Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Απριλίου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Στέφανος Κωνσταντινίδης /// NOMAΔΑΣ Γ΄Μετά τα Εκβάτανα [εκδ.Βακχικόν]




Από την Ελίζα Χριστοφόρου*


Το μυθιστόρημα «Μετά τα Εκβάτανα» αποτελεί το τρίτο και τελευταίο έργο της τριλογίας του Στέφανου Κωνσταντινίδη με τον γενικό τίτλο «Νομάδας». Υπενθυμίζεται πως στο πλαίσιο της τριλογίας ο αναγνώστης ακολουθεί και παρακολουθεί τα βήματα του αφηγητή ή και του ίδιου του συγγραφέα από το χωριό Πενταλιά της Πάφου, στα πέρατα του κόσμου… Και μόνο η αναφορά στο μικρό και ταπεινό χωριό Πενταλιά της Πάφου, προϊδεάζει ίσως τον αμύητο αναγνώστη για ένα αυτοβιογραφικό πόνημα ενός μετανάστη, έστω ενός διανοούμενου της διασποράς. Μόνο που πρόκειται για μια μεγάλη παρανόηση γιατί εδώ συμβαίνει μάλλον κάτι εντελώς διαφορετικό. Η αναφορά στην Πενταλιά εδώ ορίζει μάλλον το οξύμωρο της ανθρώπινης ύπαρξης·η Πενταλιά είναι το υπερβατό σχήμα ανάμεσα στην Έξοδο (όπως τιτλοφορείται και το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας) και την κατάκτηση του ονείρου, ανάμεσα στα Εκβάτανα και την κατάκτηση εν τέλει της οικουμένης.
Και στα τρία μυθιστορήματα του Κωνσταντινίδη η Πενταλιά είναι το συνδετικό κονίαμα, ο συνεκτικός ιστός των μερών της τριλογίας. Τι να γυρεύει άραγε η Πενταλιά, το ταπεινό χωριό της Πάφου, σε ένα μυθιστόρημα του οποίου η δράση τοποθετείται στα σταυροδρόμια του κόσμου και στις συνάψεις της ιστορίας; Κι όμως εδώ συμβαίνει το εξής οξύμωρο. Όσο πιο μακριά πηγαίνει το νήμα της αφήγησης, όσο περισσότερο ο ήρωας απομακρύνεται από το σημείο εκκίνησης, όσο περισσότερο δοκιμάζει την καταξίωση που υπερβαίνει την καταγωγή, τόσο οι αμυγδαλιές της Πενταλιάς θα ορίζουν τα βήματα του στον κόσμο. Το σημείο απ’ όπου, όπως ο ίδιος σημειώνει στο προηγούμενο μυθιστόρημα, «ξεκίνησε η γεωπολιτική του ονείρου»
Θεωρώ απαραίτητη στο σημείο αυτό την παράθεση από το προηγούμενο μυθιστόρημα Νομάδας Β’ Εκβάτανα:
Ο Αλέξανδρος ξαναγύρισε στην Πενταλιά. Άφησε πίσω του τα Εκβάτανα, τα Σούσα, το κρατίδιο της Κομμαγηνής, πέρασε από τη Βαβυλώνα, ακολούθησε τον δρόμο των μυρίων του Ξενοφώντα, κάποτε είδε τη θάλασσα, και αποκεί πια ήταν πιο εύκολο να μπαρκάρει στο πρώτο ελληνικό λιμάνι, να φτάσει στη Σαλαμίνα της Κύπρου και πεζοπόρος, κατ’ άλλους έφιππος, να φτάσει στην Πενταλιά. Γύρισε και ο Απόλλωνας με το «Ματαρόα» στο λιμάνι της Σαλαμίνας και αποκεί, με ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο, έφτασε στην Πενταλιά, όπου τον περίμενε η μάνα του. Ήταν και τότε άνοιξη και από το λαόνι μπορούσες να αγναντέψεις το απέραντο λευκό σεντόνι των ανθισμένων αμυγδαλιών· να στοχάζεσαι το τίποτε μες στην ανεμελιά. Εδώ δεν θέλω συμπίεση της Ιστορίας, Αλέξανδρε. Εδώ ατενίζω το λευκό πουκάμισο της Οφηλίας. Το αύριο είναι για πολιτικούς και φιλοσοφικούς αναστοχασμούς πάνω στις μιζέριες αυτού του κόσμου. Το σήμερα είναι ταξίδι αυτογνωσίας σε έναν τραχύ κόσμο, που γεννάει όμως το όνειρο και την προοπτική. Ταξίδι στον κόσμο της Πενταλιάς, όπου οι αμυγδαλιές επιμένουν να ανθίζουν κάθε άνοιξη. Ένας βαθιά ποιητικός άνεμος σεργιανίζει πάνω από την Πενταλιά. Από εδώ ξεκίνησε κάποτε η γεωπολιτική του ονείρου· για να φτάσει ώς τις όχθες του Σηκουάνα, αφού πέρασε πρώτα από τον Ιλισό. Τα ποτάμια είχαν πάντα τη σημασία τους στη ζωή του Νομάδα. Από τον ποταμό Ξερό ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα· εκεί, στο μοναστήρι του Σίντη. Εκεί, στα νότια σύνορα της Πενταλιάς.

Από το σημείο λοιπόν όπου ξεκίνησε η γεωπολιτική του ονείρου η αφήγηση μας οδήγησε στα «Εκβάτανα» (το δεύτερο μέρος της τριλογίας) στα οποία χαρτογραφούνται η Αθήνα, το Παρίσι, το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη, η Μαδρίτη, η Λισαβόνα… Μετά, «Μετά τα Εκβάτανα» ακολουθεί ο Καναδάς. Ο Οδυσσέας, ο Αλέξανδρος ή ο Απόλλωνας Θρασυβουλίδης, ή ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφέας Στέφανος Κωνσταντινίδης, που επιμένει κι εδώ να αφήνει μια θολή γραμμή ανάμεσα στα προσωπεία του ήρωα του, επιχειρεί με το τρίτο μέρος της τριλογίας του να κλείσει έναν κύκλο ή και να ανοίξει τον επόμενο Έτσι, μετά τα Εκβάτανα ο Νομάδας του Κωνσταντινίδη συνεχίζοντας την περιήγηση του στον κόσμο, έχοντας βιώσει από πρώτο χέρι τη ζέση της ιστορίας του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα, έχοντας μεταφέρει στον αναγνώστη το κλίμα και την ατμόσφαιρα των πολιτικών εξελίξεων το από την Κύπρο, την Αθήνα, το Λονδίνο, το Παρίσι και φτάνοντας μέχρι τη Μαδρίτη, τη Λισαβόνα, τη Νέα Υόρκη, κλείνοντας έναν κύκλο, αρχίζει να χαράζει τον επόμενο. Μετά τα Εκβάτανα ο δρόμος οδηγεί στον Καναδά. Εκεί ο ήρωας του Στέφανου Κωνσταντινίδη, επιλέγει να δοκιμάσει τελικά την αντοχή του ονείρου ή ακόμα και να διαπεράσει τις προδιαγραφές του. Ο Καναδάς είναι ένας άλλος κόσμος στον κόσμο. Η νέα γη που καλείται να γίνει πατρίδα. Έχει οριστεί άλλωστε από τον ίδιο τον τίτλο με τις συντεταγμένες του «μετά». Το «μετά» που ορίζεται μεν από το παρελθόν, δηλαδή τα Εκβάτανα, αλλά κυρίως χωροθετεί το μέλλον. Ο Καναδάς λοιπόν είναι το μέλλον, είναι όμως και το νέο πεδίο δράσης, το νέο σκηνικό όπου θα στηθεί η αφήγηση, αφήνοντας όμως πάντα ανοικτή την προοπτική που αποκαλύπτει το ίδιο το πεδίο του μέλλοντος μέσα από την ανοικτή ενατένιση που επιτρέπει το «μετά».

Πρόκειται και εδώ, όπως και στα δύο προηγούμενα, για ένα αυτοτελές μυθιστόρημα που δύναται, ούτως ή άλλως, να λειτουργήσει και χωρίς τη σύνδεση με τους άλλους δύο τόμους. Και σε αυτό όμως, όπως και στα δύο προηγούμενα, θα εντοπίσουμε τα ίδια υφολογικά χαρακτηριστικά, τους ίδιους εκφραστικούς τρόπους, το ίδιο ισορροπημένο μοίρασμα του κειμένου ανάμεσα στην αφήγηση και την περιγραφή, ανάμεσα στον στοχασμό και την ανάλυση, ανάμεσα στον δοκιμιακό λόγο και την ποιητική. Ανάμεσα στον διάλογο και την παράθεση ερωτημάτων που είτε ζητούν απαντήσεις είτε αποτελούν την πρώτη ύλη για το χτίσιμο της κοσμοθεωρίας του συγγραφέα που τείνει πια στην αποκρυστάλλωση.

