Translate
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 2 Απριλίου 2020
Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014
ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ( Γ' ΚΥΚΛΟΣ )
Ποιητές στη σκιά είναι εκείνοι που δεν έχουν προφανή θέση στα δημόσια αφιερώματα και στις θεσπισμένες επετείους. Η επίσημη προβολή τους είναι μικρή, η προσφορά τους όμως στην ποίηση και στον πολιτισμό είναι ανυπολόγιστης αξίας.
Ο τρίτος κύκλος ανοίγει, με την πρώτη εκδήλωση αφιερωμένη στον ποιητή Σταύρο Βαβούρη.
Μιλούν οι ποιητές Ανέστης Μελιδώνης και Αλέξανδρος Λαβράνος.
Διαβάζει η Λένα Μπαμπασάκη.
Επιμέλεια Κύκλου: Γιώργος Μπλάνας
Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014
Δύστηνος έγκειμαι πόθω [Ανθολόγηση-μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας, Vakxikon.gr 2014) ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
ΠΗΓΗ:VAKXIKON BLOG
Και δεν υπάρχει κανένας λόγος σύγκρισης, γιατί οι στόχοι, οι αναφορές και οι θεωρήσεις πάνω στα πράγματα διαφέρουν αισθητά. Ο έρωτας και οι επιμέρους σχετικά με αυτόν επιλογές γίνεται αντικείμενο προσοχής και παράλληλα προσφοράς στο αναγνωστικό κοινό με διαφορετικούς τρόπους από τους τρεις ανθολόγους. Τα βλέμματα μαγικά και απολύτως ερεθιστικά.
Της Ασημίνας Ξηρογιάννη
Σαν μικρή εισαγωγή, η σημείωση ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος σύγκρισης
με τις ήδη υπάρχουσες ανθολογίες ερωτικής ποίησης. Πρόχειρα μού ερχονται
στο μυαλό οι εξής: η Ανθολογία ερωτικής ποίησης - Κρατώ την καρδιά σου
(την κρατώ μες στην καρδιά μου), Πατάκης, σε εισαγωγή και μετάφραση
Χάρη Βλαβιανού, Η νεοελληνική ερωτική ποίηση σε δύο τόμους, σε επιμέλεια
Ευγένιου Αρανίτση, καθώς και η ανθολογία που έχει επιμεληθεί ο Γιάννης
Η. Παππάς και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τον τίτλο Επειδή
σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη (ποιήματα για την αγάπη και τον έρωτα).
Και δεν υπάρχει κανένας λόγος σύγκρισης, γιατί οι στόχοι, οι αναφορές και οι θεωρήσεις πάνω στα πράγματα διαφέρουν αισθητά. Ο έρωτας και οι επιμέρους σχετικά με αυτόν επιλογές γίνεται αντικείμενο προσοχής και παράλληλα προσφοράς στο αναγνωστικό κοινό με διαφορετικούς τρόπους από τους τρεις ανθολόγους. Τα βλέμματα μαγικά και απολύτως ερεθιστικά.
O έρωτας ιδωμένος από διάφορους σημαντικούς δημιουργούς, η άκρως
ενδιαφέρουσα σημειολογία του, οι επιλογές του Γιώργου Μπλάνα, και το
έμπειρο μεταφραστικό του βλέμμα, όλα αυτά συναντιούνται ως παράμετροι
στο Ανθολόγιο ερωτικής ποίησης, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
Vakxikon.gr και φέρει τον τίτλο Δύστηνος Έγκειμαι Πόθω.
Το ποίημα -ως κατεξοχήν έργο τέχνης- είναι ο προνομιακός τόπος του
έρωτα. Δίχως την τέχνη,ο έρωτας δεν θα υπήρχε καν. Θα περιοριζόταν στην
αναπαραγωγή. Τα έργα τέχνης και ιδίως τα ποιήματα μας μαθαίνουν να
ερωτευόμαστε, γράφει ο μεταφραστής στη σχετικά σύντομη, αλλά περιεκτική
εισαγωγή του βιβλίου. Η μεγαλύτερη ίσως λυρική μας αρχαία ποιήτρια, η
Σαπφώ, ο επιγραμματοποιός Παλλάδας ο Αλεξανδρεύς, η βυζαντινή υμνογράφος
Κασσιανή, o ρουμάνος εβραικής καταγωγής Τριστάν Τζάρα, ο αμερικανός
ποιητής και μυθιστοριογράφος Κένεθ Πάτσεν, ο ιταλικής καταγωγής
Γκρέγκορυ Κόρσο, αλλά και ο Μπίλχανα, ποιητής από το Κασμίρ, που δεν
ξέρουμε λεπτομέρειες για τη ζωή του, επιλέγονται να συναντήσουν την
Ιταλή ποιήτρια Κριστίν Ντε Πιζάν, τον ισπανό ποιητή Λουίς δε Γκόνγκορα υ
Αργότε, τον σπουδαίο Σαίξπηρ, την μεξικανή ομότεχνη Σορ Χουάνα Ινές Ντε
Λα Κρουζ, τον Ιάπωνα Κομπαγιάσσι 'Ισσα, καθώς και τον άγγλο ποιητή και
αναρχικό ακτιβιστή Τζων Έβελην Μπαρλας. Ακόμα ανθολογούνται: ο 'Eζρα
Πάουντ, ο Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκη, ο αμερικανός ποιητής εβραϊκής καταγωγής
Τσάρλς Ρέζνικωφ, ο επίσης αμερικανός ποιητής, δοκιμιογράφος και
μεταφραστής Κένεθ Ρέξροθ, ο τούρκος ποιητής Ορχάν Βελλ'η Κανίκ, οι ρώσοι
ποιητές Αντρέι Βοζνισένσκι και Γιόσιφ Μπρόντσκυ.
H αθάνατη Αφροδίτη, η θεά του έρωτα συναντιέται στο ίδιο βιβλίο με την
πρώην αμαρτωλή, την μετανοημένη Κασσιανή, καθώς και την ερωτοχτυπημένη
γυναίκα στο ποίημα του Μπίλχανα. Αμέτρητα τα πρόσωπα, αλλά και τα
προσωπεία του 'Ερωτα και της Ομορφιάς, αμέτρητες οι εκφάνσεις, αμέτρητες
οι εκδοχές. Εδώ έγκειται η γοητεία. Και είναι ιδιαίτερη η προσέγγιση
του κάθε δημιουργού και ιδιαίτερος ο τρόπος που ο μεταφραστής μας το
κοινωνεί σαν πολύτιμο δώρο. ('Oταν κάνω έρωτα μαζί σου/είναι σαν να πίνω
θαλασσινό νερό/Όσο περισσότερο πίνω,τόσο περισσότερο διψώ./Ωσπου δεν
γίνεται πια να ξεδιψάσω/αν δεν πιω τη θάλασσα όλη. Κένεθ Ρέξροθ, Ερωτικά
τραγούδια της Μαρίτσικο).
Υπάρχει πλατωνικός έρως; Αρκεί να αγγίζονται μονάχα οι ψυχές, αλλά τα
σώματα να ζουν ξεχωριστά τη δική του ζωή το καθένα; Mπορεί η φαντασία να
αντικαταστήσει τη ζωή; ...στα χέρια και στο στήθος μου -δε λέω- μιαν
εξουσία την έχεις/ κάνε ό,τι θες.' Ομως σου λέω θα χάσεις, αφού σε
καταδίκασα να ζεις στη φαντασία. (Σορ Χουάνα Ινές Ντε Λα Κρουζ, Σονέτο
σχετικό μ' ένα όραμα πλατωνικού έρωτα)
Το βιβλίο γλαφυρά μάς αφηγείται ζωές που, σαν πύραυλοι διαγράφουν στο
σκοτάδι μια παραβολή. Το βιβλίο μάς ταξιδεύει με παρελάσεις ερώτων
ιδανικών, μη ιδανικών, αλλά πάντως μοιραίων. Αξίζει να το διαβάζουμε
συνέχεια, να το έχουμε ως σημείο αναφοράς έχοντας πάντα κατά νου τις
λέξεις του σημαντικού μεταφραστή του: ...o έρωτας δεν αρκείται σε μία
πρόταση. Απαιτεί όλη τη γραμματική του άλλου. Χρειάζεται το κείμενο του
οποίου ο άλλος αποτελεί το θέμα.
Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014
notationes////IANOYAΡΙΟΣ -ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014///ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ///ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΝΕΝΗΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ
Μην παραδίδεσαι, ψυχή μου, έχεις πολλά
ν’ αντέξεις ακόμα. Για δες
πως αντιστέκεται αυτό το απόκρημνο γαλάζιο,
που για την άπνοια των πραγμάτων
κατάντησε πράγμα εντελώς·
κι όμως ακόμα ψιθυρίζει στο γεράκι
κάτι χάλκινο, σαν φύλλο καταπάνω στον βοριά.
