Translate

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

KΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// « 'ΕΡΡΙΚΑ » του ΜΑΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ [ΜΟΜΕΝΤUM 2018 ]





ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ




Ο  πεζογράφος και ποιητής Μάριος Μιχαηλίδης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο της Κυπριακής Δημοκρατίας τρεις φορές ως τώρα για τα έργα του: « Σαν άλλοθι οι λέξεις » , ποιητική συλλογή (Μεταίχμιο, 2003), «Ο οστεοφύλαξ », μυθιστόρημα  (Μεταίχμιο, 2007) και 
« Ο ανακριτής » , νουβέλα (Γαβριηλίδης, 2012). Και δεν είναι απλά για να αναφέρουμε τα βραβεία - που άλλωστε στις μέρες μας μεγάλη συζήτηση γίνεται περί αυτών. Είναι επειδή ο Μιχαηλίδης με τον στιβαρό του πάντα λόγο κατορθώνει να αγγίξει τις πνευματικές , διανοητικές και συναισθηματικές χορδές μας , καθώς αντιστέκεται σε κάθε προχειρότητα και ευκολία.

      H Έρρικα , η ηρωίδα του Μάριου Μιχαηλίδη στο ομώνυμο βιβλίο μού θυμίζει  για έναν λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς - την Μιράντα του μείζονος  Λιθουανού  σκηνοθέτη  Όσκαρα Κορσουνόβα  , περσόνα που είναι εμπνευσμένη από την Μιράντα του Σαίξπηρ στην Τρικυμία. Ίσως γιατί και τα δύο αυτά πλάσματα ενώ θα περιμένε κανείς να είναι « αδύναμα » , μυστηριωδώς συγκεντρώνουν επάνω τους όλο το φως. Η Μιράντα είναι παραπληγική. Η Έρρικα παρουσιάζει κάποια υστέρηση . Πάντως και οι δυο δίνουν την αισθηση του διαφορετικού  ,  του μοναδικού , του σπάνιου. Η ΄Ερρικα είναι περισσότερο αγνή , αθώα, και το θεμα είναι πώς ερμηνεύεται εν τέλει τόση ομορφιά και τόση ποιητικότητα- γιατί αυτά αποπνέει- σε ένα άτομο που εύκολα κάποιοι θα έβαζαν ταμπέλες 
   Διαβάζοντας αυτά τα διηγήματα , ο στοχασμός σε βρίσκει σαν κάτι φυσικό , σαν να είναι  η φυσική ροή των πραγμάτων και αυτός δεν είναι αποκομμένος από την συγκίνηση που οδηγεί στη λογοτεχνική απόλαυση . Δεν πρόκειται για μια επίπεδη αδιάφορη γραφή, αλλά μια άμεση φωνή που έχει τη δύναμη και τη θέρμη να θεωρείται συνώνυμη του γνήσιου πάθους και να διαβάζεται ως τέτοια . Και να μεταφράζεται ως  αληθινή έκφραση που  βάζει σε εσωτερική κίνηση τον αναγνώστη . Kαλοδουλεμένες ιστορίες , που αποτυπώνουν τη ζωή , ανθρωποκεντρικές με εμπόδια και ανατροπές που ερμηνεύουν τις πολλαπλές εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης. Με αυτό το διήγημα , την « 'Ερρικα » δεν είναι διδακτικός , δεν κουνάει το δάχτυλο ,  άλλά θίγει διακριτικά ένα εξαιρετικα δύσκολο θέμα  υποβάλλοντας με τρυφερότητα την ανθρώπινη διάσταση των πραγμάτων. Στο διήγημα μικρής φόρμας « Τα κάλαντα » φιλτράει το  θέμα της μνήμης και της λησμονιάς που δεν έχει ώρα κι εποχή ,πάντα διαχρονικό ταλανίζει την ανθρώπινη ψυχή που αδυνατεί να λύσει το αιώνιο αίνιγμα του θανάτου. Δυνατό , με πολλές προεκτάσεις και πολιτική χροιά το Επεισόδιο στην Αρχαία Φιλιππούπολη  με την ξεναγό Βουλγάρα Πέτκα Μιχαήλοβα  « που μιλά σαν Ελληνίδα » να κυριαρχεί στο σκηνικό  και να εγείρει ερωτηματικά.
        Φαίνεται πως ο συγγραφέας έχει παρατηρήσει και επεξεργαστεί πολύ καλά το υλικό του  και μας δίνει εν τέλει ιστορίες που συμφιλιώνουν τις αντιθέσεις  που η ίδια η ζωή ενέχει. Δίνει εύγλωττα την ανατομία της φυγής,  αλλά και αφήνει  το στίγμα μιας σκέψης πολιτική. Τα μυστικά της Ηλέκτρας στις « Εκκρεμότητες » ανιχνεύει, τις αλλόκοτες ποιητικές φαντασιώσεις του Άγγελου Φευ στα   'Αυλα  χαρτογραφεί. Ενώ με  τον  ψεύτικο έρωτα,  την  κομπίνα , την μείξη ονείρου - πραγματικότητας είναι σουρρεαλιστικό που μπλέκεται μια πεσκαντρίτσα. Στις τρεις τα ξημερώματα με τα 
« καρφιά » εν δράσει ο εμμονικός ήρωας ακούει μυστικές φωνές που αναδεύονται μέσα του και μοιάζουν με φτερουγίσματα πουλιών. Και βλέπει το ποίημα μέσα του να τελετουργείται.
        Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας Μιχαηλίδη συνειδητοποιώ πως εκείνο που με έλκει να επαναλάβω την ενέργεια , είναι επειδή  βρίσκω συνδέσεις με θέματα που με απασχολούν ως άνθρωπο που έχει την ανάγκη για στοχασμό και αναστοχασμό. Συν ότι ετούτη  η γραφή μου επιβεβαιώνει πως δεν υπάρχει σκοτάδι που να μην διψάει για  φως ή φως που δεν  γοητεύεται απ΄το σκοτάδι.

