Translate

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ (στα πλαίσια του Εγχειρήματος «Επιτρέπεται»*)





ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου, 19.00
Σπίτι της Κύπρου
Ξενοφώντος 2Α, Αθήνα
μετρό Σύνταγμα

ΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ
Λιλή Ντίνα

O σύγχρονος άνθρωπος ζει σε έναν ελεγχόμενο και κατευθυνόμενο κόσμο, όπου του επιβάλλεται να είναι επίπλαστος ή επιβαλλόμενος εαυτός, χωρίς να του δίνεται η δυνατότητα να το ανακαλύψει.
Με επιθυμίες a la carte, διαμορφωμένες από πολιτικοοικονομικές σκοπιμότητες και ως Δούρειο Ίππο την κοινωνική δικτύωση, όλα επιτρέπονται και τίποτα δεν απαγορεύεται (διότι οι απαγορεύσεις είναι εργαλεία δημιουργίας προσωπικών επιθυμιών).
Επιβεβλημένη και ατέρμονη η  απόλαυση τέτοιων επιθυμιών.
Η βραδιά ποίησης εκ των πραγμάτων, μετατρέπεται και σε βραδιά διάδρασης.
Όλοι μας, ακούγοντας τα ποιήματα, μοιραία βάζουμε με το νου μας, το δικό μας σημείο στίξης, όμοιο ή άλλο από του ποιητή (ισχύει και το μόριο ΔΕΝ).

Λιλή Ντίνα

ΑΠΑΓΓΕΛΛΟΥΝ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
Γιώργος Βέης
Γιώργος Βέλτσος
Χάρης Βλαβιανός
Ιουλίτα Ηλιοπούλου
Φροσούλα Κολοσιάτου
Γιώργος Μαρκόπουλος
Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης
Φλώρα Ορφανουδάκη
Τίτος Πατρίκιος
Νάντια Στυλιανού
Δήμητρα Χριστοδούλου


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ
Η AΛΛΗ ΜΟΝΑΞΙΑ
Από την ποιητική συλλογή "Με άλλο βλέμμα"

Τώρα με κάθε ανάσα μπαίνει πιό βαθιά η μοναξιά
Με κάθε σκέψη δακρύζει η ματιά.
Κάποτε είχε πρόσωπο και σώμα
τόπο κι ουρανό
κι αυτόματα χανόταν
αν μιά ευχή εκπληρωνόταν.

Τώρα απρόσωπη η μοναξιά
σαν συννεφιά όλο πυκνώνει
χωρίς όμως ποτέ να φέρνει βροχή
Δεν αισθάνομαι τόσο τις ελλείψεις
όσο την ανυπόφορη παρουσία
ανθρώπων και καταστάσεων
ασχέτων μ' αυτό που είμαι σήμερα.
Πώς θα βγω απ' αυτή τη μολυσμένη θλίψη;
Ο νέος άνθρωπος και δύναμη παίρνει από τη μοναξιά
Όμως, ο πληγωμένος από το χρόνο,
πληγώνεται περισσότερο
αφού βλέπει να καταδικάζεται σ' αυτή
και ο χρόνος που του μένει



ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Από τη συλλογή Ανοικτό Τετράδιο

Ακακία· όχι ανάμνηση αλλά δικαιωμένο παρόν-
άργησε φέτος ν΄ ανθίσει·

στον ίσκιο της σήμερα αισθήσεις πάλι φίλντισι
ένα μισάνοιχτο στόμα της μουσικής
η εμφανής βεβαιότητα των φύλλων
εκείνα τα σημάδια της πάλης με το χιόνι
τα λεπτά δάχτυλα του Μαρτίου
η περηφάνια του δάσους σ ʼέναν και μόνον κάλυκα

πόσο σού μοιάζει αυτή η έπαρση
και η σαγήνη μαζί·
(έχω σημειώσει κι άλλοτε:
στην παρακμή των καρπών
το μέτρο των ονείρων·
πατημένα μήλα,
φλούδες που ήταν κάποτε ο κόσμος
χυμένα σπλάχνα χρωμάτων
χρυσόμυγες, τυφλά σκουλήκια
εκδικούνται ή θέλουν άραγε να ματαιώσουν εικόνες;
απλωμένα μυστικά περιμένουν τη λύση τους
αλλά το χέρι που έβαλε τις φωτιές
κι έκανε τα δέντρα θάνατο θέλει κόψιμο θάνατο.)