Μην παραδίδεσαι· έχεις πολλά να ξεχάσεις ακόμα:
μέρες ανάμεσα στ’ αγκάθια της ανάγκης,
σαν το δέρμα της οχιάς·
απογεύματα στυγνά, σαν το μπαμπάκι
στην πληγή των συμβάντων
και νύχτες, νύχτες ολωσδιόλου
τρελές να μετρούν το κάτω για επάνω
κι ότι περισσεύει… στο πουγκί
του πεπρωμένου.
Μην δοθείς,
ψυχή μου· δώσε, δώσε αυτό
που δεν περισσεύει
γιατί είναι πολύ κι ολωσδιόλου τρελό
και μετράει το πορφυρό για γαλάζιο
κι ότι περισσεύει… στα ίσια μοιρασμένο
της ζωής και της λήθης
του θανάτου και της μνήμης
αυτού που δεν μπορείς κι αυτού
που δεν θέλεις να μπορέσεις.
Ορθώσου, ψυχή μου! Γαλάζιος
του ανθρώπου ο γκρεμός
και πάντα απάνω!
Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ ///ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΞΗΚΟΣΤΟ
«Αν η ζωή του καθενός δεν είναι
του καθενός ζωή, προς τι
επάνω ο ουρανός και κάτω η γη;
Τουλάχιστον τα ζώα δεν προσποιούνται πως διαβάζουν
την ιστορία των λαθών τους στη βουλιμία του ζώου.
Κανένα στερέωμα δεν διεκδικεί
την πείνα της πείνας· το σκοτάδι
είναι όντως σκοτάδι και η νύχτα
κοιμάται πάντα τη νύχτα».
Σαν παράπονο
ακούστηκαν τα λόγια του. Ήταν
κι εκείνα τα μάτια... Ω, τι μάτια:
ένας κρυστάλλινος βυθός
που φώτιζε σαν μεσημέρι αμμουδερό
στα όνειρα δειλού αγοριού
και δειλινό αναμμένο
στα πόδια ανάμεσα γενναίου κοριτσιού.
«Ποιος είσαι και πρέπει να ζήσω
τη θλίψη των αρχών σου;»
«Ακόμα δεν έμαθες στην καρδιά σου τη γλώσσα σου;
Είμαι ο άρχοντας των αθώων προσδοκιών,
ο ηγέτης των αρχαίων παραφορών, ο συγγνωστός
Αίας. Κι αυτή η δροσιά που καίει την καρδιά μου
είναι η καρδιά σου, που δεν ξέρει
την γλώσσα της καρδιάς σου, μια χάλκινη πληγή
στα κωνοφόρα σπλάχνα σου, τρελέ
σφαγέα του ζώου σου».
Από λίγο
θα γονάτιζα μπροστά του αν τ’ αστέρια
δεν άπλωναν τώρα
ρίζες σαν φλέβες δύσκολες
κι ο ουρανός: σάρκα απ’ τη μέσα λάσπη.
Σπηλιά ή καρδιά, ο ζεστός αέρας
σερνόταν, πεινασμένος για το γνήσιο της...
]γραφής.
. . . . . . . . . . . . . .
τσίριζαν και μαύριζαν παντού σαν τις αράχνες:
τριχωτά με τα χέρια και τα πόδια να πετιούνται
θρασύτατα απ’ το στήθος, την κοιλιά... εντελώς
τυχαία. Μάτια παντού,
ως και στα χείλια· χείλια στεγνά
(συγκεκριμένα: κοινοβουλευτικά)
κι οι γλώσσες να πετιούνται σκισμένες βαθιά
σαν του φιδιού ή άλλου αιρετού ερπετού
που η σκέψη του το έχει εγκαταλείψει από καιρό,
αφήνοντας μια κύστη στην θέση του εγκεφάλου
γεμάτη ωριμότητα, ετοιμότητα να διαχειριστεί
τους καιρούς με ιψ{ενικά} δράματα ποιήματα
του προέδρου Μά{;}ο: μια κερδοφόρα ανατροπή του καπιταλισμού,
με την κατάλληλη σκηνοθεσία και τους κατάλληλους {πρωτ}αγωνιστές...
] ζωύφια μεταξύ κενότητας και ανοησίας
]αποφεύγοντας
το ένα τη μοχθηρία του άλλου...
. . . . . . . . . . . . . .
«Από τα σπλάγχνα μας τους βγάλαμε αυτούς...»
«Οι επιτυχημένοι είναι είδος».
«Μην ειρωνεύεσαι το σχοινί στο σπίτι του επιτυχημένου».
«Με το πρόβατο ή με το λιοντάρι;»
«Δεν έχει σημασία. Αρκεί
να μην βελάζει το λιοντάρι!»
Ξαφνικά,
σταμάτησαν.
«Βλέπω ένα τέρας!»
«Τι τέρας;»
«Δεν ξέρω. Αλλάζει μορφές.
Τώρα είναι βόδι, τώρα μουλάρι και τώρα όμορφη γυναίκα».
«Πού, πού; Να τρέξω να την τσακώσω;»
«Κάτσε, κάτσε, τώρα είναι σκύλα».
«Η Ιστορία είναι».
«Βρε, ποια Ιστορία; Εδώ το πρόσωπό της καίει σαν φωτιά».
«Δεν έχει ένα πόδι χάλκινο;»
«Ναι, χάλκινο το ένα και το άλλο από καβαλίνα ολόκληρο».
«Η Ιστορία είναι».
«Εμένα μου φαίνεται κωμωδία».
«Το ίδιο είναι».
«Καθόλου. Η Ιστορία βρίθει
ηθικών προταγμάτων που αρνούνται
να εγκιβωτίσουν το ποθούμενο
σ’ ένα μέλλον λίγο ως πολύ ευκταίο. Συνεπώς
δεν διακρίνει ανάμεσα στο μέσο και τον σκοπό,
δεν επιδιώκει την ηγεμονική διαχείριση
του απαιτούμενου χρόνου».
«Καθόλου. Το ακριβώς αντίθετο...»
«Μην ξύνεις πληγές. Οι Μαρξιστές
έκαναν το λάθος να θεωρήσουν
την Ιστορία αρθρόποδο. Κι έτσι
δεν μπορούν πια να διακρίνουν
ανάμεσα σ’ ένα τσίμπημα κουνουπιού
και την πληγή ενός Αίαντα. Ο Αίας
πήγε από τσίμπημα κουνουπιού...»
«Η Οξφόρδη είναι μια χάρτινη φωλιά υμενόπτερων.
Σφήκες. Κατάλαβες;
Όταν τα χέρια σου είναι χέρια και τα πόδια σου πόδια
και μπορείς να ριχτείς στον θάνατό σου
με χέρια και με πόδια, θα καταλάβεις
πως την Ιστορία την κάνουν οι θαμμένοι νεκροί.
Οι θαμμένοι, ε; Κωμωδία.
Θάβουν τους νεκρούς για να μπορούν
να λένε πως ‘Οι Καλοί είναι στο Χώμα’.
Λοιπόν, η Ιστορία σου βρίθει ηθικών προταγμάτων
έτοιμων να θάψουν το ποθούμενο
σ’ ένα παρελθόν εντελώς ανέφικτο. Συνεπώς
κάθε άλλο παρά δεν διακρίνει
ανάμεσα στο μέσο και τον σκοπό,
κάθε άλλο παρά δεν επιδιώκει την ηγεμονική διαχείριση
του ήδη δαπανημένου χρόνου,
κάθε άλλο παρά, κάθε άλλο παρά, λέω...
. . . . . . . . . . . . . .
]σαν να ξερνούσε η γη
τα σπλάχνα της, έφραξε το σκοτάδι...
ολόγυμνη πρωτόγονη Αφροδίτη. Το εφηβαίο της
μεθυσμένος Αμέθυστος κι έλαμπε σαν πεδίο μάχης
σε εικονογραφημένη έκδοση της Βίβλου. Κρατούσε
σπαθί και ζυγαριά:
«Ψοφίμια, ακόμα να τελειώσετε με τη μεταφυσική;
Ιδού η σπάθη: το θεμέλιο του φυσικού δικαίου.
