Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ notationes /// IANOYAΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ notationes /// IANOYAΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

notationes //// ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014



Στις πρώτες σημειώσεις του 2014:



ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ///ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΝΕΝΗΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ




Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΙ ΕΓΩ ///ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ





Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη – παρουσίαση από την Αλεξάνδρα Μπακονίκα





Χουάν Βιθέντε Πικέρας ,ΕΓΩ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ,μετάφραση ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ 






ΑΣΥΓΚΙΝΗΤΗ ΒΡΟΧΗ { Ελευθερία Π. Τσίτσα,Στο μείον δύο}///ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ  






 ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΡΙΤΣΙΝΙΩΤΗΣ/////Η ΔΑΦΝΗ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ






ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΙΖΕΡΙΑΣ, Χοσέ Άνχελ Βαλέντε/// Μετ. Βασίλης Λαλιώτης  





«Τα σινεμά της Αθήνας 1896 -2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου»  





ΛΕΝΑ ΣΑΜΑΡΑ / ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  





ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ //// Ι r i d i u m  





ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  




ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ ΠΡΟΣΦΑΤΑ  





  ΠΕΤΡΟΣ ΠΟΛΥΜΕΝΗΣ //// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ








Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

notationes/// IANOYAΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014 ///// ΠΕΤΡΟΣ ΠΟΛΥΜΕΝΗΣ //// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


                                                     



     

          

             ΦΛΟΣ  ΡΟΥΑΓΙΑΛ



Κάθε μέρα επιβιβάζονται σε λεωφορείο απαράλλακτο
ίδιες οι στάσεις,ω ναι,το τέρμα ίδιο.
Στο διάδρομο φτεροκοπάνε
κορμοράνοι ερωδιοί θέλω εξωτικά
σώματα ντυμένα τραπουλόχαρτα.



Στην απογείωση φυλλορροούν ατάκτως οι επιβάτες
ντάμες πέφτουν λιπόθυμες σε προσόψεις  λα ι κές
βαλέδες ξαπλώνουν σε κήπους με τριφύλλια
δροσερά καρό συναντιούνται σε τυχαίο ξέφωτο
στυλώθηκαν τα μπαστούνια  σε επικίνδυνα στενά.



Μια καινούρια ηθική σε χρώμα κόκκινο
σαν φλος ρουαγιάλ απλώνεται στο δρόμο. 





                       ****





                   ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ



Αυτό το άδειο σπίτι σε περίμενε.
Αγκαλιά ,χωρίς την ανάγκη λέξης καμίας
τα σώματα κουμπώσανε ιδανικά
σκεπάζοντας έκθετες νύχτες.



Ανάμεσά τους ζωγράφισες μια θάλασσα,
επιθυμίες ζαλισμένες  άφιξη επιτέλους
άκρη κυματισμών πανιά γεμάτα.



Στα δάχτυλά μου φτάνουν με χυμούς από ροδάκινα
κάθε που στήνω τρελό κυνηγητό
με ιδέες πιασμένες χέρι χέρι.
Στα χείλη σου σβήνεται ο κόσμος  όλος.












                        
                                    ****




                                            
                     ΨΙΛΟΝ ΚΑΙ  ΠΙ




                        



 Χαράξανε  τα αρχικά τους στο σώμα     της άνοιξης.
'Εψιλον και Πι.


ψιλον  για το αεράκι το ψιλό
    όταν χαιδεύει  απλωμένα όνειρα.
 Πι για τη σιωπή
    όταν προσεύχεται στην ομορφιά της.


 Ο ένας για τον άλλο
 ελευθερία μαζί και πεπρωμένο.




(Ασώτου   Μύθοι,Γαβριηλίδης  2004)



                            











































notationes///ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ -ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014////ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ///ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



                                         



                                       

                                  

                                          Φωτό:A.Ξηρογιάννη








ΣΚΗΝΗ ΑΠΟ ΤΗ ΡΑΨΩΔΙΑ Ζ ΤΗΣ ΙΛΙΑΔΑΣ





Λίγο πριν βγει για την μεγάλη μάχη με τον Αχιλλέα
ο ' Εκτορας,
των Τρώων το πρώτο παλικάρι,
πήγε την Ανδρομάχη ν' αποχαιρετίσει
Και κείνη τον μοιρολόγαγε χωρίς να 'χει πεθάνει
γιατί αισθάνθηκε της μοίρας το γραμμένο.
''Θα σε αφανίσει τούτη σου η τόλμη ,ω τρομερέ!''
τα λόγια της ανακατεμένα με πυκνά δάκρυα-
γιατί ο φόβος σ' όλες τις εποχές το ίδιο πρόσωπο έχει.
Μα εκείνος(τί ειρωνική αντίθεση!) χαμογελούσε
κοιτώντας τον μικρό μονάκριβο γιο του
τον Σκαμάνδριο,
μα που Αστυάνακτα τον φώναζαν τα πλήθη.
Του χάιδευε τα χεράκια και τα μαλλιά
με τρυφερότητα,
ήταν συγκεντρωμένος στο όμορφο πρόσωπο
βυθισμένος στο αθώο βλέμμα
Και έλεγε από μέσα του ευχές για καλοτυχία:
<<..να ναι στ 'άρματα δυνατός ,μέγας στη Τροία βασιλέας,
και όλοι να λέν ''καλύτερος αποδείχτηκε από τον πατέρα του''>>
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο Έκτορας είδε τη γυναίκα του και το παιδί του.







                           **********







ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΜΠΡΕΧΤ





Οι άνθρωποι μιλούν με κλισέ πολλές φορές.
Και μοιάζει ψεύτικη η αλήθεια όταν σου λέω:
''Tα κύτταρά μου  είναι γεμάτα από τις λέξεις και τις
σιωπές σου.''
Κι όμως είμαι εγώ που  μοιράζομαι την αγάπη μου.
Αγάπη μου,
εκείνη ερωτεύεται τις λέξεις σου ;
Tις φυλάει σαν κάτι πολύτιμο;
Aφουγκράζεται τη θλίψη που φωλιάζει μέσα στους στίχους σου;
Θα άντεχε αν ήξερε και την άλλη όψη των πραγμάτων ,
ή θα έσπευδε να σε τεμαχίσει
και να πάρει το μερίδιο που της αναλογεί;
Eγώ,βλέπεις,σαν άλλη  Γκρούσα  ,
επιλέγω  κάθε φορά  να διαφυλάττω την  δική σου ακεραιότητα
παρά να  γαληνεύω  την αιώνια μοναξιά μου.


