάνει κομμάτια.Ναι,είχε πιει...για άλλη μια φορά.Τα γυαλιά,μικρά λεπτα θρύψαλα με φόβησαν.Τον πήρα από το χέρι.
-΄Ελα σήκω...
Σαν παιδί υπάκουσε,κουνώντας το κεφάλι,μα τα μάτια του είχαν πλημμυρίσει δάκρυα.Το βίντεο έπαιζε παλιές καλές παραστάσεις.Αποφασιστικά άρπαξα το τηλεκοντρόλ και το έκλεισα.<Πρέπει να φανώ γενναία>,σκέφτηκα.
<Όλα εντάξει>,του ψιθύρισα στ΄αυτί.
Τον άκουγα να βαριανασαίνει...Λυγμοί και ανάσες είχαν γίνει ένα.<΄Ολα καλά>,επανέλαβα...Με δυσκολία ανεβηκαμε τη γυριστή σκάλα.
Σ΄αυτήν τη περ'ιπτωση,αν δεν ήταν τα περιττά μου κιλά,το σώμα μου δεν θα΄χε αντέξει το φορτίο να <κουβαλήσει> ένα δυνατό καλογυμνασμένο σώμα.
<Λίγο ακόμα...>
Το κορμί του σωριάστηκε βαρύ στα λευκά σεντόνια΄ σε δευτερόλεπτα τον άκουσα να ροχαλίζει.΄Εμεινα και τον κοίταζα ενώ κοιμόταν.Δεν ήταν γαλήνιος ύπνος αυτός,αλλά φουρτουνιασμένος ,αγριεμένος και τρομαγμένος μαζί.΄Ηταν περίεργο,μα δεν έκλαψα.

 σελ 34-35

..]Τελευταία η επικοινωνία μας έχει χαθεί.Δεν κοιταζόμαστε στα μάτια...Μετρημένα τα φιλιά και τα αγγίγματα...Περιορισμένες οι βόλτες στη θάλασσα...Τη φωνή του έχω καιρό να την ακούσω.Παίρνω συχνά τη μικρή και φεύγω για να του αφήνω χώρο.Ξέρω πως κάτι απασχολεί το μυαλό του...΄Εχει σκοτεινιάσει παράξενα το βλέμμα του...Φοβάμαι πως κάποια άλλη γυναίκα έχει αρχίσει να τον συγκινεί...Τον έρωτα στα πρώτα του σκιρτήματα δεν μπορείς να τον νικήσεις.Φέρνει τα πάνω κάτω απότομα και αποφασιστικά.Οι καθημερινές απουσίες μας φαίνεται ότι τον βολεύουν...ή και τον ανακουφίζουν,ίσως...Κάποιες φορές που συναντιόμαστε μου χαιδεύει το μάγουλο με συγκατάβαση,γελάει κουρασμένα κι είναι σαν να μου λέει<ευχαριστώ που είσαι διακριτική!΄Ολα περνάνε...>΄Ωρες βυθισμένος στον εαυτό του, σε σκέψεις μυστικές ,δεν μου αφήνει περιθώρια για διάλογο.Σέβομαι τούτες τις ώρες.Μού΄χει μάθει να σέβομαι τις επιθυμίες του ,όσο εγωιστικό κι αν είναι.Πνίγω μέσα μου λέξεις,απορίες,παίζω σκληρό παιχνίδι με τα νεύρα και τις αντοχές μου.Κατά καιρούς αφαιρείται,συνήθως όταν τον απασχολεί η νέα παράσταση.Πρόκειται για δημιουργική απομόνωση.΄Ομως τώρα δεν είναι το ίδιο,το αισθάνομαι...Ο νους μου πάει στο κακό,μια αλλιώτικη θλίψη που δεν θα ταίριαζε με ένα νέο έρωτα...Όχι,όχι...
Τα μαθήματα με την Ιφιγένεια συνεχίζονται σ΄αμείωτους ρυθμούς.Η κορούλα μου είναι ξετρελαμένη.Το γεγονός αυτό είναι το μόνο που μου δίνει χαρά και με καθησυχάζει κάπως,αλλά μονάχα παροδικά.Ο δαίμων της ανησυχίας έχει χτίσει φωλιά μέσα μου και τα βράδυα δεν μ΄αφήνει να κλείσω μάτι.Τριγυρίζω σα σκιά στο μισοφωτισμένο μας σπίτι,διαβάζω λίγο,γράφω λίγο,μέχρι να νυστάξω.Μια δυο φορές είδα τον ΄Αγγελο καθισμένο στο σαλόνι πλάι στο τζάκι ,να περιστοχάζεται με βλέμμα απλανές.Δεν του μίλησα.Βλέποντάς τον να φέρνει το ποτό στο στόμα του είπα να πάω να πιω και εγώ μαζί του.Το είχα ανάγκη.Είχα ανάγκη τη συντροφιά του,την αγκαλιά του.Μου΄χε πραγματικά λέιψει...Ζούσε στο σπίτι μας,μα ήταν απών.Δεν τον διέκοψα.Τον άφησα στη μοναξιά του.Τώρα έχω τύψεις...και γι΄αυτό.



