Translate

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Για το βιβλίο «ΚΡΟΝΑΚΑ» του Κυριάκου Μαργαρίτη


Κρόνακα,Ικαρος 2017,480 σελ.


Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη
 

        Είναι δηλωμένο ως« μυθιστόρημα».Μυθιστόρημα  όμως δεν είναι ,με την τρέχουσα  τουλάχιστον έννοια του  όρου. Είναι μια μεγάλη σύνθεση με ποιητικότητα στα σημεία που έχει ως κεντρικό ήρωα τον Αρσένιο Θησέα που αυτοαποκαλείται «υπαρξιακός ντεντέκτιβ» και που μας ταξιδεύει με έναν ιδιότυπο τρόπο στην ιστορία της Κύπρου, στην ιστορία του πολύπαθου αυτού τόπου ,αλλά και των ανθρώπων του. Και το ταξίδι που μας επιφυλάσσει ο συγγραφέας είναι μεγάλο και χορταστικό, όχι επιφανειακό. Ομως συνυφασμένο με τη στόφα ενός λαού ,με τα πάθη της Κύπρου, με την ιστορία ,την λαογραφία ,την μυθολογία της. Ολα αυτά τα στοιχεία τα «δένει » ο Μαργαρίτης  μαγικά σκάβοντας στο παρελθόν και έχοντας επίγνωση του πόσο όμορφο είναι να τιμά κανείς τις ρίζες του.
     «Πατρίδα είναι όπου κατούρησες τα χώματα», θα γράψει. Το χωριό Χλώρακα, της επαρχίας Πάφου στη νήσο Κύπρο .Ο χλωρός τόπος. Ο αντάρτης Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Το ταξίμ, η Διχοτόμηση. Η Αφροδίτη και η ιστορία της. Ο ποιητής Κώστας Μόντης και η αύρα του. Οι «Νόστοι». Οι  μνήμες που ανασαίνουν στα ερείπια. Ορθώνονται και δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις. Ο Μαργαρίτης έντεχνα ζυμώνει μνήμες της παιδικής του ηλικίας με την  ιστορία. Ο παππούς Χαμπής, ο προππάπος Νικόλας. O Eκτοπισμός και ο καημός για αυτόν .Εικόνες, μύθοι, ένα σωρό τοπικές αφηγήσεις. Ο Μαργαρίτης αφουγκράζεται. Σέβεται. Μεταδίδει. Ξεδιπλώνει αισθήσεις, αισθήματα και κριτική σκέψη. Αλλωστε η Κύπρος είναι γεμάτη συνειρμούς. Το υλικό του ο τόπος του. Ατόφιο ,είναι εκεί, τον εμπνέει. Ισως είναι και χρέος, επιταγή εσωτερική να γράφεις για τον τόπο σου. Δεν γίνεται αλλιώς. Μια φωνή μέσα σου σε καλεί και σε ξεσηκώνει, κάνεις το «σωστό» εν τέλει γράφοντας για τον τόπο σου. Συντελείται κάποιου είδους μυστήριο ,η συγκυρία είναι ιερή .Η κατάρα και η ευλογία συνυπάρχουν μέσα στο βιβλίο.
      Πρόσωπα και μορφές της κυπριακής ιστορίας παρελαύνουν μπροστά στα μάτια του αναγνώστη.
Ο συγγραφέας σκάβει. Μοίρα του ανθρώπου είναι να σκάβει. Σκάβοντας δεν οικοδομεί ένα κρησφύγετο, αλλά μια πατρίδα. Σκάβει στην κοιτίδα του μύθου συνδιαλεγόμενος με αυτόν συνάμα.
Διαβάζω: «Να είσαι Κύπριος σημαίνει να είσαι τσιγγάνικος και εβρα ι κός. Σημαίνει επίσης να είσαι ελληνικός. Να περιπλανιέσαι, να περιφέρεσαι. Ή να περιστρέφεσαι. Αρχαιολόγος μιας μυστηριακής γνώσεως και μύστης. Να είσαι Κύπριος σημαίνει να επιστρέφεις.»(σελ:84)
Kαι παρακάτω: «Στα ελληνικά της Κύπρου, προσφυγιά σημαίνει να είσαι ξένος στον τόπο σου, κι αυτό μας οδηγεί στον ερωτικό και άκρως επικίνδυνο πυρήνα της διαπόντιας θεάς που είναι η Αφροδίτη»

Και στη σελίδα  87:«Η ξενιτιά ή η εξορία μας, λέγεται κυπριακότητα και μας κάνει οικουμενικούς. Μας νοστιμεύει και μας ιδρύει. Μας ονομάζει ανθρώπους .Και τίποτα ανθρώπινο δεν αφήνει να μας γίνεται ξένο.»

     Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ,μεταξύ άλλων,σημειώνει:«Αναφέρομαι στο μυστήριο του Λόγου και πάω να το τελέσω στην αυλή μιας παιδικής ηλικίας.»

    Δεν είναι εύκολο να ψαχουλεύεις ,να καταθέτεις με τρόπο ανοίκειο και παιγνιώδη στα σημεία 40 χρόνια κυπριακής ιστορίας. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ένας νέος συγγραφέας με κοφτερό βλέμμα και διάθεση αναζήτησης προσώπων και πραγμάτων που θα φωτίσουν τα γεγονότα. Καταθέτει συνδέσεις που συμβάλλουν στην ερμηνεία γεγονότων και καταστάσεων.

