Translate

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ /// ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΠΕΙΝΑ ///// ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

                                                                   

«ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ»



Ιουλία Περσάκη
Κατοχή και πείνα
Ιστορίες της κάθε μέρας
Διηγήματα

Επιμέλεια: Caren van Dyck, Φαίη Ζήκα




Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Πρώτη έκδοση: Σεπτέμβριος 2016
Σειρά: Νεοελληνική Λογοτεχνία
Σελ. 196 + 8 φωτογραφικό ένθετο, 12 x 16.5, Τιμή: 18,5 ευρώ
ISBN: 978-960-05-1674-6 



Τα διηγήματα της Ιουλίας Περσάκη παρακολουθούν στις μικρές, καθημερινές πράξεις, τις ζωές των ανθρώπων μιας άλλης εποχής. Αντλώντας από απλά και ασήμαντα περιστατικά της επαρχιακής καθημερινότητας και με κύριο χαρακτηριστικό την αγάπη για τον απλό και απονήρευτο άνθρωπο της βιοπάλης, η Ιουλία Περσάκη ζωντανεύει, με καθαρό και ανεπιτήδευτο λόγο, τους χαρακτήρες και την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων του νησιού της (Αίγινα), δίνοντας μας, με οξεία παρατηρητικότητα, ό,τι είναι καίριο και αντιπροσωπευτικό.
«Η επιλογή των διηγημάτων επικεντρώνεται σε ιστορίες της εποχής εκείνης, της κατοχής και της πείνας. Μέσα από πολύ καθημερινές σκηνές γράφονται και οι μεγαλύτερες κοινωνικές-πολιτικές ιστορίες της Ελλάδας: η Κατοχή και ο Εμφύλιος, η ταξική ιστορία (και το πώς αποτυπώνεται σε ένα νησί που ήταν κάποτε πρωτεύουσα της νεότερης Ελλάδας και κοντεύει να γίνει προάστιο της Αθήνας), η σχέση Ελλάδας-Ευρώπης, η ιστορία του φύλου και η θέση της ελληνίδας τα μεταπολεμικά χρόνια, η ιστορία της μετανάστευσης τον εικοστό αιώνα. Και πάντα μέσα από την γλώσσα – όπως στην περίπτωση του Πίπα που επιστρέφει στην Αίγινα από την Αμερική και επιμένει να αποκαλεί τους σωλήνες «πίπες» γιατί έτσι τους λέγανε εκεί. Μέσα από αυτή την απλή καθημερινή συναλλαγή η περίπλοκη κοινωνική και ταξική ιστορία της Ελλάδας γίνεται δική μας σημερινή ιστορία· η κρίση τότε, η κρίση τώρα.» 

(Από την εισαγωγή της Karen Van Dyck)


Μια διεισδυτική ματιά στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας μέσα από τις συγκινητικές ιστορίες ενός λησμονημένου ταλέντου […] Η πραγματικότητα της Κατοχής και της πείνας, αλλά και η ζωή κοντά στη φύση, ο αγροτικός βίος, η ελπίδα. 

Mark Mazower, 2016 

 ****


Η Ιουλία Περσάκη (1895-1980) έζησε περίπου έναν αιώνα, βίωσε δύο παγκόσμιους πολέμους, γνώρισε τρεις τόπους (Αθήνα, Παρίσι, Αίγινα) και πήρε ενεργό μέρος στις διαμάχες για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Δημοσίευσε τέσσερις συλλογές διηγημάτων που εστιάζουν στους καθημερινούς ανθρώπους, τη ζωή και τη γλώσσα τους, από τις οποίες ανθολογήθηκαν τα κείμενα που παρουσιάζονται εδώ. 



ΟΙ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΜΟΥ 


Η Karen Van Dyck είναι καθηγήτρια νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Το έργο της εστιάζει στη νεοελληνική λογοτεχνία, τη λογοτεχνία της διασποράς, τη θεωρία της μετάφρασης και τη θεωρία του φύλου. Έχει μεταφράσει, ανθολογήσει και δημοσιεύσει στα αγγλικά το έργο πολλών Ελλήνων ποιητών. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τα ακόλουθα βιβλία της: η μετάφραση Three Summers από τα Ψάθινα καπέλα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη (Κέδρος, 1995), η κριτική μελέτη Η Κασσάνδρα και οι λογοκριτές στη νεοελληνική ποίηση (Άγρα, 2002), και προσεχώς η ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης Μέτρα λιτότητας (Άγρα, 2016). 