 σελ:56-57

Μια μέρα ,στα ξαφνικά,μια ιδέα αστραπή μ΄εβαλε σε κίνηση.Πήρα την οικογενειακή μας κάμερα και εισέβαλα στο μικρό studio του Άγγελου στα Εξάρχεια.Εκείνος αρχικά,ήταν τόσο απορροφημένος με την μικρή μπαλαρινούλα του που δεν με αντιλήφθηκε διόλου.Μα δεν πειράχτηκα,ήταν αναμενόμενο.Βρήκα ευκαιρία να <κλέψω> λίγες ευτυχισμένες στιγμές του,ν΄απαθανατίσω στιγμές πάθους.΄Ημουν περήφανη για το εύρημά μου,ένιωθα ανακούφιση και ψυχική ανάταση,συναισθήματα σχεδόν ξεχασμένα από καιρό.΄Ηταν ίσως οι τελευταίες στιγμές του Αγγελου όπως τον γνώριζα και με γοήτευε.Η μικρή κρεμόταν από τα χείλη του,με στωικότητα επαναλάμβανε τις ασκήσεις και ,με εμπιστοσύνη στον γλυκό της δάσκαλο,επεδείκνυε μια απίστευτη αυτοσυγκέντρωση.Ως θεατής,εξωτερικός παρατηρητής,είδα μια κοινή σύνδεση ανάμεσά τους.Ο μεταξύ τους κρίκος τελικά δεν ήμουν εγώ,αλλά ό χορός.Το συναίσθημα της ζήλιας άρχισε να ξυπνά μέσα μου,αλλά στάθηκα ανόητη,αναφορικά με ό,τι ακολούθησε και μας απέδειξε μικρούς.
Κάποια ανύποπτη στιγμή το βλέμμα του Άγγελου καρφώθηκε πάνω μου.Διασταυρώθηκε με τη δική μου ανίσχυρη ματιά,στάθηκε διφορούμενο,αποφάνθηκε αθωότητα και σιωπηλή συγκατάβαση.Το παιδί έτρεξε και με φίλησε.
-Κοίτα,μανούλα,κοίτα!
Έκανε μια κομψή πιρουετίτσα.Τη χειροκρότησα και η καρδιά μου ξεχείλιζε από περηφάνια.Επεξεργαζόμουν τα δύο λαμπερά πλάσματα και αισθανόμουν ότι πρόδιδα εκείνο που είχα πονέσει για να το φέρω στο φως.Το αδικούσα.Ο έρωτάς μου για τον ΄Αγγελο ήταν πιο δυνατός.' Ημουν αυτάρκης να τον αγαπώ και δεν άντεχα άλλο εκείνο το σκηνικό και την απόμακρη στάση του.Μάζεψα την κάμερα,βγήκα έξω.Πνιγόμουν από τις ίδιες μου τις βασανιστικές σκέψεις.΄Εγινα ένα με το πλήθος,ένας κοινός διαβάτης.Μια λαική μουσική μίλησε μέσα μου:

<Πες μου για δε μ΄αφήνεις με δύο φιλιά να πάρω
άπ΄τα θολά σου μάτια τη μαύρη συννεφιά...>>



[ Κάπου στη 'Βραδύτητά' του ο Κούντερα αναφέρει " : Η αληθινή ουσία του χορευτή έγκειται ακριώς σε αυτή τη μονομανία, να βλέπει την ίδια του τη ζωή σαν υλικό ενός έργου τέχνης -την ηθική δεν την κηρύσσει, τη χορεύει! Θέλει να συγκινήσει και να θαμπώσει τον κόσμο με την ομορφιά της ζωής του! Είναι ερωτευμένος με τη ζωή του, όπως μπορεί νά 'ναι ερωτευμένος ένας γλύπτης με το άγαλμα που σμιλεύει..."
Η ζωή μας είναι συνυφασμένη με την τέχνη. Και αλλιώς, η τέχνη συνιστά τη ζωή μας. Η μία δίνει νόημα στην άλλη, αλληλοσυμπληρώνονται, η σχέση είναι καθαρά ερωτική, και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Η τέχνη που φέρνει τη ζωή σε έκσταση δεν μπορεί να 'ναι ψέμα. Το 'χω βιώσει σ' ολη του την έκταση, άρα δεν είναι ψέμα. Και είναι προνόμιο να σου δοθεί μια τέτοια χάρη, όταν η ασχήμια σε πληγώνει. Και κάνεις αγώνα να την αποτινάξεις από πάνω σου, για να μην σε διαφθείρει', σε 'διαβρώσει',σε 'αλλοιώσει', σε 'παραλύσει'. Η ανατροπή της ζωής μέσω της τέχνης είναι ανανεωτική. ]

Μιχάλης Γκανάς | Ο ύπνος του καπνιστή | Καστανιώτη (2003)

"Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
Τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
Χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Oπως η αγάπη μου για σένα φερ' ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο και από σένα ενίοτε.
Ελα, σε πειράζω.
Δωσ' μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
Προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου˙ η καρδιά μου ξαγρυπνά.
Σαν τη δική σου μυρωδιά κλαράκι δεν την έχει".


Μιχάλης Γκανάς | Ο ύπνος του καπνιστή | Καστανιώτη (2003)