Άλλοι τη λένε Excalibur. Εγώ την λέω Executive:
η εργαλειακή αποτελεσματικότητα της ratio, η παραγωγή
στην πλήρη εκπλήρωση των κοινωνικών υποχρεώσεών της»,
κι έμπηξε την αιχμή στη λάσπη. Έζεχνε ο τόπος
απ’ την ανάσα της θεωρημένα αντίγραφα
ληξιαρχικών πράξεων γέννησης και θανάτου: μια οσμή
διατυπώσεων σε προχωρημένη αποσύνθεση.
Γέλασε, συγκλονίζοντας τις πλαγιές της σάρκας της,
κατάμαυρος ιδρώτας μούσκεψε τα πρανή...
. . . . . . . . . . . . . .
]νεκρές από σφαίρες
]και φανερότατα ίχνη του βιασμού
. . . . . . . . . . . . . .
δύο μωρά νεκρά από ασφυξία...
] γέμισαν τα στόματά τους με βαμβάκι
βουτηγμένο στη βενζίνη και το άναψαν
σκοτωμένος με μαχαίρι και με †εξορυγμένους τους οφθαλμούς†
]νεκρή
. . . . . . . . . . . . . .
†με την κοιλιά ξεσχισμένη και† το έμβρυο †νεκρό† δίπλα της
. . . . . . . . . . . . . .
] πρότεινε τη ζυγαριά:
«Και ιδού ο ζυγός: ο αποχρών λόγος του θετικού δικαίου.
Άλλοι τον λένε Πλάστιγγα. Εγώ τον λέω Product Manager.
Οι μικροπωλητές στα παζάρια της Μέσης Ανατολής
αμφισβητούν τον νόμο της βαρύτητας, προσβάλουν
έναν δικαστή του βάρους του Newton. Αίσχος.
Κανένας σεβασμός στην αυτορυθμιζόμενη δικαιοσύνη της αγοράς,
σαν να ονειρεύτηκε για το τίποτα
το τέρας του τίποτα ο Descartes...»
] κι έτριξε τα δόντια,
κοιτάζοντας το σώμα του Αίαντα πνιγμένο
στο ελεύθερο αίμα του.
«Φύγε
από τον δρόμο μου, θρασύτατο κουφάρι.
Και κλείσε επιτέλους το άθλιο στόμα σου...»
. . . . . . . . . . . . . .
Στην κουζίνα, τα φλιτζάνια τσαγιού βρίσκονταν τακτοποιημένα
σ’ ένα ράφι και περισσότεροι από 12 κάλυκες
ήταν σκορπισμένοι στο πάτωμα,
το οποίο ήταν λερωμένο με αίμα.
Σε ένα άλλο δωμάτιο, δύο απανθρακωμένα πτώματα
βρίσκονταν κουλουριασμένα δίπλα σ’ ένα σπασμένο κρεβάτι
. . . . . . . . . . . . . .
ένας γέροντας που έκανε την ανάγκη του
] χωρίς κεφάλι
. . . . . . . . . . . . . .
] ανθρώπινα οστά, κρανία, πλευρά, ολόκληροι σκελετοί,
κεφάλια κοριτσιών με μακριές πλεξούδες,
κόκκαλα παιδιών και σκελετοί σε ρούχα…
. . . . . . . . . . . . . .
ένας μύλος γεμάτος με πρησμένα πτώματα
] 200 γυναικόπαιδα καμένα ζωντανά
. . . . . . . . . . . . . .
«Τελειώνετε, μπάσταρδα», η θηλαστική αποτυχία,
«μαζέψτε τ’ απομεινάρια της βούλησής σας.
Ρενέ, Ιμμανουέλ, Γκέοργκ, Φρίντριχ,
βάλτε τα χέρια και τα πόδια σας σωστά.
Πάλι παίζετε με τους διορισμούς του Όντος;
. . . . . . . . . . . . . .
Έξω η νύχτα ήταν σπαρμένη σκοτεινούς
αυτόχειρες. Έριχνε
ψηλή-ψηλή απελπισία και το δάσος
βογκούσε βαριά πληγωμένο από αιωνιότητα.
Τι κάθεστε, ασύστατοι;
Αν ο νεκρός του καθενός δεν είναι
του καθενός νεκρός, προς τι
επάνω ο ουρανός και κάτω η γη;
Όποιος δεν έχει παράδεισο, έχει φλέβες.
Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ///ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε δρεπάνι να θερίζει
το χέρι εκείνου που νομίζει
πως επειδή κουνάει το χέρι σταθερά
περνούν από το χέρι του πολλά.
Εννοείται: ο δεξιός πρωθυπουργός.
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε σφυρί για να τσακίζει
το χέρι εκείνου που νομίζει
πως επειδή του έδωσε πιστόλι
εκείνος που έχει χέρι σταθερό,
πρέπει να δέχονται όλοι
τυφλά ένα τραύμα φανερό.
Εννοείται: ο κάθε μπάτσος
φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα˙ ευτυχώς.
Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.
Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει
και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
Δεκέμβριος 2008
το χέρι εκείνου που νομίζει
πως επειδή του έδωσε πιστόλι
εκείνος που έχει χέρι σταθερό,
πρέπει να δέχονται όλοι
τυφλά ένα τραύμα φανερό.
Εννοείται: ο κάθε μπάτσος
φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα˙ ευτυχώς.
Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.
Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει
και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
Δεκέμβριος 2008
Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012
ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΠΛΑΝΑ
Αγαπητοί φίλοι έχω την τιμή να συνομιλώ με τον ποιητή/μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα,τον οποίο
ευχαριστώ θερμά για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης!
Α.Ξ.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιό έργο επιθυμείτε πολύ να μεταφράσετε οπωσδήποτε στο μέλλον;
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιές οι σχέσεις σας με την πεζογραφία;
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιό από τα δικά σας ποιητικά βιβλία αγαπάτε περισσότερο και γιατί...
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Aγαπημένοι σας ποιητές ,συγγραφείς και μεταφραστές.
AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ως θεατρολόγος δεν θα μπορούσα να μην σας κάνω αυτήν την ερώτηση.Παρακολουθείτε θέατρο;
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Πιστεύετε στην κριτική;O ίδιος διαβάζετε τις κριτικές που γράφονται για τα έργα σας;
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Aπό τα διαβάσματά σας....αν σας ρωτούσα να μου επισημάνετε 3 βιβλία που διαβάσατε και σας σημάδεψαν τόσο που σας άλλαξαν το βλέμμα για τα πράγματα ,τί θα απαντούσατε;
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Γίνονται πολλές προσπάθειες τα τελευταία χρόνια για την υποστήριξη του ψηφιακού βιβλίου...Πείτε μου για το δικό σας ψηφιακό βιβλίο.. .
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Υπάρχουν νέοι εμπνευσμένοι ποιητές σήμερα;Ποιά λόγια θα απευθύνατε σε έναν νέο ποιητή;
ευχαριστώ θερμά για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης!