*
 
Η Φαίη Ζήκα είναι επίκουρη καθηγήτρια φιλοσοφίας και θεωρίας της τέχνης στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν τις αισθήσεις και το χρώμα, ζητήματα ταυτότητας και φύλου, τη σχέση τέχνης και φύσης, τη σχέση της φιλοσοφίας με τις τέχνες και τις επιστήμες Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά, σε συλλογικούς τόμους και σε καταλόγους εκθέσεων. Πρόσφατα έχει επιμεληθεί το βιβλίο του David Batchelor Χρωμοφοβία (Άγρα, 2013) και τη συλλογή κειμένων Τέχνη, Σκέψη, Ζωή: Η αισθητική φιλοσοφία του Αλέξανδρου Νεχαμά (Οκτώ, 2014).

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΑΝΕΒΑΖΟΝΤΑΣ ΠΙΝΤΕΡ


Πηγή:only theater
              
 Ο Τάκης Βουτέρης κι η Αννίτα Δεκαβάλλα γιορτάζουν τα 40χρονα του Θεάτρου Εξαρχείων ανεβάζοντας Πίντερ για πρώτη φορά. Έναν «σύγχρονο κλασικό» συγγραφέα, απόλυτα ταιριαστό με το μέχρι τώρα ρεπερτόριο του Θεάτρου Εξαρχείων, που έχει κάνει μεγάλες επιτυχίες συστήνοντας στο ελληνικό κοινό σύγχρονους συγγραφείς με έργα που ανέβαιναν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, όπως το ΤΙΜΗΜΑ και άλλα έργα του Άρθουρ Μίλλερ, η ΆΓΡΙΑ ΔΥΣΗ του Σέπαρντ, η ΚΟΠΕΓΧΑΓΗ του Φρέιν, η ΚΥΡΙΑ ΚΛΑΪΝ του Ράιτ, κ.α.
Το Θέατρο Εξαρχείων, που ξανανοίγει φέτος τις πόρτες του μετά από 4 χρόνια, συνεργαζόμενο με τον Αλέξανδρο Κοέν και την ομάδα του, θα παρουσιάζει από τον Δεκέμβριο δύο έργα του Πίντερ με τον κοινό τίτλο ΖΕΥΓΑΡΙΑ. Πρόκειται για τον ΕΠΙΜΟΝΟ ΠΟΝΟ και το ΤΟΠΙΟ. Εδώ ο Πίντερ βάζει στο στόχαστρο την πιο στοιχειώδη από τις ανθρώπινες σχέσεις, το ζευγάρι, και βέβαια τον περίφημο «τρίτο» που πάντα καραδοκεί και δρα σαν καταλύτης, αλλάζοντας τις ισορροπίες και τη δυναμική της εξουσίας.
Τα έργα, γραμμένα αντίστοιχα το 1959 και το 1968, αποτελούν τις δυο όψεις του ιδίου νομίσματος, όντας το ένα μια μαύρη κωμωδία και το άλλο μια λυρική ελεγεία. Η Φλώρα κι ο Έντουαρντ, η Μπεθ κι ο Νταφ, ένα ζευγάρι αστοί, ένα ζευγάρι υπηρέτες. Δυο παράξενες ιστορίες αγάπης και προδοσίας, δυο πολύ οικείες ιστορίες αγάπης και προδοσίας.

Ο Χάρολντ Πίντερ (1930-2008), που έχει αγαπηθεί πολύ στην Ελλάδα, μάστορας της θεατρικότητας, καθώς ήταν ο ίδιος σπουδαίος ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτης, προσφέροντας πάντα πραγματική απόλαυση και για τους ηθοποιούς και για το κοινό. Συγγραφέας χυμώδης, εκρηκτικός, με βιτριολικό χιούμορ, με καταστάσεις γεμάτες ένταση, συχνά ακραίες, αλλά ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από μια ποιητική ματιά, λυρική. Ο Πίντερ (βραβείο Νόμπελ 2007) έχει βαθιά αγαπήσει τον άνθρωπο, τον σύγχρονο άνθρωπο, με τους φόβους του, τις ελπίδες του, τα ζευγάρια που ξεσκίζονται, τα ζευγάρια που λατρεύονται. Μοναδικά εκθέτει την εσωτερική ζωή των ανθρώπων.
Άλλωστε ο ίδιος έζησε τη ζωή του με πάθος, υπήρξε αντιρρησίας συνείδησης και το πλήρωσε ακριβά καθώς αρνήθηκε να υπηρετήσει στρατιωτική θητεία, ήταν λάτρης του αθλητισμού και δεινός παίκτης του κρίκετ, και εκτός από θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός, ποιητής και πολύ επιτυχημένος σεναριογράφος, έντονα πολιτικοποιημένος αριστερός, έπαιρνε πάντα ανοιχτά και θαρραλέα θέση για τα μεγάλα ζητήματα, είχε δυνατές φιλίες που κράτησαν δια βίου και μια πολυτάραχη ερωτική ζωή.