            


                     

                           **********









 'ENA   TΡΑΓΟΥΔΙ





H γυναίκα πετάει

Γράφει
Ποιήματα κόκκινα

Ερμηνεύει
Κίτρινα όνειρα




Γέρνει
Στα χέρια γαλάζιων εραστών

Ερωτεύεται
Ροζ λέξεις

Ακούει
Πορτοκαλί ήχους

Αντέχει

Τα ποιήματά της όμως
έχουν πόνο
παρά το κόκκινο

Καφέ μέρες
Ζει

Μωβ παραμύθια
Λέει στα παιδιά της

Κρεμιέται
Από τη γκρίνια της

Καταλύει αντιστάσεις
Μοιραίων ανδρών

 
Γράφει
Ποιήματα κόκκινα
Τα ποιήματά της όμως
έχουν πόνο
παρά το κόκκινο

Κολυμπάει
μέσα στα λαχανί παπούτσια της
(τα παπούτσια είναι πάντα λαχανί)
Τα ποιήματα πάντα κόκκινα

κ ό κ κ ι ν α

με πόνο κόκκινο
με κόκκινο πόνο

Με πόνο.




(ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2013)
 
 
 



notationes////IANOYAΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014///ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ //// Ι r i d i u m



                                    


                          
        
                                
                             Χρειάστηκαν 33 χρόνια κι ένας Γολγοθάς,
                             για να καταλάβω
                             ότι δεν είμαι ο Ιησούς.
                             Ο σταυρός είμαι.
                             (Εξ ου και δεν συμμετέχω στην ανάσταση.)







Momentum, 2013
56 σελ.








Ερώτηση (ρητορική) 





Πώς να λύσω αυτό το μυστήριο,
όταν ένα άστρο κοιτάζει ένα άλλο, στην άκρη του γαλαξία και λέει:
«Αυτή, αυτή είναι η αγάπη μου
και με καμιά άλλη αγάπη δεν μπορώ να ταιριάξω
σε όλα τα πιθανά σύμπαντα».
Μικρό το μυαλό μου κι η καρδιά μου λίγη.
Βουβή κουβαλώ αυτή την απορία, γαντζωμένη στην πλάτη μου,
όπως ένα ζώο το μωρό του στο δάσος. 



*




Εκτός κιβωτού 




Εκείνες τις μέρες τα νερά ανέβαιναν.
Τα μωρά έκλαιγαν
αλλά κανείς δεν έσκυβε πάνω από το κεφάλι τους,
τα αγόρια δεν κοιτούσαν τα κορίτσια,
τα κορίτσια δεν φιλούσαν τους καθρέφτες,
οι γέροι δεν ζήλευαν τους νέους,
οι νέοι μισούσαν τα νιάτα τους,
τα ζώα έφευγαν κοπάδια για τα βουνά,
τα σπίτια κρατούσαν τις ανάσες τους,
τα δέντρα αποφάσισαν να γίνουν φύκια.

Εσύ μου είπες: «Το ξέρεις πως πάντα σ' αγαπούσα».
Εγώ δεν είπα τίποτα γιατί ήδη πνιγόμουν.
Οι οθόνες μάς τραγούδησαν για τελευταία φορά, καληνύχτα.

Ο Θεός κοίταξε το έργο του κι έμεινε ευχαριστημένος. 




*





Greetings From Beyond 





Σας στέλνω χαιρετισμούς από την εξωτική πλατεία Συντάγματος,
όπου περνώ τις μέρες μου τρώγοντας πικρά πορτοκάλια.
Στην πατρίδα μαθαίνω ότι βρέχει
αλλά εδώ κάνει κρύο
κι έχει έναν ήλιο άρρωστο.
Όλοι είναι χλομοί, βήχουν κάτι λέξεις-αγκάθια
που τους γέρνουν το λαιμό
κι έπειτα μπαίνουν στο μετρό.
Εγώ κόβω βόλτες με το ποδήλατο,
χαιρετάω τα βιαστικά ταξί
και βγάζω πολλές φωτογραφίες,
αλλά δεν φαίνομαι σε καμία
κι έτσι δεν σας τις στέλνω.
Όμως είμαι καλά, αυτό θέλω να ξέρετε.
Κι αυτό το σώμα που θα σας στείλουν
και θα σας πουν ότι είμαι εγώ,
δεν είμαι. 



 *





Η Ωραία μετά το Τέρας 




Τω καιρώ εκείνω διάβαζε πεινασμένα,
κυρίως βίους γυναικών:
Νύφες του Χριστού πέθαιναν σε τροχούς βασανιστηρίων
ενώ ο μνηστήρας τους έτρεχε να βρει χαμένα πρόβατα.
Βασίλισσες συγχωρούσαν τους δημίους τους,
πετώντας κοσμήματα και κορσέδες στα πλήθη.
Μάγισσες ούρλιαζαν το όνομα του Εωσφόρου στην πυρά
αλλά εκείνος ήταν otherwise occupied.
Μάζευε το αίμα από τις σελίδες κι έφτιαχνε στέμματα ολοπόρφυρα.
Τα χάριζε στις κυρίες στο σούπερ μάρκετ.
Ή τα τοποθετούσε με ευλάβεια στα κουφάρια νεκρών ζώων,
πάνω στα έκπληκτα σκουλήκια,
που δεν περίμεναν ποτέ ότι θα αξιώνονταν στέψη.
Τω καιρώ εκείνω διάβαζε,
κι ήταν ευτυχισμένη.
Ειδικά όταν κατέβαινε στο υπόγειο
και σκόνταφτε στα τεράστια, άσπρα κόκκαλα.

notationes//////IANOYAΡΙΟΣ- ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014/////ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΡΙΤΣΙΝΙΩΤΗΣ/////Η ΔΑΦΝΗ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ









Την είδα στο ποτάμι


Κυλάει το ποτάμι, χλωμό και ήσυχο.
Ανάμεσα σε δέντρα και βήματα οδοιπόρων.
Προσόψεις σπιτιών το ακολουθούν
σαν σιωπηλοί, πέτρινοι άγγελοι.
Έχουν χρώμα σκοτεινό κι ένα μορφασμό εγκατάλειψης.
Εκεί την είδα. Μαυροφορεμένη
και τα μαλλιά της να κυματίζουν. Μ’ ένα σακίδιο
στον ώμο. Έχοντας μέσα την ψυχή της,
ένα ζώο παράξενο κι άγριο.


Η Δάφνη βλέπει

Αστέρια και βολβούς ματιών, το στόμα
του σκύλου ανοιχτό όπως καμπάνα
της θλίψης, φυλλώματα δέντρων, λίμνες
που κυματίζουν στον αέρα, κόκκινα
ψάρια να σπαρταρούν στη δύση,
μια μονόφθαλμη γάτα ανάμεσα στα σύννεφα,
ένα γρήγορο, αόρατο τραίνο,
που χάνεται σφυρίζοντας.

Το χαμένο τραίνο


Χαμένο τραίνο
δράκοντα φωτιάς και ονείρου
καις μέλη σωμάτων αγαπημένων.
Αγαπημένο τραίνο
φίδι του χρόνου
και της φυγής
απ’ τα παράθυρά σου
χαμογελάει
ένας παράξενος πρίγκιπας.



Η απορία της Δάφνης



Τι είναι αυτό που σκιάζει τον κόσμο
σαν σινικό μελάνι;
Κυλάς σιωπηλά, χλωμό ποτάμι.
Απ’ το υγρό σώμα σου
το βλέμμα μου δεν επιστρέφει.



Το δίχτυ



Το σώμα μου πιασμένο σε δίχτυ
ποιο χέρι το έριξε γύρω μου;
Θεέ του ποταμού
τρέχεις πίσω μου
νοιώθω τα νερά σου
στις κοιλότητες μου
βυθίζομαι μέσα σου.



Οι πληγές της Δάφνης



Παράξενα πουλιά με κεντούν. Πουλιά
με ράμφη κόκκινα, αλλά χωρίς σώμα.
Πράσινα δάκτυλα σαν φιδόχορτο
μ’ αγγίζουν. Κόκκινα στόματα
στο στήθος μου και στους μηρούς.
Στις άκρες των δακτύλων μου,
το σάρκινο κεράσι που δαγκώνεις.



Τα σάρκινα κεράσια της Δάφνης



Ποιος είσαι
Θεός ή τέρας;
Δάχτυλα και στήθη
προσδοκούν ένα στόμα,
για ν’ ανθίσουν
πάνω απ’ την σκόνη
της αιωνιότητας.



Η αγρυπνία της Δάφνης


Το σεληνόφωτο δαγκώνει το κεφάλι μου.
Σκιές γύρω μου, σαν χυμένο μαύρο γάλα.
Ένα συνηθισμένο, φτερωτό σκυλί
μ’ ακολουθεί. Τα μάτια μου κόκκινα
γυρεύουν ηλεκτρικά ποτοπωλεία αγγέλων.



Κάτω απ’ τη γέφυρα του Αλκαζάρ



Εδώ ήταν το ενδιαίτημα
του ουρανόπληκτου «πάτερ – Κώστα».
Συχνά συνομιλούσε με τους αγγέλους
δίνοντας τα ονόματά τους
ιστούς δυο αχώριστους σκύλους του.
Μιχαήλ κι Γαβριήλ,
αρχάγγελοι του ονείρου !



Η Δάφνη και ο σκύλος της



Έλα δω σκύλε, με το μαύρο, γυαλιστερό
τρίχωμα. Είσαι ο μοναδικός μου θησαυρός.
Πρόσεξε σκύλε, το μετάξι σου.
Μην κυλιέσαι στα σκουπίδια των ανθρώπων.
Μην τρως τα’ αποφάγια τους, είναι ανάξια
για την υπέροχη, κόκκινη, υγρή γλώσσα σου.
Κόκκινη και υγρή, σαν ρυάκι φωτιάς
και αγάπης.


Η Δάφνη στην όχθη



Σάπια ξύλα μου κλείνουν το δρόμο
σκουριασμένα μαχαίρια
από χαλασμένα γεύματα.
Το ανοιχτό βρώμικο στόμα μιας
κονσέρβας
σαν πληγή από δόντια άγνωστου
τέρατος.
Τα σιωπηλά σκουλήκια
συνεχίζουν το έργο τους:
το κουφάρι ενός σκύλου
γίνεται χώμα.



Η Δάφνη μέσα στο πλήθος



Γλιστρώ ανάμεσα στο πλήθος:
Νερό ανάμεσα σε πέτρες, πουλί
ανάμεσα σε κλαδιά.
Το πέπλο των μαλλιών μου
χωρίζει στα δυο το πρόσωπό μου.
Το κρυμμένο μέρος είναι από υδράργυρο.


Η Δάφνη χαμένη στο δάσος


Τρέχω στο δάσος
χάθηκα
μια άγνωστη ανάσα
νοιώθω πίσω μου
κλαδιά μου μαστιγώνουν
το πρόσωπο,
Τεράστια σαρκώδη φύλλα
κλείνουν τα μάτια μου
ένα μαύρο χέρι αγγίζει
την κοιλιά μου.
Όχι, όχι έτσι
έτσι κι αλλιώς δική σου είμαι.