Με την άφιξη του στο Μοντρεάλ, ο αφηγητής ομολογεί από την αρχή σχεδόν ότι αισθάνεται σαν να είχε μετακινηθεί σε άλλο πλανήτη. Οι νέες παραστάσεις, οι νέες αναφορές επικάθονται πάνω στην κεκτημένη εμπειρία για να κυοφορήσουν το «μετά». Οι μέρες προσαρμογής, οι παλιές γνωριμίες που θα απαλύνουν την θλίψη της ξενιτιάς αλλά και οι νέες που θα αποτελέσουν το έμψυχο υλικό της αφήγησης. Ήδη από τα πρώτα κεφάλαια ο αναγνώστης ανακαλύπτει για άλλη μια φορά τη γοητεία της πρωτοπρόσωπης γραφής. Ο αφηγητής σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγεί. Αισθάνεσαι την ανάσα του στο πρόσωπό σου έτσι καθώς σε παρασύρει σε έναν μεγάλο περίπατο με στάσεις και σταθμούς ενώ συνεχίζει πότε να σου αφηγείται την περιπέτεια της ζωής και της καθημερινότητας, πότε να σου περιγράφει πράγματα και καταστάσεις, πότε να σου εξηγεί, πότε να σου αναλύει και πότε να περιμένει ο ίδιος απαντήσεις από εσένα. Άλλοτε πάλι η ανάγνωση μοιάζει με χαλαρή κουβέντα, άλλοτε με βαθιά εξομολόγηση κι άλλοτε με ιστορικό, κοινωνιολογικό ή φιλοσοφικό δοκίμιο. Σε κάθε περίσταση ο αφηγητής τοποθετείται μετωπικά απέναντι στον αναγνώστη.


Η περιγραφή αναπαριστά ανά πάσα στιγμή το τοπίο της συντέλεσης των γεγονότων, ενίοτε γίνεται «κινηματογραφική» δημιουργώντας πάντα ένα τρισδιάστατο βίωμα του περιβάλλοντος χώρου στον οποίο εντάσσεται φυσικά και αβίαστα, και ο αναγνώστης. Το πάρκο που εκτείνεται σε όλο το βουνό, τα τεράστια κτήρια, οι πλατείες, με αναφορές στην ιστορία ή και τον μύθο που τα περιβάλλει, οι άνθρωποι που τα ορίζουν και τα καταλαμβάνουν, όλα όσα εντυπωσιάζουν ή εκπλήττουν τον αφηγητή, εντυπωσιάζουν και εκπλήττουν ταυτόχρονα τον αναγνώστη.

Με παρόμοια ένταση παρακολουθούμε τις πρώτες προσπάθειες του αφηγητή να ενταχτεί στον χώρο. Στον νέο αυτό – κατά τον συγγραφέα – πλανήτη. Η εγκατάσταση, η γειτονιά που δεν θυμίζει γειτονιά, οι ταξικοί διαχωρισμοί που ορίζουν και περιχαρακώνουν τις συνοικίες. Η γνωριμία με το κοινωνικό και πολιτικό στάτους του Καναδά και κυρίως του Κεμπέκ με όλες τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει. Παράλληλα, οι πρώτες απόπειρες επαγγελματικής αποκατάστασης. Ο πειραματισμός, η αναζήτηση ακαδημαϊκής στέγης, οι απογοητεύσεις, οι κλειστές πόρτες, οι μισάνοικτες πόρτες που επιτρέπουν τη θέαση στις μικρότητες και τις ίντριγκες του μικρόκοσμου της παροικίας αλλά και οι πόρτες που στη συνέχεια ανοίγουν ανέλπιστα και διάπλατα, εκεί όπου η αμφισβήτηση και ξενοφοβία δίνουν τη θέση τους στην εμπιστοσύνη και τον σεβασμό Η περίπτωση του Καναδά και ειδικότερα του Κεμπέκ καταλαμβάνουν ένα αρκετά μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος ή μάλλον της δοκιμιακής πτυχής του έργου. Η ιδιαιτερότητα της Καναδικής πολιτικής ζωής και το κίνημα ανεξαρτησίας του Κεμπέκ όχι μόνο απασχολούν τον συγγραφέα, ο οποίος καταγράφει λεπτομερώς την αρχική του προσπάθεια να διαμορφώσει προσωπική άποψη, αλλά, όπως είναι φυσικό τον οδηγούν αβίαστα σε παράλληλους συσχετισμούς με την κυπριακή υπόθεση. Το συγκεκριμένο θέμα παρουσιάζεται και αναλύεται διεξοδικά όχι μόνο μέσα από το πρίσμα των πραγματικοτήτων που αφορούσαν και αφορούν τους ίδιους τους Καναδούς πολίτες αλλά και μέσα από τον τρόπο που η κάθε πολιτική πλευρά καθορίζει τις σχέσεις, τις ισορροπίες, τα πολιτικά και μικροπολιτικά της συμφέροντα.. Οι πληροφορίες δίνονται είτε με την αμεσότητα της αναλυτικής αφήγησης είτε μέσω διαφωτιστικών διαλόγων ανάμεσα στον αφηγητή και τους συνομιλητές του. Η παρουσίαση και η  ανάλυση επιτυγχάνεται με τρόπο που όχι μόνο δεν κουράζει τον αναγνώστη αλλά τον ωθεί μάλλον σε μια περεταίρω διερεύνηση του θέματος. Ομολογώ πως παράλληλα με την ανάγνωση του «Μετά τα Εκβάτανα», μπήκα σε μια διαδικασία αναζήτησης επιπλέον πληροφοριών για τον Καναδά, την ιστορία του και την πολιτική του κατάσταση. Και έχω να προσθέσω εδώ, εν είδει παρενθέσεως, ότι τα βιβλία που αγάπησα είναι τα βιβλία που με οδήγησαν σε άλλα βιβλία. Τα βιβλία που εξ αιτίας τους οδηγήθηκα σε άλλες παράλληλες ή διαδοχικές αναγνώσεις. Μια τέτοια περίπτωση είναι η τριλογία του Στέφανου Κωνσταντινίδη.

Παράλληλα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, τους πολιτικούς σχηματισμούς και τις δομές πολιτειακής οργάνωσης του Καναδά, ξεχωριστή θέση κατέχει μέσα στο βιβλίο η οργάνωση και η παρουσία της ελληνικής παροικίας. Η ελληνική παροικία μέσα στο ιδιαίτερο χωροχρονικό πλαίσιο που διαμορφώνεται και εξελίσσεται, είχε απασχολήσει τον συγγραφέα και στο προηγούμενό του βιβλίο. Τότε η κυπριακή παροικία του Λονδίνου. Εδώ, στην ευρύτερη κλίμακα του Καναδά, η ελληνική παροικία περιλαμβάνει και το κυπριακό στοιχείο. Η δεκαετία του ΄70 αλλά και του ΄80 είναι μια εποχή έντονων πολιτικών διεργασιών και ανακατατάξεων. Η μεταπολίτευση στην Ελλάδα στον απόηχο της επταετίας και των δεινών που αυτή είχε επιφέρει σε Ελλάδα και Κύπρο, δημιουργούν ακόμα και στον μακρινό Καναδά ένα εκρηκτικό κλίμα ζυμώσεων, αντεγκλήσεων αλλά και ελπίδας για το νέο όραμα της νέας Ελλάδας που φιλοδοξεί να αναγεννηθεί μέσα από τα αποκαΐδια της χούντας. Είναι η εποχή όπου το ΠΑΣΟΚ θα προτείνει τη σοσιαλιστική «σχεδία σωτηρίας», η εποχή όπου ο αφηγητής, ως ένα βαθιά πολιτικό και έντονα πολιτικοποιημένο ον, θα εμπλακεί ενεργά τόσο στο σοσιαλιστικό κίνημα όσο και στις οργανωτικές δομές της παροικίας.
Αναμφισβήτητα ο «Νομάδας» του Κωνσταντινίδη, ο ήρωας και πρωταγωνιστής του, είναι πρώτα και κύρια ένα ον πολιτικό, ένα έντονα και βαθιά πολιτικοποιημένο ον που προσλαμβάνει τον ακτιβισμό ως φυσική ανάγκη, ως φυσιολογική διεργασία της υπαρξιακής του αποστολής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μέσα σ’ αυτή την συνειδητοποιημένη από νωρίς ταυτότητα, ανδρώνεται, ωριμάζει, προσανατολίζεται και, εν τέλει, ανοίγει ο ίδιος δρόμους και καθοδηγεί. Χωρίς ποτέ να άγεται ή να φέρεται από τη γνώριμη, στον αναγνώστη, μικροφιλοδοξία ή το προσωπικό συμφέρον που είδαμε σε πολλές περιπτώσεις να αποκαλύπτονται πίσω από εμβληματικές πολιτικές φυσιογνωμίες της πρόσφατης μεταπολιτευτικής περιόδου.
Η πολιτική για τον ήρωα του Κωνσταντινίδη δεν είναι δεύτερη φύση. Είναι η ίδια του η φύση. Όχι φυσικά η πολιτική με τα στενά της όρια. Αλλά η πολιτική ως επανάσταση, ως προοπτική και ως ποιητική πράξη. Η πολιτική είναι για τον Νομάδα αλλά και για τον ίδιο τον Στέφανο Κωνσταντινίδη – για όσους τον γνωρίζουν από κοντά - η κινητήριος δύναμη, η πεμπτουσία του ονείρου για έναν καλύτερο κόσμο. Το μυθιστόρημα «Μετά τα Εκβάτανα», όπως και τα δύο προηγούμενα που συναποτελούν την τριλογία είναι ένα έργο συναρπαστικό, πολυσύνθετο και πολυσχιδές. Όπως έχει προαναφερθεί, δεν επικεντρώνεται μόνο στην αφήγηση γεγονότων. Είναι ταυτόχρονα ένα έργο άντλησης πληροφοριών για τα μέρη όπου ταξίδεψε και έζησε ο Νομάδας, ένα έργο στοχαστικών αναλύσεων γύρω από ζητήματα που απασχολούν την ανθρώπινη ύπαρξη όπως ο έρωτας και ο θάνατος, το κενό και η ανυπαρξία, η εξουσία και η μη εξουσία, η φιλοδοξία και η άρνηση της. Είναι επίσης ένα έργο φιλοσοφικό και συνάμα ή μάλλον αναπόφευκτα πολιτικό. Είναι όμως πρώτιστα ένα έργο ποιητικό και ανατρεπτικό. Με πρώτες ύλες την γνώση και την αυτογνωσία, την ευαισθησία και την εξέγερση, την ελπίδα και την επανάσταση. Με ισόποσες δόσεις από «θανατερά μανιτάρια»* και «ανθισμένες αμυγδαλιές της Πενταλιάς» να καρυκεύουν θεσπέσια την ανάγνωση….




