Translate

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ή ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ;


Την Κυριακή, στις 20:30, στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη, στα Εξάρχεια, ανοικτή συζήτηση: "ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ή ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ;"

Συμμετέχουν: 


Βασίλης Χατζηιακώβου
, Εκδόσεις Παρουσία


Βασίλης Λαλιώτης, Εκδότης Ενδυμίων, ποιητής - μεταφραστής


Σπύρος Παπαϊωάννου
, Εκδόσεις και Βιβλιοπωλείο "Ο Μωβ Σκίουρος"


Βάσος Γεώργας, Περιοδικό και εκδόσεις Bibliotheque
και 


Σπύρος Αραβανής
Εκδότης Ποιείν,ποιητής

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016



ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΕΥΧΟΣ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ  :

ΠΟΙΗΣΗ :


 ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΚΗΝΙΩΤΗΣ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

XΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ

ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ

ΤΙΤΣΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

 ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΑΛΟΥ

ΒΙΚΥ ΔΕΡΜΑΝΗ



ΚΑΡΟΛ ΑΝΝ ΝΤΑΦΥ ( Mεταφράζει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

 ΣΤΗΛΗ : THE ARTMANIACS /// Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ /// ΔΙΑΤΑΡΑΓΜΕΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

 lΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΡΟΣ ΝΕΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ( Άντον Τσέχοφ «Η τέχνη της γραφής )


ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΣΤΟ VARELAKI

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

notationes//// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΡΟΣ ΝΕΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ




Άντον Τσέχοφ «Η τέχνη της γραφής – Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα», επιμέλεια: Πιέρο Μπρουνέλλο, μετάφραση: Βασίλης Ντινόπουλος, εκδ. Πατάκη, σελ. 220
                                                                                
Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη //
 
αναδημοσίευση από fractalart
 *******
    Ο  Άντον Τσέχωφ αναφέρεται στην τέχνη της γραφής με αμεσότητα και με ύφος διδακτικό. Οι νέοι συγγραφείς θα βρουν πολλά χρήσιμα πράγματα μέσα σε αυτό το βιβλίο. Δεν έχουν παρά να διαβάσουν πολλές φορές τις »συμβουλές», τα σχόλια και τους αφορισμούς του μεγάλου συγγραφέα, να στοχαστούν με σοβαρότητα πάνω σε αυτές και σιγά σιγά να αρχίζουν να πειραματίζονται ώστε κάποια στιγμή να βρουν το δρόμο τους. Ένα διαχρονικό εγχειρίδιο που αφορά τους λάτρεις της γραφής γενικότερα και θέτει ουσιαστικά και καίρια ερωτήματα αναφορικά με θέματα που σχετίζονται με αυτή. Να σημειώσουμε ότι όλα τα παραπάνω συγκέντρωσε και κατηγοριοποίησε σε θεματικούς κύκλους και ενότητες: «Γιατί γράφουμε», «Για ποιον γράφουμε», «Τι να γράφουμε και πώς», «Πότε να γράφουμε και με ποιον ρυθμό», κ.ά ) ο ανθολόγος Πιέρο Μπρουνέλλο, ψάχνοντας την αλληλογραφία του Ρώσου συγγραφέα για να αλιεύσει θησαυρούς και όντως έτσι έγινε. Ο ίδιος γράφει και επιμελείται και την εκτενή, ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική εισαγωγή του βιβλίου. Διαβάζουμε:
»Μια αρνητική κριτική αξίζει περισσότερο από το τίποτε, από το να σε αγνοήσουν… ή μήπως όχι;» έγραφε στο μεγαλύτερο αδερφό του Αλέξανδρο ο Άντον Τσέχoφ. Σε κάποιο άλλο σημείο, στα σημειωματάριά του, διαβάζουμε την ειρωνική γνώμη ενός καθηγητή: «αυτό που έχει σημασία δεν είναι ο Σαίξπηρ, αλλά τα σχόλια για το Σαίξπηρ…»
Ο Τσέχωφ ισχυρίζεται ότι στην τέχνη δεν μπορείς να πεις ψέματα ούτε να επινοείς πόνους που δεν δοκίμασες ο ίδιος και ότι στόχος της τέχνης δεν είναι να λύνει τα προβλήματα των ανθρώπων.
Προτείνει στους νέους συγγραφείς να δοκιμάζουν όλα τα θέματα, να μην βιάζονται καθόλου όταν δημιουργούν, να σβήνουν αλύπητα και να δίνουν πάντα σημασία στον τρόπο. Διότι το θέμα μας δεν είναι τί βλέπουμε, αλλά πώς το βλέπουμε και οι σκέψεις και τα φιλτραρίσματα που κάνουμε πάνω σε αυτό. Αυτό απαιτεί σκληρή δουλειά και υπομονή πάντα απέναντι αντιδράσεις των ζηλιάρηδων συναδέλφων!
Ο πεζογράφος δεν πρέπει να κουράζει τον αναγνώστη με αναλυτικές περιγραφές και άσκοπους προσδιορισμούς, και ο θεατρικός συγγραφέας δεν πρέπει να βάζει αφθονία προσώπων μέσα σε ένα έργο. Επιπλέον, το ζητούμενο δεν είναι κάθε φορά η ψυχολογική κατάσταση των ηρώων. Αυτή καλύτερα να γίνει αντιληπτή μέσα από τις πράξεις τους. Το κήρυγμα, ο βερμπαλισμός και η υποκειμενικότητα πρέπει να απουσιάζουν από κάθε έργο. Αντίθετα πρέπει να υπάρχει τόλμη, πρωτοτυπία, έλλειψη στερεοτύπων και συναισθηματισμού. Ακόμα κι αν κλαίει ο συγγραφέας δεν πρέπει να το συνειδητοποιεί ο αναγνώστης. Συμβουλεύει τους συγγραφείς να γράφουν ψυχρά ,να μην γλυκαίνουν τα γραπτά τους. Και πρωτίστως να είναι παρατηρητικοί. Να βλέπουν, να ακούν, να μαθαίνουν.