Το όνειρο της Δάφνης


Καθόμουνα πάνω σε κίτρινη άμμο.
Έριχνα το βλέμμα μου μακριά,
για να δω τη θάλασσα
μα δεν την έβλεπα.
Ξαφνικά, μέσα απ’ την άμμο ένα
κεφάλι φιδιού, ή σκύλου.
Το σώμα του εκτεινόταν,
κάτω απ’ το δικό μου σώμα.
Συνέχισε να βγαίνει και να ανυψώνεται.
Πρόσεξα ότι είχε φτερά
και μ’ έπαιρνε μαζί του.
Εγώ κραύγαζα άηχα και χειρονομούσα,
καθώς διασχίζαμε έναν κίτρινο ουρανό.



Η Δάφνη ευωχείται



Κάτω απ’ το δέντρο σου
με μάτια φωτιάς
γονατίζω.
Δαγκώνω τους καρπούς σου,•
κόκκινα σαρκώδη όντα.
Τώρα με σκάβεις ανάμεσα
στους μηρούς μου.
Όλες οι πληγές μου άνοιξαν.



Η Δάφνη ανυπόδητη




Τα πόδια μου γυμνά. Πατώ χώμα και πέτρες.
Νοιώθω ένα σκουλήκι να συστρέφεται
μεσ’ στο έδαφος.
Νοιώθω ένα σπόρο να μισανοίγει.
Νοιώθω τον καλπασμό μακρινών αλόγων.
Ένα κόκκινο ψάρι κολυμπάει,
σ’ ένα υπόγειο, βαθύ ποτάμι.



Μαύρη Μουσική



Τύμπανο χέρια στο χάος
μαύροι στροβιλισμοί
αόρατα χταπόδια με τυλίγουν
η χρυσή χοάνη του σαξόφωνου.
Τύμπανο
τριγμός χορδής νύχι
φωνή σπασμένη
ψυχή στον αέρα
τύμπανο.



Η αστρική προσευχή της Δάφνης



Ω, λαμπερή αστρική μοτοσικλέτα!
Ταξίδεψε με στο ασημένιο μάγουλο
της Σελήνης, στη φλεγόμενη καρδιά
του Ηλίου, στο συμπαντικό γάλα
της Ήρας, στο ρόδινο κοχύλι ενός
κοιμισμένου αυτιού.



Η Δάφνη και τα ερείπια




Ποιος δάγκωσε αυτό το σπίτι
σαν μήλο;
Το εντοιχισμένο ξύλινο ντουλάπι
της κουζίνας
έχει ακόμα ίχνη αλατιού κι
δαχτύλων.
Αναπνοές ακινητούν στους τοίχους
σαν αόρατες σαύρες.
Μια μαύρη τρύπα
στο σπασμένο πάτωμα
σαν καταφύγιο ψυχών.
Γρυλίζοντα τρωκτικά
λυμαίνονται τα θεμέλιά του
αλλά το σπίτι
στέκει άφθαρτο στον αέρα.



Η Δάφνη στο Μπαρ



Το ξύλο με γνωρίζει •
με χαϊδεύει σαν χέρι αγαπημένο.
Απ’ αυτό δεν θα γνωρίσω ποτέ
την προδοσία.
Ποτά με χρώματα φωτός
με ταξιδεύουν στην καρδιά
της νύχτας.
Η μουσική, μου τραβάει τα μαλλιά
σαν άνεμος.
Σώματα με κυκλώνουν.
Ποιο θα με κάψει;




Ήχοι πολιορκούν τη Δάφνη



Βελούδινα κύματα του κόντρα μπάσο.
Αργή, αόρατη περίπτυξη. Βυθίζομαι στο ποτάμι.
Το ποτάμι βυθίζεται μαζί μου.
Χλωμό κι ήσυχο. Ακίδες βιολιού.
Ραπτομηχανή ηλεκτρικής κιθάρας
γαζώνει το σώμα μου.



Έλεγχος στο δρόμο


Τι θέλετε από μένα;
είμαι ένα σώμα
που το καίει μια ψυχή.
Μη με τυφλώνετε
μ’ αυτό το μπλε παγωμένο φως.
Η ταυτότητά μου
έχει καεί σε αστρικές φωτιές.
Μην ακουμπάτε
αυτό το μεταλλικό πέος
στο σώμα μου.
Εγώ γεννήθηκα
για τα δόντια του φεγγαριού.



Ω, Σύννεφα



Ανάσες του αόρατου. Ζώα σφαγμένα
και κρεμασμένα στον αέρα. Σύννεφα
επίδεσμοι στις πληγές του ουρανού.
Σύννεφα, πυκνά, χλωμά, συστραμμένα
προορισμένα στο χαμό.




Γέρνει το κεφάλι




Στην αντίθετη πλευρά του τρόμου.
Χειρονομεί, να διώξει τα χλωμά νερά.
Το μαύρο δερμάτινο μπουφάν της
επιπλέει στη ράχη του υγρού Δράκοντα.
Το βλέμμα της Δάφνης στα σύννεφα.




Η Δάφνη στον Κήπο των Σκουπιδιών




Σιωπηλά και έρημα σαν σκοτωμένα πουλιά,
κλεισμένα σ’ ένα κύκλο περιφρονημένου θανάτου.
Αυτός ο σπασμένος λαιμός του μπουκαλιού
ηχεί παράξενα, καθώς ο αέρας
στριμώχνεται για να περάσει.
Πλαστικές ακέφαλες κούκλες, σώματα
πρόωρα χαμένων ονείρων.
Μάταια αυτή η καρέκλα προσπαθεί
να ισορροπήσει στα τρία πόδια,
αυτό το κόκκινο κουβάρι με τρομοκρατεί,
ένα γυάλινο αγκάθι με ματώνει,
η βουβή ρακοσυλλέκτρια χάνεται τρέχοντας.



Τα πράσινα μαλλιά της







Κυματίζουν αρωματίζοντας το απόγευμα.
Χρυσά ίχνη εντόμων. Ρόδινες ανταύγειες
του δέρματος. Αστρική λάμψη,
γύρω απ’ το σώμα της.
Το βλέμμα της χαϊδεύει τον
πράσινο βάτραχο.