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Γιάννη Νταουλτζή: «Τατουάζ στον παράμεσο», εκδ. Momentum






 ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

[Αναδημοσίευση από ΦΡΑΚΤΑΛ ]



Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου Γιάννη Νταουλτζή (Δράμα 1961) με τίτλο Τατουάζ στον παράμεσο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Momentum. Ο συγγραφέας ανιχνεύοντας τις προσωπικές του μνήμες -κάποιες από την παιδική του ηλικία-τις ψηλαφεί και τις αναδομεί, χαρίζοντάς μας  δεκατέσσερα διηγήματα που πραγματικά σφύζουν από ζωντάνια, αμεσότητα και αλήθεια. Είναι μια γενναία επιστροφή σε καταστάσεις, περιστατικά, πρόσωπα και πράγματα που διαδραμάτισαν μικρό ή μεγαλύτερο ρόλο στην ζωή του. Όλες οι εμπειρίες είναι μέσα του γραμμένες, τον κινητοποιούν εσωτερικά, και κείνος τις φιλτράρει με ιδιαίτερο τρόπο και τις αποτυπώνει στο χαρτί. Διηγήματα, ή αφηγήματα με παράξενους, αλλά και πρωτότυπους συνάμα τίτλους (π.χ. «Τη μάνα μου τη λέγανε Ευαγγελία, εμένα με φώναζε σανάδα», «Μετανάστες και μεταστάντες») όπου διατρέχουν τον ελληνικό χώρο και χρόνο. Δοσμένα  με τέτοιο τρόπο που να εισπράττουμε ότι τα αντίστοιχα περιστατικά τον επηρέασαν στην ζωή του. Γι’ αυτό και αποφάσισε να τα χρησιμοποιήσει σαν πρώτη ύλη. Αποφάσισε να μιλήσει για ό,τι τον έχει αγγίξει. Όμως, σε καμία περίπτωση -παρόλη την αυτοαναφορικότητα- δεν καταλήγει να γίνει μελό ή συναισθηματικός.
Μακρύ το χρονικό διάστημα (η αφήγηση απλώνεται από το 1941 ως το 2019) Γάμοι, αρρώστιες, η προσφυγιά, μια ραπτομηχανή, ο μια πόρνη και ένας δράκος, η βουλγαρική και γερμανική κατοχή, η ιστορία δύο τσιγγάνων, ένα τατουάζ στον παράμεσο, ένας αυτοκαταστροφικός φίλος με καλή καρδιά, ένας παράξενος θάνατος, κάποιοι μετανάστες και η ιστορία τους, τα παρατσούκλια που παραμένουν ακόμα και όταν οι άνθρωποι φεύγουν. Όλα αυτά και πολλά άλλα ακόμα εμπεριέχονται, καταγράφονται, γίνονται εικόνες, εύγλωττες που μιλούν στην ψυχή κυρίως του αναγνώστη. Δεν σημαδεύουν μόνο τον γράφοντα, αφορούν και αυτόν που τις διαβάζει. Διότι πετυχαίνει ο Νταουλτζής να μας εμπλέξει. Χαρακτηριστική η έντονη διακειμενική του κατεύθυνση και αύρα. Φαίνεται πως ξέρει καλά και από ποίηση, αφού αναφέρει στίχους και ποιητές, είτε τους ενσωματώνει, είτε τους χρησιμοποιεί ως μότο. Έτσι Σολωμός, Ρίτσος, Θεόδωρος Αγγελόπουλος, Σεφέρης, Όμηρος, Δημουλά και άλλοι δίνουν το παρόν μέσα στις αράδες του Νταουλτζή. Είναι γοητευτική αυτή η διασύνδεση και σε οδηγεί να κάνεις ποικίλους συνειρμούς. Και είναι γεγονός ότι κι ο ίδιος γίνεται συχνά  ποιητικός. Η γλώσσα του χρωματίζεται, φεύγει από τον ρεαλισμό, γίνεται εκφραστική, σε βάζει στο κλίμα κάθε ιστορίας. Ζωντανοί διάλογοι, άμεσοι, ευθείς με στοιχεία ντοπιολαλιάς στα σημεία. Ο Νταουλτζής δεν γεμίζει τα κείμενά του με ανούσια σχόλια που αποδυναμώνουν τις μνήμες. Καταθέτει με θάρρος, αφήνει τα γεγονότα μόνα τους να μιλήσουν, να μας αποκαλυφθούν. Επιδεικνύει σεβασμό σε ό,τι αποτελεί το υλικό του και ξέρει πως αυτό το υλικό είναι πολύ δραστικό. Και το παράδοξο και το αντιφατικό ή το σουρεαλιστικό ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη που διψά να διαβάσει την επόμενη ιστορία, έχοντας συνάμα την γνώση πως τα παραπάνω στοιχεία υπάρχουν μέσα στη ζωή του ανθρώπου και την διαφεντεύουν, αρκεί να μην τον αποδυναμώσουν ή τον απογοητεύσουν. Όπου και να την αγγίξεις τη μνήμη πονεί και ο Νταουλτζής κατορθώνει να την μεταπλάθει σε έντεχνο λόγο και ίσως κι ο ίδιος να παρηγορείται μέσω αυτού του μοιράσματος. Διαβάζω: «Η μνήμη, τυμβωρύχος, ανασκαλεύει το παρελθόν, καταγράφει το παρόν, για να διασωθεί στη σκόνη που φέρνει το μέλλον. Οστεοφύλακας φωνών, μορφών, συναισθημάτων η μνήμη κι η γραφή. Έκτη αίσθηση, που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από τις άλλες πέντε. Είναι αυτή που αναπλάθει σχήματα προσώπων, ανακλά είδωλα συναισθημάτων, ψηλαφεί φωνές, επιχρωματίζει εικόνες. Είναι τα ίχνη που αφήσαν οι δικοί, αποτυπώματα, άλλα αχνά – ξεθωριάζουν, άλλα βαθιά – αυλακώνουν, είναι αυτή που τη θαρρούμε χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια. Και αίφνης ξυπνάει, άλλοτε σιγανό ρυάκι, που γίνεται ποτάμι, άλλοτε χείμαρρος, που κατεβάζει από τη Ντράνοβα πέτρες και ξύλα, λάσπη και πηλό, καμιά φορά και προικιά αφόρετα από γυναίκες που δε γίνανε ποτέ τους νύφες.» Με υφολογική ποικιλία, λεκτικές διακυμάνσεις, έντονη εικονοποιία, χρήση διαλόγων σε εναλλαγή με την στιβαρή αφήγηση δείχνει πως σέβεται τις μνήμες του και τις φιλτράρει δημιουργικά. Και ίσως μέσα του να επιτελείται και μια διαδικασία κάθαρσης, γιατί πολλές από τις μνήμες αυτές συνδέονται με το τραύμα ή αποτελούν τραύμα που μέσω της γραφής μπορεί και να απαλύνεται, αφού είναι δύσκολο να γιατρευτεί. Περιμένουμε τον Νταουλτζή να μας ξαφνιάσει ευχάριστα και στη συνέχεια.