Α.Ξ.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Κύριε Μπλάνα σας καλωσορίζω στο varelaki και ξεκινώ
αμέσως.Παρακολουθείτε , φαντάζομαι, τις πολιτικές,κοινωνικές κια
οικονομικές εξελιξεις!Ζούμε λοιπόν σε ανισόρροπους καιρούς.Σε καιρούς
δύσκολους για την Ελλάδα ως έθνος και για τους πολίτες της.Τα βλέμματα
όλων είναι στραμμένα στην κρίση .Και δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες μας
που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.Μέσα σε όλα αυτά ,μήπως
οι Ποιητές και η Ποίησή τους περισσεύουν;Mήπως δεν είναι τούτη εποχή για
Ποίηση και άλλα παρόμοια;
ΓΙΩΡΓΟΣ
ΜΠΛΑΝΑΣ:Υπάρχει μόνο μία εποχή ακατάλληλη για Ποίηση. Και δεν έχει
έρθει ακόμα. Αν έρθει -πράγμα που θεωρώ εντελώς απίθανο- θα
είναι η εποχή της πλήρους και παγκόσμιας ρύθμισης της ανθρώπινης ζωής,
στη βάση μιας ολοκληρωτικής κοινωνικής λογικής. Η ολοκληρωτική διάβρωση
του υποκειμένου από μια κεντρικά οργανωμένη γραμματική της εμπειρίας, θα
εξαφανίσει λειτουργίες της γλώσσας απαραίτητες στην Ποίηση. Αλλά, παρ'
όλες τις φιλότιμες προσπάθειες ανάπτυξης των κυβερνητικών τεχνικών, που
πραγματοποιούν οι μισθωμένοι από τους παράγοντες εξουσίας επιστήμονες, η
γλώσσα -και συνεπώς η γραμματική της εμπειρίας- διαθέτει ένα είδος
συνεχούς αμφισβήτησης των κανόνων της. Αυτή η αμφισβήτηση παράγει την
απροσδιοριστία που ονομάζουμε υποκείμενο. Σαν να λέμε: με τους ανθρώπους
άκρη δεν βρίσκεις ή στην κυριολεξία «άβυσσος ή ψυχή του ανθρώπου»,
πράγμα που αποτελεί τη μόνη ελπίδα ελευθερίας, παρά τις αρνητικές
συνδηλώσεις αυτών των εκφράσεων. Όλες οι άλλες εποχές -της δικής μας
συμπεριλαμβανομένης- είναι εποχές για Ποίηση. Οι ποιητές πάντα
περίσσευαν και πάντα έλειπαν. Περίσσευαν για τους τοκογλύφους, τους
δικτάτορες και τους ηλιθίους οπαδούς τους και έλειπαν για το ανθρώπινο
γένος. Όποιας λογής πρόβλημα κι αν αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι, σε
οποιοδήποτε πλάτος ή βάθος, δεν θα μπορούσαν να δουν τις παραμέτρους του
αν δεν υπήρχαν διανοητές: φιλόσοφοι, στοχαστές, επιστήμονες, ποιητές,
καλλιτέχνες, πεζογράφοι. Η ποιητική καλλιέργεια μιας εποχής είναι η
ταυτότητά της. Οι Ευρωπαίοι ποιητές δεν «είδαν» την παράμετρο του
Ναζισμού και η Ευρώπη πέρασε μέσα από την κόλαση. Οι Ρώσοι ποιητές
«είδαν» την παράμετρο της επαναστατικής μεταμόρφωσης της κοινωνίας τους
και πραγματικά βοήθησαν μιαν ένδοξη επανάσταση. Δεν «είδαν» όμως την
παράμετρο του βιασμού του υποκειμένου και βοήθησαν ώστε η ένδοξη
επανάσταση να μεταμορφωθεί σε κόλαση. Συνήθως οι άνθρωποι κολυμπούν μέσα
στο παρόν, όπως τα ψάρια μέσα στο νερό: δεν βλέπουν την ύπαρξή τους.
Αδυνατούν να διεισδύσουν σε αυτό που συμβαίνει. Αν όχι οι ποιητές,
τουλάχιστον η ποίηση -ως στοχαστική πρακτική- έχει τη δυνατότητα να
διεισδύει, διότι για τα πράγματα και τις καταστάσεις ο μοναδικός δρόμος
είναι οι λέξεις.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Προσωπικά θεωρώ ότι η ποίηση [και γενικά η λογοτεχνία ] ανθίζει μέσα στο
διαδίκτυο.Γίνονται όμορφες δημιουργικές ζυμώσεις και ανταλλαγές.(Το εχω
μάλιστα υποστηρίξει δημόσια σε σχετικό άρθρο μου στο Protagon).Ποιά
είναι δική σας άποψη αναφορικά με το θέμα <<Λογοτεχνία και
διαδίκτυο>>.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:
Το διαδίκτυο είναι ένας εντελώς καινούργιος επικοινωνιακός τόπος και
μια τεράστια -ασύλληπτη για τα μέχρι σήμερα δεδομένα- αποθήκη
πληροφοριών, η οποία αυξάνει συνεχώς. Στο επίπεδο της επικοινωνίας, έχει
το προνόμιο να μην περιορίζεται από τον συμβατικό χώρο και χρόνο.
Επίσης απουσιάζουν από αυτό κάποιοι κλασσικοί θεσμοί, οι οποίοι εν
πολλοίς περιορίζουν τις πνευματικές δραστηριότητες και αποκαρδιώνουν
τους ανθρώπους που επιθυμούν να γράψουν ποίηση. Στο διαδίκτυο, καθένας
μπορεί να δημοσιεύσει αυτό που έγραψε -και νομίζει πως είναι ποίηση-
χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάνευση ενός εκδότη, ενός κριτικού ή μερικών
ομοτέχνων του. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα. Πρώτον: μπορεί εύκολα να
αυξηθεί ο αριθμός των ποιητικών κειμένων χωρίς ποιότητα, αφού το
μοναδικό κριτήριο είναι οι απόψεις του ίδιου του συγγραφέα. Δεύτερον:
μειώνονται οι αντιστάσεις που μπορεί να συναντούσε κάποια εντελώς
καινοφανής ποιητική προσπάθεια. Στο επίπεδο της αποθήκευσης πληροφοριών,
η ευκολία με την οποία μπορούν να εντοπιστούν τα πιο διαφορετικά
βιβλία, καθώς και η «συνειρμική» διάσταση της δικτύωσης των πηγών,
δημιουργούν ένα ερεθιστικό περιβάλλον συγκρητισμού, που οπωσδήποτε
παρέχει ευκαιρίες πειραματισμών στην ποίηση.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Πώς βλέπετε το μέλλον της Ποίησης στον τόπο μας;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:
Αν κρίνω από τη θέρμη με την οποία όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζητούν
να γράψουν και να εκδώσουν ποίηση, νομίζω πως βρισκόμαστε μπροστά σε
ένα κύμα ανάληψης πνευματικού ρόλου από το κοινωνικό υποκείμενο. Το
ριζικό πρόταγμα της ποίησης είναι η αλήθειες που αποκαλύπτονται στη
διάρκεια της αναμόχλευσης των παθών μας. Υπάρχει μια αβυθομέτρητη σοφία
στη δύναμη με την οποία η επιθυμία προσπαθεί να αφομοιώσει τον κόσμο.
Ίσως η μόνη πραγματική πραγματικότητα να είναι οι τροπισμοί της
επιθυμίας στην προσπάθειά της να αναμετρηθεί με τα αντικείμενά της. Κάθε
σχέση με την ποίηση θέτει σε αμφισβήτηση τον θεσπισμένο σύστημα
συμβόλων που έχουμε συνηθίσει να αποδεχόμαστε ως πραγματικότητα, ενώ δεν
είναι παρά μια σχέση εξουσίας με την επιθυμία των ισχυρότερων. Δεν ξέρω
αν το μέλλον θα μας δώσει «μεγάλους» ποιητές. Αυτό είναι ζήτημα που
σχετίζεται με ατομικές ψυχές. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι κουβαλάει
στην κοιλιά της κάθε γυναίκα. Μπορεί να τη βλέπουμε να διαλέγει ντομάτες
στον μανάβη, με την κοιλιά μέχρι το στόμα -που λέμε- κι εκείνη να
τρέφει μέσα της ένα ον με την ποιητική δύναμη δέκα Σαίξπηρ κι
εκατοντάδων Γκαίτε. Εκείνο που έχω να πω είναι πως η πληθωρική ποιητική
δημιουργία, παρά την στερεοτυπία που αποπνέει (οι περισσότεροι ανάμεσά
μας ασχολούνται ερασιτεχνικά με την ποίηση και είναι άδικο να τους ζητά
κανείς ιδιαίτερη πρωτοτυπία) ειδοποιεί για την αύξηση της καλλιέργειας
στο κοινωνικό σύνολο και ειδικά της καλλιέργειας που προέρχεται από την
ποιητική θεώρηση της πραγματικότητας. Αυτή η θεώρηση είναι πάντα αντιεξουσιαστική - σε επίπεδο συνειδητού ή ασυνειδήτου.
AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Αισθάνεσθε περισσότερο ποιητής και λιγότερο μεταφραστής ή το αντίστροφο;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:
Η μετάφραση είναι ένα μέρος της ποιητικής δραστηριότητάς μου. Δεν μπορώ
να διαχωρίσω το ψυχικό ρευστό που κατευθύνω προς την ποίηση από το
ψυχικό ρευστό που κατευθύνω προς τη μετάφραση. Αποτελούν στιγμές ή
τόπους του ίδιου μάγματος. Μονάχα οι λέξεις «ποίηση» και «μετάφραση»
θέτουν διακρίσεις. Θα μπορούσα να πω πως όταν μεταφράζω,
γράφω ποιήματα με θέμα το προς μετάφραση κείμενο. Δεν υπάρχει άλλος
τρόπος να μεταφράσεις. Αυτός είναι ο πιο ειλικρινής. Φυσικά, όποιος δεν
έχει γνώση του ψυχικού ρευστού του, δύσκολα μπορεί να κινηθεί με ελπίδα
να παράγει κάτι της προκοπής, σε αυτόν τον ασύμμετρο τόπο.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιό έργο επιθυμείτε πολύ να μεταφράσετε οπωσδήποτε στο μέλλον;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:
Την «Ιλιάδα», οπωσδήποτε. Την έχω αρχίσει. Τυπώθηκαν δύο ραψωδίες κι
έχω έτοιμες άλλες τρεις. Αλλά κάθε λέξη είναι μια σκοτεινή τρύπα που σε
γοητεύει. Δεν μπορείς να στέκεσαι συνέχεια στο χείλος της. Αν εκτιμάς
τον εαυτό σου πρέπει να πέσεις μέσα της. Και δεν ξέρεις ούτε που θα σε
οδηγήσει, ούτε πότε θα βγεις, ούτε καν αν αξίζει τον κόπο να βγεις. Θα
το κάνω όμως. Καμιά φορά συναντάς τον Θερσίτη στη Σταδίου και σου λέει
τι πρέπει να κάνεις. Ένας άστεγος είναι. Αλλά υπάρχει με έναν τρόπο
ασύλληπτης εγρήγορσης.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιές οι σχέσεις σας με την πεζογραφία;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:
Από επτά ετών, που πρωτοδιάβασα τον «Γέρο και τη θάλασσα» του
Χέμινγουεϊ, διαβάζω οποιοδήποτε βιβλίο αφηγείται μια ιστορία. Δεν με
ενδιαφέρει το είδος, με ενδιαφέρει η γοητευτική αφήγηση. Δεν με
ενδιαφέρει ούτε το θέμα, ούτε η κοινοτοπία του. Αρκεί να αφηγείται ο
πεζογράφος με ενδιαφέροντα τρόπο. Μετά την ανάγνωση των 400ων
περίπου κλασικών πεζογραφημάτων, μέχρι τα σαράντα μου χρόνια, σήμερα
ανοίγω τα πεζογραφικά βιβλία και διαβάζω την πρώτη πρόταση. Ο αφηγητής
δείχνει αν αξίζει να διαβάσεις την ιστορία του από την πρώτη πρόταση.
Δείτε: «Κάποιος πρέπει να είπε ψέματα για τον κ. Ιωσήφ Κ...» [Κάφκα], «Ο
Τζων Τ. Άνγκερ καταγόταν από μια οικογένεια, που για πολλές γενιές ήταν
πασίγνωστη στον Άδη...» [Φιτζέραλντ], «Ήταν γέρος και ψάρευε μονάχος
του μ' ένα βαρκάκι...» [Χέμινγουεϊ].
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιό από τα δικά σας ποιητικά βιβλία αγαπάτε περισσότερο και γιατί...
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Πάντα
το πιο πρόσφατο. Είναι λόγω έντασης των συναισθημάτων. Καμιά φορά
μελαγχολώ και γυρίζω πίσω και σκέφτομαι και τότε νομίζω πως αγαπώ
περισσότερο κάτι ποιήματα που δεν έγραψα ποτέ -αλλά σκέφτηκα να τα
γράψω- όταν ήμουν πολύ νεαρός. Δεν ξέρω αν μετράει αυτή η αγάπη. Εκείνα
τα άγραφα ποιήματα δεν μου έδωσαν ποτέ την ευκαιρία να τα φοβηθώ ή να τα
μισήσω.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Aγαπημένοι σας ποιητές ,συγγραφείς και μεταφραστές.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Αγαπώ
έναν μάλλον τεράστιο αριθμό Ελλήνων και ξένων ποιητών, συγγραφέων και
μεταφραστών, για πολλούς και διάφορους λόγους. Είμαι πολυγαμικό ον σε
ό,τι αφορά στην τέχνη. Πάντως ο Όμηρος, η Βίβλος, η αττική τραγωδία ο
Ντοστογιέφσκι, ο Κάλβος, ο Σικελιανός, ο Έζρα Πάουντ, ο Μαγιακόφσκι, ο
Κάφκα, ο Ντεκάρτ, ο Χούσερλ, ο Καστοριάδης, ο Μαρξ, ο Ντεμπόρ... με
έχουν στοιχειώσει.
AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ως θεατρολόγος δεν θα μπορούσα να μην σας κάνω αυτήν την ερώτηση.Παρακολουθείτε θέατρο;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Παρακολουθώ
με μανία και διαβάζω και μεταφράζω θέατρο. Η σχέση μου με την ποίηση
είναι αμιγώς θεατρική. Ήθελα να γίνω ηθοποιός. Είχα δώσει εξετάσεις στο
Εθνικό Θέατρο, αλλά δεν πέρασα. Ήταν πολύ φτωχή η προετοιμασία μου.
Βασάνισα τους εξεταστές. Παρατήρησα πως προσπαθούσαν οι άνθρωποι να με
κάνουν να τους δώσω μια ένδειξη, ένα δικαιολογητικό για να με περάσουν.
Αργότερα κατάλαβα πως είχαν δει σε μένα κάτι σχετικό με την ποίηση, αλλά
όχι έναν ηθοποιό. Η ποίηση γεννήθηκε από το θέατρο του ανθρώπου μπροστά
στα πνεύματα που νόμιζε πως κατοικούσαν τον κόσμο. Όταν γράφεται ένα
ποίημα, κάποιος ανεβαίνει σε μια σκηνή και λέει κάτι που αφορά στους
θεατές. Η ποίηση είναι μια μικρογραφία τελετής μύησης, μυστηριακό
θέατρο, ιερή μεταμόρφωση του εντός σε εκτός, του ατομικού σε κοινό. Πώς
θα μπορούσε κάποιος να διαβάσει το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», χωρίς
να ανεβάσει μέσα του μια θεατρική παράσταση; Τι άλλο θα μπορούσε να του
συμβεί; Τι μας κάνει ένα ποίημα, όταν το διαβάζουμε; Μας κάνει ηθοποιούς
και σκηνοθέτες και σκηνογράφους και φωτιστές. Το θέατρο είναι αυτό που
συνδέει την ποίηση με τη φιλοσοφία, με τη γνώση της ουσίας των
πραγμάτων. Ξέρετε, ο Ντεκάρτ, γράφει στα σημειωματάριά του πως το βράδυ
πριν τη μέρα που ένοιωσε πως είχε συλλάβει τη φιλοσοφία του, είδε ένα
όνειρο που είχε σχέση με κάποιο ποίημα. Και στο ίδιο σημειωματάριο
γράφει πως θεωρεί τον εαυτό του έναν ηθοποιό που φοράει τη μάσκα του και
βγαίνει στο σανίδι της ζωής και υποδύεται την αλήθεια!
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Πιστεύετε στην κριτική;O ίδιος διαβάζετε τις κριτικές που γράφονται για τα έργα σας;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Πιστεύω
απόλυτα. Εγώ ευτύχησα να έχω καλούς κριτικούς. Κατάλαβαν τι προσπαθούσα
να κάνω. Και όταν με έψεγαν για κάτι, ήταν απόλυτα σωστό. Με βοηθούσε.
Το εντυπωσιακό είναι πως δεν είχα ποτέ ούτε καν κοινωνική σχέση μαζί
τους. Μερικούς από αυτούς τους γνώρισα χρόνια πολλά μετά από τις
κριτικές τους. Αλλά πέρα από την προσωπική μου εμπειρία, νομίζω πως η
κριτική είναι φυσική απόρροια της ποίησης. Ο πρώτος κριτικός είναι ο
ίδιος ο καλλιτέχνης. Πρέπει να υπάρξει δίκαιος, αυστηρός, αλλά και
συγκαταβατικός απέναντι στις μεθόδους και τα υλικά του. Ο δεύτερος
κριτικός είναι ο αναγνώστης. Δεν γίνεται αλλιώς. Οι
μέθοδοι και τα υλικά του ποιητή είναι πράγματα που σχετίζονται με τη
γλώσσα. Είναι δεσμευμένος από τη ριζική λειτουργία της γλώσσας που είναι
η επικοινωνία. Αυτοί που αναλαμβάνουν τον ρόλο του «επαγγελματία» -ας
πούμε- κριτικού, επιτελούν έργο σημαντικό για την
ενσωμάτωση της ποίησης στις διαδικασίες της αναπαραγωγής ή της
αμφισβήτησης ενός πολιτισμού. Και διακινδυνεύουν περισσότερα από τους
ποιητές. Αν κάνουν λάθος, θα χαθούν κάτω από το βάρος του αδικημένου
ποιητή. Αν κρίνουν σωστά, θα παραμείνουν για πάντα στη σκιά του.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Aπό τα διαβάσματά σας....αν σας ρωτούσα να μου επισημάνετε 3 βιβλία που διαβάσατε και σας σημάδεψαν τόσο που σας άλλαξαν το βλέμμα για τα πράγματα ,τί θα απαντούσατε;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Πρώτα-πρώτα,
ο «Λόγος περί της μεθόδου» του Ντεκάρτ (στα 15 χρόνια μου). Έπειτα, τα
«Κάντος» του Έζρα Πάουντ (στα 23 χρόνια μου) και τέλος η «Φαντασιακή
θέσμιση της κοινωνίας» του Καστοριάδη (στα 30 χρόνια μου). Έκτοτε
υπήρξαν κι άλλες αποκαλύψεις.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Γίνονται πολλές προσπάθειες τα τελευταία χρόνια για την υποστήριξη του ψηφιακού βιβλίου...Πείτε μου για το δικό σας ψηφιακό βιβλίο.. .