Πόσο σού μοιάζει αυτή η έπαρση
και η σαγήνη μαζί·
εννοείται ότι σου γράφω με κάρβουνα, δεν έχω χαρτί
χούφταλα κλαδιά γεμίζουν τους δρόμους, δεν έχω χαρτί
αλλά σκουπίδια, στα μάτια μιαν ίωση χρόνου
που βλέπει από τώρα κιόλας πλανήτες στάχτες
κι έναν άνθρωπο ξεχασμένο στη γωνία των ματαιοτήτων
σʼ όλα εκείνα τα ξέπνοα «δεν», τα «ίσως θα έπρεπε»
που ξεστόμισε χωρίς να ξέρει τίποτε
μέσα στο φως περιμένει από καιρό μιαν άλλη θέα,
ένα άλλο τοπίο φιλόξενο να τον στεγάσει, να τον σκεφτεί
όχι ως μέγα κρίμα αλλά ως συγχώρεση.
Μη με περιμένεις πια, κλείσε αμέσως θέση σ΄ αυτό το όνειρο
εκεί θα βρεις άλλωστε, μεταξύ άλλων, την ίδια την ακακία
του πρώτου



ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ
Από την ποιητική συλλογή
"MCMXLIV
Κανένας εαυτός"

Φέρω επάνω μου το μαύρο σημάδι
που δεν σας ζήτησα
συναρτημένο με άμφια παράξενα
που δεν θα ήθελα σκυμένος να φορέσω
Πεντάλφα, αποδεικτική ότι είμαι ένας απο σας
στην εκκλησία του Διαβόλου
διαπιστευτήριο προϊστορικό για τα ασυγχώρητα

Θα έγδερνα το δέρμα μου να το εξαφανίσω
αποτάσσοντας τη σολωμονική
και τις νυκτερινές ακολουθίες της Ποίησης
Θα έσβηνα το έγκαυμα στο μέτωπό μου
όπως το συνηθίζετε σφραγίζοντας τα επί σφαγή
Θα επέστρεφα στη λευκότητα των παιδικών μηρών μου
και των αγράμματων συλλογισμών
όταν, δωδεκαετής, έπαιζα τον Άγγελο μ’ ένα λευκό
σεντόνι
Τον έχασα, οδηγημένος στον ναό
διασχίζοντας θυμιάματα και κουρέλια
σε μία πορεία υπνοβατική
πριν τη θυσία
Αμίλητος αναζητώ
σε ένα σταμνί τον Κλήδονα
πηδώντας μία-μία τις φωτιές
μήπως και δω χαράματα
αν φωταγωγηθεί απέναντι ο Υμηττός
σαν πολυθρόνα πράσινη του Πωλ Γκωγκέν

Στην αναπόφευκτη στιγμή
–μεταξύ λύσσας και ρεμβασμού–
μακριά από το υποτιμητικό σας βλέμμα
θα δραπέτευα από τους απατηλούς λαρυγγισμούς
καστράτου
επιλεγμένους για την τελετή
Θα έχω επάνω μου
σαν εξοφλητική απόδειξη ότι ζω
το μαντηλάκι με την υπογραφή μου
κηδεύοντας την Ποίηση
δυο βήματα πιο πέρα
από το νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα

Τώρα αποχωρώ
αλλά δεν θα κρατήσει η ανισότητά μας για πολύ
Εν μέσω της ματαιοδοξίας μου και της ταπεινότητάς μου
δείχνω
πώς μετά την τελευταία Κρίση
γίνεται η ζωή, παραδείσια ζωή
μες το χρυσό ψηφιδωτό του Γουλιέλμου Γιέϊτς
με τους Αυτοκράτορες και τα βυζαντινά παγώνια
Σταυρώνω τα χέρια μου πάνω από το τριμμένο σακκάκι
να μη βλέπετε το ανοιχτό μου στέρνο
στο σφαγείο του Ρέμπραντ
Έχω βάλει σε δουλειά τον υπεζωκότα
Αυτός να ξημερώνει και να βραδυάζει
για την πάρτη μου