*θανατερά μανιτάρια: αναφορά στο ποίημα του Στέφανου Κωνσταντινίδη «Βιογραφικό» (απόπειρα ποιητικής αναφοράς), το οποίο περιλαμβάνεται στο μυθιστόρημα «Μετά τα Εκβάτανα».

*Η Ελίζα Χριστοφόρου είναι φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Στέφανος Κωνσταντινίδης ΝΟΜΑΔΑΣ Γ΄ Μετά τα Εκβάτανα, μυθιστόρημα




ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Στέφανος Κωνσταντινίδης
ΝΟΜΑΔΑΣ
Γ΄ Μετά τα Εκβάτανα, μυθιστόρημα
Αθήνα,Εκδόσεις Βακχικόν, 2019


Της Αθηνάς Τέμβριου*


Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Πενταλιά της Κύπρου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία και τις πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόννη και στο Παρίσι (Docteur d’ Etat). Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Ιστορία στα Πανεπιστήμια του Λαβάλ, του Κεμπέκ και του Μόντρεαλ. Είναι διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά (ΚΕΕΚ).
Έχει εκδώσει επτά βιβλία Πολιτικής Επιστήμης, Κοινωνιολογίας κι Ιστορίας, ενώ δημοσίευσε δεκάδες επιστημονικά άρθρα κι είχε πολλαπλές συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους. Έξι βιβλία δημοσιεύτηκαν, επίσης, κάτω από την εποπτεία και τη διεύθυνσή του. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δύο συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα.
Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες της Κύπρου, της Ελλάδας και της διασποράς. Δημοσίευσε χρονογραφήματα, κριτική και δοκίμια. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία κι είναι αρθρογράφος στον κυριακάτικο «Φιλελεύθερο» της Κύπρου.
Από το 1983 είναι εκδότης και διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού “Etudes helléniques” / “Hellenic Studies”. Πολυσέλιδες εκδόσεις του περιοδικού αφιερώθηκαν στη λογοτεχνία της διασποράς, την κυπριακή λογοτεχνία, την ελληνική εκπαίδευση και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Από το 1997 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο πρόγραμμα «Παιδεία
Ομογενών» για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη διασπορά (έρευνα, επιμόρφωση εκπαιδευτικών και παραγωγή διδακτικού υλικού).
Από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα Νομάδας Α’ Η έξοδος, Νομάδας Β’ Εκβάτανα, η ποιητική συλλογή Λεξήματα και φυσικά το μυθιστόρημα Νομάδας Γ’ Μετά τα Εκβάτανα, για το οποίο θα μιλήσουμε απόψε.
Στην εισαγωγή του μυθιστορήματος ο συγγραφέας, Στέφανος Κωνσταντινίδης αποτυπώνει από την Ομήρου Οδύσσεια, ως ένας νομάδας σκεπτικιστής, «Πολλῶν δ’ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω». Το ταξίδι δεν φαντάζει εύκολο· ίσως επειδή στην πορεία για να αποκτήσει κανείς αυτογνωσία, οφείλει να γνωρίσει και τον κόσμο μέχρι την επιστροφή στην Ιθάκη, στην Πενταλιά, όπου εκεί συμφιλιώνεται με την ίδια του την ύπαρξη κι όπου η μνήμη διατηρεί την αλήθεια, την οποία ο χρόνος δεν κατάφερε να αλλοιώσει.
Ίσως ο αναγνώστης προβληματιστεί για το είδος του μυθιστορήματος, καθότι είναι πολυδιάστατο όπως και η ψυχοσύνθεση του συγγραφέα. Εισχωρεί στον χωροχρόνο, καταπιάνεται με το ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι και ιστορεί μέσα από αυτά τα πλαίσια, όχι μόνο τον βίο του αλλά και τις φιλοσοφικές και πνευματικές του αναζητήσεις. Ο ίδιος γράφει, «Ένα μυθιστόρημα είναι και φαντασία και κοινωνική πραγματικότητα και ιστορία» συμπληρώνοντας πως «πρέπει να ανοίγει νέα ορύγματα στη γραφή, να φέρνει κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ήδη έχει ειπωθεί. Όχι με την έννοια της παρθενογένεσης που δεν υπάρχει βέβαια, αλλά με το να σπρώξει, έστω και ανεπαίσθητα, λίγο παραπάνω τα εσκαμμένα». Συμπεραίνει ορθώς πως « Στο μυθιστόρημα δεν μπορούμε να ξεφύγουμε ούτε από το προσωπικό μας υποσυνείδητο, ούτε από το συλλογικό ιστορικό υποσυνείδητο». Θα έλεγα πως σε όλα τα είδη τέχνης, ο δημιουργός έχει μια θέση στη συλλογική νοημοσύνη της ιστορίας του ανθρώπου όταν υποσυνείδητα αλλά και συνειδητά ταυτίζεται με τον Άλλον, αποστασιοποιείται από τον μικρόκοσμο του και γίνεται οικουμενικός. Κι αυτό διαπιστώνει ο συγγραφέας, πως δηλαδή «έχει σημασία από το προσωπικό βιωματικό να φτάσουμε στο κοινό ανθρώπινο πεπρωμένο». (σελ. 59)
Αυτό που κάνει εντύπωση είναι η συγγραφική ευφυία με την οποία πετυχαίνει να προσαρμόσει δίχως χάσματα την ιστορία του κόσμου γύρω του με τα προσωπικά του βιώματα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του. Κινείται ανάμεσα σε τόσα θέματα και διαστάσεις και επιτυχημένα κατευθύνει τον αναγνώστη από τον ένα χώρο στον άλλο. Συνεπώς ο αναγνώστης εύκολα ταυτίζεται μαζί του. Ο συγγραφέας άφοβα εκτίθεται, προσφέροντας και μεταγγίζοντας το κύτταρο του υποσυνείδητου του. Αυτό ξεχωρίζει έντονα στο ύφος και στη γραφή του και ολοκληρώνει το μυθιστόρημα λογοτεχνικά. Είναι αξιοσημείωτο το ότι δηλαδή δεν διηγείται απλά προσωπικά γεγονότα αλλά κινείται στον χώρο και στον χρόνο αριστοτεχνικά, ταξιδεύοντας τον αναγνώστη βήμα - βήμα μετά τα Εκβάτανα, στην αγαπημένη Πενταλιά.
Οι ρίζες του είναι βαθιές στη μητρώα γη, τόσο βαθιές όσο και η αγάπη προς τη μητέρα. Είναι πηγή ζωής, συναισθηματικής και πνευματικής ηρεμίας. Κάθε φορά που αναφέρεται στη μητέρα, η δύναμη και η αγάπη που αντλεί, είναι έντονες και συγκινούν. «Έγραψα στη μάνα μου» τονίζει, «να μην ανησυχεί. Να κρατά ένα κλαρί ανθισμένης αμυγδαλιάς στο χέρι όταν θα μου στέλνει την ευχή της. Και τα βράδια να κοιτά τ’ αστέρια μιλιούνια στον ουρανό της Πενταλιάς, όταν η σκέψη της θα είναι σε μένα. Μάνα, κράτα γερά. Όσο εσύ κρατάς γερά εκεί στην Πενταλιά, η αγάπη σου βράχος πάνω στον οποίο στέρεα πατώ». (σελ. 65).
Από την άλλη, η παρουσία του πατέρα, του φανερώνει τον αγώνα, τον δρόμο, αλλά και τη σύγκρουση. Αναγνωρίζει ο συγγραφέας την αρχέγονη σύγκρουση πατέρα –υιού, όχι με σκοπό την ταύτιση αλλά για να υπάρξουν οι έννοιες πατέρας και υιός στη συνείδηση του ἐν δυνάμει, καθότι ο υιός έχει χρέος να ξεπεράσει τον πατέρα για να εξελιχθεί. Κάτι που και ο ίδιος ο Καζαντζάκης αναφέρει στο βιβλίο του «Ασκητική». Θα έλεγα πως ο σοφός άνθρωπος κουβαλά τους προγόνους του στο DNA του, κρυμμένοι στο υποσυνείδητο του περιμένουν καρτερικά να ξεχωρίσουν, να φωτιστεί η μνήμη και να αγαπηθούν ξανά, κερδίζοντας έτσι στιγμές αιωνιότητας.
Στον επίλογο του βιβλίου ευχαριστεί επίσης τον πατέρα του που του είχε προσφέρει κάτι που ο ίδιος στερήθηκε, τη μόρφωση. Ομολογεί πως, «Αν είναι κάτι που λυπάμαι είναι που δεν σώθηκε το απολυτήριο μου του Δημοτικού σχολείου Πενταλιάς. Έχω όλα τα άλλα «χαρτιά» που πήρα από τα «μεγάλα σχολεία» όπως έλεγε η μάνα μου. Το μόνο που λείπει είναι αυτό. Την αξία του την συνειδητοποίησα πολύ αργότερα. Όταν πήρα το Doctorat d’ Etat στη Σορβόννη το θυμήθηκα. Είχα ένα συναίσθημα πως αυτό το χαρτί του δημοτικού σχολείου Πενταλιάς ήταν ακόμη πολυτιμότερο από αυτό της Σορβόννης! Ο άκρατος συναισθηματισμός μου; Ίσως». (σελ. 415) Ο συγγραφέας παραδέχεται σε διάφορα σημεία του μυθιστορήματος πως είναι συναισθηματικός και ότι επιτυγχάνει στο να ισορροπεί τον συναισθηματισμό του. Σημειωτέα είναι η στιγμή που τα πολιτικά παιχνίδια του προκαλούν αναστάτωση και προσπαθεί να διατηρήσει την ψυχραιμία του. «Να κρατήσω το αίμα μου ψυχρό…» γράφει, «αυτή είναι η ετυμολογία της λέξης! Στη ζωή υπάρχει πάντα ένα ρήγμα που τη χωρίζει σε ζώνες φωτός και σκότους. Νομίζω το ενδιάμεσο τους είναι αυτό που αποκαλούμε ψυχραιμία». (σελ. 180).
Στο μυθιστόρημα, ο συγγραφέας είναι αναζητητής του φωτός και η καθημερινότητα του εμπλουτίζεται από την ανάγκη του να φωτίσει το σκότος που τον απομακρύνει από τα βάθη του υποσυνειδήτου του. Άλλωστε δεν είναι αυτός ο δρόμος προς την αυτογνωσία; Ο τρόπος που στρέφει το βλέμμα στο παρελθόν, τον βοηθά να ανακαλύψει ποιος είναι. Για αυτό και διατηρεί επιλεκτικά στη μνήμη τον προπάππο του, τον οποίο χαρακτηρίζει «θρυλικό». Τον Χριστοφή Δημοσθένη Κατσιαβάνη, ο συγγραφέας τον περιγράφει ως λεβεντάνθρωπο και τον επαινεί. Γράφει, «όταν θα γίνω πλούσιος, θα στήσω ένα άγαλμα του Χριστοφή Κατσιαβάνη, κάπου εδώ στις όχθες του Αγίου Λαυρεντίου ή τις ανατολικές παρυφές των Λορεντσιανών βουνών. Το αξίζει. Πού να ήξερε πως ένας δισέγγονος του θα έφτανε ως εδώ»; (σελ. 159) Η αλχημιστική διάθεση στο μυθιστόρημα είναι έκδηλη, ιδιαίτερα όταν γίνονται υπερβάσεις γονιδιακές και ψυχικές. Αρκετές φορές βαδίζει στην εσωτερική οδό, συγκρούεται με τον ίδιο του τον εαυτό και διυλίζει τις αλήθειες της ύπαρξης του.
Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης σε μεταγγίζει με το φως του, κι όχι μόνο γνωσιολογικά ή μεταφυσικά, αλλά κυρίως ανθρώπινα. Ανθρωποκεντρικός με το βλέμμα στραμμένο στις αξίες που διατηρούν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, τοποθετείται πολιτικά, θεωρητικά και έμπρακτα. Ο χώρος της Αριστεράς ίσως δεν του προσέφερε πάντα το όραμα όπως ο ίδιος το θέλησε αλλά φρόντισε να τον υπηρετήσει όπως ο ίδιος πίστευε και ένιωθε. Τύχαινε αρκετές φορές στην πολιτική ζωή να αντιμετωπίζει και τις παρεμβάσεις της εκκλησίας που συνήθως καθόριζε την πορεία καταστάσεων. Σίγουρα αυτό είναι ένα θέμα που προβληματίζει σοβαρά τον σκεπτόμενο αναγνώστη. Ομολογουμένως η πολιτική αξίωση κι ο ακτιβισμός στη ζωή του συγγραφέα δεν είναι θέμα φιλοδοξίας αλλά προσφοράς. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο μυθιστόρημα επιθυμούσε η δράση του και η ιδεαλιστική του τοποθέτηση να είναι παράδειγμα προς τα παιδιά του.
Όμως ομολογεί πως ήταν και ένα συναίσθημα μοναξιάς η αιτία της ανάμιξης του στη πολιτική ζωή. Γράφει, «οι φιλικές» παραινέσεις να γίνω μέλος του Κινήματος πολλές. Στο Παρίσι δεν μου είχε ποτέ περάσει κάτι τέτοιο από το μυαλό. Εδώ όμως το σκεφτόμουνα. Γιατί; Έβαζα το ερώτημα στον εαυτό μου. Το συζητούσα με την Ανδρομάχη. Ίσως γιατί ένιωθα τη μοναξιά εδώ πέρα. Μια μοναξιά που επέτεινε και η απόσταση από την Ελλάδα και την Κύπρο, η απόσταση από την Ευρώπη. Αυτή η αίσθηση πως βρισκόμουνα στον κάτω κόσμο…».
Παρόμοια συναισθήματα βιώνει όταν κάνει την πρώτη του εξερεύνηση στο Μόντρεαλ. Όταν φτάνει μέχρι τον σταθμό του μετρό Ανρί Μπουράσα, τον διακατέχει ένα κενό. Ίσως ο πολιτισμός της Ευρώπης όταν αγκαλιάζει μια ώριμη ψυχή, την ηρεμεί· οι μνήμες αποκτούν μια μεταφυσική διάσταση. Η «γοητεία του παλιού» όπως την αποκαλεί απουσιάζει από τον νέο κόσμο που συναντά. Αυτό τον ταράζει. Αποκαλύπτει απορημένος, «Έξω από το μετρό Ανρί Μπουράσα ένιωσα ένα παράξενο συναίσθημα. Διερωτήθηκα πού βρισκόμουν. Έστρεψα τα μάτια προς τον ουρανό και για μια στιγμή μου φάνηκε ότι βρισκόμουν στον κάτω κόσμο. Για μια στιγμή ο κόσμος αναποδογυρίστηκε σ’ ένα μικρό μεταφυσικό χάος». Παρόλο που ο συγγραφέας πραγματεύεται την έννοια «διαταραχής του χρόνου», η οποία προκαλείται από μια ξαφνική επιτάχυνση που συσκοτίζει τη συνείδηση και βυθίζει τον άνθρωπο «σε μια κατάσταση ασυνειδησίας», αναφέρει πως την εμπειρία αυτή είχε κι ο φιλόσοφος Λεύκιππος.
Θα έλεγα πως η δική μου υποκειμενική άποψη είναι πως ανάμεσα στις γραμμές αντικρύζω ένα Ορφέα που κατάφερνε να επιστρέφει από το σκοτάδι στο φως, από τον κάτω κόσμο στη ζωή ή ίσως απλά στην πραγματικότητα του ιδεατού του κόσμου. Εύλογα τοποθετείται ο συγγραφέας αμέσως μετά εκφράζοντας πως «μάλλον η γονιδιακή μετάλλαξη απέτυχε!» Ίσως αγαπητέ Στέφανε Κωνσταντινίδη, η επιστροφή στην Πενταλιά, αποδεικνύει πως σίγουρα η γονιδιακή μετάλλαξη απέτυχε.

