Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

notationes MAΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2015/// ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ /// ΠΕΡΙΠΤΥΞΗ






                                                        





Εκπνοές



Γιάννης Αντιόχου

Ίκαρος, 2014
80 σελ.

                                

                                                 My hurt hurting my ribs
                                       Ι unlocked the forty-ninth door
                              With a blade of grass.You never knew
                                     What a skeleton key i had found 
                          In a single blade of grass.And I entered.

                                                       T.Hughes,Fairy Tale 

 
 Είναι φορές που από το παρελθόν
 Εικόνες με κατασπαράζουν
 Τεράστια αιλουροειδή
 Και σχήματα γεωμετρικά που ανοίγουν στόματα
 Να καταπιούν
 Τις τρεις διαστάσεις του φόβου μου  

Τότε γίνεται να τραβώ δυο τρεις γραμμές
Να τις κάνω γράμματα σαθρά και ανορθόγραφα
Μα έχουν νόημα
Κι ας είναι τα γραφτά μια άγρια ιακνοποίηση
Με όλων των λογιών τα χρώματα
Πρώτα αυτά τα σκούρα κυανά
Και τα μαύρα και τα ερυθρά της μελάνης
Που περισσεύει ανεύρετη μέσα στα ξεχασμένα μου ερμάρια   


Kι είναι η ιστορία μου λειψή
Αφού συμπέρασμα στο γένος μου δεν βγαίνει
Έτσι που να μείνει η ζωή να μοιράσει
Ξανά και ξανά  

'Ιδια τα γεγονότα
Τα τόσα συναισθήματα
Και τις μνήμες εκεί που ανήκουν
Να βλέπει κανείς πως με κλειστά τα μάτια του
Γλιστρά  όπως μέσα σε όνειρο  
Πάνω σε γιγάντια νημάτια όλο κόμπους 

Να προσπαθεί να κρατηθεί με τις παλάμες του σφιχτά
Κι εκείνες να πρήζονται
Και να ματώνουν
Στάζοντας  θρόμβοι πηγμένο το αίμα
Σε λευκά πέταλα  ναρκίσσων
Που η αγάπη μου ολάκερη
Το μικρό
Το κάνει μέγα
Και το ορατό
            Αόρατο
Και το μυστήριο  ασύλληπτο 


 Είναι τότε που παίρνω το μονοπάτι για ψηλά
Ανοίγοντας μία μία
Και  τις σαράντα εννέα πόρτες του πύργου μου
Μήπως κι εκείνη τη συνείδηση του Γιουνγκ
Τη βρω και ξεκλειδώσω  

Ενώ αν υπήρχε τρόπος να βρίσκεται κανείς
Την ίδια στιγμή
Κλειδωμένος μέσα στην καρδιά που επιθυμεί
-Για την καρδιά σου μιλώ-
Τρίζοντας τις χορδές της μ' ένα  επιδέξιο δοξάρι
Θα ήταν σαν να χτυπούσε τη γλώσσα του    



Στα μεταλλικά κάγκελα μιας φυλακής
Καλώντας όλα τα νυχτοπούλια
Και τα νυχτόβια έντομα
Και τα ποώδη φυτά με τα αγκάθια
Που λίγο μεγαλώνουνε
Μα χρόνια  ζούνε πολλά
Κι έτσι γίνονται γνωστικά και καθιερωμένα 

Ειδάλλως όλο τούτο μοιάζει
ΌΠως ακούει κανείς την Άνοιξη του Βιβάλντι
Από ορχήστρα που έχει εκτελέσει μόνο Βάγκνερ

Θέλοντας να σε κατακτήσω
Εισήλθα πια για τα καλά στην ενδοχώρα σου
Ώσπου κατακλινόμενος
Αφαίρεσα τη χρυσή μου προσωπίδα
Και μαζί
Όλο μου το παρελθόν 

Καταλαμβάνοντας τη δικαιωμένη μου θέση
Σκύβω
Διπλώνω
Ικέτης
Τσιμπώ με το γένι μου την τρυφερή σου σάρκα
Πατώντας στις ακρολοφίες σου
Ξετυλίγω τις ταινίες από το κορμί σου

Γυμνό το επιθυμώ
Γυμνό
Ολόγυμνο


Ξέρω καλά τι σημαίνει
Αυτή η ζέστη που με χτυπάει από τη χαραμάδα σου
Εκεί που επισταμένα κρύβεται η ευχαρίστησή μου
Κι αποκρυπτογραφείται σε ρίγη
Ανατριχίλα και σπασμό
Αυτή η εξαίσια γεύση σου
Τα όξινα του κορμιού σου