Θεέ
Δεν με άρμεξες σαν το γάλα.
Δεν με έπηξες σαν το τυρί
Δεν με έκανες τίποτα


ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ
Manifest Destiny
Στη μνήμη του Αλέκου Βλαβιανού

Οι νεκροί φεύγουν γρήγορα
και οι ζωντανοί κοιτούν με απορημένα μάτια
το κενό που αφήνουν πίσω τους,
επαναλαμβάνοντας τις γνωστές κοινοτυπίες.
Όμως η ζωή
απεχθάνεται τα «δυσαναπλήρωτα κενά»
και προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα
με αξιοζήλευτη ετοιμότητα
κλείνοντας γρήγορα
τους λογαριασμούς της με τον θάνατο.

Καθώς ο Καλιγούλας ψυχορραγεί
μες στα αίματα στο αυτοκρατορικό κρεβάτι,
ο Κλαύδιος κάθεται ήδη στον θρόνο του.
Δεν έχουν ακόμη προλάβει
να στεγνώσουν τα δάκρυα για τον Παλαμά
και οι κριτικοί βιάζονται
να βρουν νέο εθνικό ποιητή.

Οι βιογράφοι και οι μελετητές
σπεύδουν ασφαλώς
να κάνουν το καθήκον τους
–να αποδείξουν την αντοχή της μνήμης–
όμως και αυτοί θα διασχίσουν
σε λίγο το ποτάμι
και θα έρθουν άλλοι βιογράφοι και μελετητές
να προσθέσουν με τη σειρά τους
λίγες ακόμη προβλέψιμες αράδες
στο Μέγα Απουσιολόγιο.

Οι νεκροί φεύγουν γρήγορα.
Σωστά -
και η ζωή συνεχίζεται.



ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
ΛΙΜΑΝΙ
Από την ποιητική συλλογή "Το Σπίτι"

Φερέοικοι εξ ανάγκης. Με μόνο τ’ απαραίτητα: τη ζωή τους. Ζητούν
να βρουν φορτηγό κάπου, κάπως,να κρυφτούν. Πλοίο που θα τους περάσει,
αθέατους, αλλού, να μπουν μέσα. Ένα αστυνομικό πλησιάζει την αποβάθρα.
Κατεβαίνουν ένστολοι κι ερευνούν τη νόμιμη επιβίβαση. Απ’ τ’ απέναντι
διαμερίσματα κάποιοι κοιτούν και κλείνουν τα παράθυρα να μην μπει ο αέρας,
να μην τους φτάσουν οι φωνές. Νύχτωσε. Ανοίγουν την τηλεόραση. Αθώοι και
ήρεμοι μέσα στο σπίτι!



ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ
Του Σολωμού Σολωμού
Του παλικαριού που τόλμησε
Από την ποιητική συλλογή "Σα να συνέβη (2002)"

…Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου…
Τούτο εστί το αίμα μου…
Ένα τραγούδι μεσ’ στο καταμεσήμερο υψώνεσαι
Μεσ’ στην αγάπη μας μ’ όλους εμάς
Μόνος ή τον θάνατο
Γυμνός και λεύτερος
Το στιλπνό σου όνειρο
Αίμα αναβλύζον
Απ’ τις πληγές του κορμιού σου
Πατρίδα σου είναι ο άνθρωπος
Περήφανος
Και λεύτερος
Ένα ασθενοφόρο ολομόναχο πέρασε στους
Άδειους δρόμους ασθμαίνοντας
Μια αφόρητη λύπη
Χαιρετώ το παλικάρι
Που προσπάθησε να φτιάξει έναν κόσμο
Έξω απ’ την πραγματικότητα
Αυτός ο θάνατος είναι το όνειρο
Είναι ο θάνατος του φωτός
Ωστόσο
Ο ήλιος είναι η πηγή της ζωής
Γι’ αυτό γυρίζεις διαυγής στις αυλές
Των σπιτιών μας
Στη δροσιά των κληματαριών

Στο πρωινό φως
Στους αντίλαλους τ’ ουρανού
Πέρνα λοιπόν
Λεβέντη δικέ μας
Τίποτε δεν σου κλείνει τον δρόμο
Σ’ ένα άγιο Ιδανικό τέρμα
Γιατί ποτέ δεν ήλθες και ποτέ δεν έφυγες
Γεννημένος με το χαμόγελο της αθανασίας.
Στα χείλη σου !