Η Α.Τέμβριου είναι φιλόλογος.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018

KΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// ΝΟΜΑΔΑΣ Β' ΕΚΒΑΤΑΝΑ του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ





του Στέλιου Παπαντωνίου*


 Στο τέλος, αυτό συμβαίνει με τους ποιητές που γράφουν πεζά, η ποίηση δεν τους εγκαταλείπει, τους αρέσουν τα παιχνίδια με την ιστορία, τη φιλοσοφία, την αυτογνωσία, αφήνονται ελεύθεροι,  γράφουν κι έτσι τους χαιρόμαστε. Ο μεγαλέξαντρος, η Ρωξάνη η Οφιλία, τα Εκβάτανα και όσα μας ταξιδεύουν, αλλά πάντα επιστρέφουν στην Πενταλιά. Το μέγα δίδαγμα. Από κει που ξεκίνησες, εκεί να επιστρέψεις.

Ο συγγραφέας ξέρει να διαβάζει την ιστορία, κάτι παραπάνω από Ιστορία, έλεγχος και κριτική των πηγών, ο επιστήμονας δεν υποχωρεί μπροστά στο μυθιστοριογράφο, που κυκλώνει το θέμα, και περικυκλώνει τους αναγνώστες μέσα στο λαβύρινθο των σκέψεων, γνώσεων και προβληματισμών του, με ωραίες όμως αναφορές, μυθικές  και ποιητικές, αφού ο λογοτέχνης μπορεί να πάει πιο πέρα από τον ιστορικό, δεν παύει όμως να είναι ο επαναστάτης, που ταυτόχρονα παλεύει για την ανατροπή δικτατοριών  και φιλοσοφεί για τη δομή των λογοτεχνικών έργων.

Κάποτε λες, οι άνθρωποι στην ίδια εποχή τα ίδια πράγματα αγάπησαν τους ίδιους ποιητές τους ίδιους μύθους, γι’ αυτό και συνεννοούνται, εσωτερικά, τα κοινά δεσμά τόπων και χρόνων και του πνευματικού κλίματος που οδηγούν και πάλι στην αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας ή στη διαπίστωση της μέσα από τους μαιάνδρους του ποταμού της σκέψης και της μνήμης.

Είμαστε όλοι ξεριζωμένοι από κάπου. Μια χαρακτηριστική φράση μεστή περιεχομένου, ανάμεσα στις ιστορίες μελών της οικογένειας αλλά και της γενικότερης προσφυγιάς που επικρατεί σήμερα στον κόσμο μας. Κι έτσι με μια μονοκοντυλιά, φεύγουμε από την Πενταλιά, πάμε στην Αίγυπτο, στην Αθήνα και μάλιστα στο Παρίσι, τον καιρό των μεγάλων ονομάτων όπως του Σαρτρ, του Ντε Γκολ, του υπαρξισμού ως φιλοσοφίας και τρόπου ζωής και τις συζητήσεις για το επαναστατικό πνεύμα των Γάλλων, με θέσεις και αντιθέσεις, λόγο και αντίλογο, πλατωνικοί διάλογοι ένα πράμα.