     Ο Μαργαρίτης είναι γενναίος. Με ένα τέτοιο εγχείρημα ίσως  να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί  γραφικός. Δεν καταντά όμως γραφικός. Αντίθετα, σε κερδίζει .Είναι η γλώσσα που σε έλκει. Ο τρόπος που συνθέτει. Δεν είναι χλιαρός. Δεν είναι αδιάφορος. Δεν είναι άνοστος. Είναι μοντέρνος τόσο όσο...Σε βάζει μέσα στην ατμόσφαιρα του κειμένου, σε βάζει μέσα στο παιχνίδι, το κάνει να σε αφορά. Ενα σύγχρονο Χρονικό ,που ο συγγραφέας του ενδεχομένως να έχει ως πρότυπο χρονικογράφους όπως ο Λεόντιος Μαχαίρας και ο Γεώργιος Βουστρώνιος, αλλά όμως κεντά με το δικό του ιδιότυπο τρόπο την ιστορία που αφηγείται. Στην ουσία δεν αφηγείται μια ιστορία με πλοκή και χαρακτήρες. Υπάρχει ο κεντρικός ήρωας Αρσένιος Θησέας και ο περίγυρός του, αλλά όλα αυτά τα πρόσωπα είναι χωρίς «νεύρο». Δεν τον ενδιαφέρει  δηλαδή να δώσει βάση σε μυθιστορηματικά πρόσωπα και σε μια καλοστημένη πλοκή. Τον ενδιαφέρει να διερευνήσει τον μύθο ,να περιδιαβεί τα μονοπάτια της πολύπαθης ιστορίας του τόπου του. Μπλέκει το τώρα και το τότε, πρόσωπα, αισθήσεις, εικόνες, μουσικές, θεατρικά δρώμενα, εκτιμήσεις, συναισθήματα, φιλοσοφικές προεκτάσεις, κάνει διακειμενικές αναφορές απίθανες, σε πάει και σε φέρνει ,δεν σε αφήνει να ησυχάσεις, στριφογυρνάς με τη σκέψη σου άγρυπνη και αυτό σου αρέσει.
        Το υποκείμενο, η μονάδα, μπλέκεται και συμπλέει με το συλλογικό αίσθημα, με τα πάθη ενός ολόκληρου λαού. Πιάνει τα νήματα του μύθου, της θρησκείας, της παράδοσης , τα αναμειγνύει και δημιουργεί το δικό του υφαντό, ίσως το έχει ανάγκη να επιστρέφει στις ρίζες του, αυτήν την ταυτότητα δεν μπορείς να τη λησμονήσεις ,κυρίως όταν είσαι συγγραφέας.

***

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

notationes /// ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2018 /// ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εικονογράφηση :Kυριάκος Γουνελάς



Ανθολόγηση-Επιμέλεια :Aσημίνα Ξηρογιάννη



ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Γη και θάλασσα


Η γη είναι καλή με τους χειμώνες της, τα δάση,
τις μεγάλες πολιτείες, τα χωράφια, τα εργοστάσια...
Η θάλασσα είναι καλή με τα υπερωκεάνια,
τα κοπάδια τα χέλια που ψάχνουν τις πόρτες των ποταμιών,
με τις βαρκούλες στα μικρά λιμάνια, τις φουρτούνες,
τα πουλιά που χτενίζουν τα άγρια μαλλιά της...
Δες τα παιδιά καθώς τις ζωγραφίζουν
μ΄ ένα χοντρό καταγάλαζο κραγιόνι.
Η γη και η θάλασσα μητέρα
ενώνουν τους ανθρώπους.


Απόσπασμα από το ποίημα του Τίτου Πατρίκιου «Γη και θάλασσα», στο βιβλίο «Ποιήματα Ι,1943-1953,εκδ.Κέδρος


***


NIKHΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ


Το σχολικό μου…

Το σχολικό μου βιβλίο
Το ξεχνούσα εδώ
ριγμένο στην άμμο σου
και διάβαζα εσένα.
Μου μάθαινες το
μεγαλείο του χρώματος ,
του φωτός και του ήχου,
μου μόρφωνες ,θάλασσα,
την ψυχή.
           Όταν
θα πήγαινα στον κόσμο
κατόπιν να διδάξω και γω.


Συνάντηση με τη θάλασσα, εκδ. Τρία Φύλλα, Αθήνα 1991

***

Το έργο των ποιητών

Οι ποιητές κατοικούν έξω άπ' τον φόβο.
Και όπως ο ήλιος φωτίζει απευθείας ,κι εκείνοι μιλούν
απευθείας. Παλάμη δεν δύναται να τους κλείσει το στόμα,
να δεσμεύσει το θείο τους πάθος. Γνωρίζοντας
από τι πάστα γίνονταν οι βασιλιάδες, ξέρουν
να διαχωρίζουν του θεού τους νόμους απ' τους νόμους τους.
Επαναλαμβάνουνε, όπως το σύνθημα οι φύλακες,
την αλήθεια που απαγορεύεται.
                                        Ο ποιητής
είναι το πνεύμα της γης που σηκώνεται όταν
γίνεται σκότος ,και λάμπει όπως ένα
κομμάτι αστραπής σε μεγάλο
ύψος τη νύχτα.


Σχολική Ποιητική Ανθολογία Θεόδωρου Α. Γιαννόπουλου, Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία,

***'


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ

Παιδικό


Θα λιγοστεύει η σελήνη
ψηλά, δισκίο που αναβράζει.
Θα με τραβούν ,καθώς χαράζει,
απ' της κουβέρτας μου τη δίνη...


Κάποιος θα σπεύδει να με πλύνει,
τα πράγματά μου θα ετοιμάζει-
και της μητέρας μου θα μοιάζει
που πάλι με ξυπνά ,με ντύνει


κι έχω εξετάσεις στο σχολείο...
Στην αίθουσα θ΄ αγωνιούμε,
θα μας πούν :κλείστε το βιβλίο»,


δεν θα' χω (μια ζωή!) διαβάσει.
Μονάχα στα κλεφτά, πριν μπούμε
έριξα μια ματιά στην πλάση.