Έκρηξη




Τι είναι αυτή η λάμψη
στο βάθος του ορίζοντα;
κεραυνός, ένας φλεγόμενος άγγελος
ή το κόκκινο γέλιο του διαβόλου;
Δεν ξέρω
όμως το νερό του ποταμού
ξαφνικά κοκκίνισε σαν αίμα
κι ο αέρας μυρίζει καμένη σάρκα.
Που είναι το φεγγάρι;




Η Δάφνη στο δρόμο Ι




Μαύρος δρόμος
σαν τεράστιο χταπόδι
εγώ κινούμαι
ή αυτός κυματίζει;
Που πάω
φεύγω ή έρχομαι;
Δεν ξέρω.
Κάτι με καίει
κάτω απ’ τα πόδια μου.




Η Δάφνη μέσα σε οθόνη




Είμαι κλεισμένη
μέσα σ’ αυτό το πολύχρωμο ενυδρείο
τα βλέμματα μας συναντιούνται
αλλά όχι τα σώματά μας.
Ανθίζω, αλλά κανένας
δεν μπορεί να με μυρίσει.
Είμαι κοντά σου
αλλά αδύνατο να μ’ αγγίξεις.
Υπάρχω;




Η Δάφνη και το φεγγάρι




Φεγγάρι, χρυσό κεφάλι αλόγου
το φως σου χύνεται πάνω μου,
σαν αέρινο ποτάμι.
Τα μάτια μου
διαμάντια που κολυμπούν
μέσα στη χρυσή σου λάβα.
Με αργές κινήσεις
πετώ πάνω απ’ τη γη.



Η Δάφνη και ο τυφλός τραγουδιστής




Παίξε τυφλέ
να βρούμε την ψυχή μας.
Το θεϊκό της κάρβουνο
γίνεται στάχτη
αντί διαμάντι.
Θαμμένη μεσ’ στη σκόνη
της κάθε μέρας
χλωμιάζει το υπέροχο χρυσάφι της.



Ένα γιασεμί

σε μαύρο μίσχο
εσύ κλεισμένη
σε μαύρο φόρεμα.



Ανέστια



Ψυχρή πνοή
απ’ το βάθος του ορίζοντα
τυλίγει το κορμί μου.
Άστεγη, η ψυχή μου
και ψύχεται
σε έρημους δρόμους.
Σκύλε, αγάπα με.




Η Δάφνη κλόουν





Γλιστρώ απ’ την καρέκλα
και πέφτω •
η ράχη μου στο πάτωμα
μα πάλι σηκώνομαι
σαν λυγισμένο κλαδί
που ξαφνικά τα’ αφήνουν.
Άπειρες πτώσεις κι άλματα
σαν χτύποι ρολογιού,
καθώς τονίζουν
το χορό του χρόνου.



Κλίμαξ




Που πάει αυτή η σκάλα;
Δεν βλέπω αρχή κι τέλος.
Καθώς ανεβαίνω
το προηγούμενο σκαλοπάτι
φλέγεται.
Δεν μπορώ πια να κατέβω.




Κλείνει την πόρτα




Η πόρτα πίσω μου έκλεισε •
βγαίνω στο χάος
κανείς δεν με περιμένει.
Ο Μινώταυρος χαμογελάει
στην άκρη του δρόμου.




Και πάλι στο δρόμο



Υγρός ο δρόμος
απ’ τα δάκρυα των αγγέλων •
Το πρόσωπο μου
κυματίζει ανάμεσα
σε λάμψεις αστεριών.
Που βρίσκομαι;
Εδώ ή σε άλλο Ουρανό;




Η Δάφνη στροβιλίζεται




Κάτι με σφίγγει γύρω απ’ τη μέση.
Μια αόρατη ζώνη. Υψώνω τα χέρια.
Η ζώνη με σφίγγει, τα χέρια μου κινούνται
γρήγορα σαν πλέκουν ένα αόρατο υφαντό.
Η ζώνη σφίγγει, κλείνει.
Γίνομαι ένα πράσινο , πικρό κορμί
Στην άκρη του ποταμού.




Θανάσης Κριτσινιώτης
Λάρισα, Μάρτης 2012 

ΠΗΓΉ:ΠΟΙΕΙΝ

notationes///ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014////ΛΕΝΑ ΣΑΜΑΡΑ / ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ







                                                        
*
                                                        




 ΑΝΑΤΟΛΗ





Ξημέρωμα 
οι ανάσες των πουλιών
σμίγουν με τις φυλλωσιές των δέντρων
που αψηφούν τον χρόνο
είναι ο χρόνος
τα φύλλα τους πλαταίνουν στους αιώνες
οι κορμοί τους
φορούν δαχτυλίδια αρραβώνων
με το τραγούδι των σπουργιτιών
που αλλάζει μελωδίες
μόνο και μόνο για να χωρά
στη στιγμή
οι στιγμές αλλάζουν
μόνο και μόνο για
το τραγούδι τους
η ζωή οφείλει να ακολουθεί
Έξω απ’ την ανάγκη οι ρίζες των δέντρων
λαχταρούν τη γη
για να ελευθερώσουν  στον άνεμο τις προσδοκίες τους,
οι στιγμές των ανθρώπων
χαράζουν τη γη
για να κατοικήσουν στο διάφανο οι πολύχρωμοι ανθοί
 των προσπαθειών τους
Οι άνθρωποι είμαστε ρίζες που νικούν το χώμα
με τον αγώνα του πνεύματος
που δεν υποτάσσεται
στις σκοτεινές ωδίνες των παθών, των μικροψυχιών,
της απάθειας, του χαμού,
οι άνθρωποι είμαστε η φλόγα ενός ονείρου
που βλέπουν τα φύλλα των δέντρων
όταν λικνίζονται στη βροχή,
τις νύχτες που τ’ αστέρια ξαγρυπνούν



*


ΦΛΟΓΑ


Το κερί λιώνει στο πρεβάζι του παραθύρου που απομένει ανοιχτό.
Ο αέρας δεν καταφέρνει να το σβήσει.
Η φλόγα ελπίζει να μένει άσβεστη.
Οι δρόμοι φωτίζονται απ’ τη λάμψη που τρεμοσβήνει.
Τίποτα δεν χαρίζεται στον διαβάτη που περπατά
με την ανάγκη απλωμένη στα χέρια του.
Όλα μαζεύονται
όλα σκορπίζονται
μένει μόνο μια ασήμαντη ακτίνα
που συγκεντρώνει 
την περασμένη, την μακρινή,
την ύστατη ελπίδα του καιρού
να κρατηθεί στη μνήμη.
Η μουσική  τρυπά τα σίδερα
ο ανθός αναλώνεται σε ξερά εδάφη
η  ζωή ανέμελη συνεχίζει να αρνείται τα στεγανά
δίνοντας χάρη σε ισόβια απομόνωση.