Τον ίδιο καιρό στην Κύπρο δρα η ΕΟΚΑ Β’ ο Μακάριος και ο Γρίβας, ο καθένας στις θέσεις του, συζητήσεις επί συζητήσεων, το μέλλον αόρατο αλλά μοιάζει  οδυνηρό. Ζούμε με το συγγραφέα για λίγο το Λονδίνο και παρακολουθούμε τις προσωπικές σχέσεις του συγγραφέα με την Ανδρομάχη, οι πολιτικές αναλύσεις μαρξιστικού τύπου και Θουκυδίδειας έμπνευσης εμπλέκονται στις ερωτικές σχέσεις , η διαπλοκή καλλιτέχνη και επιστήμονα είναι εμφανής.

Το Πολυτεχνείο κατεβάζει Παπαδόπουλο και ανεβάζει Ιωαννίδη, από δικτατορία σε δικτατορία, συναντήσεις Καραμανλή το 1973 με αμερικανούς, αλλά πάντα τα αρχεία για τον μελετητή είναι ελεγμένα, με πολλή προσπάθεια μπορεί να βρει κανείς την πάσα αλήθεια. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου γίνεται ενώ ο συγγραφέας βρίσκεται στο Παρίσι. Η αγωνία, οι προσπάθειες να διευρυνθεί η ομάδα με Ελλαδίτες ονόματα ξακουστά της εποχής, ίσως βοηθήσουν. Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο είναι γεγονός, όπως και οι προσπάθειες να κατανοήσουν, να διαφωτίσουν, να επιδράσουν, η ομάδα των φοιτητών στη Γαλλία. Η εξιστόρηση των γεγονότων, των κύριων επεισοδίων, των πρωταγωνιστών, της πτώσης της Κύπρου.

Η συνάντηση στο  Παρίσι του συγγραφέα με ένα κύπριο φοιτητή που σπούδαζε στη Μόσχα του έδωσε την ευκαιρία να μάθει για τη ζωή στη σοβιετική ένωση και να διαφωτίσει και τους αναγνώστες του, πράγματα γνωστά πλέον, ύστερα από την κατάρρευση της σοβιετικής ένωσης. Ο Στέφανος είναι ένας καλός συζητητής, ξεψαχνίζει, ρωτά τα ουσιώδη, μαθαίνει και ταυτόχρονα διδάσκει, διαφωτίζει.

Επιστρέφουμε στα γεγονότα της κυπριακής τραγωδίας, βιασμοί, προσφυγιά, πού και πώς να εξαντλήσει το βάρος των γεγονότων ο συγγραφέας, πώς θα τα έλεγε ο Καβάφης, ποια θα ήταν η στάση του Σεφέρη; Μια σειρά πολεμικών γεγονότων, με τον απαραίτητο έρωτα να απαιτεί τα της ζωής μέσα στις μέρες του θανάτου, κι η πρόσκληση για το Λονδίνο, να αναλάβει μια εφημερίδα παροικιακή. Το Λονδίνο, οι κύπριοι εργοστασιάρχες, οι εφημερίδες, η Εκκλησία, οι φοιτητές  και τα κόμματα της αριστεράς εκεί. Μια γνωριμία με τον κυπριακό κόσμο μας του εξωτερικού.

Στο μυθιστόρημα μαθαίνεις πράγματα από πρώτο χέρι, από άνθρωπο που είχε την ευκαιρία στη ζωή του και τις εμπλοκές σε καταστάσεις και τις γνωριμίες με ανθρώπους, έναν οραματιστή, επαναστάτη, που μέσα από τις γνώσεις και την δίψα του διευρύνει τους ορίζοντές του και με τα επιστημονικά του εργαλεία αναλύει και μαθαίνει συνεχώς, ώστε να μεταδίνει  στον αναγνώστη το κλίμα της εποχής, τους προβληματισμούς και τις καταστάσεις, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες για μας τους κυπρίους.

Η γνωριμία με πολλούς γνωστούς του Λονδίνου και της πολιτικής ζωής,  η γνωριμία με τον Πλουτή Σέρβα του έδωσε ευκαιρία τομής στην κομμουνιστική ζωή των ηγητόρων του ΚΚΚ και του ΑΚΕΛ.

Συνάντηση με τον επίσκοπο Πάφου Χρυσόστομο, και σκέψεις για τη μικροπολιτική, τον επαρχιωτισμό, τον τοπικό συμφεροντολογισμό, τα συνθήματα της άνοιξης, του Μάη του 68 στο Παρίσι. Μια επίσκεψη του Λυσσαρίδη στο Λονδίνο  του δίνει ευκαιρία να εκθειάσει το πρόσωπο, να παραθέσει τις παρατηρήσεις του από τον Θουκυδίδη με τον οποίο βαθιά αναστρεφόταν, να καταλήξει όμως στη μάνα του σε μια συγκινητική αποστροφή. Μόνο ο γυρισμός στην Πενταλιά θα δώσει τέλος στα πνευματικά γυμνάσματα.
Ευτυχώς δεν μπορεί να πει κανείς στο συγγραφέα, έτσι γράφεται ένα μυθιστόρημα, γιατί έχουμε μπροστά μας ένα κείμενο- περίληψη όλων των κειμενικών ειδών, από ποίηση, πολιτική ανάλυση, Ιστορία, παράθεση κειμένων παντός είδους, ένας πολύπλευρος συγγραφέας ένα πολύπτυχο κείμενο μας δίνει, με τις  λογοτεχνικές ποιητικές νησίδες του, το φιλοσοφικό του λόγο, την ρεαλιστική του γραφή, τις εμβαθύνσεις στη γνώση και ανάλυση γνωστών του περιοχών του επιστητού. Ωφελημένοι βγαίνουμε από την ανάγνωση.

Η ανατροφή του μικρού παιδιού τους, οι θεωρίες του Πιαζιέ, οι προβληματισμοί για τη δεύτερη διατριβή του, μας περιδιαβάζουν σε μεθοδολογικά επιστημονικά θέματα ανάμικτα με τη φαντασία και τις σημαντικές γνωριμίες του με προσωπικότητες της εποχής. Η σφραγίδα όμως όλων των ιστορικών συγκρίσεων και αναφορών είναι η αρετή και η θυσία για ελευθερία και ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Βιβλία που διάβασε, θεωρίες μαρξιστικές στη βάση τους, η αντίθεση ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό, αντιθέσεις χαρακτήρων, οπτικής γωνίας μελέτης των πραγμάτων, η Μυριόβιβλος του Φωτίου σε τελευταία ανάλυση. Η σύγκρουση ατομικού- οικογενειακού με το κοινωνικό προβληματίζει τον ήρωα, η σύγκρουση ανάμεσα στην κοινωνική στράτευση και στην ευθύνη απέναντι στην οικογένεια, φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό πρόβλημα, καμιά φορά λες, με τι ασχολούνται οι άνθρωποι ή η γνώση ως πρόξενος δυστυχίας, ένας λαβύρινθος για γερά νεύρα, βγες άνθρωπέ μου έξω, δες το φως της ζωής, στενός κορσές σου έγιναν οι θεωρίες! Η συγγραφή της δεύτερης διδακτορικής διατριβής, με θέμα την πολιτική ζωή της δεκαετίας του 60 περίπου, με την αποστασία, το Ιουλιανό πραξικόπημα, και τις παρεμβάσεις Σβορώνου στη συγγραφή, μας παραπέμπουν σε γεγονότα που ζήσαμε, αλλά εδώ πρόκειται για την ερμηνεία τους, για την οπτική γωνία, τα επιστημονικά εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Παίρνει το δοκτοράτο και ο προβληματισμός για το μέλλον συνεχίζεται, τα όνειρα και η πραγματικότητα, η ποίηση του Ρεμπώ κι η παραμονή του στην Κύπρο, καταφυγή του επιστήμονα και ποιητή.  Ο μυθιστοριογράφος βρίσκει διάφορους τρόπους να εκφραστεί, μέσω άλλου μυθιστορήματος ως παράλληλου κειμένου ή μέσω άλλων ποιητών και πεζογράφων που εξυπηρετούν το στόχο του και τη συνέχεια της εξέλιξης της ιστορίας πολυτρόπως, φιλοσοφώντας για τη συγγραφή, κάποτε με επιτυχημένες σελίδες κάποτε όμως έχει τις μεταπτώσεις της η γραφή, κάνει κοιλιά κατά το λεγόμενο. Μια επίσκεψη όμως της οικογένειας στην Ισπανία ξαναφέρνει το ζωντανό ρυθμό στην αφήγηση, την οπτική και δραματική της υφή, ιδιαίτερα χάρη στην ύπαρξη του μικρού Ιάσονα, που βρίσκεται ανάμεσα στο συγγραφέα και την Ανδρομάχη. Κι ύστερα η επίσκεψη στη Λισαβόνα, η επανάσταση μια μαγική λέξη, ελκυστική, κι η επιστροφή στο Παρίσι. Η εναλλαγή των ονομάτων των πρωταγωνιστών, η εναλλαγή μυθιστορημάτων μέσα από το ένα να βλέπει τη συνέχεια ή σαν καθρέφτη το άλλο, πραγματικότητα και φαντασία, είναι στη διαρκή ροή του έργου, όχι πως δεν αποφάσισε ο συγγραφέας πώς θα διέλθει των προβλημάτων, αλλά διότι αποφάσισε όλα τα είδη λόγου να χρησιμοποιήσει, αφού του είναι οικεία, και να επικαλείται από μυθολογία ως την πάσα επιστήμη………

Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το τριακοστό κεφάλαιο.