περ. Ποίηση, τεύχος 6.(1995).Ο τίτλος από την εκδ.Ελλειπτική, εκδ.Υψιλον, Αθήνα 1998

***


ΝΑΖΙΜ ΧΙΧΜΕΤ

Aς δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά

Ας δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά
Ας τον δώσουμε να παίξουν σαν ένα πολύχρωμο μπαλόνι
να παίξουν τραγουδώντας ανάμεσα στ' αστέρια
ας δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά
σαν ένα τεράστιο μήλο, σαν ψίχα ολόζεστου ψωμιού
να χορτάσουν μια μέρα τουλάχιστον
ας δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά
να μάθει έστω και για μια μέρα ο κόσμος τη φιλία
τα παιδιά θα πάρουν άπ΄ τα χέρια μας τον κόσμο,
θα φυτέψουν αθάνατα δέντρα.


Ανθολόγιο Γ' και Δ' Δημοτικού

***

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Η πέτρα


Νύχτα πείνα κατοχή
και στη θράκα για ψωμί
ψέναμε μια πέτρα.


Έσκασε στα τέσσερα
μαύρισε και ράισε
μα δεν έγινε ψωμί


Και την έκανα κομμάτια
την εμοίρασα στα πιάτα
μα κανείς δεν άγγιζε.


Τότε γονατίζοντας
ζήτησε συγχώρεση
ούρλιαξε η μάνα.


Ποίηση, Εκδ.Ικαρος ,Αθήνα 2002

***
ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ

Το παράθυρο


Πίσω από το παράθυρο το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Tώρα ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.


Ημερολόγιο, Αθήνα 1963

***


ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ

Απριλομάης


Πέσε βροχούλα σιγαλά
με το νερό μαλάκωσε το χώμα

τα ράμφη των χελιδονιών να πάρουν
λάσπη για τη φωλιά τους.


περ. Πλανόδιον, τεύχος 24,(1996)

***

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η μπάντα


Μια μπάντα πήγαινε σε επαρχιακό παραλιακό δρόμο.
'Επαιζε εμβατήρια. 'Ενα παιδάκι δεκατέσσερω χρονώ
με φαρδύ καπέλο και παλιά ρούχα της μουσικής
που έπαιζε τρομπόνι, δεν είδε τη στροφή του δρόμου.

'Ετσι η μπάντα έστριψε, και το παιδάκι βάδισε μόνο του ευθεία.
Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο.


Ποιήματα,(1968-1987)Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1992

***

***

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

Τι μ' αρέσει


Κι αν μου κτίστε και παλάτια
και μου πείτε: κάτσε δω,
δεν γυρνώ τα δυο μου μάτια
μια στιγμούλα να τα δω.


Κι αν μου στήστε κι εναν θρόνο
με χρυσάφι καπνιστό,
μηδ΄ αυτόν ,σας βεβαιώνω,
δεν θενά τον λιμπιστώ.


Καθενού πουλιού τ΄ αρέσει
μόνο η ίδια του η φωλιά.
μένα μοναχά μια θέση:
Tης μαμάς μου η αγκαλιά.


Περιοδικό «Η Διάπλασις των παίδων»(27-1-1896)


***


ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

'Ανθρωποι της πόλης


Θα τους δείτε το πρωί της Κυριακής
-πηγαίνοντας για την εκκλησία-
να πλένουν οικογενειακώς το αυτοκίνητο.
Είναι οι άνθρωποι της πόλης που ετοιμάζονται.
Θα βγούνε στην εξοχή.
Θα πάνε να φέρουνε
στο διαμέρισμα λουλούδια.


Ο ευτυχισμένος καιρός επέρασε, Αθήνα 1979


***


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Γαλήνη


Δεν ακούγεται ούτ΄ ένα κύμα
εις την έρμη ακρογιαλιά
λες κι η θάλασσα κοιμάται
μες στης γης την αγκαλιά.


Ποιήματα και Πεζά, επιμ. Στυλιανός Αλεξίου Εκδ. Στιγμή. Αθήνα 1994


***


ΘΕΤΗ ΧΟΡΤΙΑΤΗ

Ο υπολογιστής μου


Στον κομπιούτερ τίκι -τίκι
γυροφέρνει το ποντίκι
πάει με το δικό μου χέρι
ψάχνω να 'βρω πόσα ξέρει


αν τα θέλω, μου μαθαίνει
από μένα περιμένει
ακύσιμά του το μυαλό μου
το γεμίζω για καλό μου


είναι άξιος βοηθός μου
φίλη μηχανή του κόσμου
τάχα, θα μπορούσε η γνώση
και καρδούλα να του δώσει;


Από το Ανθολόγια Α' και Β' Δημοτικού

***

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ


Το τραγούδι του κλόουν


Δεν έχεις πού να κοιμηθείς
δανείσου το παπούτσι μου
δεν έχεις πού να ζεσταθείς
δανείσου την καρδιά μου
δεν έχεις πού να πιεις νερό
ξεδίψασε το δάκρυ μου
δεν έχεις πού να ονειρευτείς
δανείσου τα όνειρά μου.


Κρύβω βαθιά στις τσέπες μου
δυο ψίχουλα ψωμί,
κρύβω τον ήλιο, τα πουλιά
κι ένα άσπρο γιασεμί
κι όλα θα γίνουν αύριο
καρβέλια, χρώματα
για να χορτάσουν των παιδιών
μάτια και στόματα.




'Οταν κάνουμε πόλεμο



'Οταν κάνουμε πόλεμο
η γη έχει πονόλαιμο
πονάει η καρδιά της
και κλαίνε τα παιδιά της
κι όλο κάνουνε πόλεμο
κι άντε με τον πονόλαιμο
τον άρρωστο λαιμό της
από τον πόλεμό της.
Ενάντια στον πονόλαιμο
στον πόνο και στον πόλεμο
υπάρχει μια ασπιρίνη
άνθρωποι, πέστε Ειρήνη.