*******

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

✩ Κατεβάστε ελεύθερα 27 τεύχη του περιοδικού ΘΕΑΤΡΟ /// ΑΠΟ ΤΗΝ OPENBOOK





https://www.openbook.gr/periodiko-theatro/





Το ΘΕΑΤΡΟ υπήρξε ένα πρωτοποριακό, καινοτόμο περιοδικό, που κάλυπτε όλο το φάσμα των παραστατικών τεχνών, το οποίο εξέδιδε από το 1961 έως το 1981 ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και εκδότης Κώστας Νίτσος (1920-2015).
Το “Θέατρο”, ένα από τα πιο προοδευτικά και έγκυρα πολιτιστικά περιοδικά σε διεθνές επίπεδο, υπήρξε το βασικό περιοδικό θεατρικής παιδείας στη χώρα. Αποτελεί συλλεκτικό περιοδικό που συγκεντρώνει ακόμα και σήμερα το ενδιαφέρον όσων θέλουν να ερευνήσουν τις ιστορικές, καλλιτεχνικές και κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτυσσόταν η τέχνη στις δεκαετίες του 60 και του 70 τόσο στην Ελλάδα, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.
Οι κληρονόμοι και κάτοχοι των πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων του αείμνηστου δημοσιογράφου, συγγραφέα και εκδότη Κώστα Νίτσου, Έφη Ροδίτη-Νίτσου και Ελισάβετ Νίτσου, παραχώρησαν στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης την άδεια ψηφιοποίησης του συνόλου των τευχών του ιστορικού περιοδικού, με σκοπό την προβολή και ελεύθερη διάθεσή τους στο διαδίκτυο, προς όφελος της έρευνας και της γνώσης, για προσωπική, εκπαιδευτική ή ερευνητική χρήση, μη κερδοσκοπικού / εμπορικού χαρακτήρα, στη μνήμη του Κώστα Νίτσου και σε εκπλήρωση σχετικής επιθυμίας του για τη διάδοση του έργου του

ΠΗΓΗ:OPENBOOK

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Μαρκ Στραντ «Προσωρινή Αιωνιότητα», Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, εκδ. Βακχικόν



Γράφει η Ρέα Μαρκορά // *


Μαρκ Στραντ «Προσωρινή Αιωνιότητα», Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, εκδ. Βακχικόν

Ο Μάρκ Στραντ [1934-2014 ]είναι ένας πολυβραβευμένος Καναδός ποιητής που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση με τα ποιήματα που καταθέτει. Υπήρξε ακόμα πεζογράφος, μεταφραστής και λάτρης των εικαστικών. Ερευνώντας κανείς διαπιστώνει πως κάποια ποιήματά του είχαν μεταφραστεί στη χώρα μας διάσπαρτα και πιο παλιά από μερικούς ποιητές- μεταξύ των οποίων και η κυρία Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. Αλλά ολοκληρωμένη παρουσίαση του Στραντ στην Ελλάδα έχουμε με την κυκλοφορία της Ανθολογίας με τίτλο «Προσωρινή αιωνιότητα που εξέδωσαν οι εκδόσεις «Βακχικόν». Την εισαγωγή, την επιλογή ποιημάτων και την μετάφραση έκανε η ποιήτρια Μίνα Ξηρογιάννη. Και φαίνεται πως έβαλε πολλή αγάπη σε όλο αυτό το εγχείρημα, αν κρίνει κανείς από τα ποιήματα που διάλεξε, καθώς και από στον τρόπο που αναφέρεται στον Στραντ στο εκτενές, ουσιαστικό και κατατοπιστικό Επίμετρο του βιβλίου. Στο βιβλίο εμπεριέχονται δυνατά ποιήματα που φανερώνουν την στοχαστική δύναμη του ποιητή, που φαίνεται να τον ενδιαφέρει η σκέψη για τα πράγματα και η αίσθηση που προκαλούν αυτά. Κέντρο της μεστής του ποίησης είναι ο άνθρωπος και ό,τι αυτός κουβαλά. Όνειρα, ανασφάλειες, ψεύδη, διλήμματα. Πραγματεύεται την απώλεια, μιλάει για τον έρωτα και τον θάνατο. Τη θλίψη και τις αναμνήσεις. Υπάρχουν ελάχιστα ποιήματα για τον έρωτα μέσα στη συλλογή. Παραθέτω εδώ το πιο χαρακτηριστικό:

Ένας άντρας και μια γυναίκα ξαπλωμένοι στο κρεβάτι.
“Μόνο μια φορά», είπε ο άντρας, “μόνο μια φορά ακόμα”.
“Γιατί το επαναλαμβάνεις;” είπε η γυναίκα.
“Γιατί δεν θέλω να τελειώσει ποτέ” είπε ο άντρας.
“Τι δεν θέλεις να τελειώσει;” είπε η γυναίκα.
“Αυτό”, είπε ο άντρας,
“αυτό δεν θέλω ποτέ να τελειώσει”

Ο Στραντ παρατηρεί τον κόσμο και με σύνεση και σοφία γράφει για αυτόν αφήνοντας στην άκρη τον άκρατο συναισθηματισμό, όπως συνηθίζει να σημειώνει και η μεταφράστριά του Μίνα Ξηρογιάννη. «Αν ένας άνθρωπος φοβάται τον θάνατο/ θα σωθεί από τα ποιήματά του.» γράφει ο Στραντ και μας βάζει να αναρωτηθούμε για τον ρόλο της ποίησης και την επίδρασή της στη ζωή τους ανθρώπου. Ένα από τα πιο ωραία ποιήματα του βιβλίου που είναι πασπαλισμένο μάλιστα και με γερή δόση μεταφυσικής είναι το «Η μυστηριώδης άφιξη ενός συνηθισμένου γράμματος», όπου ένα γράμμα φτάνει στον παραλήπτη από τον νεκρό πατέρα του.


Δυνατές εικόνες, εκφραστικά στιγμιότυπα, ερωτήσεις που πλανώνται στο αέρα και ζητούν απεγνωσμένα μια κάποια απάντηση, υπερρεαλιστικά στοιχεία παντού (π.χ. στα ποιήματα «Τρώγοντας ποίηση» και Η ζωή μου»)
Γοητευτικός είναι ο τίτλος της ανθολογίας («Προσωρινή Αιωνιότητα» χάρη στο οξύμωρο σχήμα που περιέχει και που δημιουργεί ένα μυστήριο για την υφή του περιεχομένου τoυ.
Έξυπνα ποιήματα, λιτός τρόπος, σημαντικά διανοητικά ερεθίσματα και εικόνες αινιγματικές δοσμένες με γλώσσα διαυγή και στέρεα.
Κλείνοντας, ο Αναστάσης Βιστωνίτης γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή του βιβλίου: «Τα ποιήματα που περιλαμβάνει η παρούσα έκδοση ανήκουν στα αντιπροσωπευτικότερα του Μαρκ Στραντ και προσφέρουν στον έλληνα αναγνώστη μια καλή εικόνα αυτού του σπουδαίου ποιητή. Η μετάφρασή τους είναι έργο αγάπης και μακροχρόνιας, εικάζω, ενασχόλησης της ποιήτριας και μεταφράστριας Ασημίνας Ξηρογιάννη με την ποίησή του. Γι’ αυτό και αξίζει να προσεχθούν από το αναγνωστικό κοινό της χώρας μας»


Η Ρέα Μαρκορά είναι φιλόλογος

Τ. Σ. ΈΛΙΟΤ /// Η ΑΓΟΝΗ ΓΗ /// Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός




Η άγονη γη



Τ. Σ. Έλιοτ
μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός
επιμέλεια σειράς: Χάρης Βλαβιανός

Εκδόσεις Πατάκη, 2020
171 σελ.