Εκείνες τις μέρες ξανάπιασα το μυθιστόρημα που είχα αρ­χίσει να γράφω πριν από δύο χρόνια και αποφάσισα να το δουλέψω. Η ιστορία πήγαινε πίσω στον Στέφανο, τον πα­λιό συμμαθητή μου και τις φαντασιώσεις του….

Κάποτε η ζωή του Στέφανου με γοήτευε και γι’ αυτό ήθελα να τη διηγηθώ. Τώρα όμως, όχι. Και αν ο Στέφανος εξελισσόταν μεγάλος σε κάτι από όλα όσα ασχολιόταν; …

Το μυθιστόρημα δεν προχωρούσε. Έκανα σημειωτόν και κύκλους επί τω αυτώ κι επί τα ίδια. Ο Στέφανος ήταν δυσκο­λοχώνευτος. Προσπάθησα να εφεύρω μια ιστορία που θα τον ξεπερνούσε και θα τον τοποθετούσε σε ένα φανταστικό κά­δρο. Αδύνατο. Ο πραγματικός Στέφανος ξεπηδούσε πάντα μπροστά μου. Αυτό, λοιπόν, δεν θα ήταν μυθιστόρημα, αλλά βιογραφία του Στέφανου. Μια βιογραφία, όμως, είναι Ιστορία. Και τι ενδιαφέρον μπορούσε να έχει η ζωή του Στέφανου για την Ιστορία; Μόνο ως περίπτωση κοινωνιολογικής μελέτης μιας εποχής θα είχε νόημα η βιογραφία του. Και ως ψυχολογι­κό πορτρέτο ενός ατόμου με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά… Το ήξερα, ο Στέφανος θα με βασάνιζε συνέχεια, αν δεν τον ξεφορτωνόμουν σε ένα μυθιστόρημα, σε μια βιογραφία. Τέλος πάντων, αν δεν έβαζα τη ζωή του στο χαρτί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Το καλύτερο θα ήταν να τον ενέτασσα στην πα­ρούσα διήγηση, μα δεν έγινε κατορθωτό. Η δυσκολία της σύν­θεσης παρέμενε. Θα με κατηγορούσαν, ίσως, οι κριτικοί ότι ενέταξα ένα δεύτερο μυθιστόρημα μέσα στο πρώτο. Μολονότι ο εγκιβωτισμός δεν είναι κάτι κακό. Ένα μυθιστόρημα για τον Στέφανο θα ήταν και βιωματι­κό. Τι το κακό; Υπάρχουν και βιωματικά μυθιστορήματα. Και πολλές φορές είναι πιο ζωντανά από αυτά της απόλυτης φαντα­σίας, αν υπάρχει απόλυτη φαντασία σε μια μυθιστορηματική αφήγηση. Φτάνει να έχουν πετυχημένη πλοκή. Ούτως ή άλλως, σε ένα βιωματικό μυθιστόρημα τα γεγονότα μυθοποιούνται. ….Θα το ξαναπροσπαθήσω αυτό το μυθιστόρημα με τον Στέ­φανο. Διότι ουκ εά με καθεύδειν η ιδέα να γράψω ένα μυθιστό­ρημα γι’ αυτό τον άτυχο παλιό συμμαθητή.»

Η καταφυγή σε γραφές άλλων, στο ημερολόγιο της Νεφέλης, στο μυθιστόρημα της Χ, σε συνομιλίες με φίλους στην προσπάθεια να παρουσιάσει αλλά προπάντων να ερμηνεύσει τα γεγονότα, βοηθούν το μυθιστόρημα να κυλίσει άνετα, στην ποικιλία των γραφών. Βρισκόμαστε στη μεταπολίτευση, η Κύπρος έχει πληρώσει το τίμημα, ο Καραμανλής και η διακυβέρνησή του, η προσπάθεια των λοιπών να κατανοήσουν τι συμβαίνει, να αποσιωπήσουν το κυπριακό προβάλλοντας συνεχώς το Πολυτεχνείο, γεγονότα που ζήσαμε και βαθιά κατανοήσαμε. Οι προβληματισμοί για το μυθιστόρημα συνεχείς, για παράδειγμα:  «Το μυθιστόρημα ανοίγει, λοιπόν, ένα παράθυρο όχι μόνο στον κόσμο της λογοτεχνίας, αλλά και σε αυτόν της φιλοσο­φίας, της Ιστορίας, του μύθου, του θρύλου, μα και της γεωπο­λιτικής. Και όλα αυτά έχουν τη δική τους δυναμική. Άλλωστε αυτή η γεωπολιτική οπτική υπάρχει σε όλα τα μεγάλα έργα. Πάρτε, για παράδειγμα, την Ιλιάδα ή την Οδύσσεια του Ομή­ρου.»

Όσο κι αν φαίνονται όλα αυτά πολύ φιλολογικά, είναι ενδιαφέροντα. Φιλόλογος είσαι, θα μου πείτε! 

Και βρισκόμαστε στην Αμερική, ύστερα βέβαια από συζητήσεις  και αναζητήσεις, προβληματισμούς, γνώσεις, στάσεις και αντιστάσεις. Ο συγγραφέας δεν αφήνει ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, είναι στη φύση του να ερευνά, να γνωρίζει, να ερμηνεύει. Πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω, ή θεωρίης είνεκεν.  Στον Ηρόδοτο ο Κροίσος λέει στον Σόλωνα “ως φιλοσοφέων γήν πολλήν θεωρίης είνεκεν επελήλυθας”.

Όμως, έστω και με δεύτερο δοκτοράτο, το Δημοτικό της Πενταλιάς δεν το ξεχνά, και αναζητεί το απολυτήριο του Δημοτικού του Σχολείου, επιστροφή στην παιδική αθωότητα και στη γενέθλια γη. Χρωστάμε.

Ο προβληματισμός για το μυθιστόρημα δεν παύει, ίσως για να συνειδητοποιήσει ο ίδιος τι κάνει, ίσως για να δώσει τις άλλες πτυχές του είδους αυτού του λόγου, για παράδειγμα διαβάζουμε: Το σημερινό μυθιστόρημα είναι πολυεπίπεδο και το χαρακτηρίζει η πολυπλοκότητα και η πολυφωνία περιεχομέ­νου, χαρακτήρων και ιδεών. Δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλού­με ήδη για μετα-μυθιστορηματικό λόγο ή μετα-μυθιστόρημα.»

Και ακόμα, για τη σχέση Ιστορίας και Λογοτεχνίας, τα ακόλουθα:

«Αυτό που παρατηρείται συνήθως είναι ότι Ιστορία και λο­γοτεχνία συμβαδίζουν στον τρόπο που εκφράζουν το ιστορικό γίγνεσθαι, διότι εκφράζουν την ίδια εποχή, τις ίδιες ιδέες, την ίδια νοοτροπία. Και περισσότερο εκφράζουν τον ίδιο κυρίαρχο λόγο. Μπορεί η λογοτεχνία να ανοίγει καμιά φορά τον δρό­μο στην Ιστορία, επειδή έχει λιγότερους περιορισμούς στον τρόπο, με τον οποίο αναφέρεται στα γεγονότα. Με αυτή την έννοια δίνει μια πιο αληθινή γεύση της Ιστορίας στον αναγνώ­στη. Ειδικά το μυθιστόρημα ανοίγεται σε έναν κόσμο στον οποίο δεν μπορεί να επεκταθεί η ιστορική μελέτη. Αλλά ακόμη και η ποίηση έχει αυτό το προνόμιο. Το καβαφικό παράδειγμα είναι το πιο χτυπητό, αλλά δεν είναι το μόνο.»

Με την παράθεση των πιο πάνω καίριων επισημάνσεων του συγγραφέα δίνουμε μια συνοπτική θεώρηση του τρόπου με τον οποίο γράφει και πώς αντιμετωπίζει αυτό που γράφει ως μυθιστόρημα.

Είναι μερικές σελίδες ωραιότατες γιατί ασχολούνται με το ωραιότατο, τον έρωτα, πλατωνικό ή  μη, πραγματοποιημένο ή στις απαρχές της φαντασίας ή φαντασίωσης.

Η ιστορία όμως κάπου πρέπει να κλείσει, κι αυτό θα γίνει βέβαια στην Κύπρο, στην Πενταλιά βασικά. Ο επίλογος έστω μια περιληπτική θεωρητική τοποθέτηση για το εγχείρημα της συγγραφής. Μεγάλο πρόβλημα το μυθιστόρημα, η συγγραφή, ο γενέθλιος τόπος, η παιδική ηλικία, η Ιστορία των ιδεών και των πολιτικών εξελίξεων.

Ο Νομάδας Β΄Εκβάτανα, αποτελεί μια πλούσια κιβωτό. Ο αναγνώστης αμειφθήσεται.