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Το
πρώτο ψηφιακό μου βιβλίο ήταν η μετάφραση των αποσπασμάτων του
Αρχίλοχου, το 1998. Έπειτα το ποίημά μου «Επεισόδιο», το 2001. Αυτά
βγήκαν μετά και σε κλασική μορφή βιβλίου. Βέβαια εκείνα τα δύο δεν
μπορούσαν να μετακινηθούν από τον ηλεκτρονικό τόπο που είχε αναλάβει την
έκθεσή τους (το Τμήμα Μηχανικών Τηλεπικοινωνιών του Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου. Αλλά εκείνη την εποχή, έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε τρόπος
να διαβάσεις ηλεκτρονικό κείμενο παρά σε επιτραπέζιους υπολογιστές ή Laptop.
Ήταν ουσιαστικά τα πρώτα ηλεκτρονικά βιβλία στην Ελλάδα. Πριν από
κάμποσους μήνες, οι νεαροί φίλοι μου που διατηρούν το ψηφιακό περιοδικό
«Βακχικόν», εξέδωσαν ορισμένα δοκίμιά μου σε μετακινήσιμη μορφή PDF. Τα πράγματα έχουν προχωρήσει πολύ. Μ' ένα Tablet έχεις στη διάθεσή σου ογκωδέστατα βιβλία. Ας πούμε, ένα Tablet
μπορεί να σου προσφέρει όλη την «Πατρολογία», που χρειάζεσαι μια
τεράστια βιβλιοθήκη για να την αποθηκεύσεις. Είναι μεγάλη ευκολία. Το
κείμενο φωτογραφημένο και καθαρισμένο από σπάνιες εκδόσεις. Αλλά και οι
σύγχρονες εκδόσεις διαβάζονται άνετα, πολύ άνετα. Αυτό που δεν έχει
γίνει κατανοητό είναι πως τα ηλεκτρονικά βιβλία αποτελούν μιαν ακόμα
μορφή έντυπης επεξεργασίας κειμένου. Το γεγονός πως αντί για μια σελίδα
χαρτιού έχεις μπροστά σου την οθόνη μιας λεπτής και ελαφριάς συσκευής
που μοιάζει με βιβλίο δεν σημαίνει τίποτα απολύτως για το ίδιο το
κείμενο. Οι συντελεστές (γράμματα και μάτι) παραμένουν ίδιοι. Είναι
ζήτημα τεχνικής άνεσης. Τίποτα άλλο. Σκεφτείτε πως τα βιβλία δεν
πρόκειται να πάψουν ποτέ να τυπώνονται, απλά διότι εξασφαλίζουν την
υλική υπόσταση του κειμένου και δεν χρειάζονται καμιά πηγή ενέργειας για
να λειτουργήσουν. Από την άλλη υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός βιβλίων
που θα μπορούσαν να είναι μόνο ηλεκτρονικά ή κατά κύριο λόγο ηλεκτρονικά
- περιορισμένα αντίτυπα να τυπώνονται. Αυτό τουλάχιστον ίσως έσωζε
μερικά δάση στον πλανήτη.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Yπάρχει από πολύ κόσμο μια
αγανάκτηση απέναντι στους εκδοτικούς οίκους και τις πολιτικές τους.Είναι
δικαιολογημένη η αγανάκτηση αυτή;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Οι
εκδοτικοί οίκοι είναι επιχειρήσεις. Μοιραία στέκονται με το ένα πόδι
στον τόπο του αντικειμένου της δραστηριότητάς τους, που είναι το βιβλίο
ως φορέας τέχνης και γνώσης, και με το άλλο πόδι στον άγριο τόπο του
καπιταλισμού. Όσο περνά ο καιρός τα πράγματα δυσκολεύουν. Το
επιχειρηματικό περιβάλλον γίνεται στυγνό. Το μόνο παράπονο που
συμμερίζομαι απόλυτα είναι: Γιατί ανεχόμαστε μια κοινωνική λογική, τον
καπιταλισμό, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το βιβλίο παρά μόνο σαν
προϊόν.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Υπάρχουν νέοι εμπνευσμένοι ποιητές σήμερα;Ποιά λόγια θα απευθύνατε σε έναν νέο ποιητή;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ:Υπάρχουν
αρκετοί. Μερικοί εντυπωσιάζουν. Κάποιοι άλλοι απελευθερώνουν σταδιακά
τις δυνάμεις τους. Αυτό που έχω να πω στους νέους ποιητές είναι: «Ούτε
θεός, ούτε πατέρας, ούτε αφέντης». Αν αντιληφθούν αυτό το σύνθημα σαν
αιχμή αυτονομίας και όχι σαν συναισθηματική υπεκφυγή, η ζωή τους και η
ποίησή τους θα αξίζουν πολλά.
Τρίτη 29 Μαΐου 2012
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ-ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΤΡΙΤΟ
Έκανε ζέστη αφόρητη. Στις επάλξεις του έθνους•
ένας ήρωας κρατιόταν απ’ τον ιστό της σημαίας
κι έλεγε: «Η φιλοσοφία, κύριε πρόεδρε, διδάσκει
πως η πραγματικότητα έχει πολλές όψεις».
«Θέλετε να πείτε πως το έθνος έχει πολλές όψεις;»
«Θέλω να πω πως το έθνος σέρνει δέκα χρόνια
αυτόν τον καύσωνα, παρόλο που η πρώην αυτοκράτειρα
της Περσίας δεν παίρνει ναρκωτικά και οι Αμερικανοί
αποκλείουν ένα κραχ παρόμοιο μ’ εκείνο του 1929.
Δεν είναι άδικο να βρεθώ ευνουχισμένος,
χίλια κομμάτια Ιστορίας, κάτω από την Ακρόπολη,
κι ενώ με πνίξατε τη νύχτα κρυφά,
να δημοσιεύσετε πως προσπάθησα να δραπετεύσω
και γκρεμίστηκα μόνος μου, για να μην δικαστώ όπως γράφει ο άθλιος που με ονομάζει
δόλιο κι αιμοβόρο και μιαρό;»
Και κρατιόταν, ακόμα κρατιόταν,
ενώ ένας λιμοκοντόρος,
κηφήνας, παρηγορητής, μεσόκοπων βασιλισσών,
ένας «...πούστης, βραχνάς και όνειδος των Αχαιών»,
φώναζε ο Φιλοκτήτης απ’ τη φιδόπετρά του,
ροκάνιζε τον ιστό του έθνους,εκλεγμένο παράσιτο, διορισμένο τρωκτικό:
τα δόντια του πανάκριβες γραβάτες, τα νύχια του,
δόντια στρατοδίκη με ακράτεια συνταγματική.
Χαμογελούσε φαρμακερά• κρατούσε
στην αγκαλιά του ένα σκιάχτρο θηλυκό
-μαλλιά κουβάρια- κι έλεγε:
«Θα πάει μπροστά ετούτο το κορίτσι.
Το γέννησε η παρθένα Δημοκρατία ετούτο το κορίτσι.
Περιττό να σας πω ποιος είναι ο πατέρας του».
Και χόρευε, χόρευε, τραγουδούσε νευρόσπαστα εμβατήρια για αιμομίκτες κόκορες
μαθημένους να σκοτώνουν με το βλέμμα
στις λάσπες της Αιγύπτου και τις άμμους της Λιβύης.
Την πετούσε στον αέρα
κι όταν ερχόταν πάλι στην αγκαλιά του
-πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης-ξεπαρθενεμένη, πυρωμένη από τον πόθο για σάρκα,την κοιτούσε με ηδυπάθεια
κάτω από τα σαπρόφυτα φρύδια του κι έλεγε:
«Δούλος σας, κυρία μου!
Ο βασιλεύς μού ανέθεσε να σχηματίσω
εκατόμβες πάθους στην αγκαλιά σας.
Χαρίστε μου αυτόν τον χορό.
Θα καταπλήξουμε.
Θα κατακτήσουμε την αγάπη του λαού.
Θα του εμπνεύσουμε τον σεβασμό
για την αιώνια τέφρα του έθνους».