Τα ποιήματα του Κλόουν, Καστανιώτης, Αθήνα ,1983


***


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ


Η θύελλα


Θύελλα είμαι
Σαρώνω τα πάντα
Γυρίζω τον κόσμο
Σφυρίζω σφυρίζω


Σαν θύελλα που ΄μαι
Σηκώνω αέρα
Θολούρα απλώνω
Γυρίζω σαν σφαίρα



Μαζί μ΄ άλλη θύελλα
Μαζεύουμε σκόνη
Ορμάμε στη θάλασσα
Και κείνη φουσκώνει


*



Μικρά παιδιά

Παίζουνε μαζί στους δρόμους
κάνουνε τους τροχονόμους
και γεμίζουνε χαρά
ολάκερη τη γειτονιά.


Τρέχουν από δω, τρέχουν από κει,
στέκονται τώρα προσοχή,
άλλα σπεύδουν να κρυφτούν,
κάποια άλλα κυνηγούν.

Πω πω κοίτα πανηγύρι!
Σπάσαν ένα παραθύρι!
Βγήκαν έξω οι γειτόνοι
μ' ένα βλέμμα που ...δαγκώνει .


Φεύγουν τα παιδιά γελώντας
-μερικά χοροπηδώντας.
Και δεν είναι καν θλιμμένα
για τα τζάμια τα σπασμένα.

(Ανέκδοτα)


***

XAΡΗΣ ΣΑΚΕΛΑΡΙΟΥ

Τα παιδιά στην πόλη



Τι ζωή παιδιά ειν ' αυτή
μες στις πολιτείες
τις ψηλές τις άχαρες
πολυκατοικίες;


Σαν σαρδέλες στο κουτί
όλοι στριμωγμένοι
ζούμε, μπαινοβγαίνουμε
άγνωστοι και ξένοι.


Μήτε κήπο μήτε αυλή
μήτε πρασινάδα
όνειρο άπιαστο η απλωσιά
κι η χρυσή λιακάδα.


Τι ζωή φρικτή ειν' αυτή
στη μεγάλη πόλη
μες στη σκόνη ,στον καπνό
και δουλειά και σκόλη!


Από το βιβλίο του Οργανισμού, Β' δημοτικού

*

Η μυγδαλιά


Μες στα κρύα, μες στα χιόνια
με την πρώτη ηλιοφεγγιά
πρώτη ανθίζει μες στον κήπο
η μικρούλα η μυγδαλιά.


Ο βοριάς δεν την τρομάζει
δε φοβάται το χιονιά,
-Γρήγορα μας λέει ,τελειώνει,
φεύγει η βαρυχειμωνιά.


Μ' άσπρα λουλουδένια πέπλα
έχει ομορφοστολιστεί
κι όλη μέρα καμαρώνει
σα νυφούλα γελαστή.


Φτάνει με τα χελιδόνια
με της αύρας τα φτερά
η 'Ανοιξη μυριανθισμένη
με τραγούδια και χαρά.


περ. Χελιδόνια, τεύχος 5.(1980)

***
ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Στο Μουσείο


Το ακέφαλο άγαλμα ,στημένο
στη μέση της αίθουσας κοιτάζω.
Απ' τα πόδια ως το λαιμό, σπουδάζω
τις λεπτομέρειες :το λυγισμένο


κάπως γόνατο, το τεντωμένο
χέρι, τους μυς του στήθους. Αλλάζω
θέση και απόσταση. Θαυμάζω
στο σύνολο το σώμα. Και προσμένω


από τη μια στιγμή ως την άλλη
(της φαντασίας η δύναμη μεγάλη
όταν σε τούτο η τέχνη βοηθεί),


ασύγκριτα προσθέτοντας κάλλη,
στη θέση ,απ' όπου λείπει, να φανεί
υπέροχο, απολλώνειο, το κεφάλι.


Τα ποιήματα.1951-1985,εκδ.Στιγμή,Αθήνα 1986


***


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Πρωινό άστρο


Σ' ένα μαξιλάρι- φεγγαράκι
το παιδί μου αποκοιμήθηκε.
Ολη η πλάση στις μύτες των ποδιών
κοιτάζει άπ' το παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.


Ολα τ' αστέρια
μια μυγδαλιά ανθισμένη αστέρια
μπρος το παράθυρό μας
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.


Ο θεός των σπουργιτιών και των παιδιών
πίσω από μια κουρτίνα λουλουδένια
κοιτάζει το παιδί μου που κοιμήθηκε.


Σιγά, μανούλα,
σιγά.
Θα το ξυπνήσεις.


Τι θόρυβο που κάνει
η πορτούλα της καρδιάς σου
καθώς ανοιγοκλείνει
στον κήπο της χαράς.



Από τα Ποιήματα 1930-1960(2ος τόμος)Αθήνα ,1974


***


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Ο γλάρος


Στο κύμα πάει να κοιμηθεί
δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
γλάρος είναι και πηγαίνει


Από πόλεμο δεν ξέρει
ούτε τι θα πει μαχαίρι
Ο Θεός του ' δωκε φύκια
και χρωματιστά χαλίκια


Αχ αλί κι αλίμονό μας
μες στον κόσμο το δικό μας
Δε μυρίζουνε τα φύκια
δε γυαλίζουν τα χαλίκια


Χίλιοι δυο παραφυλάνε
σε κοιτάν και δε μιλάνε
Είσαι σήμερα μονάρχης
κι ωσάμ αύριο δεν υπάρχεις


Από «Τα Ρω του 'Ερωτα», Υψιλον Αθήνα 1986


***


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Σπίτι με κήπον


Ήθελα να΄ χω ένα σπίτι εξοχικό
μ΄ έναν μεγαλο κήπο-όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δέντρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά, είν΄ ευμορφότατα)
αλλά για να΄ χω ζώα. Α να΄ χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες-οι δύο κατάμαυρες,
και δύο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεση.
'Εναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγροικώ
να λέγει πράγματα μ΄ έμφαση και πεποίθησην.
Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ΄ έφθαναν.
Θα ΄θελα και δύο άλογα(καλά είναι τ΄ αλογάκια).
Κι εξάπαντος τρία, τέσσερα απ΄ τ' αξιόλογα
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γα ι δούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ ΄οι κεφαλές των.