* Ο Στέλιος Παπαντωνίου είναι φιλόλογος και συγγραφέας

****





Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ //// ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ/// Νομάδας, Α΄ Η έξοδος






 Γράφει ο Παντελής Βουτουρής,
Καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Πανεπιστήμιο Κύπρου

Στέφανου Κωνσταντινίδη, Νομάδας, Α΄ Η  έξοδος,ΒΑΚΧΙΚΟΝ 2017


Το βιβλίο του Στέφανου Κωνσταντινίδη  τιτλοφορείται Νομάδας / Α΄ Η έξοδος / [Τριλογία] / [Μυθιστόρημα], Αθήνα, εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Η ιστορία όπως θα δούμε ξεκινά το 1941 και εξακτινώνεται από το μικρό και ταπεινό χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου, γνωστό για την Παναγία του Σίντη, στην κοιλάδα του ποταμού Ξερού.
Ας ξεκινήσω όμως με κάποιες παρατηρήσεις σχολαστικού κριτικού-φιλολόγου για το εξώφυλλο και τη σελίδα του τίτλου, επειδή από εκεί ξεκινά ή πρέπει να ξεκινά η ανάγνωση ενός βιβλίου. Η λέξη «Νομάδας» λοιπόν σημαίνει βεβαίως «περιπλανώμενος» και μπορεί προφανώς να ταυτιστεί με τον ήρωα του μυθιστορήματος ή με τον Στέφανο Κωνσταντινίδη, εάν ο ήρωας του μυθιστορήματος δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του. (Για τη σχέση αφηγητή, συγγραφέα και πρωταγωνιστή του βιβλίου θα επανέλθω στη συνέχεια). Κατά τα άλλα:  «Έξοδος», είναι ο τίτλος του πρώτου βιβλίου της μυθιστορηματικής τριλογίας, ενώ η πρώτη επεξήγηση σε αγκύλες [«Τριλογία»] αποτελεί υπεσχημένη συγγραφική δέσμευση. Εάν είχαμε στα χέρια μας τους και τρεις τόμους, ολοκληρωμένη δηλαδή την τριλογία, θα συζητούσαμε με διαφορετικούς όρους και θα μπορούσαμε να σημασιοδοτήσουμε με ασφάλεια και τον τίτλο του πρώτου μέρους «Έξοδος» μια λέξη με ηρωικές και θρησκευτικές συνδηλώσεις. Για την ώρα κρατάμε τη λέξη-τίτλο στην άκρη, ως πρώτο ζητούμενο.
Η δεύτερη επεξήγηση σε αγκύλες αφορά το είδος του κειμένου: [«Μυθιστόρημα»]. Τι χρειάζεται, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς αυτός ο ειδολογικός προσδιορισμός στο εξώφυλλο του βιβλίου; Θα μπορούσε ο αναγνώστης να το εκλάβει ως κάτι διαφορετικό; Ως χρονικό ας πούμε ή ως απομνημόνευμα ή ως αυτοβιογραφία; Η απάντηση είναι, ναι. Υπάρχει ένα ζήτημα ειδολογικού προσδιορισμού. Η επιθυμία του συγγραφέα να προσδιοριστεί το βιβλίο ως «μυθιστόρημα» έχει επομένως τη σημασία της και θα αναφερθώ σε αυτήν στη συνέχεια.
Η ιστορία όπως σας είπα ήδη ξεκινά σε ένα ξεχασμένο από τον θεό και τους ανθρώπους χωριό της Κύπρου στα 1941, στις αρχές του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Οι πρώτες περιγραφές αφορούν τη φύση και τους βασανισμένους από τη φτώχεια λιγοστούς κατοίκους του. Ηθογραφία, λοιπόν; Λησμονημένες, εικόνες της αγροτικής Κύπρου και μυθιστόρημα χαρακτήρων; Η απάντηση σε αυτή την περίπτωση  είναι όχι, αν και δεν λείπουν από το μυθιστόρημα υποδειγματικές ηθογραφικές σελίδες. Ο αφηρημένος πίνακας εξάλλου στο εξώφυλλο του βιβλίου (υποθέτω πως μπήκε με τη συναίνεση του εκδότη και του συγγραφέα) στη συνείδηση του αναγνώστη λειτουργεί προγραμματικά ως υπόδειξη, ως υποβολή: απαγορεύει δηλαδή οποιαδήποτε συσχέτιση του βιβλίου με την παραδοσιακή ηθογραφική αφήγηση, ενω παράλληλα το συνδέει με τον μοντερνισμό. Πρόκειται για έναν χαρακτηριστικό πίνακα του σπουδαίου ρώσου μοντερνιστή ζωγράφου και θεωρητικού Βασίλι Καντίνσκι. Αλλά ποια σχέση μπορεί να έχει ένας πίνακας ενός εμβληματικού και ανήσυχου, καινότροπου καλλιτέχνη με ένα μυθιστόρημα το οποίο έχει ως σημείο αναφοράς την Πενταλιά; Δεν θα άρμοζε περισσότερο ένας πίνακας αναπαράσταση του Κόσμου της Κύπρου (μια λεπτομέρεια από τον πίνακα του Διαμαντή για παράδειγμα) ή μια ηθογραφική φωτογραφική απεικόνιση απλών χωρικών ή έστω ενός παραδοσιακού σπιτιού, όπως η φωτογραφία στην πρόσκληση των διοργανωτών της αποψινής εκδήλωσης; Σημασία όμως δεν έχει τι θα προτιμούσαμε, ενδεχομένως, εμείς αλλά τι υπάρχει. Και αυτό που υπάρχει στο εξώφυλλο είναι ένας μοντερνιστικός πίνακας με έντονα χρώματα και θραυσματικά, διασπασμένα και απροσδιόριστα αντικείμενα. Δαιδαλώδης, κατακερματιστισμένος, ασυνεχής και αδιέξοδος όπως ακριβώς ο σύγχρονος κόσμος ή όπως ο Νομάδας ήρωας του βιβλίου: ο περιπλανώμενος σύγχρονος άνθρωπος ή ο λαβύρινθος της ψυχής, των σκέψεων και των ιδεολογιών του.
Η ιστορία, τώρα, επιμερίζεται σε 46 αριθμημένα άτιτλα κεφάλαια, ο αφηγηματικός λόγος εκφέρεται άλλοτε σε τρίτο και άλλοτε σε πρώτο γραμματικό πρόσωπο, ενώ στον ρόλο του αφηγητή εναλλάσσονται δύο εκ πρώτης όψεως διαφορετικά πρόσωπα: το πρώτο, ο κύριος αφηγητής (ο οποίος προφανώς μπορεί να συσχετιστεί με τον συγγραφέα), πανεπιστημιακός, εγκατεστημένος στο Μόντρεαλ του Καναδά, γεννημένος το 1941, επιστρέφει συνεχώς, ενίοτε νοερά με τη μνήμη του, στον γενέθλιο τόπο του, την Πενταλιά της Πάφου. Το δεύτερο πρόσωπο-αφηγητής, ο Απόλλωνας Θρασυβουλίδης, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, γεννημένος από φτωχή οικογένεια στην Πενταλιά, στις 28 Φεβρουαρίου 1941, απόφοιτος του Κολεγίου Πάφου (το οποίο είχε ιδρύσει και διηύθυνε ο ο θεολόγος Κώστας Λιασίδης), με σπουδές αργότερα στην Αθήνα, στη Φιλοσοφική Σχολή,  και ακολούθως στο Παρίσι.
Φαντάζομαι ότι κάποιοι από εσάς εύλογα έχετε ήδη αρχίσει να διερωτάστε αν πρόκειται πράγματι για δύο διαφορετικά πρόσωπα ή μήπως ο Απόλλωνας είναι Στέφανος και ο Στέφανος Απόλλωνας. «Όμως, ρε Στέφανε, να φέρουμε τον πατέρα σου από το χωριό, να τον στεναχωρήσουμε και προπάντων να χάσει ένα μεροκάματο είναι κρίμα. άλλωστε πια είσαι ολόκληρος άντρας», λέει στον Απόλλωνα ο γυμνασιάρχης Λιασίδης, ο οποίος όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής πολλές φορές συνήθιζε να τον αποκαλεί Στέφανο αντί Απόλλωνα. Οι δύο πάντως συμπορεύονται ως το τέλος του μυθιστορήματος. Οσυγγραφέας-αφηγητής μαλιστα παραθέτει ενίοτε αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Απόλλωνα ή εν γένει από τα χαρτιά του και συνομιλεί χωρίς να συμφωνεί πάντα μαζί του («Σήμερα είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Απόλλωνα», σ. 191).
Ο δισυπόστατος λοιπόν Janus bifrons αφηγητής, με τα δύο πρόσωπα, Στέφανος Απόλλωνας είναι το πρώτο ενδιαφέρον αφηγηματικό επινόημα του συγγραφέα.  Απ εκεί και πέρα εκ των πραγμάτων η ταύτιση του συγγραφέα-αφηγητή με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του θέτει σύνθετα θεωρητικά ζητήματα, με κυριότερο το ζήτημα των ορίων ανάμεσα στο μυθιστόρημα και στην αυτοβιογραφία. Μήπως, με άλλα λόγια ο Στ. Κωνσταντινίδης μάς παρέδωσε τον πρώτο τόμο ενός τρίπτυχου μυθιστορήματος ή τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του; Και τι είναι αυτό που οριοθετεί το μυθιστόρημα από την αυτοβιογραφία; Μια γενική απάντηση είναι η εξής: στην αυτοβιογραφία ο συγγραφέας, ο αφηγητής, και ο πρωταγωνιστής ταυτίζονται είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει στο μυθιστόρημα για τον πολύ απλό λόγο ότι ο κόσμος του μυθιστορήματος είναι πλασματικός, επινοημένος από τον συγγραφέα. Σταματώ εδώ τα θεωρητικά, με μια επισήμανση. Ο Στ. Κωνσταντινίδης θέτει αυτοβούλως το ζήτημα του ειδολογικού προσδιορισμού. Διαβάζω τη σχετική αναφορά (σ. 31):
….  Είμαι ένας νομάδας που περιστρέφεται γύρω από τη γη. Κάθισα δύο μέρες στην Πενταλιά. Εδώ το κλίμα είναι διαφορετικό. Αναπόλησα το παρελθόν και ατένισα το μέλλον. Κάπως έτσι ξεκίνησε να γράφεται αυτή η αναφορά. Δεν ξέρω αν θα την πούνε μυθιστόρημα, χρονικό ή τι άλλο. Γράφει κανείς ανασύροντας μνήμες και πράγματα από το βαθύ υπόστρωμα όσων έχει ζήσει, όσων έχει ακούσει και όσων έχει διαβάσει. Και καμιά φορά, από μια λεπτομέρεια, έστω και ευτελή, μπορεί να δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν. Σημασία έχει πως αποδώ ξεκίνησε για να συνεχιστεί ο περίπλους ενός νομάδα. Δεν πρόκειται για αναφορά με στερεή χρονολογική βάση. Αν το πούνε μυθιστόρημα, ξεκαθαρίζω πως οι ήρωές του είναι δημιουργήματα μιας παραληρούσας φαντασίας που ζουν όμως την πραγματικότητα, την καθημερινότητα, την Ιστορία, τη γεωγραφία, τη μυθολογία του κόσμου”.