[πηγή  BIBLIONET]



Με τη μετάφραση του ποιήµατος "The Waste Land" του T.S. Eliot που καταθέτει εδώ, ο Χάρης Βλαβιανός θέτει εαυτόν ενώπιον μιας διπλής και εξαιρετικά δύσκολης πρόκλησης. Γιατί το ποίηµα αυτό αποτελεί ένα από τα καταστατικά κείµενα του µοντερνισμού του 20ου αιώνα κι ένα µείζον έργο της παγκόσµιας λογοτεχνίας, ενώ η απόδοσή του στα ελληνικά, ως "Έρημη χώρα", εδώ και 85 χρόνια, έχει καθαγιασθεί από το κύρος και την αίγλη της υπογραφής του νοµπελίστα Γιώργου Σεφέρη.

Θέλει τόλµη ν’ αναµετρηθείς με ένα τέτοιο έργο σε ξένη γλώσσα και να το μεταφράσεις. Θέλει αυτοπεποίθηση να συγκριθείς µε ένα τόσο εδραιωµένο πρότυπο στη δική σου γλώσσα και να φανείς επαρκής. Θέλει βέβαια πάνω απ’ όλα µόχθο, γιατί κάθε λέξη πολλαπλά αντηχεί κι εύκολα δεν ενδίδει. Θέλει γνώση και μελέτη για να τεκµηριώσεις νέες προτάσεις. Θέλει και αποφασιστικότητα καθώς όλα θα µπορούσαν κι αλλιώς να ειπωθούν. Και, φυσικά, θέλει ταλέντο για να τα συγκεράσεις όλα αυτά και να ηχήσουν σωστά.

Όλα τα παραπάνω τα διαθέτει ο Βλαβιανός. Και στη διπλή πρόκληση απαντά πετυχαίνοντας δύο στόχους: Από τη μια πλευρά, μας προσφέρει μια απόδοση ενός αριστουργήματος σε σύγχρονο, δόκιμο λόγο στη γλώσσα μας - ως ποιητής. Από την άλλη, µε την κατατοπιστική εισαγωγή και τα διαφωτιστικά σχόλια και σηµειώσεις που παραθέτει, µας προσφέρει ένα πλαίσιο όπου µπορούµε να εντάξουµε το έργο στις λεπτοµέρειές του για να κατανοήσουµε τις διάφορες πτυχές του, αλλά και να αντιληφθούμε πιθανές παρανοήσεις σε προηγούµενες µεταφράσεις - ως φιλόλογος ερευνητής. Κι όλα αυτά μαζί ανανεώνουν την πρόσληψη του κειµένου και ενδυναµώνουν την απόλαυση της ανάγνωσης.

Συµβουλή πρός τον αναγνώστη: ας αφεθεί στο κέντρισµα της περιέργειας που θα του προκαλέσει η νέα απόδοση του τίτλου, ως Άγονη γη (η οποία εύστοχα ανακαλεί την αίσθηση ενός τόπου που δεν μπορεί να συντηρήσει τη ζωή - το κεντρικό µοτίβο του ποιήµατος), και ας προχωρήσει σε µια εξερεύνηση εκεί, η οποία θα τον ανταµείψει.

Μίλτος Φραγκόπουλος




Κριτικές - Παρουσιάσεις
Βένα ΓεωργακοπούλουΗ «Άγονη Γη» είναι ένα «ρυθμικό παράπονο» για το υπαρξιακό αδιέξοδο, "Εφημερίδα των Συντακτών", 20.6.2020

Γιώργος Βέης«Ο Απρίλιος είναι ο σκληρότερος μήνας», www.bookpress.gr, 7.6.2020

Αγγελική Μπιρμπίλη«Άγονη γη»: O Χάρης Βλαβιανός μεταφράζει το έργο του Έλιοτ, "Athens Voice", 20.5.2020

Ευριπίδης ΓαραντούδηςΔιαβάζοντας από την αρχή τον Τ. Σ. Ελιοτ, "Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα", 17.5.2020

Χάρης ΒλαβιανόςΑπρίλιος, ο σκληρότερος μήνας, "Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα", 5.4.2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΤΣΟΥ (Εκδόσεις « Όταν»)






«ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΤΣΟΥ (Εκδόσεις « Όταν»)


Γράφει η Τσιοτινού Αθανασία, Φιλόλογος-Θεατρολόγος, Med

Το περσινό καλοκαίρι, μετά από ένα ταξίδι στην Ιρλανδία και τη Σκωτία, έμεινα για λίγες μέρες στην Αθήνα. Κατακαλόκαιρο, ζέστη πολλή, πέτυχα και το μεγάλο σεισμό στις 19 Ιουλίου, ωστόσο ήθελα να χαρώ την αγαπημένη πόλη, την πόλη των φοιτητικών και των νεανικών μου χρόνων. Κυριακή βράδυ αποφάσισα να δω μια παράσταση, στο Θέατρο Λαμπέτη, τη «Μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ. Στην παράσταση έπαιζε και ο φίλος μου από τα παλιά Γιώργος Γιαννούτσος, στο ρόλο του γιατρού Γκιμπς. Στο τέλος της παράστασης μιλήσαμε - είχαμε πολλά χρόνια να τα πούμε. Έφυγα από το θέατρο με τριπλή χαρά: είδα το Γιώργο μετά από πολύ καιρό, είδα μια πολύ ωραία παράσταση -δροσιά στην κάψα του καλοκαιριού- κι έλαβα δύο «δωράκια», την ποιητική συλλογή του Γιώργου «Προσωρινό» και το θεατρικό του «Στου Ναγκ ή Το Αυγό του νερού» που εκδόθηκαν το Μάρτη του 2019, από τον εκδοτικό οίκο « Όταν» του, επίσης, φίλου Γρηγόρη Πλαστάρα.
Ειλικρινά, ήθελα να διαβάσω αμέσως τα βιβλία, αλλά, δυστυχώς η καθημερινότητα, εδώ στην «μικρή μας πόλη», τα Τρίκαλα, απορροφά όλη μου την ενέργεια και, επομένως, ο χρόνος μου είναι περιορισμένος για πνευματικές αναζητήσεις, αν και η ποίηση και το θέατρο, ήταν πάντα το καταφύγιό μου, σε κάθε δύσκολη στιγμή. Γιώργο, συγγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά «κάλλιο αργά παρά ποτέ», όπως λέει και ο σοφός λαός.
Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Γιώργου «Προσωρινό», διαπίστωσα ότι πολλές ανησυχίες του Γιώργου για τη ζωή, το χρόνο, την ύπαρξη, το θάνατο, είναι και δικές μου ανησυχίες και πολλών συνανθρώπων μας. Η διαφορά, όμως, έγκειται στο γεγονός, ότι ο Γιώργος όλα αυτά τα συναισθήματα κατάφερε να τα κάνει ποίηση και μάλιστα ποίηση υψηλών προδιαγραφών. Κρίμα που αυτά τα ποιήματα παρέμειναν στο σκοτάδι και στη σιωπή για πολύ καιρό, καθώς ο δημιουργός τους -για δικούς του λόγους- αρνούνταν πεισματικά να τα ανασύρει στο φως και να τους δώσει ήχο και δική τους φωνή. Ευτυχώς, που αποφάσισε να τα εκδώσει, να τους δώσει μια δεύτερη ζωή, μία που γεννήθηκαν και μία που απέκτησαν από τη στιγμή που έπαψαν να είναι ιδιωτικά και έγιναν κτήμα όλων μας, που είχαμε την τύχη να «συναντηθούμε» μαζί τους.


