Translate

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ ///ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΞΗΚΟΣΤΟ



«Αν η ζωή του καθενός δεν είναι
του καθενός ζωή, προς τι
επάνω ο ουρανός και κάτω η γη;
Τουλάχιστον τα ζώα δεν προσποιούνται πως διαβάζουν
την ιστορία των λαθών τους στη βουλιμία του ζώου.
Κανένα στερέωμα δεν διεκδικεί
την πείνα της πείνας· το σκοτάδι
είναι όντως σκοτάδι και η νύχτα
κοιμάται πάντα τη νύχτα».
Σαν παράπονο
ακούστηκαν τα λόγια του. Ήταν
κι εκείνα τα μάτια... Ω, τι μάτια:
ένας κρυστάλλινος βυθός
που φώτιζε σαν μεσημέρι αμμουδερό
στα όνειρα δειλού αγοριού
και δειλινό αναμμένο
στα πόδια ανάμεσα γενναίου κοριτσιού.
«Ποιος είσαι και πρέπει να ζήσω
τη θλίψη των αρχών σου;»
«Ακόμα δεν έμαθες στην καρδιά σου τη γλώσσα σου;
Είμαι ο άρχοντας των αθώων προσδοκιών,
ο ηγέτης των αρχαίων παραφορών, ο συγγνωστός
Αίας. Κι αυτή η δροσιά που καίει την καρδιά μου
είναι η καρδιά σου, που δεν ξέρει
την γλώσσα της καρδιάς σου, μια χάλκινη πληγή
στα κωνοφόρα σπλάχνα σου, τρελέ
σφαγέα του ζώου σου».
Από λίγο
θα γονάτιζα μπροστά του αν τ’ αστέρια
δεν άπλωναν τώρα
ρίζες σαν φλέβες δύσκολες
κι ο ουρανός: σάρκα απ’ τη μέσα λάσπη.