Και περνώ αμέσως στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος: είπαμε ότι η ιστορία ξεκινά το 1941 με την περιπετειώδη γέννηση στην Πενταλιά του Απόλλωνα και ακολούθως τη βάφτισή του από τον εξωμερίτη δάσκαλο Προμηθέα Έλληνα. Αυτός διάλεξε και το όνομα «Απόλλωνας». Αυτές οι πρώτες σελίδες είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικές. Ίσως οι πιο λογοτεχνικές σελίδες του μυθιστορήματος. Υπογραμμίζω ότι το 1941 σε αυτό το κρυμμένο από τα μάτια του θεού χωριό της Κύπρου περίσσευαν τα αρχαία ελληνικά ονόματα: Όμηρος, Απόλλωνας, Προμηθέας κ.ά. Να μην ξεχάσω και τον Διονύσιο Σολωμού. Ακολούθως η αφήγηση παρακολουθεί την ενηλικίωση του Απόλλωνα και συγχρόνως τα ιστορικά γεγονότα, μικρά και μεγάλα: ο σεισμός του 1953, το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950, η εξορία του Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, η εγκατάλειψη της Ένωσης, οι συμφωνίες της Ζυρίχης-Λονδίνου, η συγκρότηση του μεταζυριχικού κράτους, τα γεγονότα του 1963 και οι βομβαρδισμοί της Τυλληρίας, η αποστασία του 1965 στην Ελλάδα, η στρατιωτική χούντα του 1967, τα γεγονότα της Κοφίνου τον ίδιο χρόνο και η ανάκληση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, η εισβολή των Ρώσων στην Πράγα το 1968.
Ο συγγραφέας σκαλίζει όλα αυτά τα γεγονότα με κριτική διάθεση και κάθε άλλο παρά ουδέτερα. Οι πολιτικοί αναλυτές θα βρουν ασφαλώς στο βιβλίο πολλά ερείσματα και αφορμές για συζήτηση. Γιατί εκτός όλων των άλλων το μυθιστόρημα είναι και πολιτικό. Κάθε ένα από τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα τα οποία πολύ συνοπτικά ανέφερα μόλις τώρα παρουσιάζεται με «θέση» και  ισχυρή άποψη. Ελλείψει χρόνου θα αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα το οποίο αφορά τις συμφωνίες της Ζυρίχης: (σ. 125-126)
«Πέρα και από τον τριτοκοσμικό χαρακτήρα του κράτους, πέρα και από τα υπερβολικά προνόμια που δόθηκαν στην τουρκική μειονότητα, δύο ήταν τα σοβαρά προβλήματα του νέου κράτους: το πρώτο και πιο θανάσιμο ήταν το επεμβατικό δικαίωμα που δόθηκε στην Άγκυρα και του οποίου έκανε χρήση για την εισβολή του 1974. Το δεύτερο ήταν η καταπάτηση των αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τη συνέχιση της αρχής του οθωμανικού μιλέτ. Προβλέπονταν έτσι δύο ξεχωριστά εκλογικά Σώματα, ένα ελληνικό και ένα τουρκικό, που θα εκλέγανε τους αντιπροσώπους τους στη Βουλή, μάλιστα με αναλογίες που ευνοούσαν τους Τούρκους κατά πολύ περισσότερο της πληθυσμιακής πραγματικότητάς τους. Ξεχωριστά εκλογικά Σώματα προβλέπονταν και για την εκλογή του Έλληνα προέδρου και του Τούρκου αντιπροέδρου. Ό,τι οι Βρετανοί αποικιοκράτες επέβαλαν από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην Κύπρο, τη διαίρεση της κυπριακής κοινωνίας σε εθνικοθρησκευτική βάση, έρχονταν τώρα να το επιβεβαιώσουν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις υπογραφές της ελληνικής κυβέρνησης και του Μακαρίου. Δικαιωνόταν με λίγα λόγια η βρετανική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Για το θέμα αυτό, παραθέτω το άρθρο ενός ακαδημαϊκού, του Σ.Π.Κ., που αναλύει καλύτερα το φαινόμενο».

(Ο Σ.Π.Κ. του οποίου το δισέλιδο άρθρο παρεμβάλλεται στην αφήγηση πρός επίρρωσιν των θέσεων του αφηγητή, υποθέτω ότι πρέπει να είναι ο Στέφανος Κωνσταντινίδης).
Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, σε μια ταραγμένη εποχή, ο Απόλλωνας μεγαλώνει, ονειρεύεται και αγωνίζεται για τις ιδέες του: ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Πάφο και φεύγει το 1960 με ελάχιστα χρήματα (100 λίρες συνολικά) για σπουδές στην Αθήνα. Παίρνει το πτυχίο του το 1965, επιστρέφει στην Κύπρο και υπηρετεί στη νεοσύσταατη ΕΦ το 1966, αξιωματικός μάλιστα στο 2ο Γραφείο. Δικτυώνεται, πολιτικοποιείται, και συμμετέχει ενεργά στα τεκταινόμενα: κερδίζει την εμπιστοσύνη του Γρίβα, δημιουργεί σχέσεις με τον Λυσσαρίδη και τα μέλη της Ε.Α.Δ.Ε., συναντά τονΑλέξανδρο Παναγούλη και λίγο αργότερα στο Παρίσι τον Μιχάλη Ράπτη, Πάμπλο, ηγετική φυσιογνωμία της τροτσκιστικής παράταξης, και άλλα στελέχη του αντικτατορικού αγώνα.
Η σύνοψη που σας έκανα είναι κατ ανάγκην  ελλειπτική. Παρέλειψα τους έρωτες του Απόλλωνα, τις διαπροσωπικές γενικά σχέσεις του, και στιγμές προσωπικές, όπως ο θάνατος της αδελφής του. Ο συγγραφέας καταφέρνει να ισορροπεί μεταβαίνοντας από τον ιδιωτικό  χώρο στον δημόσιο, από τη μικροϊστορία στην ιστορία, από τις καθημερινές λεπτομέρειες στα μείζονα γεγονότα. Η παρατήρηση αυτή σχετίζεται με το εύρος και την ποσότητα των θεμάτων τα οποία αθροίζει στο βιβλίο του ο συγγραφέας. Η αφήγησή του καλύπτει μια περίοδο τριών δεκαετιών από το 1941 ως το 1970 (από τη γέννηση του Απόλλωνα ως τη μετάβασή του για μεταπτυχικές σπουδές στο Παρίσι) και έντεχνα, καθώς η εστίαση στρέφεται επαγωγικά από το ατομικό στο συλλογικό αθροίζοντας πλήθος γεωγραφικών, λαογραφικών, γλωσσολογικών και φιλολογικών πληροφοριών. Ο αφηγητής λειτουργεί περισσότερο ως επιστήμονας, ερευνητής, ιστορικός, κοινωνιολόγος και πολιτικός αναλυτής,  με αποτέλεσμα το βιβλίο μορφώνει εντέλει μια πανοραμική, ολιστική θα τολμούσα να πω, απεικόνιση μιας εξαιρετικά κρίσιμης εποχής.
Κράτησα για το τέλος αυτής της παρουσίασης μία τελευταία παρατήρηση η οποία αφορά άμεσα τη μοντερνιστική, όπως είπα στην αρχή της ομιλίας μου, ποιητική της αφήγησης. Την ονομάζω παραθεματική τεχνική. Ο συγγραφέας ενσωματώνει συγκεκριμένα στο βιβλίο του αποσπάσματα από κάθε λογής κείμενα: εγγραφές από προσωπικά ημερολόγια του Απόλλωνα, του Προμηθέα Έλληνα, του Παπασταύρου (του συνεξόριστου με τον Μακάριο στις Σεϋχέλλες), επιστολές, ποιήματα, στίχους τραγουδιών, ακόμη και αποσπάσματα από έναν παλιό τουριστικό χάρτη με πληροφορίες για τη χλωρίδα της Κοιλάδας των Κέδρων.
Η παραθεματική τεχνική υπονομεύει τη συνέχεια μιας ευθύγραμμης αφήγησης, δημιουργεί κύκλους, υποβάλλει με τον διακειμενικό συγκρητισμό ή και συμφυρμό την αίσθηση της πολύπλοκης φύσης των πραγμάτων, του κόσμου και των ιδεών, νομιμοποιεί την υποκειμενική αφήγηση και την ιδέα της σχετικότητας. Παράλληλα υπονομεύει και την ενότητα του μυθιστορήματος καθώς ενεργεί φυγόκεντρα, δημιουργεί ρωγμές και υποβάλλει  την ιδέα της αταξίας και της πληθωρικής εκκρεμότητας. Εντέλει, και αυτό πιστεύω ότι αποτελεί το επίτευγμα του Στέφανου Κωνσταντινίδη, κατορθώνει να δώσει λογοτεχνική υπόσταση σε μια συνδυαστική προοπτική και να συνθέσει ένα υποδειγματικά πολυφωνικό μυθιστόρημα (πολυφωνικό με την μπαχτινική όπως θα έλεγε και κάποιος φίλος μου θεωρητικός της λογοτεχνίας).



***