'Απαντα Ποιητικά, εκδ. Υψιλον


***


ΣΟΦΙΑ ΠΑΡΑΣΧΟΥ

θαλασσινό σχολείο


Πώς θα ΄θελα η θάλασσα
να ήταν το σχολειό μου
και του σχολειού μου η φορεσιά
να' τανε ...το μαγιό μου.


Να' χα τα βότσαλα χαρτί,
τα φύκια συνδετήρι,
κοχύλια τα μολύβια μου
κι ο αστερίας σβηστήρι.


Στην άμμο η ορθογραφία μου
να ήτανε γραμμένη 
να΄ ρχεται κύμα γρήγορα
τα λάθη μου να παίρνει.


Και να' χα για δασκάλες μου
τις βάρκες π' αρμενίζουν
να μ ' έπαιρναν κάθε πρωί
στη Γη να με γυρίζουν.


Θαλασσινό σχολείο, Εκδ. Περί

***





ΤΖΙΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ


Ο μαύρος ήλιος


Η κόρη μου ζωγράφισε
ολόμαυρο έναν ήλιο.
Είχε βάλει γύρω γύρω
πού και πού καμιάν ακτίνα
με μπογιά πορτοκαλί.



'Εκοψα λοιπόν το φύλλο
το ΄δειξα σ΄ εναν γιατρό
που αμέσως πήρε ύφος
λυπημένο σοβαρό
και μου είπε ορθά κοφτά
«θα' χει ψυχολογικά»
.

«Μέσα στο μυαλό της κρύβει κάτι
κι είναι λυπημένη
και τα βλέπει όλα μαύρα η καημένη,
μα αν το πρόβλημά της είναι οφθαλμολογικό,
πήγαινε τον ειδικό
να της βάλει γιατρικό».



Ακούγοντας αυτά για το παιδί μου
από το φόβο παραλίγο να κοπεί η αναπνοή μου.
Μα κοιτώντας πάλι, βρήκα σε μια γωνιά του φύλλου
μια φρασούλα που έλεγε :«είναι η έκλειψη του ήλιου».


Από το δίσκο «Η ηχώ και τα λάθη της», Σείριος, Τραγούδι: Σαββίνα Γιαννάτου


***


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Ο Διάκος


Μέρα του Απρίλη
πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.


Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.


Εκελαηδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.


Τ΄ άνθη ευωδούσαν .
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»


Από το βιβλίο «Απαντα τα ευρισκόμενα», τ. Α .Ερμής, Αθήνα 198

***

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΡΟΚΟΣ

Συμφωνία μ΄ ένα δέντρο

'Εχω φίλο μου πιστό
ένα δέντρο φουντωτό.
Συμφωνία του΄ χω κάνει
με χαρτί και με μελάνι.
Να του δίνω εγώ νερό.
Να μου δίνει αυτό χορό.
Να παινεύω τα πουλιά του.
Να του λέω σ΄ αγαπώ.
Να μου δίνει τον καρπό.
Ν ' αγκαλιάζω τον κορμό του.
Να με λέει κι αδερφό του.
Και να ζήσουμε μαζί
όσο ζω κι όσο θα ζει


Σταλαματιές, Α.Σ. Ε. Θεσσαλονίκη 1982

***

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

Παλιό σχολειό


Παλιό σχολειό, που χάθηκες
στη θύμηση και στον καιρό,
που τ' όνειρο είχες για χαρά
και συντροφιά το πέλαγο,


να υπάρχεις τάχα στο νησί
και μες στις τάξεις να γυρνά,
τις ώρες που είσαι μοναχό,
ενός κοριτσιού η αθώα ψυχή;


Tις ώρες που ΄σαι μοναχό,
να΄ ρχεται ακόμα, μυστική,
στ΄ άδεια θρανία, στη μοναξιά,
η νύχτα και να κατοικεί;


(Γιατί αγαπάς, γιατί πονείς
ένα παλιό σχολείο, που τώρα γκρέμισε;
Γιατί αγαπάς ,γιατί πονείς
τους σάπιους τοίχους,
που ο καιρός πια τους λησμόνησε;)


Παλιό σχολείο της λησμονιάς,
να υπάρχει ακόμα ζωντανή
στις άδειες τάξεις να γυρνά
μια Παναγιά Βυζαντινή;


Mια Παναγιά ,που χάθηκε
στη θύμηση και στον καιρό,
μια Παναγιά θαλασσινή,
που χάθηκε στο πέλαγο,


με τα χρόνια, με τα πουλιά
και τα κυνηγημένα σύννεφα
Με τα χρόνια, με τα πουλιά
και τα όνειρα που έκαναν πανιά...


Τα Ποιήματα Α', Εκδ. Νεφέλη ,Αθήνα 1988




***


ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ


Χειμερινό ηλιοστάσιο


Τα παιδάκια τρέχουν ακόμα
Κρύβουν με κίνδυνο τους αθώους
Αγαπούν τους τρελούς


Κοιμούνται πάντα μες σ΄ έναν καθρέφτη


Με τα μικρά τους χέρια
Ξεθάβουν μια αχτίδα


Θάβουν τον τρόμο και την πείνα.


Σύνοψη ,τομ .Α, εκδ .Εγνατία Θεσσαλονίκη 1980


***


ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

[Το δάσος...]


Το Δάσος, κοίτα, απόγυρε
στης Νύχτας την αγκάλη.
Μύρο αποπνέει μεθυστικό,
στενάζει με το αηδόνι.
Το φεγγαράκι πάνω του
περίεργο προβάλλει
και στον καθρέφτη του ρυακιού
τα μάγια του ξαπλώνει.


Απαντα, εκδ. Ωρόρα, Αθήνα 1992


***
ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ


[Οι άνεμοι...]


Οι άνεμοι έχουν κάτι μεγάλα,
υπόλευκα φτερά και σε καλούν,
σε παίρνουν πάντα προς τη θάλασσα,
να δεις τα γαλανά νερά της.
Να δεις τα κύματά της, να καταλάβεις πόσο είναι αμέτρητα.