Τα ΖΕΥΓΑΡΙΑ ανεβαίνουν αρχές Δεκεμβρίου σε μετάφραση Αννίτας Δεκαβάλλα και σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη, που κρατούν και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Μαζί τους θα παίξει για πρώτη φορά ο Αλέξανδρος Κοέν.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι της Μαγιούς Τρικεριώτη




Ένας χρόνος από το θάνατο του Aaron Swartz: Η ελευθερία στο Διαδίκτυο, πιο επίκαιρη από ποτέ






Πριν από μία εβδομάδα ήταν η επέτειος από το θάνατο του Αaron Swartz, προγραμματιστή, συγγραφέα και πολιτικού ακτιβιστή. Ο Aaron Swartz στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του πάλευε για ένα πιο ανοιχτό και ελεύθερο διαδίκτυο. Συμμετείχε ενεργά στους αγώνες κατά των νομοσχεδίων, που ως σκοπό είχαν το περιορισμό των ελευθεριών στο διαδίκτυο και τη συγκέντρωση της γνώσης στα χέρια λίγων.
"Aaron dead. World wanderers, we have lost a wise elder. Hackers for right, we are one down. Parents all, we have lost a child. Let us weep". Sir Tim Berners-Lee, εφευρέτης του Διαδικτύου (World Wide Web)
Σημαντική ήταν η συμβολή του Aaron Swartz στο πρότυπο RSS feed, στο web.py, το tor2web, την Open Library, αλλά και στη μεταφορά του plugin HTTPS Everywhere στον Chrome. Επίσης, είχε ενεργό συμμετοχή στον οργανισμό Creative Commons αλλά και στη σελίδα Reddit μέσω της εταιρείας του Infogami.
Στις 11 Ιανουαρίου του 2013 βρέθηκε κρεμασμένος στο διαμέρισμά του στο Brooklyn. Η πίεση που δέχτηκε από τις αμερικάνικες αρχές και οι ποινές που αντιμετώπισε (35 χρόνια φυλάκιση, ένα εκατομμύριο δολάρια σε πρόστιμα) για τα υποτιθέμενα εγκλήματά του, ήταν κάτι που δεν άντεξε, ο πάντα ελεύθερος Aaron.
Ποιο ήταν όμως το «έγκλημα» για το οποίο διώχτηκε σκληρά από την αμερικάνικη κυβέρνηση και δέχτηκε τόσο μεγάλες πιέσεις που αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του. Ο Aaron κατηγορήθηκε για ηλεκτρονική απάτη και για να είμαστε πιο σαφείς κατηγορήθηκε επειδή κατέβασε από το JSTOR εκατομμύρια επιστημονικά άρθρα και περιοδικά, τα οποία διέθεσε δημόσια και για τα οποία μέχρι τότε οι φοιτητές πλήρωναν συνδρομή για να τα αποκτήσουν.
Για όσους δεν γνωρίζουν το JSTOR είναι ένα ηλεκτρονικό αποθετήριο επιστημονικών άρθρων, περιοδικών και βιβλίων, τα οποία αποτελούν προϊόντα έρευνας χρηματοδοτούμενης από τους φορολογούμενους πολίτες, τα ακαδημαϊκά ιδρύματα ή διάφορους χορηγούς. Τα άρθρα αυτά αξιολογούνται από άλλους ακαδημαϊκούς και για να δημοσιευτούν εκεί, οι συγγραφείς τους υποχρεώνονται να παραχωρήσουν το copyright. Όλα αυτά τα άρθρα είναι διαθέσιμα κατόπιν πληρωμής τόσο στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, όσο και στους ιδιώτες. Ενώ οι συγγραφείς που παραχωρούν τα άρθρα τους καθώς επίσης και αυτοί που τα αξιολογούν δεν αμείβονται για την εργασία τους.
Η συγκεκριμένη πλατφόρμα είναι μια ξεκάθαρη έκφανση του μοντέλου της παιδείας του νεοφιλελευθερισμού. Μια παιδεία, στην οποία για τη πρόσβαση στη δημόσια έρευνα οι φοιτητές, οι καθηγητές ακόμη και οι ίδιοι οι ερευνητές-δημιουργοί, πρέπει να πληρώνουν συνδρομή.
Το 2008, ο Aaron έγραψε και κυκλοφόρησε το Open Access Guerilla Manifesto ή αλλιώς Μανιφέστο για το Αντάρτικο Ανοιχτής Πρόσβασης. Παραθέτουμε τη μετάφραση του κειμένου:
"Η πληροφορία είναι δύναμη. Αλλά σαν κάθε μορφή δύναμης υπάρχουν αυτοί που θέλουν να τη κρατήσουν για τους εαυτούς τους. Η παγκόσμια επιστημονική και πολιτισμική κληρονομιά του κόσμου, δημοσιευμένη ανα τους αιώνες σε βιβλία και περιοδικά, αρχίζει να ψηφιοποιείται όλο και περισσότερο και να μένει στα χέρια μιας χούφτας ιδιωτικών εταιρειών. Θέλεις να διαβάσεις papers τα οποία έχουν διάσημα επιστημονικά επιτεύγματα; Πρέπει να δώσεις τεράστια ποσά σε εκδότες σαν την Reed Elsevier.