Ας ξεκινήσω με τον τίτλο. Ο Γιώργος διάλεξε τον τίτλο «Προσωρινό», έναν τίτλο πολύ απλό, μια λέξη καθημερινή, πεζή, θα μπορούσαμε να πούμε. Ωστόσο, ο τίτλος θα μπορούσε να έχει πολλές ερμηνείες. Προσωρινό, το αντίθετο του μόνιμου, του αιώνιου. Από την άλλη προσωρινό με την έννοια του καθημερινού. Συνηθίζουμε να λέμε «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Έχουμε αναρωτηθεί, άραγε, πόσα καθημερινά, προσωρινά και αδιάφορα κατάφεραν να γίνουν μόνιμα, χωρίς να το καταλάβουμε και να στοιχειώσουν τη ζωή μας; Προσωρινό, όπως η επανάληψη σε καθημερινή βάση, που φτάνει στο σημείο να γίνει συνήθεια, πότε καλή και πότε κακή. Άλλωστε, προσωρινή δεν είναι και η ζωή μας; «Ζούμε στην τσέπη του χρόνου» γράφει ο ποιητής, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ασημαντότητα της ύπαρξής μας, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μικρή στιγμή μέσα στο χρόνο που κινείται αέναα. Αναμφίβολα, πρόκειται για λέξη με ειδικό βάρος, φορτισμένη με πολλές σημασίες. Περικλείει την έννοια του χρόνου, αλλά και του χώρου, από τη στιγμή που η ζωή μας, η ύπαρξή μας, η προσωρινότητά μας τοποθετείται σε μια πόλη, σε μια χώρα, σε μια ήπειρο, σ’ έναν πλανήτη!


Ο Γιώργος παίζει με τις λέξεις, δημιουργώντας ευφάνταστα λεκτικά σύνολα. Ο πλούτος των λέξεων και των εκφράσεων δηλώνει και τον εσωτερικό του κόσμο, τις ανησυχίες του που προσπαθούν να βρουν διέξοδο και να εξωτερικευθούν με ποιητικό τρόπο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δύο αντίθετοι κόσμοι παλεύουν μέσα του, δίνοντας ο καθένας τον δικό του αγώνα για επικράτηση. Από τη μια έχουμε τη ζωή, τον ήλιο («Και τεντώνει/ το σχοινί/ που δένει τον ήλιο/ στο λαιμό μου»), τον ουρανό («Και ψηλώνει/ το χώμα./ Μπαίνει/ απ’ τις πολεμίστρες/ ο ουρανός»), τη θάλασσα («Κάτι σωπαίνει/ κι ο ήχος/ της θάλασσας/ μπαίνει στα ρούχα μου»), το όνειρο («Και θα ξηλώνουν/το χαλί/ τα όνειρά μας»), τα παιδιά που είναι η ελπίδα και το μέλλον («Και το παιδί/ που γυρεύει τη μπάλα/ πίσω απ’ το φράχτη», «Το παιδί/ ψηλαφίζει/ στην παλάμη μας/ το δρόμο»), τη μουσική, τα τραγούδια, το χαμόγελο («Το χαμόγελό του/ σηκώνει/ μια πέτρα/ στους ώμους») και από την άλλη έχουμε τη σιωπή, το σκοτάδι («Ανασαίνω/ αναβοσβήνοντας/ πολύχρωμο/ σκοτάδι», «Μας νανουρίζει/ ο ήχος/ απ’ τα ζάρια/ που πήζουν/ το σκοτάδι»), τη νύχτα («Η νύχτα/ είναι/ ένα κρεβάτι/ που κόβει βόλτες/ στην κάμαρά μου»), το θάνατο, τους νεκρούς («Η πόλη/ απλώνει/ το χέρι./ Που εξέχει./ Απ’ το μανίκι του θανάτου», «Κι ύστερα/ φυσώντας τη σκόνη/ συλλαβίζει/ στο βιβλίο των νεκρών/ την ευχή που μας γέννησε», τους εχθρούς («Και ξεπροβάλλουν./ οι εχθροί./

Ντυμένοι την πέτρα»), τη φωτιά που καταστρέφει στο πέρασμά της τα πάντα («Μα έχει ακόμα/ ανθούς/ η φωτιά»), αλλά και τη σκόνη που σκεπάζει τα πάντα, δηλώνοντας εγκατάλειψη και ερημιά («Κι ανατέλλει/ μέσα στη σκόνη/ ο δρόμος»). Ποιος κόσμος υπερισχύει στο τέλος; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα έλεγα ότι η ζωή, αν και προσωρινή, βγαίνει νικήτρια και παρακινεί τον ποιητή να εξάρει την ομορφιά της και, αναπόφευκτα, την προσωρινότητά της, την προσωρινότητα που, δυστυχώς, εμποτίζει τη «νικήτρια» ζωή με μια διάθεση μελαγχολίας, αφού ο θάνατος ενυπάρχει στη ζωή


Στο ποιητικό σύμπαν του Γιώργου το ατομικό, το «εγώ» αν και είναι έντονο («Ανασαίνω/ αναβοσβήνοντας/ πολύχρωμο/σκοτάδι»., «Καθισμένος/ στο τώρα/ ένας κύκλος/ δίνει τιμή/ στα οστά μου», «Είμαι εδώ./ Ιστός αγγέλων/ πλεγμένος στα χείλη», «Θα κάθομαι/ στο χέρι μου/ δεμένος στο χρόνο», «στη φωνή μου…, στο βλέμμα μου…, τα κόκκαλά μου…, τη σάρκα μου…, τα λόγια μου», «Σε μια ρυτίδα του ουρανού/ μεγάλωσα/ και κάτω/ απ’ τα πόδια μου/ γεννιέμαι., «Πεθαίνω από θάνατο φυσικό» ), συρρικνώνεται και υποτάσσεται στο «εμείς», στο συλλογικό. Ό,τι συμβαίνει στον ποιητή αποκτά οικουμενικότητα και καθολικότητα. Ό,τι ανησυχεί και ενδιαφέρει τον ποιητή θα μπορούσε να είναι ανησυχία και ενδιαφέρον του καθενός από εμάς. Η ποιητική συλλογή ξεκινάει με τη φράση «Είμαστε ο σπόρος» και συνεχίζει «Κι ο ολοστόγγυλος/ άγουρος/ καρπός./ Και το παιδί που γυρεύει τη μπάλα/ πίσω απ’ το φράχτη./ Και το χωράφι… Και το νερό… Και τ’ άλογο… Και το χνώτο…. Και το μαχαίρι… Κι ο δρόμος… Και το χώμα…». Τελικά, ο καθένας από εμάς έχει πολλές υποστάσεις. Ο Γιώργος αποθεώνει την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητα της ύπαρξης, τονίζοντας, συγχρόνως, τη μοναδικότητα του καθενός μας, η οποία δεν χάνεται μέσα στη συλλογικότητα, στο «εμείς», αυτή τη μοναδικότητα, την οποία μας χάρισε ο Θεός «Για ν’ αφήσει/ τα χνάρια του/ ο Θεός/ χαράζοντας βαθύτερα/ το αίμα.»