*



ΚΡΑΥΓΗ




Ένταση
ζωή νευρική
αγχωμένη μέρα
νύχτα χωρίς έλεος
μαστοριά η ανάγκη της υπέρβασης
οι τεχνίτες λιγοστοί
οι κραυγές
παραδίνονται
στην οδύνη του
λιγοστού
της γρήγορης ματιάς
της άνευ κόπου κατάφασης
της άρνησης χωρίς πάθος
συγκατάβαση στα ασήμαντα
σημαίνει προκοπή
οι λέξεις έχασαν το φορτίο τους
οι λέξεις έμειναν γυμνές
σ’ ένα κόσμο ερειπωμένο.

notationes///IANOYAΡΙΟΣ-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014///«Τα σινεμά της Αθήνας 1896 -2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου»





                             

                                                 



Φίλες  και φίλοι

 

 

Το βιβλίο του  ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΥΣΣΑ «Τα σινεμά της Αθήνας 1896 -2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου»  ανέβηκε και κυκλοφορεί αποκλειστικά στο διαδίκτυο, ελεύθερο και δωρεάν για πάντα. Τα πέντε σάιτ και το μπλογκ που φιλοξενούν το e-book του είναι τα εξής (αλφαβητικά).

 Αθήνα 9.84:
 «Athens Voice»:
Δεύτερο μισό:
 «Athens Review of  Books»:
 «Εστία»:
 «Στάχτες»:
 «Η Τρύπα»:
Είναι ένας e- Αλφαβητικός Οδηγός για κάθε σινεμά που λειτούργησε ποτέ στο Δήμο Αθηναίων από το 1896 μέχρι σήμερα, με πλήθος στοιχεία και πολλές ιστορίες για το καθένα, και ταυτόχρονα μια εξιστόρηση της ίδιας της έρευνας για το κάθε λήμμα. Η έρευνα και το γράψιμο μού πήραν 10 χρόνια. Το e-book αποτελείται από 960 σελίδες word με 3.500 υποσημειώσεις, έχει περίπου 600 λήμματα και καταγράφει περίπου 550 σινεμά (υπάρχουν και παραπεμπτικά λήματα). Αξιοποιεί  300 περίπου προφορικές μαρτυρίες, επιτόπια επίσκεψη σε κάθε αστικό οικόπεδο,  βιβλιογραφία, προγράμματα κινηματογράφωναρχεία εφημερίδων κλπ.

notationes////IANOYΡΙΟΣ -ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014////ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΙΖΕΡΙΑΣ, Χοσέ Άνχελ Βαλέντε/// Μετ. Βασίλης Λαλιώτης



Μιλούσε γρήγορα.
Μιλούσε δίχως ν' ακούει να βλέπει να μιλάει.
Μιλούσε σαν αυτόν που φεύγει,
παγιδευμένος ξαφνικά μέσα σε ψεύτικα αερολογήματα

από συμπάθεια και ανυπαρξία.
Μιλούσε χωρίς στίξη και χωρίς σιωπές,
σε κάθε παύση παρεμβάλλοντας χειρονομίες από χαρά
προβαρισμένη για ν' αποδιώξει ίσως την κλεφτή ερώτηση,
την αλληλεγγύη με το παρελθόν του,
τη γυμνή αλήθεια του.
Μιλούσε λες και ήθελε να σβήσει τη ζωή του μπρος
σ' ένα μάρτυρα βολικό,
για τον οποίο περιστοιχιζόταν από δευτερεύοντα όντα
που με τ' αποφάγια τους ετρέφαν
μια χοντροκομμένη ματαιότητα.
Αγόραζε έτσι τη σιωπή με σκληρό νόμισμα,
τη σταθερή θέση με σκληρό νόμισμα,
το δικαίωμα στη ζωή με σκληρό νόμισμα,
με σκληρό νόμισμα το ψωμί.
Ευγενές μέταλλο ίσως που το σφυρί χτυπούσε
για λόγο πιο ξεκάθαρο.
Ποιητής σε καιρούς μιζέριας, σε καιρούς ψεύδους
κι έλλειψης πίστης.

notationes////IANOYAΡΙΟΣ-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014////ΑΣΥΓΚΙΝΗΤΗ ΒΡΟΧΗ { Ελευθερία Π. Τσίτσα,Στο μείον δύο}///ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ





Στο μείον δύο

Στο μείον δύο


Ποίηση

Ελευθερία Π. Τσίτσα

Ιωλκός
, 2013
44 σελ.
ISBN 978-960-426-732-3, [Κυκλοφορεί]








Γράφει η Ασημίνα  Ξηρογιάννη





Κρατώντας στα χέρια μου την πρώτη ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Τσίτσα,με τίτλο ''Στο μείον δύο'' από τις εκδόσεις Ιωλκός.Είναι η πρώτη της  απόπειρα να ''αποτυπώσει στο χαρτί τη δική της εκδοχή του μοναδικού μας κόσμου'',όπως γράφει η ίδια στην αρχή του βιβλίου βασισμένη στον στίχο του Λειβαδίτη:''Λυπηθείτε τους ποιητές που τους τρελαίνουν δισεκατομμύρια εκδοχές για έναν μοναδικό κόσμο...''