Απέναντι σε αυτό υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι αντιστέκονται. Το κίνημα του Open Access πολεμάει σκληρά προκειμένου να διασφαλίσει πως οι επιστήμονες δεν θα παραχωρήσουν τα copyrights, αλλά αντίθετα θα δημοσιεύσουν τη δουλειά στο Internet, ώστε ο καθένας να έχει τη δυνατότητα να τη διαβάσει. Αλλά ακόμα και αν αυτό γίνει, αυτό θα ισχύει μόνο για δημοσιεύσεις που θα γίνουν στο μέλλον. Οτιδήποτε έχει δημοσιευτεί με copyright μέχρι τώρα θα έχει ήδη χαθεί.
Αυτό είναι μεγάλο τίμημα. Να επιβάλεις σε ακαδημαϊκούς να πληρώνουν χρήματα ώστε να διαβάσουν τη δουλειά των συναδέλφων τους; Να σκανάρεις ολόκληρες βιβλιοθήκες, αλλά μόνο να αφήνεις τα παιδιά στη Google να τις διαβάσουν; Να παρέχεις επιστημονικά άρθρα στα καλύτερα πανεπιστήμια του Πρώτου Κόσμου, αλλά όχι στα παιδιά του Παγκόσμιου Νότου; Είναι εξωφρενικό και μη αποδεκτό.
«Συμφωνώ», μπορεί να λένε πολλοί, «αλλά τι μπορώ να κάνω; Οι εταιρείες κρατάνε τα δικαιώματα, βγάζουν τεράστια ποσά χρεώνοντας τη πρόσβαση, και είναι απόλυτα νόμιμο — τίποτα δε μπορούμε να κάνουμε για να τους σταματήσουμε». Κι όμως, υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε, κάτι το οποίο ήδη γίνεται: να το αντιπαλέψουμε. 
Εσάς με τη πρόσβαση σε αυτές τις πηγές δηλαδή φοιτητές, βιβλιοθηκάριοι και επιστήμονες, σας έχει δοθεί ένα προνόμιο. Εσείς παίρνετε μέρος σε αυτό το συμπόσιο της γνώσης, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος είναι κλειδωμένος απ’ έξω. Αλλά δε χρειάζεται — στη πραγματικότητα, ηθικά, δε μπορείτε— να κρατήσετε αυτό το προνόμιο για τον εαυτό σας. Έχετε το καθήκον να το μοιραστείτε με το κόσμο. Και πρέπει: να μοιραστείτε τους κωδικούς σας με τους συναδέλφους σας και να «κατεβάσετε» για τους φίλους σας.
Στο μεταξύ, εσείς που έχετε κλειδωθεί απ' έξω, μη στέκεστε άπραγοι. Κρυφοκοιτάξτε μέσα από τρύπες και πηδήξτε πάνω από φράχτες, ελευθερώστε την πληροφορία που είναι κλειδωμένη από τους εκδότες και μοιραστείτε την με τους φίλους σας.
Αλλά όλη αυτή η πράξη μένει στο σκοτάδι, κρυμμένη στον υπόκοσμο. Τη λένε κλοπή ή πειρατεία, λες και το να μοιραστείς τη γνώση είναι ηθικά το ίδιο με το να λεηλατείς ένα πλοίο και να σκοτώνεις το πλήρωμά του. Αλλά το να μοιράζεσαι δεν είναι ανήθικο — είναι ηθικά επιτακτικό. Μόνο αυτοί που είναι τυφλωμένοι από την απληστία θα αρνιόντουσαν να δώσουν ένα αντίγραφο στο φίλο τους.
Οι μεγάλες πολυεθνικές, φυσικά, είναι τυφλωμένες από απληστία. Οι νόμοι κάτω από τους οποίους λειτουργούν το απαιτούν — οι μέτοχοι θα ξεσηκώνονταν για κάτι λιγότερο. Και οι πολιτικοί τους οποίους έχουν εξαγοράσει τους υποστηρίζουν, περνάνε νόμους οι οποίοι τους δίνουν την αποκλειστική δύναμη να αποφασίζουν ποιος θα έχει ένα αντίγραφο.
Δεν υπάρχει δικαιοσύνη με το να ακολουθείς μη δίκαιους νόμους. Ήρθε η ώρα να έρθουμε στο φως, στη μεγάλη παράδοση της κοινωνικής ανυπακοής, να δηλώσουμε την αντίθεσή μας στην ιδιωτική κλοπή της δημόσιας κουλτούρας.
Πρέπει να πάρουμε την πληροφορία, όπου και αν είναι αποθηκευμένη, να κάνουμε αντίγραφα, να τα μοιράσουμε στο κόσμο. Πρέπει να πάρουμε ότι δεν έχει copyright και να το βάλουμε στο αρχείο. Χρειάζεται να αγοράσουμε κρυφές βάσεις δεδομένων και να τις δημοσιοποιήσουμε στο Web. Πρέπει να κατεβάσουμε επιστημονικά άρθρα και να τα ανεβάσουμε στα δίκτυα διαμοιρασμού αρχείων. Πρέπει να παλέψουμε για αντάρτικο ανοιχτής πρόσβασης.
Με αρκετούς από εμάς, σε όλο το κόσμο, όχι μόνο θα καταφέρουμε να στείλουμε ένα δυνατό μήνυμα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της γνώσης — αλλά θα την κάνουμε παρελθόν. Εσύ θα έρθεις μαζί μας;" Aaron Swartz, 2008
των Ντίνου Στάμου, Νίκου Κόκκαλη