Η «παρουσία» του Θεού ιδιαίτερα αισθητή στην ποίηση του Γιώργου. Γράφει σε άλλο σημείο: «Μπαίνει/ απ’ τις πολεμίστρες/ ο ουρανός. Τ’ αγκάθι του/ χώνεται/ στο κορμί μας./ Και σκάνε/ στολίδια/ λόγια/ και μπαλόνια/ πρησμένα γνόφο/ και θεούς», «Η σκεπή/ μας ανασαίνει/ κι αφήνει/ με το ράμφος της/ στο στόμα/ τη φωνή μας. Σε λόγια/ σκουριασμένα./ Πάνω στο σεντούκι του Θεού». Η ύπαρξή μας άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδέα της θεότητας γενικότερα. Αφενός, ο Θεός δημιουργός και αφετέρου ο Θεός που υπάρχει μέσα μας. Είμαστε εν δυνάμει «μικροί θεοί». («Τ’ αληθινό/ κορμί μας./ Στα φύλλα του/ θεός σκυφτός/ με μια λεπίδα/ στο χέρι/ γεμίζει/ το καλάθι/ με τα κόκκινα σταφύλια.», «Το θεό φοδραρισμένος./ Τα κόκκαλά μου/ επιπλέουν/ στο βλέμμα Του./ Γύρω/ οι άνθρωποι/ στήνουν χορό.»

Ένα άλλο ζήτημα που απασχολεί το Γιώργο είναι ο χρόνος, ο καιρός που περνάει αμετάκλητα, και όσο περνάει, τόσο πιο κοντά στο θάνατο και στο Θεό μας οδηγεί. «Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος», έγραψε ο νομπελίστας μας Οδυσσέας Ελύτης. Γράφει χαρακτηριστικά ο Γιώργος «Μεγαλώνουμε./ Χαλί/ που σκεπάζει/ την αλήθεια./ Κρύβει τα παραμύθια./ Πετάμε/ πάνω απ’ την πόλη/ κι η μορφή μας/ ανεμίζει/ μαζί με τις κλωστές/ και τα κρόσσια». «Ήρθαν καιροί που φόρτωσαν/ στην πλάτη τους κι εμένα. Μ’ όλα τους τα υπάρχοντα/ που μου’ χουνε φορτώσει», «Έτσι στην πλάτη των καιρών/περνάω τον καιρό μου. Να’ μαι τ’ ανάσκελα λοιπόν/στ’ άλλα φορτώματά τους…», «Και σου μηνά πως άργησες/ μ’ ακόμα έχεις χρόνο. Για να πεθάνεις μια φορά/ προτού σβηστείς για πάντα»). Ο ποιητής δεν μασάει τα λόγια του, δεν κρύβεται, δεν φοβάται την αλήθεια «Περνάει ο καιρός./ Σε μια ρυτίδα του ουρανού/ μεγάλωσα/ και κάτω/ απ’ τα πόδια μου/ γεννιέμαι.» Αλλού αναφέρεται στον χρόνο και στον εκκωφαντικό θόρυβο που κάνει η παρουσία του ανά τους αιώνες «Και τρίζει/ ο χρόνος/ κι ο αντίλαλός του/ αντηχεί/ ανάμεσα στους αιώνες.» Σε κάποιες περιπτώσεις, ο ποιητής ταυτίζεται με το χρόνο «Έρχεται η στιγμή/ να γίνω ένα ρολόι./ Θα κάθομαι/ στο χέρι μου/ δεμένος στο χρόνο.».

Θα κλείσω, αναφερόμενη στη σιωπή, η οποία είναι διάχυτη στα ποιήματα του Γιώργου. Άλλωστε, η ποιητική συλλογή παρέμεινε για καιρό στη σιωπή, μέχρι ν’ αποκτήσει τη δική της φωνή. Η αίσθηση της σιωπής είναι πανταχού παρούσα, πότε με τη μορφή του ουσιαστικού, πότε με τη μορφή του ρήματος, πότε με λέξεις ή φράσεις που παραπέμπουν στη σιωπή (π.χ. σιγή, βουβό) («Και την καρδιά του/ λεκέ από σιωπή/ πάνω στους χτύπους/ που ξεθάβουν/ του χρόνου τη ρίζα», «Περνούν οι άνθρωποι/ και σιωπούν./ Κι ο ήχος τους εξέχει», «Μας έχει το κατόπι,/ η σιωπή», «Μας έχει προσπεράσει/ η σιωπή»). Ίσως, η σιωπή να είναι και η αφετηρία, το στάδιο πριν την εξωτερίκευση των συναισθημάτων. Θα μπορούσε να είναι και το στάδιο πριν τη ζωή, πριν τη γέννηση, καθώς και το στάδιο μετά το θάνατο. Από τη σιωπή προερχόμαστε και στη σιωπή καταλήγουμε. Ο ποιητής το γνωρίζει καλά αυτό. Η ποιητική του συλλογή ήταν και το μέσο με το οποίο μπόρεσε 
να συνομιλήσει με όλους εμάς που είχαμε την τύχη να έρθουμε σ’ επαφή με την εξαίσια γραφή του.
Ο βασιλιάς/ με μια χρυσόμυγα/ βουίζει/ τα λόγια/ των ανθρώπων…
Θα το σωπαίνουν/ με τα λόγια τους/ τ’ αστέρια…
Μέσα της/ ωριμάζει/ η άδυτη σιωπή/ και με καλεί/ από τόπο/ μακρινό/ που μ’ έχει αγκαλιάσει…
Μακριά στο μοναστήρι/ της σιωπής/ θα κυματίζει/ σημαία/ το βουητό/ του κόσμου...
Και τρέχει να χωθεί/ στου κήπου/ τον αντίλαλο./ Εκεί που ο πατέρας/ μιλάει. Με της μάννας/ τη σιωπή….
Θα μπορούσα να γράφω ώρες για την ποιητική συλλογή «Προσωρινό», γιατί δεν με γοήτευσε μόνο, αλλά και με προβλημάτισε, σκεφτόμενη, με αφορμή τα ποιήματα, αφενός για το μάταιο της ύπαρξής μας και αφετέρου για τη «σαγήνη» αυτής της ματαιότητας.

KΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΙΕΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ -Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΕΤΩΝ (Εκδόσεις Πηγή)







Γράφει η Τσιοτινού Αθανασία (Φιλόλογος-Θεατρολόγος, Μed )



  Ο συγγραφέας του βιβλίου, ο 20χρονος φοιτητής της φιλολογίας και συμπατριώτης μας Κωνσταντίνος Πέττας, στην ουσία πέτυχε ένα κατόρθωμα με αυτό του το βιβλίο και συνάμα κέρδισε κι ένα στοίχημα, το στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του! Το νεαρό της ηλικίας του για πολλούς λειτουργεί αποτρεπτικά , αλλά ο Κωνσταντίνος δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από πολλούς ηλικιακά μεγαλύτερους συγγραφείς και από πολλούς καταξιωμένους με πολλά χρόνια προϋπηρεσίας στο χώρο της συγγραφής! Πρόκειται για ένα νέο παιδί, ταλαντούχο με πολλές γνώσεις, για ένα πολλά υποσχόμενο νέο με λαμπρό μέλλον στο συγγραφικό «γίγνεσθαι», για ένα συγγραφέα, που πιστεύω ακράδαντα κι εύχομαι ότι θα μας απασχολήσει πολύ τα επόμενα χρόνια.
Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή. Το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου με τίτλο «Ο πέμπτος ιερός πόλεμος - Η συνάντηση των αετών» μας ταξιδεύει εκτός από τα Τρίκαλα, στην Αθήνα, στη Βεργίνα, στη Θεσσαλονίκη, στα Στάγειρα και στους Δελφούς, όπου κορυφώνεται η δράση. Ακολουθούμε τους ήρωες σε αυτό το ταξίδι και ταξιδεύουμε κι εμείς μαζί τους, γινόμαστε μέρος της πλοκής, παρακολουθώντας με κομμένη ανάσα και αγωνία τις απροσδόκητες και συναρπαστικές εξελίξεις!
Η μυστηριακή πλοκή ξεκινάει στην Αθήνα όπου γνωρίζουμε τον 35χρονο μεγαλοδικηγόρο Έρικ και τον συνέταιρό του Συμεών, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη δολοφονία του καθηγητή της παπυρολογίας, Ιάσονα Λιβέρη, ο οποίος κατείχε ένα χρυσό αετό! Στη συνέχεια μεταφερόμαστε στα Τρίκαλα και συγκεκριμένα στη Φήκη Τρικάλων. Μ’ ένα «flash back» γυρίζουμε πίσω, 6 μήνες πριν, και μαθαίνουμε ότι ο Μάρκος, κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής του σχολείου του στη Βεργίνα γίνεται μάρτυρας μιας δολοφονίας και απροσδόκητα κάτοχος ενός χρυσού αετού! Επιστροφή στο σήμερα! Ο Μάρκος αρχίζει τη φοιτητική του ζωή στην Αθήνα. Με συνωμοσία της μοίρας, αντί για Ζωγράφου, βρίσκεται στους Αμπελόκηπους την τελευταία στιγμή! Στην διπλανή πόρτα ζει ο αδελφός του δολοφονημένου καθηγητή Λιβέρη! Απλή σύμπτωση ή μήπως τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο! Συνωμοσία της μοίρας ή κάποια ανώτερη δύναμη κινεί τα νήματα! Η περιπέτεια για τον Μάρκο και τον αγαπημένο του ξάδερφο Πέτρο αρχίζει! Συνοδοιπόροι σε αυτή τους την περιπέτεια ο Γεράσιμος, αδερφός του Ιάσονα Λιβέρη και η Διονυσία, κόρη του Γεράσιμου, την οποία ερωτεύεται ο Μάρκος κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού της αναζήτησης και της έρευνας για τον χρυσό αετό! Τελευταίος σταθμός της περιπέτειάς τους οι Δελφοί, όπου θα παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος, σ’ ένα σκηνικό φορτισμένο από την ιστορία, γεμάτο ενέργεια, σ’ ένα απόκοσμο περιβάλλον, στα όρια του πραγματικού από τη μια και του ιδεατού από την άλλη. Τα δύο ξαδέλφια, ο Μάρκος ατικού από τη μια και του ιδεατού από την άλλη. Τα δύο ξαδέλφια, ο Μάρκος
και ο Πέτρος θα συναντηθούν, όχι μόνο με το παράλογο, αλλά και με το υπέρλογο και θα ζήσουν μια πρωτόγνωρη, μαγική θα έλεγα εμπειρία.
Δεν έχω σκοπό ν’ αποκαλύψω τίποτα περισσότερο από την μυστηριακή πλοκή, η οποία δεν είναι καθόλου απλή όπως φαίνεται στην αρχή. Κι ενώ νομίζεις ότι πρόκειται για μια νεανική περιπέτεια, έρχεται η ανατροπή και ανακαλύπτεις ότι τίποτα δεν είναι τελικά τόσο απλό! Ο συγγραφέας με μια μοναδική σύλληψη δημιουργεί μια πρωτότυπη ιστορία, όπου το χθες συναντιέται με το σήμερα, η αρχαία Ελλάδα επικοινωνεί με τη σύγχρονη Ελλάδα, οι αρχαίοι Δελφοί επικοινωνούν με τους σύγχρονους Δελφούς. Στην ουσία, ο Κωνσταντίνος συναντάται με την ίδια την ιστορία.
Πρόκειται για ένα αριστοτεχνικά δομημένο μυθιστόρημα 24 κεφαλαίων με εύστοχους τίτλους, με γραμμική αφήγηση εκτός από μια αναδρομική αφήγηση. Έχουμε μπροστά μας ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, όπου τίποτα δεν είναι άσπρο-μαύρο, ένα μυθιστόρημα με πολύ ωραίες περιγραφές και πλούσιο λεξιλόγιο. Ακόμη και όταν μιλούν οι ήρωες χρησιμοποιούν υψηλό λεξιλόγιο, χωρίς να γίνεται εξεζητημένο Γενικότερα, μπορούμε να πούμε ότι ο συγγραφέας αν και κάνει χρήση σπάνιων και δύσκολων λέξεων που δηλώνουν ωστόσο ότι κατέχει πάρα πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και αν και χρησιμοποιεί ευφάνταστους συνδυασμούς λέξεων, οφείλω να ομολογήσω ότι η έκφρασή του σε γενικές γραμμές είναι απλή, δωρική, και πολλά νοήματα, απλά διατυπωμένα, αποδίδονται με λίγες λέξεις.