Οι άνεμοι μπορούν να΄ χουν
φτερά βαθύχρωμα, πλατειά σαν
των αρπακτικών πουλιών, σε φέρνουν
πάνω σε βράχια και βουνά. Για να
κοιτάξεις τα πλούτη της γης
να τα θαυμάσεις.


Είναι οι άνεμοι πνεύματα διάφανα,
κοντά σου στέκονται
και σε ψηλώνουν προς το άγνωστο.


Τα χελιδόνια, Αθήνα 1920

***



Εικονογράφηση :Kυριάκος Γουνελάς


*To τεύχος είναι αφιερωμένο στις παιδικές ψυχές που χάθηκαν άδικα στις πυρκαγιές (καλοκαίρι 2018)

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ [Το τοπίο αλλάζει]





Το τοπίο αλλάζει


οι γραμμές μικραίνουν

κι ο χρόνος άλλος μοιάζει.

Έτσι που οι εποχές αγρίεψαν

κι η θάλασσα παλιώνει,

ο ορίζοντας πώς μοιάζει να θολώνει!


***

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΧΡΥΣΑ ΣΠΗΛΙΩΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ Π.Ε.ΣΥ.Θ.






  
πηγή:pesyth.gr



Αύριο, Τρίτη 31 Ιουλίου 2018, στις 6:00 μ.μ., στο Κοιμητήριο Χαλανδρίου (Αναπαύσεως και Τήνου), αποχαιρετούμε πρόωρα την αγαπημένη ηθοποιό, συγγραφέα και φίλη του Π.Ε.ΣΥ.Θ., Χρύσα Σπηλιώτη, και τον σύζυγό της, Δημήτρη Τουρναβίτη, μουσικό, καθηγητή Μουσικής και αθλητή.
  Η συνάδελφος, θεατρολόγος και συγγραφέας, Ασημίνα Ξηρογιάννη, μας παραχώρησε ευγενικά τα παρακάτω λόγια βγαλμένα από τη σιωπή και την ανείπωτη θλίψη των ημερών, που μας έχουν κατακυριεύσει, και των γεγονότων που αισθανόμαστε, ακόμα πολύ φτωχοί για να συλλάβουμε. Για όλο αυτό που έχει συμβεί. Λόγια γι' αυτήν που διάλεξε μέσα από τις λέξεις να μας συγκινήσει, να μας ταξιδέψει... Υπάρχουν άραγε λόγια;

  «Είναι δύσκολοι οι καιροί. Ζόρικοι αλήθεια. ΄Ωρες ώρες δεν έχεις κάπου να ακουμπήσεις, δεν έχεις από πού να πιαστείς. Εγώ θα ακουμπήσω στη μνήμη για να πω δυο λόγια για τη Χρύσα Σπηλιώτη, τον σημαντικό αυτό άνθρωπο, την όμορφη αυτή ψυχή που έφυγε τόσο άδοξα, τόσο απάνθρωπα από κοντά μας, ενώ είχε τόσα πράγματα να δώσει και στους οικείους της, αλλά και στο Θέατρο, μια τέχνη που υπηρετούσε με όλες της τις δυνάμεις.
  Η τραγωδία στην Ανατολική Αττική την πήρε από κοντά μας, όπως και τον αγαπημένο της σύζυγο, τον μουσικό Δημήτρη Τουρναβίτη. Όμως, καμία τέτοια φωτιά δεν μπορεί να κάψει τις αναμνήσεις ή να μας πάρει τα συναισθήματα που είναι προορισμένα για εκείνην.
  Η τελευταία ουσιαστική επικοινωνία μου μαζί της ήταν περίπου πριν δυο μήνες, αναφορικά με την κριτική μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φράκταλ για την υπέροχη διασκευή της πάνω στο “Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας” του Σαίξπηρ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σοκόλη.
  Η πρώτη-πρώτη μας επαφή πριν πολλά χρόνια, με αφορμή μια συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει τότε για την εφημερίδα του Π.Ε.ΣΥ.Θ. Αρκετά μέλη αλλά και φίλοι του Συλλόγου μας παρακολούθησαν τα σεμινάριαθεατρικής γραφής που παρέδωσε.
  Την είχα ρωτήσει στην αρχή της συνέντευξης γιατί κάνει θέατρο και μου είχε απαντήσει ως εξής: “Γιατί, σαν εσωστρεφής και απροσάρμοστος άνθρωπος, όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες, νιώθω ευγνώμων που η μοίρα μού χάρισε αυτή τη διέξοδο επικοινωνίας με τον κόσμο. Δεν πιστεύω πως το θέατρο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, σίγουρα αλλάζει όσους ασχολούνται μ' αυτό και ασφαλώς συμβάλλει στον πολιτισμό μας”. Όταν τη ρώτησα αν έχει ασχοληθεί με την πολιτική, μου είπε πως δεν το έχει κάνει και ούτε πρόκειται, ακριβώς επειδή είναι καλλιτέχνης και όχι πολιτικός.
  Aκριβώς αυτό. Η Χρύσα, αφοσιωμένη στην τέχνη της, την οποία υπηρετούσε παντοιοτρόπως. Ηθοποιός, απόφοιτος του Εθνικού Θεάτρου. Εμψυχώτρια, ασχολούμενη με τα θεατροπαιχνίδια. Θεατρική συγγραφέας. Έργα της παίχθηκαν στις σκηνές (το Σκοτσέζικο Ντους”, το Αγκά-σφι και φι” και ο μονόλογος Με διαφορά στήθους”. Το Φωτιά και νερό” ανέβηκε στο θέατρο Άλμα το 2008, ενώ το “Ποιος ανακάλυψε την Αμερική” σημείωσε μεγάλη επιτυχία, αφού το 2004 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου στην Κροατία και έχει μεταφραστεί σε έξι γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, πολωνικά, πορτογαλικά και κροατικά). Σημαντική επιτυχία σημείωσε και πρόσφατα με το “Ο γιος μου Νικόλαος Μάντζαρος”, ένα δικό της μονόλογο που παίχθηκε στο Vault σε σκηνοθεσία Αυγουστίνου Ρεμούνδου.
  Η οργή είναι μεγάλη για όλα και όλους και κυρίως για την αναλγησία των πολιτικών. Γιατί σίγουρα δεν φταίει ούτε η μοίρα μας, ούτε το ζαβό το ριζικό μας, ούτε ο Θεός που μας μισεί. Όμως, όταν σκέφτομαι τη Χρύσα, τη δημιουργική, την ευρηματική, την πολυσχιδή, την ταλαντούχα, την Ανθρώπινη Χρύσα, η καρδιά μου δεν μπορεί παρά να είναι φωτεινή και μέσα μου μια φωνή συνεχώς να φωνάζει “Φώτα παρακαλώ, φώτα παρακαλώ!”.

  Αντίο, Χρύσα, δεν θα σε ξεχάσουμε όσο ζούμε».

Θερμή παράκληση των οικογενειών είναι να μην υπάρξει κάλυψη της κηδείας από ΜΜΕ

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Συνάντηση πρωτοεμφανιζόμενων λογοτεχνών στο poems ‘n crimes των Εκδόσεων Γαβριηλίδης




Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018, 8:30 μμ
poems ‘n crimes των Εκδόσεων Γαβριηλίδης, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι (60 μέτρα από το μετρό), τηλ.210-3228839 

Οι εκδόσεις Κέδρος, Μανδραγόρας, Πατάκης, Ίκαρος, Κύμα, Κίχλη, Θράκα, Οδός Πανός, Πόλις, Νεφέλη, Σαιξπηρικόν και Γαβριηλίδης σας προσκαλούν σε μία συνάντηση πρωτοεμφανιζόμενων λογοτεχνών στην αυλή του Poems n' Crimes Art Bar την Πέμπτη 26 Ιουλίου στις 20:30. Οι συγγραφείς που συμμετέχουν θα διαβάσουν κομμάτια από το πρώτο τους βιβλίο. 

Παρουσιάζει-συντονίζει η ποιήτρια Ασημίνα Ξηρογιάννη. 

Συμμετέχουν οι συγγραφείς με τα βιβλία τους:

 Εκδόσεις Κέδρος: -Κωνσταντίνα Λιβιεράτου "Η απαγωγή του μνηστήρος" -Έλενα Γκιβίση "Ρήγματα" -Βίκη Κοσμοπούλου "Το τσόφλι" Εκδόσεις Οδός Πανός: -Βασίλης Πανδής "Χάσμα Βαθύ" Εκδόσεις Μανδραγόρας: -Δήμητρα Κουβάτα "Σκυλί δεμένο" Εκδόσεις Πατάκης: -Ακριβή Κακλαμάνη " Μιλημένο νερό" -Γιάννης Γορανίτης "24" Εκδόσεις Κύμα: -Μάνια Μεζίτη "Η μαύρη αναμέσα" -Δημήτρης Σαλτός "Ναυαγοί στη λεωφόρο" Εκδόσεις Πόλις: -Ελένη Στελλάτου "Το κόκκινο και το άσπρο" Εκδόσεις Ίκαρος: -Λίνα Ρόκου "Το τέλος της πείνας" -Μαριαλένα Σεμιτέκολου " Οι Κυριακές το καλοκαίρι" Εκδόσεις Θράκα: -Αγγελής Μαριανός "Πεζολίβαδα"
-Ζέττα Μπαρμπερέσσου "Ρωμαϊκή Ώχρα" -Εύα Σπαθάρα "Ντάλιτ" Εκδόσεις Σαιξπηρικόν: -Ιφιγένεια Ντούμη "Love me tender" Εκδόσεις Κίχλη: -Αλίκη Στελλάτου "Γάτα στον κήπο" Εκδόσεις Νεφέλη: -Σοφία Μπραϊμάκου "Ματαμπρέ" -Κώστας Βραχνός "Πρώτα ο Θεός" Εκδόσεις Γαβριηλίδης: -Γιώργος Πανάρας "Εκδρομαί Μεταφοραί" -Νίκος Παπαδόπουλος "Άλλη μοίρα" -Ελένη Βελέντζα "Ίσως πόθοι" -Άννα Γεωργάτου "Music memoirs" -Εβελίνα Πρεβέντη "Σκιές στον ενικό" -Μαρία Σκουρλά "Ονόματα στις λεύκες" -Ζαχαρούλα Καλλιαντζή "Άγγελμα κυοφορίας" -Σοφία Τσιαλίκη "Trilby" -Κατερίνα Τσιτούρα "Η καθρεφτούπολη" -Απόστολος Τάσσης "Φώτα Ομίχλης"

***

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Μάριο Λούτσι (Mario Luzi) /// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Μετάφραση από τα Ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης


Nέα για την Ιωσηφίνα, έπειτα από τόσα χρόνια
[Notizie a Giuseppina dopo tanti anni]




Τι να ελπίζεις, τι τάχα υπόσχεσαι στον εαυτό σου, φίλη μου,
καθώς γυρίζεις από ταξίδι τόσο σκοτεινό
εδώ κάτω όπου οι θύελλες, μες στο κάμα του ήλιου,
έχουν φωνή τόσο ψιλή και μαυρισμένη
που γιασεμί μυρίζουνε και συμφορές;

Βρίσκομαι δω σε τούτη την ηλικία που γνωρίζεις,
ούτε νέος ούτε γέρος - κοιτάζω, παρατηρώ
τούτη τη μετέωρη μετάπτωση∙
καθόλου πια δεν ξέρω τι θέλησα εγώ και τι μου επιβλήθηκε:
στις σκέψεις μου μπαίνεις κι απείραχτη βγαίνεις.

Καθετί άλλο που πρέπει να υπάρχει, υπάρχει ακόμα∙
το ποτάμι κυλάει, το τοπίο αλλάζει,
χαλάζι, βροχή, σκούζει κανένα σκυλί -
βγαίνει το φεγγάρι, τίποτα πια δε σαλεύει,
τίποτα μεσ’ από τούτο το μακρύ, περιπετειώδη ύπνο.



Πλησιάζοντας τα σαράντα
[Nell’imminenza dei quarant’anni]



Η σκέψη με καταδιώκει σε τούτη τη συνοικία
τη ζοφερή όπου ορμά ο άνεμος από τ’ οροπέδιο
και του πετροχελίδονου η βουτιά κόβει το νήμα
το λεπτό απ’ τα μακρινά τα όρη.

Σε λίγο κλείνω σαράντα χρόνια αγωνίας
και ανίας και χαράς - κι είν’ αυτές άξαφνες, γοργές
σαν του ανέμου τη ριπή το Μάρτη
που φως και βροχή σκορπά: η αργοπορία -
την σέρνω με δύναμη απ’ τους δικούς μου,
τους τόπους μου∙ χρόνων συνήθειες
τσακισμένες σε μια στιγμή που πρέπει να νιώσω.
Το δέντρο του πόνου τινάζει τα κλαδιά…

Στις πλάτες μου απάνω, σμάρια, απλώνονται
τα χρόνια. Κι όχι μάταια: τούτο είναι το έργο
που τελειώνει ο καθένας κι όλοι μαζί,
νεκροί και ζωντανοί: να περάσουνε μέσα απ’ τον κόσμο
τον αδιαπέραστο, από δρόμους ανοιχτούς και διαδρόμους
πυκνούς από εφήμερες συναντήσεις κι απώλειες,
ή από αγάπη σε αγάπη, είτε από μία μόνο -
από πατέρα σε γιο, ώσπου να βγουν στο φως.

Κι αφού και τούτο ειπώθηκε, μπορώ να ξεκινήσω,
σβέλτος μες στην αιώνια συμπαρουσία
όλων των πραγμάτων μέσα στη ζωή και το θάνατο,
ν’ αφανιστώ στο χώμα ή στη φωτιά
αν η φωτιά, πέρα απ’ τις φλόγες της, καίει ακόμα.


Τούτη η ευτυχία
[Questa felicità]



Τούτη η ευτυχία, ταμένη ή χαρισμένη,
είναι πόνος για μένα, πόνος δίχως αιτία
ή κι αν υπάρχει αιτία είναι αυτό το ρίγος
που ταράζει το πολλαπλό μέσα στο Ένα
σαν το υγρό μέσα στη σφαίρα
τη γυάλινη που ο μάντης διαβάζει.
Κι όμως θα πω: όλα καλά και σήμερα.
Ολόγυρά της πόλεμο κάνουν τα πράγματα
κι οι εικόνες, κει πάνω που πέφτει - που ανεβαίνει
μονότονη η νύχτα ή το χιόνι
της μνήμης.

***

Η φωτό είναι παρμένη από εδώ

***

Donald Hall (1928-2018) ///ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Μετάφραση Ασημίνα Ξηρογιάννη

Οι λέξεις
Η μητέρα μου είπε: «Φυσικά,
μπορεί να μην είναι τίποτα, αλλά ο πατέρας σου
έχει μια κηλίδα στον πνεύμονά του»
Μάης, 1955: o πατέρας μου
στα πενήντα ένα του δεν μπορούσε ποτέ
να μιλήσει για τρομαχτικά πράγματα χωρίς να κλάψει.
Όταν επέστρεψα στο σπίτι,
τον φίλησα στο μάγουλο, κάτι που δεν συνήθιζα.
Σ’ ένα γράμμα της η μητέρα μου
μου ζήτησε να μην τον φιλήσω ξανά
γιατί αυτό τον έκανε λυπημένο.
Σε δυο βδομάδες, η διερευνητική εξέταση
αποκάλυψε μια μη χειρουργήσιμη βλάβη.
Οι γιατροί ποτέ δεν του είπαν κάτι
κι εκείνος ποτέ δεν ρώτησε,
αλλά διάβασε τον Οικιακό Ιατρικό Οδηγό .
Επτά μήνες αργότερα,
αμέσως μετά τα γενέθλια των πενήντα δύο του χρόνων,
η ακοή και η όρασή του μειώθηκαν,
η φωνή του έγινε ψιθυριστή,
χρησιμοποιούσε βοηθητικό πι και είχε μαζί του το χάπι.
Πάντα έβηχε και τρεις μέρες
πριν πεθάνει – είπε:
« Αν κάτι μου συμβεί…»
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ]
***
 Ο ήλιος 

Περίμενε στη θλίψη της πρόθεσης του ήλιου
με ένα παιχνίδι στα χέρια του.
Σε συννεφιασμένο καιρό ή βροχή
ή όταν το φως γύριζε προς την Κίνα,
κρατούσε  το σκοτάδι του για τον εαυτό του.
Στον ήλιο ήξερε ότι τον ακολουθούσαν.


***

 Ο τάφος,το ορυχείο

Φεύγοντας από την πόλη
το βράδυ, από το αεροπλάνο
κοιτάζω τα φώτα του δρόμου χαμηλά:
χαλαρές δέσμες φωτός αιωρούνται


Ύστερα υπάρχει σκοτάδι από κάτω μου
Ένα ζευγάρι προβολέων στρέφονται αργά
κατά μήκος
ενός τσιμεντένιου αγροτικού δρόμου,
μακριά από πιάνα  και  θέατρα.

Γυναίκες ακουμπούν στο πίσω μέρος των ταξί
Άντρες σκαρφαλώνουν από πίσω τους
και μπαίνουν στο πηγάδι, στον τάφο,
στο τούνελ, στο γούνινο ορυχείο με τη μυρωδιά.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φράκταλ]
Η φωτό είναι παρμένη απόεδώ