πηγές: Barikat.gr
και

http://www.koutipandoras.gr/article/enas-hronos-apo-thanato-toy-aaron-swartz-i-eleytheria-sto-diadiktyo-pio-epikair

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΛΙΑΣ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Βράδυ φθινοπώρου


Βράδυ φθινοπώρου
κι ούτε μια φιλόξενη γωνιά
για να κρυφτείς

Πονάει
να σε διώχνει
το ίδιο σου το σπίτι

Κάθε δωμάτιο
και μια επικράτεια της λύπης

Πέφτει παγερή σκόνη απελπισίας
πάνω στα έπιπλα

Κι ούτε ένα βήμα περαστικού
σαν παρηγοριά
να αντηχεί από το παράθυρο
του υπογείου.
     
*****


Η αρρώστια της επικοινωνίας


Η ποίηση είναι ανάγκη εξομολόγησης.

Όσο πιο ώριμα σύντομη, τόσο διάφανη σε κατανόηση.
Ο πρώτος πνευματικός δέκτης είναι το κενό των ημερών
που συγκατανεύει και ενθαρρύνει,
χωρίς όμως ποτέ να δίνει άφεση.

Κλείνεις τότε ερμητικά τις λέξεις σε φιάλη διάσωσης
και την πετάς προς άγνωστο παραλήπτη
στο μανιασμένο πέλαγος του χρόνου.

Κάποτε, τα δάχτυλα της ανάγνωσης
υποδέχονται την απρόσμενη άφιξη
αγνοώντας την ταραχώδη διαδρομή.
Έτσι αρχίζει η αρρώστια της επικοινωνίας με τους άλλους.