Στο βιβλίο παρατηρείται μια πάλη αντίθετων δυνάμεων, η μάχη για την κατάκτηση της εξουσίας, η ηδονή που απορρέει από αυτήν την εξουσία και πόσο καταστρεπτική μπορεί να είναι αυτή η δύναμη για τον κόσμο και για τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Έρικ είναι μια σκοτεινή προσωπικότητα. Αδίστακτος, δεν διστάζει να σκοτώσει ακόμη και φίλους για το χρήμα και την εξουσία. Μέσα του παλεύουν και συγκρούονται δυο κόσμοι .
Ο Κωνσταντίνος μας εκπλήσσει με τις γνώσεις του και την αγάπη του για τη φιλολογία, την αρχαιολογία, τη λογοτεχνία, τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική ιστορία. Αγάπη και θαυμασμός συγχρόνως…. Η αγάπη του άλλωστε για την αρχαιολογία φαίνεται και στις περιγραφές των αρχαιολογικών χώρων. Οι ξεναγήσεις των ηρώων του κατατοπιστικές και λεπτομερείς! Μεταφερόμαστε νοερά στην Κνωσό, στη Βεργίνα και στους Δελφούς και ακούμε την ξενάγηση από τους ειδήμονες! Η αγάπη του για την ιστορία διαφαίνεται και από το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε. Μαθαίνουμε για τους 4 ιερούς πολέμους που διεξήχθησαν στην αρχαιότητα με επίκεντρο τους Δελφούς και αντιλαμβανόμαστε ότι γινόμαστε μάρτυρες του 5ου Ιερού πολέμου που διεξάγεται μπροστά στα μάτια μας! Ο Κωνσταντίνος είναι λάτρης της ιστορίας, λάτρης της αρχαίας Ελλάδας, λάτρης της πατρίδας! Το θαυμασμό του για την Αθήνα την παρουσιάζει στο βιβλίο του μέσα από τα μάτια του Σωκράτη, επίτιμου έφορου στο Μουσείο της Ακρόπολης, ο οποίος αντικρίζει έκθαμβος την Πνύκα και το Θέατρο του Διονύσου, το χώρο γέννησης της Δημοκρατίας και του Θεάτρου αντίστοιχα! Η αγάπη του για τη λογοτεχνία εκφράζεται με την αναφορά του σε λογοτεχνικά βιβλία όπως το «Ιμαρέτ», το «Καπλάνι της βιτρίνας», ο «Άρχοντας των δαχτυλιδιών», όπου εύστοχα επισημαίνει την επιρροή του Τόλκιν από τον Πλατωνικό Γύγη. Η αγάπη για τη λογοτεχνία διαφαίνεται και στην ονομασία του café στο Χαλάνδρι, όπου συχνάζουν οι ήρωες του βιβλίου. Και το όνομα αυτού Gatsby! Παραπέμπει στον «Μεγάλο Γκάτσμπι» του Σκοτ Φιτζέραλντ  Άλλη μια μεγάλη αγάπη του Κωνσταντίνου που αναδύεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου είναι η αγάπη για τα Τρίκαλα και ιδιαίτερα η αγάπη για τη Φήκη, το χωριό της μητέρας του, το χωριό των παιδικών του χρόνων και των καλοκαιριών του! Ο Κωνσταντίνος τολμά να προβάλει τα Τρίκαλα, εξυμνώντας την ομορφιά της πόλης, με το στόμα της Διονυσίας, της αγαπημένης του Μάρκου, η οποία δηλώνει τον ενθουσιασμό της για τα Τρίκαλα. Τώρα για τη Φήκη, τι να πω! Ειλικρινά αν δεν είχα πάει στη Φήκη, θα νόμιζα ότι ο Κωνσταντίνος περιγράφει ένα μαγικό και ονειρικό τοπίο. Οι κάτοικοι της Φήκης, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρέπει να είναι υπερήφανοι για τον Κωνσταντίνο και το βιβλίο του!
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω την παρουσία πολλών αυτοβιογραφικών στοιχείων στο μυθιστόρημα. Δεν τον έχω ρωτήσει αλλά είμαι πεπεισμένη ότι ο Κωνσταντίνος σκιαγράφησε τον παπα-Γιώργη και τη σύζυγό του Καλλιόπη, έχοντας στο μυαλό του τον αγαπημένο ιερέα του χωριού του και τη γυναίκα του. Η ταβέρνα που γίνεται το τραπέζι για την εισαγωγή του Μάρκου στο πανεπιστήμιο, μπορεί να είναι η αγαπημένη ταβέρνα της οικογένειας στη Φήκη. Παρουσιάζοντας τον χαρακτήρα του Πέτρου ο Κωνσταντίνος είμαι σίγουρη ότι έχει στο μυαλό του τον αγαπημένο του ξάδερφο, με τον οποίο κάνει παρέα και τον έκανε συμπρωταγωνιστή και συνοδοιπόρο του στην ιστορία του βιβλίου. Η αναφορά του σε αγαπημένους καθηγητές αναμφισβήτητα αποτελεί φόρο τιμής σε αγαπημένους καθηγητές του Κωνσταντίνου, η αναφορά στα λόγια του παππού, του Δημήτρη, κρύβει την αγάπη του συγγραφέα για τον παππού του. Τέλος, παρουσιάζει στοιχεία για τον πατέρα του και την μητέρα του. Αναμφισβήτητα, όλα τα στοιχεία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά σίγουρα από την μητέρα του εμπνεύστηκε την μητέρα του Μάρκου.
Έχουμε στα χέρια μας ένα μυθιστόρημα πλημμυρισμένο από νεανική αισιοδοξία, πίστη κι ελπίδα! Η νεότητα θέλει να πιστεύει ότι όλα έχουν αίσια έκβαση, ότι το καλό νικάει στο τέλος και η διασαλευθείσα τάξη αποκαθίσταται, χωρίς απώλειες. Ακόμη και αν το τέλος δεν είναι αυτό που ονειρεύτηκαν οι ήρωές μας για τους εαυτούς τους, τουλάχιστον το καλό βγαίνει νικητής στην πάλη του με το κακό. Ο πέμπτος ιερός πόλεμος είναι ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα! Ένα μυθιστόρημα στα σύνορα πραγματικότητας και φαντασίας, στο μεταίχμιο του λογικού και του παράλογου, το οποίο παύει να είναι παράλογο και αποκτά τη δική του λογική. Αγωνία μέχρι την τελευταία σελίδα. Ένα βιβλίο που δεν θέλεις να το αφήσεις πριν το τέλος, ένα τέλος που πιο πολύ μοιάζει με αρχή αναζήτησης, εσωτερικής και πνευματικής, αρχή ενδοσκόπησης, εμβάθυνσης και συνομιλίας με την ιστορία του τόπου μας, την ιστορία της Ελλάδας. Ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσουμε όλοι μας!