Όμως πραγματικά-
Τούτη είναι η πιο υγιής σκέψη
Που έκανα εδώ και καιρό

Μπορώ μάλιστα να το καταμαρτυρήσω
Ενώπιον άλλων πολλών
Πως το να σε λατρεύω έτσι αγάπη μου
Μου σώζει την ψυχή μου.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ/////ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΑΣ



[…] Scarlet Experiment! Sceptic Thomas!
Now, do you doubt that your Bird was true?

Emily Dickinson, Poem 861
Μια κλίση είναι της ζωής
που κάθε στιγμή ξοδεύεται
και μένει μία άλλη
μια συστολή αναπνοής
ένας ανελκυστήρας εύφθαρτος
καρφωμένος και κρεμασμένος
στην αριστερή παλάμη του Θεού
με τροχαλίες που τρίζουν
σαν τους οξειδωμένους χαλκάδες μιας κούνιας
κλυδωνίζοντας το φάντασμα της παιδικής ηλικίας
—και γίνεται στ’ όνειρο:
οι δυο λιπαρές κι ασημένιες κοτσίδες μιας μαριονέττας
να είναι δυο ξεφτισμένα συρματόσχοινα,
που σπινθηρίζουν αιωρούμενα
σε ένα σκληρό μαξιλάρι
όπου η Ύπαρξη γερασμένη
αποκαμωμένη κατακλίθηκε
εντυπώνοντας την πείρα της—
Κι όλο τεντώνομαι στις μύτες των ποδιών
αριθμώντας από μνήμης τις στάσεις που έχω κάνει
στοιβάζοντας το ένα μετά το άλλο
τα κουτιά με τα νεκρά πουλιά του Σαχτούρη
την τσίχλα και τον κορυδαλλό της Ντίκινσον
θυσιάζοντας κάθε μάταιο Τόπο
για να ξεγελάσω
για να κρατηθώ
και να μη συντριβώ
απ’ το υπέρβαρο φορτίο
των λέξεων και των ανιστόρητων λόγων
που ρούφηξα σαν τον Κατακλυσμό
εδώ και τόσο καιρό
αναμένοντας το θαύμα
ενός ιδιωτικού Παράδεισου
Εγκιβωτισμένος πια στην όρθια κάσα μου
από τις πλαϊνές τρύπες της ξύλινης καμπίνας
βγάζω τους δείκτες των δαχτύλων μου
με τα μακριά βρόμικα νύχια
που μακραίνοντας έστριψαν,
γρανιτένια από την πολυκαιρία
και χώθηκαν μέσα στη σάρκα μου
ματώνοντας τα κομβία των στάσεων
προδίδοντας τις αντιστοιχίες
μιας προσωπικής Ιώβειας κλίμακας
Και ανεβαίνω μέχρι εκεί που έμαθα να ανεβαίνω
ωστόσο
τάχιστα
επιστρέφω
—μ’ αυτό το αίσθημα της ναυτίας
αναμασώντας την ξινίλα και τη στυφότητα της ζωής
στους αισθητήρες της γλώσσας—
και πάλι στο ισόγειο
και πάλι στην πλάνη
Ό,τι ακολουθεί
είναι εύκολο κι απλό
αφού μαθαίνεις
να ανεβαίνεις
να κατεβαίνεις
πάνω κάτω
πάνω κάτω
πάνω κάτω
κι εδώ που τα λέμε
στα τριάντα εννιά σου
το έχεις πάρει πια απόφαση
πως η ζωή σου
είναι ένας εύφθαρτος ανελκυστήρας
ανεβαίνοντας
κατεβαίνοντας
ωστόσο
τάχιστα
επιστρέφεις
στα συντρίμμια του συναισθήματός σου
Και ερήμήν σου
δύναται να σ’ εγκλωβίζει σε κάθε επίπεδο
αντιστοιχίζοντας την κλίμακα
ποντάροντας να μηδενίσει
τα ψηφία της ζωής σου
ούτως ώστε
τάχιστα
να σε επιστρέψει
και πάλι στην αρχή
και στο τέλος σου.

ΠΗΓΕΣ: ΠΟΙΕΙΝ 
 exploring poetry