Και σπαρταρούσε λίγη σάρκα
πάνω από το κάρβουνο ενός ανύπαρκτου ματιού,
σαν να της έκλεινε το μάτι με νόημα
κι άρχιζε να χορεύει ένα παράλυτο βαλς
χωρίς νόημα και να φωνάζει:
«Υπάρχουμε, κυρία μου, όχι επειδή το θέλουμε,
αλλ’ επειδή η Γουατεμάλα είναι γεμάτη μπανανιές.
Ελάτε, αγαπητή μου, ας πάμε εγώ κι εσείς
στην ευφορία της Κεντρικής Αμερικής,
όταν η ελευθερία ξαπλώνει στον ουρανό της Δύσης,
σαν νυσταγμένη μοναχή στην αγκαλιά του θεού».Στις ακτές των Καβείρων: Νάνοι, Δάκτυλοι, Καρκίνοι,
δι’ ἀρρήτων ὀργιασμῷν,
κατασπάραζαν τον έρωτα του Κομφούκιου,
αναζητώντας την ηθική τελείωση
στις προγονικές αρετές των Κινέζων,
που αναζητούσαν το τέλος της ηθικής
στους προγόνους της Τετάρτης Διεθνούς
(Βλέπε, μεταξύ άλλων, Λου Χσουν:
Το Ημερολόγιο Ενός Τρελού).
Στις σπηλιές των Τελχίνων: χαμένα κορμιά,
φτερωτές αναπηρίες, γύμνια μέσα-έξω
κραυγαλέα. Κι όλα κλονίζονταν και σπαρταρούσαν
κι έπεφταν πρόθυμα σε μια κατάμαυρη τρύπα,
απ’ όπου έβγαιναν απίστευτα πραγματικά,
ίσως λακανικά. Ο Μπρετόν –αυτός ήταν–
με κατακόκκινο το πρόσωπο:
«Ποιος το περίμενε Νατζά; Ποιος το φανταζόταν;
Ποιος είμαι Νατζά;»Γύρευαν τη φώτιση.
Κανείς δεν ξάπλωνε νωρίς τα βράδια,
κανείς δεν είχε χρόνο για χαμένο χρόνο•
ούτε ο Ηράκλειτος γι’ άλλα σκοτάδια,
αφού αυτός τα είχε γράψει όλα φωτεινά•με τόση θάλασσα τριγύρω,
το αλάτι άφηνε στο δέρμα των βράχων
μια λεπτή μεμβράνη αιθρίας
κι όταν άρχιζε να νυχτώνει, οι σαύρες δεν σάλευαν καν:
τόσο φως ίδρωναν όλη-μέρα οι ακτές.
Κι ενώ οι γάτες άφηναν της νύχτας τις πήλινες σκοπιές,
για να μοιράσουν της αυγής το σκουριασμένο φως,
με ακριβοδίκαια βλέμματα,
στους ζωντανούς νεκρούς της μέρας,
οι ποιητές των εμφυλίων φιλιών
περνούσαν τα κατώφλια τους,
με τη σιωπή ένα σκίσιμο βαθύ από ξίφος Αχαιού
στο μέτωπο και την σκουριά,
φρίκη αλλοπρόσαλλης φυγής
για τα στενά των σκοταδιών•
ξερίζωναν τα μαύρα σπλάχνα της Ευρώπης,
με τα μάτια να αιμορραγούν απελπισία,πάνω από το προσφάγι
τυλιγμένο στα άπαντα του Μολιέρου
και γύρω γελούσαν αυτοί που είχαν διαβάσει Μολιέρο
και μιλούσαν την γλώσσα του Ουγκώ,
σαν να κατάπιναν τα άπαντα του Μπαλζάκ,
στο Σαρλερουά με τ’ όνομα,
μέσα στο ατέλειωτο απόγευμα της καρβουνόσκονης
και των θαμμένων νεκρών Ιταλών
και των θαμμένων ζωντανών Ελλήνων,
τόσο βαθιά στην απόγνωση,
ώστε που νύχτωνε και ο Βιγιόν
άρχιζε να ζητιανεύει το φεγγάρι πόρτα-πόρτα
με τα λόγια τυφλά από το χιόνι :
«Αγαπούσα κι εγώ σαν νέος μια κοπέλα,
όμως εκείνη είχε έναν εραστή
και πιαστήκαμε μια μέρα για τα καλά
κι άδειασα πάνω του ένα πιστόλι θυμό
και χάθηκα. Δεν ξέρω καν πού πέφτει το Παρίσι
ούτε ποιος είναι αυτός ο διάολος ο Ρεμπώ».Στα 1962. Ένα ζώο γυμνό, αργό, αδύναμο
–χώρια η πληγή της γλώσσας–
χαμένο στον παράδεισο μιας φιλεύσπλαχνης οθόνης,
μιας μοντέρνας οθόνης,
όπου οι ταχυδρόμοι απολαμβάνουν
τρυφερές συναντήσεις με ένοπλους αστυνομικούς
και οι οδηγοί των τρένων υπόσχονται γάμο
στους νεαρούς στρατιώτες,
αν οι απεργοί καταφέρουν να κάψουν έναν ναό ολόκληρο•
όχι μικροζημιές που κατασβήνονται αμέσως
και οι ανθρακοφόρες φλέβες του καθολικισμού
μένουν ανεκμετάλλευτες
την στιγμή που οι ορθόδοξοι
σιγουρεύουν τις θέσεις τους στον παράδεισο.
«Τι να τα κάνουν τα σχολεία,
όλη μέρα μέσα στα σπλάχνα της γης;
Για πέταμα είναι κι αυτοί και τα παιδιά τους
μετά από τόσο μαύρο στα πνευμόνια μαυρίζει η ψυχή.
Ο θεός να τους έχει καλά.
Τα υπόλοιπα τα βρίσκουν με τον θάνατο.
Θέληση να υπάρχει», έσκουζε η κόκκινη πόρνη
ο πριμάτος, ο σπιούνος του Πάπα,
με αντιδακρυγόνους διόπτρας ανάμεσα στα πόδια,
εκεί που οδύρονταν τα όνειρά του.
Οι προλετάριοι χάιδευαν, στο εφηβικό σκοτάδι
του ανεπτυγμένου υποκόσμου,
μιαν αλκοολική Ιστορία,
για λίγα ψίχουλα μοντέρνας ψυχαγωγίας,
κι ένα ξεροκόμματο θράσος.
Επάρατη αθωότητα,
ένοχη αποτελεσματικότητα της πείρας,κάτι σάπιο στον πυθμένα της συγκίνησης
κι ο νεαρός ερωτευμένος φιλόσοφος
των υφαντών αρρυθμιών:
«Αν δούμε τον άνθρωπο ως άνθρωπο,
και την σχέση του με τον κόσμο ως ανθρώπινη,
τότε ο έρωτας μόνο με έρωτα μπορεί ν’ ανταλλαχθεί,
η πίστη μόνο με πίστη.
Αν αγαπάς χωρίς ο έρωτάς σου να βρίσκει ανταπόκριση,
είναι σαν να μην παράγει έρωτα ο έρωτάς σου.
Αν, παρά το γεγονός πως εκφράζεσαι ως εραστής,
δεν μπορείς να καταστήσεις τον εαυτό σου
ερωτικό αντικείμενο,
τότε ο έρωτάς σου είναι ανίσχυρος: μια δυστυχία
στην αγκαλιά της μιας αγίας οικογένειας•
της μιας στοχαστικής οικογένειας,
που άνοιξε την αγκαλιά της
και δέχτηκε την ορφανή πραγματικότητα,
και τη μεγάλωσε να γίνει μια λογική,
μελετηρή πραγματικότητα
και να γυρεύει το ταίρι της στην Ευρώπη
και στις άλλες πληγές του κόσμου
όλου απ’ άκρη σ’ άκρη».Xτυπιούνταν αλύπητα oι καρδινάλιοι του Μαμωνά,
με γροθιές συνταγματικά κατοχυρωμένες
ποιος άφησε 250 ψυχές να διαφθαρούν απ’ το σκοτάδι,
σ’ έναν πολύτιμο τάφο στρατηγικής σημασίας:
δαίμονες, τελώνια, χτικιά,
να παίζουν όλη νύχτα εκεί κάτω ζάρια
φτιαγμένα από τα κόκαλα των Δρυίδων,
των σεβάσμιων Δρυίδων,
κι από τα κόκαλα των παρθένων,
των γλυκύτατων παρθένων,
με τον μικρό λευκό Μονόκερο
να κοιμάται ανάμεσα στα μύρα
των κατάλευκων βυζιών
και τα φύλλα των δέντρων να θροΐζουν
ιστορίες για Συλφίδες
ερωτευμένες με ιππότες, που μιλούσαν
μια γλώσσα βαθιά σαν σπήλαιο.