16-08-96



ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
Επί πιστώσει
Aπό την συγκεντρωτική του συλλογή με τον τίτλο "ΠΟΙΗΜΑΤΑ"

«θα ’ρθουν κάποια νυχτιά αυτοί που τους ξεχάσαμε,
σου είπαμε,
ανύπαρκτο το πρόσωπο τους
και το κρανίο τους γεμάτο σαύρες και γυμνό
θα κατέβουν βήμα το βήμα μόνοι
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
πάνω απο τα σπίτια και τους τάφους
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
μια πίκρα από αγάπη για μας και για τους πεθαμένους»,
κι ύστερα πάλι χάθηκες."

— Ανοίξτε το φως, ανοίξτε τα παράθυρα.

Αλήθεια, τι ντροπή
να πεθαίνουμε στα άσπρα μας σεντόνια
ενώ όλοι οι φίλοι μας σκοτώθηκαν στο πεζοδρόμιο.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ
Ωδή στον Malcolm Lowry

Σου γράφω τώρα δα το ποίημα
και σ’ το δωρίζω,
Καραβασίλη Γιώργο,
το ποίημα εκείνο,
την Ωδή,
που πήρες να συνθέτεις.

Σε βλέπω καθώς ανάβω το τσιγάρο
και αρχίζω,
ψέματα: συνεχίζω,
από κει που τ’ άφησες εσύ,
σαν ο χάρος ο άχαρος
ο καμπούρης
ο κανάγιας
ο γκαντέμης
σου πήρε το μολύβι από το χέρι
σου πήρε το ποτήρι με το ουίσκι
σου πήρε την καρδούλα
που «Κάθε καλό!»
σ’ έκανε να λες
προτού απολαύσεις
την πρώτη
την ωραία τη γουλιά.

Γράφω λοιπόν
καθώς κι εσύ ομνύοντας
στους 47,6 βαθμούς του τζιν
μα και στους 37,2 του αιδοίου
που όχι μονάχα νύχτες πρόστυχες
μα και της Ποίησης την ποίηση ποτίζουν.

Οαχάκα!
Ναι, στην Οαχάκα είχανε βρει κάποτε
ο ένας τον άλλον.



ΦΛΩΡΑ ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗ
ΣΕ ΩΡΕΣ ΑΔΙΕΞΟΔΕΣ
Από την ποιητική συλλογή "ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ"

Σαν μυστική περιουσία αγάπησα τις λέξεις
ράφτρα ωδών σε ώρες αδιέξοδες
αφού αδύναμη ν’ αλλάξω την πορεία του κόσμου
Σ’ ένα ποίημα μετράω την τύχη του

Κάνω ραφές και τα στριφώματα: πώς κουβαλά
Ο Όμηρος μια τέτοια ιστορία
και ακουμπά σε κύονες με τα ονόματα
παλιών οπλαρχηγών
πριν οσμιστεί τις θύρες ανοιχτές
και παραδώσει σαν κύμα τη φωνή του!

Άλλες φορές σαν ροδάκινο το πάθος μου δίνω
Στα σεντόνια μου επάνω όσα πετούμενα
δεν έπιασε ο κυνηγός

Ακόμα η οδύσσεια απλώνει τα δίχτυα της
μες στη φωνή μου…



ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
ΡΟΔΑ ΑΕΙΘΑΛΗ
Aπό την ποιητική του συλλογή "Η αντίσταση των γεγονότων"

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο και αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι’ αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.



ΝΑΝΤΙΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Από την ποιητική συλλογή «ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΓΟΒΑΚΙ»

Η Αντιγόνη άνοιξε της φυλακής τον σύρτη
δρασκέλησε το μύθο
βγήκε στα μπαρ της πόλης
με μια ακίδα αστέρι στο μέτωπο
και στην παλάμη ένα σκοτάδι φως

Ήταν πολύ σκοτεινό, Κρέοντα, το κελί
Κι αυτά σαν έλεγε
χρύσιζε ο ήλιος
το σκούρο ποίημα

Εδώ ένα σμήνος πουλιά
η Ελευθερία
Αυτή που αστράφτει πιο λευκή
από τα λευκά μας όνειρα
που επτέρωσε τον Ίκαρον
καρποφορία μυστική
βάρκα που ταξιδεύει ολημερίς
στα πιο κρυφά μας πάθη
δροσόεντα ρόδα φύλλα και φιλιά
στο ιερατείο

Στο ημίφως λικνίζονται οι λέξεις
Σφυρίζει ο άνεμος στο πάλαι και στο τώρα



ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
ΤΥΨΕΙΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΣΣΗΣ
Aπό την ποιητική της συλλογή "ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ"

Το δέρμα πρώιμα τραχύ, βαριά ανάσα
Σπρωγμένος σε μια άκρη της μέρας του.
Όλος μια σιωπή που εκδικείται.
Κουνάβι κουμπωμένο ως τον γιακά
Ο δάσκαλος τον αποδοκιμάζει.
Επίσης το πρωί ο καθρέφτης του.
Θα ήταν άρχοντας μιας χρυσαφένιας ερήμου
Αν η άμμος δεν του ανέβαινε στο λαιμό.
Θα ήθελε να είναι μεγάλος
Για να μην ξαναδεί τον πατέρα του.

Φτωχά παιδιά, σκυλιά κυνηγημένα.
Πληγιασμένα σε κάθε πόντο του κορμιού.
Έτοιμα να δαγκώσουν ως το κόκαλο
Χέρι που θα τους δώσει νερό.
Κάθε που σκύβω πάνω στα χαρτιά μου
Ακούω το κλάμα τους προς τ’ άστρα.
Παιδιά που ντρέπεται η στοργή σου να τ’ αγγίξει
Κομψή μες στο λευκό ταγιεράκι της.
Τα μάτια τους λευκές πεταλούδες
Χτυπάνε στο βιβλίο και καίγονται
Σαν να είναι η λάμπα του τάφου τους
Που έχει κρεμάσει ο υπουργός μες στην αίθουσα.
Ποτέ δεν βρήκα αρκετή ελπίδα μέσα μου

Ώστε ν ‘αντέξω τη γερή δαγκωματιά

 ******

*ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ
(το επιχείρημα)


Επιτρέπεται… τα πάντα.
Είναι αδύνατον σε μια εποχή σαν την σημερινή να μην επιτρέπονται τα πάντα. Το αντίθετο φαίνεται παράδοξο, το απαγορεύεται.
Σ’ αυτή την εποχή όπου όλα είναι επιτρεπτά, να ψωνίσεις, να ταξιδέψεις, να κάνεις σεξ, να είσαι vegetarian ή vegan, να ακούς hip hop, να ψηφίζεις, να μεθάς, να ορίζεις το φύλο σου, να βρίζεις τον πρωθυπουργό, να είσαι πλούσιος, να έχεις πρόσβαση στην ελεγχόμενη πληροφορία, να είσαι μόνος, να συμμετέχεις σε εκπομπές μαγειρικής, να ακούς τις ειδήσεις των 8, να έχεις ιδιωτική ασφάλιση, να κουρεύεσαι ή να ντύνεσαι όπως θέλεις, να επιλέγεις την δίαιτα που θέλεις (masher kleanse ή gossfit), να αποτεφρωθείς ή να θαφτείς, να επιλέξεις μεταξύ «Ικέα» και «Πράκτικερ», να επιλέξεις την μάρκα των τσιγάρων σου, να κάνεις τατουάζ, να φορέσεις κρικάκια παντού, παντού, ναι, ναι ακόμα κι εκεί.
Σε αυτή την εποχή με την πληθώρα των προταγμάτων, «be yourself», «don’t worry-be happy», «no problem», το μόνο πράγμα που δεν επιτρέπεται είναι το απαγορεύεται.
Το αντίθετο, η εποχή (ή πείτε τα, κυρίαρχα σημαίνοντα), προστάζουν: δεν επιτρέπεται να μην επιτρέπεται.