Αυτά και πολλά άλλα προτείνει ο μεγάλος δάσκαλος και η ιστορία έχει αποδείξει την απήχηση του έργου του σε πληθώρα δημιουργούς που προέρχονται από διαφορετικές εθνικότητες, και άρα κουλτούρες, ήθη, σχολές.
O Τσέχωφ, που αντιμετώπιζε από μικρός σοβαρά θέματα υγείας, ήταν μια πολύπλευρη συγγραφική προσωπικότητα! Αρκεί και μόνο να σταθείς στα εξαιρετικά θεατρικά του έργα  μια σπουδαία κληρονομιά για τον πολιτισμό. Πολλοί έχουν ως θείο πρότυπο τα διηγήματά του. Ένας από αυτούς και ο ταλαντούχος Ρέυμοντ Κάρβερ που είχε σημειώσει για τον Τσέχωφ: «Δεν πίστευε σε τίποτα που δεν μπορούσε να συλλάβει με μια ή περισσότερες από τις πέντε αισθήσεις». Πάλευε για τη δικαιοσύνη με πάθος. Πίστευε στην μόρφωση και στην πρόοδο. Ήταν ωστόσο, οπαδός της ατομικότητας. Απεχθανόταν τις παντός είδους ταμπέλες και ταξινομήσεις. Πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τη ζωή του και την τέχνη του μπορεί κανείς να βρει στο τέλος του καλαίσθητου αυτού βιβλίου, την μετάφραση του οποίου έχει κάνει ο Βασίλης Ντινόπουλος.

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ /// 'ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ



Artwork Christian Schloe




Διαταραγμένο δωμάτιο





Γύρω-γύρω τοίχοι με τις απαραίτητες γωνίες να υπακούουν στο συμβατικό αρχιτεκτονικό μοντέλο του δωματίου. Τετραγωνισμένο δωμάτιο σαν να σχεδιάστηκε από κάποιον νευρωτικό επιστήμονα, επίμονο απέναντι στην τελειότητα της μορφής, σάμπως εξαρτάται αυτή από γωνίες ή ίσες αποστάσεις... Στάθηκε σε μια γωνιά του δωματίου. Περιεργαζόταν τον χώρο και τη διάφανη τελειότητα της μορφής του.  
Παλλόμενος ο χώρος σε ρυθμούς μιας διόλου υγιούς καρδιάς που η αρρυθμία έχει από καιρό ρημάξει. Αν ήταν μουσικό θέμα, σίγουρα θα δυσκόλευε ακόμα και τον πιο έμπειρο εκτελεστή. Κι αυτό γιατί η μουσική έχει λογική, έχει μέτρο, πάντοτε έχει ρυθμό με τους χτύπους του μετρονόμου - αστυνόμου να εισχωρούν στον νου, έτσι που να μην μπορείς παρά να υπακούσεις στις μουσικές οδηγίες, αν θες όλο αυτό το βάσανο κάποια στιγμή να τελειώσει.

Άλλωστε στη μέση δεν μπορείς να το αφήσεις, να το παρατήσεις σε μια άναρχη αρχή μετέωρο∙ πρέπει να το ολοκληρώσεις, να παραγάγεις άρτιους ήχους, αψεγάδιαστους, προστατευμένους κυρίως, από την κανονικότητα του ρυθμού του χρόνου στον οποίο, επιτέλους, μπορείς να παρέμβεις. Να αλλάξεις τις αξίες των μουσικών φθόγγων, να τους γεμίσεις, να τους αδειάσεις, κι όλα αυτά πατώντας απλά ένα και μόνο πλήκτρο! Ένα μαγικό κουμπί-ρωγμή στον χρόνο!

Όμως, να, που, ενώ μπορείς να προτάξεις την ανυπακοή σου, να επιβάλεις τη βούλησή σου, δεν το κάνεις, είναι κι εκείνος ο μετρονόμος, βλέπεις, που μονάχος του ενεργοποιείται πια. Τικ τακ, τικ τακ… Διάφανοι χτύποι, καθαροί, πιτσιλιές στο μυαλό που δεν μπορείς να εντοπίσεις. Διάφανοι κι οι συμμετρικοί τοίχοι του δωματίου τείνουν να συμπιέσουν τον χώρο που οριοθετούν. Άγνωστης ποιότητας. Δεν μπορείς να δεις μέσα από αυτούς, ούτε καν τους ίδιους, μόνο να αντιληφθείς μπορείς τα συμμετρικά τους βαθουλώματα, ορθές γωνίες που καλούνται. Τα αντικείμενα του δωματίου, απροσδιόριστα∙ διάφανες σκιές, που γέμιζαν τον χώρο, προσδίδοντάς του μια υπόσταση πρόσκαιρη, θνητή, προϋπόθεση απαραίτητη για την ψυχαναγκαστική εκπλήρωση της θεϊκής τελειότητας που συχνά απασχολεί τα γήινα.

Πόρτα δεν υπήρχε. Τι καλά που δεν υπήρχε από τη μια! Θα ’ταν διάφανη κι εκείνη, σκεφτόταν. Πώς και πότε βρέθηκε εκεί μέσα, σκεφτόταν∙ και κυρίως πώς θα έβγαινε από το διαταραγμένο δωμάτιο. Έτσι, σκεφτόταν.

Προσπάθησε να σπρώξει τους τοίχους, μα τα χέρια της τους διαπερνούσαν. Παράθυρο αναζητούσε, μα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα μέσα στην τόση κατά τα άλλα διαύγεια. Έπειτα, άρχισε να ψάχνει για μυστική διέξοδο.

Καμία.

Ανήμπορη να βγει, αποφάσισε να σκάψει βαθιά μες στο δωμάτιο. Έχωσε τα νύχια της σε μια από τις τόσο λανθασμένες, μα ορθές, κατά τα άλλα, γωνίες και άρχισε να την ξεφλουδίζει. Ατελείωτα διάφανα φύλλα παραμέρισαν σχηματίζοντας μια βαθιά τρύπα ακριβώς στα μέτρα της κρατούμενης. Πήρε μια δυνατή ανάσα και μεμιάς βυθίστηκε εντός της, αφήνοντας πίσω μερικά δάκρυα, δάκρυα μιας διάφανης μα τουλάχιστον γνωστής ποιότητας∙ ίχνη απεγνωσμένα.

Προτού προλάβουν τα μάτια της να στεγνώσουν βρέθηκε σε μια σκοτεινή, κυλινδρική στοά. Από μακριά ακούγονταν φωνές που έμοιαζαν να συνθέτουν αυτόνομους μονολόγους σε θεατρικά μονόπρακτα. Ένιωθε μια περίεργη ασφάλεια, σχεδόν αφηγηματικού τύπου, σαν ηρωίδα άσημου παραμυθιού με αίσια, για εκείνη,  έκβαση. Αντικρίζοντας το σκοτάδι μπορούσε να συγκεντρωθεί, να περιπλανηθεί στα σκοτεινά στενάκια του νου της, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της ή καλύτερα να τις κηρύξει σε πλήρη αταξία! Αρκεί πια με την τελειότητα και τη νευρωτική της υπόσταση.

Ψηλαφίζοντας τον χώρο διαπίστωσε πως έλειπαν και οι τρομακτικές γωνίες του δωματίου. Μια σκοτεινή, κυλινδρική στοά, αν και φαντάζει εφιάλτης για πολλούς, στεκόταν όνειρο για εκείνη. Καλύτερο το σκοτάδι κι η υγρή στοά του παρά εκείνο το διαβολικά συμμετρικό και τελειομανές δωμάτιο.     

Υγρές σταγόνες κυλούσαν κατά μήκος των τοιχωμάτων της στοάς άμορφα, άτακτα και νωχελικά – τι δικαίωση! – για να αναδευτούν με το χώμα στο τέλος της διαδρομής τους. Η υγρασία θύμιζε κάτι από φθινόπωρο. Άγγιξε με το χέρι της τις σταγόνες και διψασμένη τις δοκίμασε. Είχαν την αλμύρα της θάλασσας. Τα δάκρυά της είχαν αρχίσει να κυλούν μες στη σκοτεινή τρύπα. Πια, μπορούσε να τα αντικρίσει, να τα διακρίνει. Πια, δεν χάνονταν στο διάφανο δωμάτιο. Έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη. Το ακούμπησε στα τοιχώματα, να απορροφήσει τις πρότερες σκέψεις εντός του, μέχρι να στεγνώσουν.

Έχοντας παραμείνει αρκετά τόσο στο σκοτάδι όσο και σε εκείνο το τρομερό δωμάτιο, μπορούσε πλέον να στρέψει το βλέμμα της σε άλλη κατεύθυνση. Μια μεταβολή αρκούσε για να δει το φως εμπρός της.

Με αργόσυρτο βήμα και μισάνοιχτα μάτια βγήκε από τη στοά, μόνη και ελεύθερη όσο ποτέ.

Ήταν πράγματι φθινόπωρο. Ο ουρανός φωτογράφιζε τη θλίψη του αποχαιρετώντας με τον δικό του τρόπο το καλοκαίρι που έφευγε κι αυτό για άλλους προορισμούς. Στον δρόμο διάφανες ομπρέλες να προστατεύουν από τη φορτισμένη ατμόσφαιρα τους πεζούς∙ όχι πως τις έχουν ανάγκη, ποτέ δεν τις έχουν ειλικρινά  ανάγκη οι πεζοί∙ μονάχα τις κρατούν σφιχτά μέσα στα χέρια θέλοντας να προσδώσουν στους εαυτούς τους μια κάποια ευαισθησία ή λογική, ίσως, μέχρι να φτάσουν και να παραμείνουν στο διάφανο διαταραγμένο δωμάτιό τους, δέσμιοι σε αυτό, μάρτυρας των τραγικών τους μονολόγων. Πού κουράγιο, άλλωστε, για φωτεινές ή σκοτεινές περιπλανήσεις σε τέτοιο καιρό -σε τέτοιους καιρούς.

Η βροχή δυνάμωνε. Σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό και του ’κλεισε το μάτι. Σαν να ’ξερε κάτι παραπάνω.

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// ΒΙΚΥ ΔΕΡΜΑΝΗ //// ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Ο πόνος μαύρος σκύλος π' αλυχτά



Βίκυ Δερμάνη

ΑΩ Εκδόσεις, 2016
80 σελ.


******

      


Tιμωρός


Σε νύχτα  μετέωρη ατσάλινος ήρθες

με χέρια ακάνθινα και ματωμένα

φορώντας των νικητών το ένδυμα

γυμνός μέσα σε πανοπλία ηφαίστεια

γυρνώντας το στρόβιλο των νεκρών πηγών

έως τριγμού οστών σφίγγοντας τη μέγγενη

με μάτι αγριεμένο πουλιών τυφλών

φτύνοντας ψυχές εκπορνευμένες

σαλτιμπάγκων παλουκώνοντας κρανία

χωρίς έλεος και μύρα

μαύρος καβαλάρης και μοναχικός

εγώ ειμί ο τρόμος, δήλωσες

εγώ ειμί ο Τιμωρός

*






Ίσκιοι



Ακροβασίες του νου λυτρωτικές κι ευλογημένες. Πάνω σε σχοινί μεταξωτό. Που λυγίζει κάτω απ’ τ’ ανεπαίσθητο βάρος της σύντομης νιότης μιας πεταλούδας. Με μιαν κίνηση οινοχόου έμπειρου ρέει ο νους σε συγκοινωνούντα χαρμολύπης δοχεία. 

Κοχλάζουν όλα. Όλα ρευστά. Έπειτα, πάλι, όλα ηρεμούν. Στην ίδια στάθμη έρχονται: ο ακανθογέννητος πατέρας, η μάνα που λυγμούς τριανταφυλλένιους φύτευε, οι αγκαλιές οι αλαργινές που σε κρεβάτια σεμνά έθρεψαν το σώμα που πεινούσε. Τα όνειρα που υφάνθηκαν και ξηλώθηκαν σ’ αργαλειούς σαθρούς από χέρια άπειρα. Οι ετοιμόρροπες αγάπες που σκόνη γίνηκαν στο πρώτο θρόισμα που έφερε αεράκι ελαφρύ. Οι απώλειες που γίνηκαν λευκοί αφροί από κύματα που σπάσανε σε μακριές λοφώδεις ράχες, σχηματίζοντας ραβδώσεις επώδυνες κατά την διεύθυνση της ολοένα και πιο φθίνουσας έντασης ενός απακμάζοντος ανέμου. 

Φαντάσματα γοργόνας βοηθούν να χαραχτεί επιτύμβιο από δάκρυα ακύλητα. Γοργόνας που πέθανε ονειρευόμενη πόδια ανθρώπινα. Εκεί όπου πλέουν αντικριστά σιωπές κι αρμύρα. Εκεί που γλυκόδυνα η τόσο γνώριμη της ζωής τραγικότητα εξιλασμούς προσμένει, αφήνοντας πίσω της ίσκιους λευκούς και ραδινούς.

*


Ονυχοφαγία

Με λύσσα έφτυνε στο πάτωμα τα νύχια που με τα δόντια έκοβε. Στο πάτωμα βουνό τα φαγωμένα τα νύχια. Συνήθεια πολύ παλιά. Παλιά και δοκιμασμένη. Έφτυνε τις μέρες, τον τρόμο, την οργή. Την αδυναμία, τη σιχασιά, την ανασφάλεια έφτυνε.

Μετά έβγαινε έξω, κρύβοντας βαθιά στις τσέπες τους ζογκλέρ που κατοικούσαν μέσα στα φοβισμένα χέρια της.  Έβγαινε έξω μαζί με τους εξαγριωμένους ελέφαντες που είχαν σκαρφαλώσει στα πόδια τα σερνόμενα.

Διέσχιζε τα σφαγεία των δρόμων. Κοιτούσε τα βλέμματα των από το τσιγκέλι κρεμασμένων. Οσφραίνονταν το αίμα, τα χνώτα των αχράντων μυστηρίων, τις ανοιχτές κακοφορμισμένες πληγές. Άκουγε τις φωνές των σφαγιασμένων παιδιών που πέτρες γίνανε και πέσανε στο ποτάμι. Άκουγε το γλουπ που κάνανε οι πέτρες. Άκουγε τα ξύλιν’ αλογάκια που βημάτιζαν ασθμαίνοντας πάνω στις σπασμένες πλάκες των  βρώμικων πεζοδρομίων. Κλαπ κλαπ κλαπ. Πεινάω. Κλαπ. Διψάω. Κλαπ. Τρέμω. Κλαπ. Μόνος. Κλαπ. Μόνη. Κλαπ. Πονάω. Κλαπ, κλαπ.
Σκόρπισε, λάσπιασε, οικειοθελώς συρρικνώθηκε. Διαλύθηκε σ’ ατάραχο νερό. Στα σφαγεία των δρόμων που διέσχιζε. Στα δωμάτια του τρόμου που κατοικούσε. Τα γεμάτα με θεόρατα τηγάνια. Τα γεμάτα με γιγάντια χέρια. Τα γεμάτα μ’ αρπακτικά κατοικίδια. Τα πνιγμένα από φύκια, απ’ αχινούς και κόκαλα και νύχια φαγωμένα.                                                                              

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016,/// ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΑΛΟΥ ///'ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ



                                                                                        


Εσωτερική αταξία






Αγαπούσε το χάος
Την ακαταστασία στο γραφείο
Την ακαταστασία στο μυαλό
Να μη θυμάται πού είναι τι
Να έχει δικαιολογία
Να μη βρίσκει τι θέλει
Να μην ξέρει τι θέλει
Να τα έχει όλα μπροστά της
Και να μην τα βλέπει
Να είναι όλα μπρος στα μάτια της
Αλλά να κάνει πως δεν τα βλέπει
Να είναι όλα μέσα της
Και όλο να τα ψάχνει
Να είναι η ίδια μέσα της
Και όλο να τη χάνει
Αγαπούσε τη θάλασσα μέσα της
Την τρικυμία
Το κύμα
Την ανάσα
Το χάδι της
Με τόση θάλασσα μέσα της
Πώς να βάλει τη ζωής της σε τάξη
Ένα ταξίδι ατέλειωτο
Ο κόσμος της
Ένα ταξίδι
Πιο μέσα στο μέσα της

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// TΙΤΣΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ /// 'ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ


                                  


 ΘΕΑΤΡΟ







Πιάσαν τις πρώτες θέσεις και μεις στο θεωρείο
το έργο πανάρχαια μαριονέττα
πίσω από κουρτίνες βελουδένιες
σφάζαν τον πρωταγωνιστή
χάριν της αλήθειας
Οι κομπάρσοι υποκλίθηκαν
ανεπαίσθητα χειροκροτήματα
όμως εκείνος στ’ αλήθεια πέθαινε
Όρθιος
με τα 40 μαχαίρια
καρφωμένα στην πλάτη του
Έτσι μας άφησε γεια
ενώ το σανίδι έτριζε
Λέξεις ολόκληρες ανάμεσα
στ’ άσπρα του δόντια
κι οι καστανοί βόστρυχοι
να πλέουν στο αίμα
η αγάπη κέρδος,
που κερδίζεται απ’ το τίποτα. 


Ο πίνακας είναι παρμένος από Homo Universalis