Ο έρωτας την απασχολεί φυσικά στο Ερωτικό της,στην Τελευταία Ερωτική Σύρραξη και αλλού ,αλλά δεν κυριαρχεί μέσα στη συλλογή.Ξεχωρίζω το  τελευταίο ποίημα του βιβλίου που φέρει τον τίτλο
ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ.
Αγάπη είναι




Η νωπή ανάμνησή σου τριγυρίζει ακόμα στη σκέψη μου

Πώς να χωρέσουν οι τόσες φορεσιές του έρωτά μου
Που μετρά νανοδευτερόλεπτα στα μηλίγγια σου;

Aγάπη είναι να βυθίζω τις αισθήσεις μου
Εκεί που πριν υπήρξες
Κι εκείνες να αναδύονται στιγματισμένες
Από το αρχικό σου γράμμα


Ειρωνική και σαρκαστική στο ποίημα
ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ ,βολεύεται απίστευτα με κάποιους ακρωτηριασμούς.

Αυτοαναφορική στο ομώνυμο της συλλογής ποίημα ,
ΣΤΟ ΜΕΙΟΝ ΔΥΟ :Το ποίημα πρέπει ν'αλλάξει
Αλλιώς  θα γίνει μαύρη μαγεία
Θα στραφεί εναντίον μου
Θα κάψει τα πάντα μέσα μου
Κι ύστερα πρέπει να ξαναβρώ ένα θεό πολυτελείας
Να περισώσει τις ατελείς αντοχές μου.


Στο ποίημα
ΑΠΟΛΥΜΑΙΝΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ ,θά'λεγα ότι βρήκα έναν ορισμό για αυτό που είναι η ζωή :'' 'Ενα θεατρικό πανηγύρι κι η αυλαία κάποτε πέφτει.''

Επινοεί μικρές ανθρώπινες ιστορίες που αφηγείται ποιητικά και δείχνει στιγμιότυπα ζωής που, έχοντας διαβρωθεί από τους ποιητικούς ιστούς, αποκτούν μια άλλη διάσταση .
Και είναι στην ποιητική αυτή συλλογή οι διακριτικές μεταφορές,οι λεκτικοί ακροβατισμοί ,η στοχαστική υφή που μου γεννούν τους συνειρμούς ,με εισάγουν σε κόσμους και μου διεγείρουν τις αισθήσεις.  Αγγίζει χορδές με το γάντι,φυσικά και αβίαστα,άλλοτε κάνει πετυχημένες νύξεις μέσω μιας γραφής που κυλάει σαν ήσυχο ποταμάκι,άλλοτε  νιώθεις ότι αγριεύουν κάπως τα πράγματα,..αλλά γεγονός είναι ότι ποτέ δεν φτάνουν να γίνουν χείμαρρος και αυτό μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους.Οι αποστάσεις τηρούνται  όπως πρέπει,το βλέμμα δεν αλλοιώνεται από ανώφελα  και ζημιογόνα για την τέχνη  δάκρυα,η δημιουργός δεν κρατά μαντήλι όταν γράφει.Και μένα μου αρέσει αυτή ''η ασυγκίνητη βροχή'' της Ε.Τσίτσα.

ΟΝΕΙΡΟΠΑΓΙΔΕΣ


Δεν κουραστήκατε να με στοιχειώνετε
Με πρόσωπα κι αισθήσεις;
Nα περιφέρεστε στη σκέψη μου
Σαν γέροι σαλτιμπάγκοι
Που κουβαλούν τ' ανήμπορα κορμιά τους
Σε ύστατες προσπάθειες εντυπωσιασμού;
Nα αξιώνετε την προσοχή μου
Με κόλπα ξεδοντιασμένα
Και να επινοείτε  ίσως και μήπως παίζοντας με τις σκιές
Κάθε στιγμή  που απομένω μόνη;

Mε κάνετε μαριονέτα στα νούμερά σας
Πρωταγωνίστρια στις παραστάσεις σας

Μα για να ξεφεύγω επινοώ κάθε φορά
Καινούριες ακροβατικές  κινήσεις
Κι έξω από τα παράθυρα
Κρεμώ ονειροπαγίδες.

notationes///IANOYAΡΙΟΣ -ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014////Χουάν Βιθέντε Πικέρας ,ΕΓΩ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ,μετάφραση ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ





Εγώ στη θέση σου θα με αγαπούσα,
θα τηλεφωνούσα,
δεν θα έχανα χρόνο,
θα μου έλεγα ναι.
Δεν θα είχα ενδοιασμούς,
θα δραπέτευα.
Θα έδινα αυτό που έχεις,
αυτό που έχω,
για να έχω αυτό που δίνεις,
αυτό που θα μου έδινες.
Θα τραβούσα τα μαλλιά μου,
θα έκλαιγα από ηδονή,
θα τραγουδούσα ξυπόλυτη,
θα χόρευα,
θα έβαζα στον Φλεβάρη ένα ήλιο Αυγούστου,
θα πέθαινα από ευχαρίστηση,
δεν θα μπορούσα κανέναν αλλά αυτόν τον έρωτα,
θα εφεύρισκα ονόματα και ρήματα καινούρια,
θα έτρεμα από φόβο μπρος στην αμφιβολία
πως υπήρξε μόνο ένα όνειρο,
θα έφευγα για πάντα από σένα,
από εκεί,
μαζί μου.
Εγώ στη θέση σου θα με αγαπούσα.
Θα μου έλεγα ναι,
θα μου έλειπε χρόνος για να τρέξω μέχρι τα χέρια μου,
ή τουλάχιστον, ξέρω εγώ,
θα απαντούσα στα μηνύματά μου,
στις απόπειρές μου να μάθω τι τρέχει με σένα,
θα μου τηλεφωνούσα,
τι θα γίνει με μας,
θα μου έδινα ένα σημείο ζωής,
εγώ στη θέση σου.

notationes///IANOYAΡΙΟΣ-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014///Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη – παρουσίαση από την Αλεξάνδρα Μπακονίκα