Μα δεν ήταν πια (οι εν λόγω προλετάριοι)
ούτε καν απελπισμένοι.
Μια θλίψη έπρεπε να διαχειριστούν.
Επιτέλους• είχαν κάτι ολότελα δικό τους.
Μόνο το φίδι του κόσμου δεν υπολόγιζαν,
μες στα ξερόχορτα της αδηφάγας λαχτάρας τους vα ζήσουν, να ζήσουν κυρίως επικίνδυνα ημιθανείς:
Φιλοκτήτες, Αίαντες, Οιδίποδες, Αντιγόνες, Ισμήνες
πεταμένοι στα σκουπίδια του διπρόσωπου Ιανού,
του χορτασμένου Ιανού.
Κι εκείνος ο Φοίνικας:
«Τελειώνετε με τις ταξικές αντιπαραθέσεις.
Θα σας πνίξει στον ύπνο το δίκιο σας.
Μην του δίνετε θάρρος.
Δεν ξέρει με τι έχει να κάνει».
Στο τέλος, έμεναν πάντα με το στόμα ορθάνοιχτο,
μπροστά σ’ έναν ορίζοντα φονιά,
αδίστακτο, αδέκαστο, αμετάκλητα αιμοβόρο,
λίγο πριν βγει ο ήλιος και καθαρίσει η σκουριά της αυγής
κι επιστρέψει καθένας στην εξορία των παθών του•
επίμονη, αδίστακτη, αδέκαστη,
αμετάκλητα αιμοβόρα εξορία.
Κι οι ποιητές: «Τι τόπος είναι αυτός;
Πώς λέγεται η κόλαση στη γλώσσα του Μπαλζάκ;»
«Σιωπή».
Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ- ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
EΝΑΣ ΑΣΤΕΓΟΣ
Η αλήθεια ειναι πως σκοτώνει
αρκούδα αυτό το κρύο κι η Σταδίου κατεβάζει
φαρμάκι,αλλά θα βγει το βράδυ:θα έρθουν
τα σκυλιά.έχω ψαρέψειαπό τον κάδο στην Ομήρου
δύο χάμπουργκερ μισά,
θα τα φάνε,θα ζαρώσουν εδώ δίπλα,
θα ζεσταθούν,θα ζεσταθώ.
Ε,όχι να πεθάνω από την αθλιότητά τους
πριν πεθάνω από το κρύο!
Δεν πάνε.ας πάνε σπίτια τους,
ας τσακωθούν
με τις γυναίκες τους για τα παιδιά
και με τα παιδιά για το σχολείο,
ας δουν στην τηλεόραση
να τους βρίζουν,ας φάνε μέχρι σκασμού,
ας χαμηλώσουν την θέρμανση
πριν πάνε στο κρεβάτι κι ας πεθάνουν
από βλακεία πριν πεθάνουν από τη ζέστη.
Εγώ θα είμαι εδώ και θα ονειρεύομαι
τις απογευματινές εφημερίδες:
Υπουργός πέθανε από τη ζέστη,
εν μέσω πολικού ψύχους!
Ε,πως!Αυτό το κρύο είναι δικό μου,
περάσαμε πολλά μαζί.
Δεν με πειράζει.
*************
ΑΠΟΛΟΓΙΑ
Δηλητηρίασαν τον Μεγαλέξανδρο,
σταύρωσαν το Χριστό,
άλωσαν την Κωνσταντινούπολη,
αποκήρυξαν γραπτά την Επανάσταση του Γένους,
έβαλαν στη φυλακή τον Κολοκοτρώνη,
ευνούχισαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο,
δολοφόνησαν τον Καποδίστρια,
έβαλαν τους κομμουνιστές να κάνουν
αντάρτικο,πληρώνουν τους αναρχικούς
να σπάζουν τζάμια και να καίνε
κάδους στην Αθήνα,κατέστρεψαν
τα υποβρύχια που αγόρασε το Ναυτικό μας,
εξευτέλισαν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
στην τελευταία επέτειο της 28ης Οκτωβρίου,
έβαλαν φωτιά επανειλημμένως
σε βιβλιοπωλεία Ελλήνων πατριωτών,
επινόησαν την απάτη του πανε πιστημιακού ασύλου
για να καταστρέψουν το ελληνικό πνεύμα,
κατέκλεψαν το κράτος για να ενοχοποιήσουν
τους πολιτικούς μας,διέβρωσαν τα πάντα,
δεν κόβουν αποδείξεις,αρνούνται να πληρώσουν
τους φόρους,διαπλέκονται και γενικώς
κάνουν τα πάντα για να αφανίσουν
το Γένος των Ελλήνων.
Ετσι ήταν πάντα οι Τούρκοι.
Ως άνδρας του ένδοξου ελληνικου
Λιμενικού Σώματος δηλώνω κατηγορηματικά
πως σέβομαι τις διατάξεις
της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
που απαγορεύουν τα βασανιστήρια και πως
δεν θα τις παραβίαζα ποτέ.Εξάλλου εγώ
δεν έχωσα το γκλομπ εκεί που ισχυρίζεστε
για να τον βασανίσω,
αλλά για να τον τιμωρήσω.
Η αλήθεια ειναι πως σκοτώνει
αρκούδα αυτό το κρύο κι η Σταδίου κατεβάζει
φαρμάκι,αλλά θα βγει το βράδυ:θα έρθουν
τα σκυλιά.έχω ψαρέψειαπό τον κάδο στην Ομήρου
δύο χάμπουργκερ μισά,
θα τα φάνε,θα ζαρώσουν εδώ δίπλα,
θα ζεσταθούν,θα ζεσταθώ.
Ε,όχι να πεθάνω από την αθλιότητά τους
πριν πεθάνω από το κρύο!
Δεν πάνε.ας πάνε σπίτια τους,
ας τσακωθούν
με τις γυναίκες τους για τα παιδιά
και με τα παιδιά για το σχολείο,
ας δουν στην τηλεόραση
να τους βρίζουν,ας φάνε μέχρι σκασμού,
ας χαμηλώσουν την θέρμανση
πριν πάνε στο κρεβάτι κι ας πεθάνουν
από βλακεία πριν πεθάνουν από τη ζέστη.
Εγώ θα είμαι εδώ και θα ονειρεύομαι
τις απογευματινές εφημερίδες:
Υπουργός πέθανε από τη ζέστη,
εν μέσω πολικού ψύχους!
Ε,πως!Αυτό το κρύο είναι δικό μου,
περάσαμε πολλά μαζί.
Δεν με πειράζει.
*************
ΑΠΟΛΟΓΙΑ
Δηλητηρίασαν τον Μεγαλέξανδρο,
σταύρωσαν το Χριστό,
άλωσαν την Κωνσταντινούπολη,
αποκήρυξαν γραπτά την Επανάσταση του Γένους,
έβαλαν στη φυλακή τον Κολοκοτρώνη,
ευνούχισαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο,
δολοφόνησαν τον Καποδίστρια,
έβαλαν τους κομμουνιστές να κάνουν
αντάρτικο,πληρώνουν τους αναρχικούς
να σπάζουν τζάμια και να καίνε
κάδους στην Αθήνα,κατέστρεψαν
τα υποβρύχια που αγόρασε το Ναυτικό μας,
εξευτέλισαν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
στην τελευταία επέτειο της 28ης Οκτωβρίου,
έβαλαν φωτιά επανειλημμένως
σε βιβλιοπωλεία Ελλήνων πατριωτών,
επινόησαν την απάτη του πανε πιστημιακού ασύλου
για να καταστρέψουν το ελληνικό πνεύμα,
κατέκλεψαν το κράτος για να ενοχοποιήσουν
τους πολιτικούς μας,διέβρωσαν τα πάντα,
δεν κόβουν αποδείξεις,αρνούνται να πληρώσουν
τους φόρους,διαπλέκονται και γενικώς
κάνουν τα πάντα για να αφανίσουν
το Γένος των Ελλήνων.
Ετσι ήταν πάντα οι Τούρκοι.
Ως άνδρας του ένδοξου ελληνικου
Λιμενικού Σώματος δηλώνω κατηγορηματικά
πως σέβομαι τις διατάξεις
της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
που απαγορεύουν τα βασανιστήρια και πως
δεν θα τις παραβίαζα ποτέ.Εξάλλου εγώ
δεν έχωσα το γκλομπ εκεί που ισχυρίζεστε
για να τον βασανίσω,
αλλά για να τον τιμωρήσω.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)