  
Υ.Γ. Το ποίημα είναι το ναυαγισμένο πλοίο,
που τελευταίοι αντί να ποντιστούμε μαζί του στη σιωπή,
το εγκαταλείψαμε.                                                                


                                                                


ΠΗΓΕΣ: http://dreaming-in-the-mist.blogspot.gr/search/label/%CE%A4%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%82%20%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82
                https://poemsonpictures.wordpress.com/       

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ //// ΠΟΙΗΜΑΤΑ



                                                                                     
Αναλλοίωτα



Στις άλλες μνήμες
όσες θέλει ας δίνει η φαντασία παραλλαγές :

Στο άφρισμα της θάλασσας
που αγγίζουν τα δάχτυλα των ίσκιων
οδοιπορώντας πάνω στα πλήκτρα των ωρών
ή σε μια πιο σκούρα απόχρωση
που παίρνει ο ουρανός τη νύχτα
καθώς βαθαίνει στον ορίζοντα

Αλλά σ’εκείνη την εικόνα
που χάιδεψαν τα μάτια μου,
σ’εκείνη τη στιγμή
που μένει ακίνητη στα χείλη μου,
η φαντασία τίποτα δεν έχει να προσθέσει




  ******


  ******

                                                                           
 Η Κωμωδία του Ποιητή 


Ηρεμήστε!
Έχετέ μου εμπιστοσύνη
Σήμερα θα γράψω κωμωδία

κι εσύ, καλέ μου αναγνώστη,
κτύπα το ταμπούρλο!

«Να γράψεις κωμωδία;
Μα, είσαι υποχείριο του πόνου!
Δεν ξέρεις πια τι λες
ούτε τι κάνεις!
Είσαι ποιητής εσύ;
Εσύ δεν είσαι παρά ένας παλιάτσος,
βάλε λοιπόν το κοστούμι σου
κι αλεύρωσε το πρόσωπό σου»

Κι όμως, καλέ μου τυμπανιστή,
ας βάλω τα δυνατά μου·

τους σπασμούς και τους λυγμούς
θα κάνω μια αστεία γκριμάτσα

τον στεναγμό και τον πόνο,
χαμόγελο

τις θλιβερές κραυγές,
γέλιο σαρκαστικό

κι όλοι θα χειροκροτήσουν!
«Γέλα – Γέλα παλιάτσε,
γέλα για την πίκρα
που σου μαχαιρώνει την καρδιά…»

Ηρεμήστε!
Σκιά ήταν, ξεθωριασμένη,
κωμωδίας γέννημα
Έχετέ μου εμπιστοσύνη
Ο παλιάτσος δεν θα ξαναφανεί!



  ******


Νύχτα 

Η νύχτα σηκώνεται
μέσ’απ’τους ολάνοιχτους πόρους των τοίχων
και τα κλειστά παράθυρα
Μέσ’απ’τα κιτάπια των μυαλών
Την περιμένουν
Ανάβουν μάτια τα φώτα στους στύλους, τυφλά
Κι ανοίγουν μάτια τα μάτια
στα πρόσωπα για να τη δουν



Biblionet

«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;»







 

«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;»
                                                   

αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.
Nομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.
Στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν.


Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.

Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα».

Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή.

Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία».

Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα».

Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».

Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις» «ΖΩΗ»!
Η γιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη».

Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933:
Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου.

Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».
Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

Του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά.- πηγη: http://kikiri-kou.blogspot.com/2014/10/blog-post_33.html
και http://foroline.gr/archives/9139
Δείτε και εδώ:http://foroline.gr/archives/category/glossika 

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ /// 23 ΜΕΡΕΣ /// ΠΡΟΒΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ 'ΕΡΓΟΥ




Ασημίνα Ξηρογιάννη: «23 ΜΕΡΕΣ», εκδ. Γαβριηλίδης
      

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

                     

 «Συχνά με ερεθίζουν οι  άλλες  λέξεις. Κείμενα άλλων  που διαβάζω και μου μιλάνε  δημιουργούν μια διάθεση μέσα  μου που μπορεί  να αποτελέσει  τον οδηγό  για τη δική μου γραφή…γίνεται μια μυστική  γοητευτική ζύμωση»
   
             

Ζύμωση. Λέξη κομβικής σημασίας  για την κατανόηση του πνεύματος  και  της   τεχνικής  σύνθεσης  αυτού του  βιβλίου. Χαμαιλεοντική συγγραφική  παρουσία  η  Ασημίνα  Ξηρογιάννη  «ζυμώνει» εδώ το κείμενό της μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει σε μία προσφιλή καλλιτεχνική της δραστηριότητα, στο κολλάζ. Τοποθετεί δηλαδή  ετερόκλητα στοιχεία, τα οποία ζυμώνονται με μία διαδικασία αργή και υπόγεια, για να παραγάγουν στο τέλος το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι, αριθμοί, σημεία στίξης, τίτλοι έργων, φράσεις, ονόματα προσώπων, διάλογοι, αποσπάσματα από έργα άλλων ποιητών, με λίγα λόγια διακειμενικά και περικειμενικά στοιχεία διεκδικούν με σθένος την παρουσία  τους μέσα στο  ποιητικό  γίγνεσθαι.
Ταυτόχρονα ανοίγεται ένα πεδίο διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών αλλά  παραλλήλως συγγενικών  μορφών της τέχνης. Ποίηση, ζωγραφική, κινηματογράφος, θέατρο, πεζογραφία, συναντώνται  εδώ, όχι μόνο για προβληθεί ποικιλότροπα η ιδέα, αλλά κυρίως για να καταδειχθεί η καταλυτική επίδραση του ενός πεδίου έκφρασης πάνω στο άλλο. Αυτό το σκοπό εξυπηρετούν για παράδειγμα οι εικαστικές αναφορές [«Πάνω από το κρεβάτι που τους φιλοξενούσε υπάρχει  ο πίνακας του Μουνκ: το  φιλί» ] ή η θεατρική  επίγευση   που αφήνει  σε  αρκετά  σημεία   η  ανάγνωση.
Γεγονός είναι πάντως ότι ο περικειμενικός χώρος δεν αποτελεί  απλώς ένα σημείο αναφοράς, μια αφορμή για την εκκίνηση της έμπνευσης. Έχει μεν τη δική του αυτόνομη ζωή-παρουσία, συγχρόνως όμως νοηματοδοτεί, σχολιάζει, συμπληρώνει, ανατέμνει, «ανα-γιγνώσκει» ή και  υπονομεύει το καθαυτό κείμενο. Μοιάζει περισσότερο με ένα πεδίο βολικό, γνώριμο, χαρτογραφημένο, που βοηθά την ποιητική φωνή να εκμαιεύσει το αχαρτογράφητο. Ή αλλιώς το περικειμενικό πλαίσιο  λειτουργεί ως ένα κάτοπτρο μέσα στο οποίο  η ποιητική φωνή αντικειμενοποιεί τις εσωτερικές της συλλήψεις, για να μπορέσει έπειτα ξανά, και με το άλλοθι της συνομιλίας με άλλες  συμπάσχουσες, ποιητικές  φωνές, να δώσει  στο αντικείμενό της την κατάλληλη  καλλιτεχνική-αισθητική μορφή.
Κι όλο αυτό το παιχνίδι της ανακάλυψης του αδοκίμαστου μέσα από  το δοκιμασμένο μεταφέρεται στο χαρτί μέσα από την αξιοποίηση  των συμβάσεων του θεατρικού  λόγου. Τέτοια συμβατικά στοιχεία  είναι  για  παράδειγμα  οι σκηνικές  οδηγίες πριν από την εκφορά του λόγου του πρωταγωνιστικού προσώπου, η ύπαρξη του προσώπου αυτού, καθώς και ενός βωβού συμπρωταγωνιστή, η εσωτερική- κατά κύριο λόγο – δράση, η οριοθέτηση  της δράσης αυτής μέσα σε συγκεκριμένα χωρικά και χρονικά πλαίσια, ο σκηνοθέτης-αφηγητής, ο οποίος  παρακολουθεί, θα έλεγε κανείς, συγχρονικά τα πρόσωπά του, για να τα καθοδηγήσει στην αμέσως επόμενη κίνησή τους και να τα περιβάλει έτσι με τη γοητεία  της ρευστότητας. Με  τη λογική αυτή, ακόμη και το ίδιο το κείμενο μπορεί να λειτουργεί ως ένας υποθετικός κόσμος, ως ένα σχεδίασμα, έτοιμο να ικανοποιήσει μια δυνατότητα ή να ανατραπεί. Γιατί  αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει εδώ την Ασημίνα Ξηρογιάννη ως συγγραφέα δεν είναι βεβαίως η σύλληψη της  τελειότητας (η οποία ούτως ή άλλως δεν υπάρχει), αλλά η αποτύπωση των αναστολών, των πιθανοτήτων, της πρώιμης παραγωγής ιδεών και μορφικών σχημάτων, των ζυμώσεων- να πάλι η λέξη κλειδί- του νου και της ευαισθησίας, των στίχων που θα μπορούσαν έναντι άλλων να λάβουν θέση μέσα στο ποίημα [«Δεν ξέρει  ακόμα αν θα είναι αυτή η τελική μορφή του  ποιήματος» / «άσκηση επί χάρτου»]
Στο τέλος παρόλο που επιτυγχάνεται ένα είδος ολοκλήρωσης της ποιητικής νουβέλας, το όλο εγχείρημα δίνει σκόπιμα την εντύπωση του ατελούς, του επιδεκτικού σε ανατροπές. Μερικές φορές πάλι  τα υποτιθέμενα  ποιήματα  φαίνονται  ως τεχνικές οδηγίες  εις εαυτόν για  τον τρόπο με τον οποίο  θα στηθεί το  «αληθινό ποίημα». Το περίεργο, ωστόσο, είναι ότι το «δυνάμει» ποίημα καταφέρνει να υπερβαίνει το πεδίο της δυνατότητας και να αποκτά, ας μου επιτραπεί ο όρος, «αισθητική αυτάρκεια». Σ’ αυτό το τελευταίο συμβάλλει ίσως καθοριστικά το γεγονός ότι η πράξη της συγγραφής περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο συστατικό της τη σκηνοθεσία. Έτσι, με τη σκηνοθετική παρέμβαση της συγγραφέως, οι λέξεις και οι στίχοι αποκτούν μια οπτική δυναμική, ικανή από μόνη της να τοποθετήσει τον αναγνώστη στη μεριά της ποίησης.
Επιπλέον, το έργο αποτελεί στην ουσία ένα λογοτεχνικό υβρίδιο, ένα  ζευγάρωμα ποίησης και  διηγηματογραφίας, κινούμενο με ισορροπία  ανάμεσα  στην αφαίρεση του ποιητικού λόγου και στη συμβατικότητα της αφήγησης, και η συγγραφέας μεριμνά τόσο για το ένα όσο και για το άλλο. Από τη μία, δηλαδή, φροντίζει για την ελλειπτικότητα του λόγου, κάτι που δικαιολογείται και από την ιδιότητα της ηρωίδας της (είναι ποιήτρια), από την άλλη μας υπενθυμίζει τόσο τη θεατρική όσο και την αφηγηματική λειτουργία του κειμένου της. Πάνω σε αυτό το πλαίσιο, ακολουθεί την τεχνική του σταδιακού φωτισμού των δεδομένων, βοηθώντας  τον αναγνώστη να λύσει τις απορίες του με έναν τρόπο καθαρά «δραματικό» και όχι  «στατικό». Το ξετύλιγμα της δράσης είναι με άλλα  λόγια αυτό που συμπληρώνει τα χαμένα κομμάτια στην αρχή της σύνθεσης.
Κυρίαρχο, τέλος, συναισθηματικό στοιχείο σε όλο το έργο είναι η κατάθλιψη. Η ηρωίδα είναι καταθλιπτική, «αγαπά  τις καταθλίψεις της» – την ίδια στιγμή κρατά αποστάσεις ασφαλείας με τα «σθεντόν» – συνομιλεί νοερά με καταθλιπτικές  ομοτέχνους της (Σύλβια Πλαθ), ελέγχει το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας και το εξιδανικεύει [«Και θα ’ναι αυτή, γράφει, μια στάση ηρωική»], επιλέγει να χρωματίσει τα κείμενά της με έναν ρομαντικό τόνο και καταδικάζει τον εαυτό της σε μία κατάσταση εγκλωβισμού. Από αυτή την ασφυξία γεννά τελικά τα ποιήματά της [«Αν πάλι κάποιος είναι μόνος του / ολομόναχος, κλεισμένος σε έναν τέτοιο μικρό χώρο/ για πολλές συνεχόμενες μέρες (23 ας πούμε)/ πάλι θα ασφυκτιά... από τη μοναξιά του ίσως./ Και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα»]
Περατώνοντας τη μικρή αυτή επίσκεψη στην ενδοχώρα του έργου, μπορεί να πει κανείς  ότι  οι «23 μέρες»  της  Ασημίνας  Ξηρογιάννη απομένουν στη συνείδηση του αναγνώστη ως μία πρόβα κατασκευής ενός  ποιητικού έργου που υποκαθιστά εν τέλει το ίδιο το έργο. Και χωρίς αμφιβολία, η διαρκής εντύπωση της δοκιμής καθίσταται σταδιακά απόλυτη βεβαιότητα για την ευόδωση της απόπειρας.

αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό :fractal



                                            
Ασημίνα Ξηρογιάννη