ΠΗΓΗ:FREAR















Θα σχολιάσω την ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη για όσα ένιωσα και απεκόμισα από τις δύο τελευταίες συλλογές της με τους τίτλους Πληγές και Εποχή μου είναι η ποίηση. Οι στίχοι της Ξηρογιάννη χαρακτηρίζονται από έντονη εξομολογητικότητα. Εκθέτει το μύχιο του εαυτού της με θαρραλέα καθαρότητα και διαύγεια, αποφεύγοντας να κρυφτεί πίσω από σύμβολα, περίπλοκες εικονοποιίες, μύθους και παραπλανητικά προσωπεία. Με ένα αφοπλιστικό, πεζολογικό σχεδόν, γνήσιο και ανεπιτήδευτο ύφος καταθέτει τα σπαράγματα του εσώτερου εαυτού της. Κάνει τον αναγνώστη να σκύψει με κατάνυξη σε ό,τι τη συγκλονίζει από όνειρα, επιθυμίες, φόβους, διαψεύσεις, προδοσίες και σκοτεινούς εφιάλτες. Η Ασημίνα λάτρεψε και μυήθηκε στην ποίηση από τους μεγάλους έρωτες που βίωσε με ένταση στη ζωή της. Μέσα από τους στίχους προβάλλει το πορτραίτο ενός ωραίου, θελκτικού και δυνατού άνδρα που καταλυτικά τη σαγήνεψε (διαβάζω το ποίημα από τη σελ. 39 της συλλογής της Πληγές): Σε βύζαξα σαν μωρό./Το μεγάλο μου μωρό. / /Άντρα μου όμορφε,/ κρυφή μου δύναμη,/η νοσταλγία μου μιλάει απόψε./Είναι μια όμορφη βραδιά. / Μα τη φοβάμαι τούτη την ομορφιά/ που μου θυμίζει/ πως το λίγο σου απόλαυσα μονάχα.

Η ποίηση της Ξηρογιάννη είναι δραματική από την άποψη ότι το θαύμα του έρωτα διαλύεται κάποτε μέσα στην απώλεια, στο αναπότρεπτο τέλος των φωτεινών και μοναδικών αισθημάτων που η θεϊκή αυτή δύναμη της ζωής μας χαρίζει. Ακόμη όμως και μέσα στην απώλεια και τον πόνο που την τυλίγει δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις αναμνήσεις. Τρέφεται και ευδαιμονικά επιστρέφει στις παλιές ερωτικές της μνήμες. Εμπλουτίζεται και η ίδια να τις σκέπτεται συνεχώς, αλλά και η ποίησή της που παίρνει χρώματα, ορμή και ουσία ζωής για να υμνήσει την χαρά που χάθηκε, και που σταθερά ανατροφοδοτεί την έμπνευσή της (διαβάζω στίχους από τη σελ. 7): Την άρνησή σου την έκανα καράβι που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ‘ρθουν. / Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι, φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα. Την άρνησή σου / την έκανα στίχους ηχηρούς. / Την έκανα στιγμή ολόκληρη / γεμάτη από σένα / ελπίδα / ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα. / Κι εγώ / ελεύθερη/ θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας / και σύ, / για πρώτη φορά, θα την αποδέχεσαι.

Ασφαλώς η Ξηρογιάννη δεν εμπλουτίζει τον συναισθηματικό της κόσμο μόνο με τις αναμνήσεις ανεπανάληπτων σε ένταση ερώτων. Λατρεύει να ζει πλούσια μέσα από την ποίηση που της αποκαλύπτει τις πτυχές του πιο μύχιου εαυτού της, λατρεύει όμως να βυθίζεται και να απολαμβάνει το παρόν, τη πολύχρωμη και ασπαίρουσα από προκλήσεις καθημερινότητα με ό,τι πολύτιμο έχει να της δώσει, ένα ηχηρό και δυνατό carpe diem την παρακινεί να αδράξει τους χυμούς της ζωής (από τη σελ. 38 οι στίχοι): Δεν θέλω να γράφω ερωτικά ποιήματα μόνο. /Θέλω να ζήσω τον έρωτα/ τον πόνο του το χρόνο του / το άχρονο παρόν του./ Να μη στερήσουν οι λέξεις μου / την ανεπαίσθητη εκείνη αύρα / την ουσία της ζωής. Η ποιήτρια εμβαπτίζεται με ορμή και αγαλλίαση στην ικμάδα της ζωής, την αποζητά και την αποθησαυρίζει κι αυτό έχει αντανάκλαση και στην ποίησή της. Επιδιώκει οι λέξεις των στίχων της να προκύπτουν μέσα από βιώματα για να λάμπουν από ένταση και αλήθεια ζωής (διαβάζουμε το ποίημα στη σελ. 22): Φοβάμαι τις λέξεις που δεν είναι δεμένες με τα βιώματά μου. / Έξω από μένα. / Σαν όνειρα ακυρωμένα. / Σαν απωθημένα. 

Αυτή η καταφυγή στην ορμή και τη χαρά της ζωής είναι το αντίδοτό της για το ανικανοποίητο που την ταράζει, την αίσθηση της φθοράς, των ρωγμών και των ναυαγισμένων σχημάτων και δεδομένων της ζωής της. Η ποιήτρια ως ψυχοσύνθεση δεν επικεντρώνεται μόνο στους δικούς της προσωπικούς φόβους και επιθυμίες. Έχει διάπλατα τα μάτια, το νου και τη σκέψη της στον διπλανό, στην κοινωνία στον κόσμο, στα σύμπαντα που την περιβάλλουν. Το μεγαλύτερο μέρος της πρόσφατης συλλογής της Η εποχή μου είναι η ποίηση είναι μια καταγραφή του πόνου, της παρακμής, της έκπτωσης των αξιών, της μιζέριας και της εξαθλίωσης. Λόγω της βαθύτατης ευαισθησίας της υποφέρει για την φρικτή φτώχεια, τον πόνο, τα αδιέξοδα και τη σπαρακτική μιζέρια που την περιβάλλει, καθώς ζει και κινείται στο ζοφερό σκηνικό της Αθήνας και του πλήθους των «Αθλίων» που έχουν καταντήσει σωματικά και ψυχολογικά ανθρώπινα ράκη.