Σπηλιά ή καρδιά, ο ζεστός αέρας
σερνόταν, πεινασμένος για το γνήσιο της...
]γραφής.
. . . . . . . . . . . . . .
τσίριζαν και μαύριζαν παντού σαν τις αράχνες:
τριχωτά με τα χέρια και τα πόδια να πετιούνται
θρασύτατα απ’ το στήθος, την κοιλιά... εντελώς
τυχαία. Μάτια παντού,
ως και στα χείλια· χείλια στεγνά
(συγκεκριμένα: κοινοβουλευτικά)
κι οι γλώσσες να πετιούνται σκισμένες βαθιά
σαν του φιδιού ή άλλου αιρετού ερπετού
που η σκέψη του το έχει εγκαταλείψει από καιρό,
αφήνοντας μια κύστη στην θέση του εγκεφάλου
γεμάτη ωριμότητα, ετοιμότητα να διαχειριστεί
τους καιρούς με ιψ{ενικά} δράματα ποιήματα
του προέδρου Μά{;}ο: μια κερδοφόρα ανατροπή του καπιταλισμού,
με την κατάλληλη σκηνοθεσία και τους κατάλληλους {πρωτ}αγωνιστές...
] ζωύφια μεταξύ κενότητας και ανοησίας
]αποφεύγοντας
το ένα τη μοχθηρία του άλλου...
. . . . . . . . . . . . . .
«Από τα σπλάγχνα μας τους βγάλαμε αυτούς...»
«Οι επιτυχημένοι είναι είδος».
«Μην ειρωνεύεσαι το σχοινί στο σπίτι του επιτυχημένου».
«Με το πρόβατο ή με το λιοντάρι;»
«Δεν έχει σημασία. Αρκεί
να μην βελάζει το λιοντάρι!»
Ξαφνικά,
σταμάτησαν.
«Βλέπω ένα τέρας!»
«Τι τέρας;»
«Δεν ξέρω. Αλλάζει μορφές.
Τώρα είναι βόδι, τώρα μουλάρι και τώρα όμορφη γυναίκα».
«Πού, πού; Να τρέξω να την τσακώσω;»
«Κάτσε, κάτσε, τώρα είναι σκύλα».
«Η Ιστορία είναι».
«Βρε, ποια Ιστορία; Εδώ το πρόσωπό της καίει σαν φωτιά».
«Δεν έχει ένα πόδι χάλκινο;»
«Ναι, χάλκινο το ένα και το άλλο από καβαλίνα ολόκληρο».
«Η Ιστορία είναι».
«Εμένα μου φαίνεται κωμωδία».
«Το ίδιο είναι».
«Καθόλου. Η Ιστορία βρίθει
ηθικών προταγμάτων που αρνούνται
να εγκιβωτίσουν το ποθούμενο
σ’ ένα μέλλον λίγο ως πολύ ευκταίο. Συνεπώς
δεν διακρίνει ανάμεσα στο μέσο και τον σκοπό,
δεν επιδιώκει την ηγεμονική διαχείριση
του απαιτούμενου χρόνου».
«Καθόλου. Το ακριβώς αντίθετο...»
«Μην ξύνεις πληγές. Οι Μαρξιστές
έκαναν το λάθος να θεωρήσουν
την Ιστορία αρθρόποδο. Κι έτσι
δεν μπορούν πια να διακρίνουν
ανάμεσα σ’ ένα τσίμπημα κουνουπιού
και την πληγή ενός Αίαντα. Ο Αίας
πήγε από τσίμπημα κουνουπιού...»
«Η Οξφόρδη είναι μια χάρτινη φωλιά υμενόπτερων.
Σφήκες. Κατάλαβες;
Όταν τα χέρια σου είναι χέρια και τα πόδια σου πόδια
και μπορείς να ριχτείς στον θάνατό σου
με χέρια και με πόδια, θα καταλάβεις
πως την Ιστορία την κάνουν οι θαμμένοι νεκροί.
Οι θαμμένοι, ε; Κωμωδία.
Θάβουν τους νεκρούς για να μπορούν
να λένε πως ‘Οι Καλοί είναι στο Χώμα’.
Λοιπόν, η Ιστορία σου βρίθει ηθικών προταγμάτων
έτοιμων να θάψουν το ποθούμενο
σ’ ένα παρελθόν εντελώς ανέφικτο. Συνεπώς
κάθε άλλο παρά δεν διακρίνει
ανάμεσα στο μέσο και τον σκοπό,
κάθε άλλο παρά δεν επιδιώκει την ηγεμονική διαχείριση
του ήδη δαπανημένου χρόνου,
κάθε άλλο παρά, κάθε άλλο παρά, λέω...
. . . . . . . . . . . . . .
]σαν να ξερνούσε η γη
τα σπλάχνα της, έφραξε το σκοτάδι...
ολόγυμνη πρωτόγονη Αφροδίτη. Το εφηβαίο της
μεθυσμένος Αμέθυστος κι έλαμπε σαν πεδίο μάχης
σε εικονογραφημένη έκδοση της Βίβλου. Κρατούσε
σπαθί και ζυγαριά:
«Ψοφίμια, ακόμα να τελειώσετε με τη μεταφυσική;
Ιδού η σπάθη: το θεμέλιο του φυσικού δικαίου.
Άλλοι τη λένε Excalibur. Εγώ την λέω Executive:
η εργαλειακή αποτελεσματικότητα της ratio, η παραγωγή
στην πλήρη εκπλήρωση των κοινωνικών υποχρεώσεών της»,
κι έμπηξε την αιχμή στη λάσπη. Έζεχνε ο τόπος
απ’ την ανάσα της θεωρημένα αντίγραφα
ληξιαρχικών πράξεων γέννησης και θανάτου: μια οσμή
διατυπώσεων σε προχωρημένη αποσύνθεση.
Γέλασε, συγκλονίζοντας τις πλαγιές της σάρκας της,
κατάμαυρος ιδρώτας μούσκεψε τα πρανή...
. . . . . . . . . . . . . .
]νεκρές από σφαίρες
]και φανερότατα ίχνη του βιασμού
. . . . . . . . . . . . . .
δύο μωρά νεκρά από ασφυξία...
] γέμισαν τα στόματά τους με βαμβάκι
βουτηγμένο στη βενζίνη και το άναψαν
σκοτωμένος με μαχαίρι και με †εξορυγμένους τους οφθαλμούς†
]νεκρή
. . . . . . . . . . . . . .
†με την κοιλιά ξεσχισμένη και† το έμβρυο †νεκρό† δίπλα της
. . . . . . . . . . . . . .
] πρότεινε τη ζυγαριά:
«Και ιδού ο ζυγός: ο αποχρών λόγος του θετικού δικαίου.
Άλλοι τον λένε Πλάστιγγα. Εγώ τον λέω Product Manager.
Οι μικροπωλητές στα παζάρια της Μέσης Ανατολής
αμφισβητούν τον νόμο της βαρύτητας, προσβάλουν
έναν δικαστή του βάρους του Newton. Αίσχος.
Κανένας σεβασμός στην αυτορυθμιζόμενη δικαιοσύνη της αγοράς,
σαν να ονειρεύτηκε για το τίποτα
το τέρας του τίποτα ο Descartes...»
] κι έτριξε τα δόντια,
κοιτάζοντας το σώμα του Αίαντα πνιγμένο
στο ελεύθερο αίμα του.
«Φύγε
από τον δρόμο μου, θρασύτατο κουφάρι.
Και κλείσε επιτέλους το άθλιο στόμα σου...»
. . . . . . . . . . . . . .
Στην κουζίνα, τα φλιτζάνια τσαγιού βρίσκονταν τακτοποιημένα
σ’ ένα ράφι και περισσότεροι από 12 κάλυκες
ήταν σκορπισμένοι στο πάτωμα,
το οποίο ήταν λερωμένο με αίμα.
Σε ένα άλλο δωμάτιο, δύο απανθρακωμένα πτώματα
βρίσκονταν κουλουριασμένα δίπλα σ’ ένα σπασμένο κρεβάτι
. . . . . . . . . . . . . .
ένας γέροντας που έκανε την ανάγκη του
] χωρίς κεφάλι
. . . . . . . . . . . . . .
] ανθρώπινα οστά, κρανία, πλευρά, ολόκληροι σκελετοί,
κεφάλια κοριτσιών με μακριές πλεξούδες,
κόκκαλα παιδιών και σκελετοί σε ρούχα…
. . . . . . . . . . . . . .
ένας μύλος γεμάτος με πρησμένα πτώματα
] 200 γυναικόπαιδα καμένα ζωντανά
. . . . . . . . . . . . . .
«Τελειώνετε, μπάσταρδα», η θηλαστική αποτυχία,
«μαζέψτε τ’ απομεινάρια της βούλησής σας.
Ρενέ, Ιμμανουέλ, Γκέοργκ, Φρίντριχ,
βάλτε τα χέρια και τα πόδια σας σωστά.
Πάλι παίζετε με τους διορισμούς του Όντος;
. . . . . . . . . . . . . .
Έξω η νύχτα ήταν σπαρμένη σκοτεινούς
αυτόχειρες. Έριχνε
ψηλή-ψηλή απελπισία και το δάσος
βογκούσε βαριά πληγωμένο από αιωνιότητα.

Τι κάθεστε, ασύστατοι;
Αν ο νεκρός του καθενός δεν είναι
του καθενός νεκρός, προς τι
επάνω ο ουρανός και κάτω η γη;
Όποιος δεν έχει παράδεισο, έχει φλέβες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου