Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ////// KΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ : H AΘΑΝΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

                                                                            




                                         




                                                                  




Πρώτο κίνητρο για να γραφεί αυτό το βιβλίο ήταν, μπορώ να πω, η πυκνή παρουσία των σκύλων  δίπλα μας. Κάποτε είδα πόσο συχνά αποτυπώνονται σε φωτογραφίες όλων των εποχών, διάσημους ή μη πίνακες ζωγραφικής (απείρως περισσότερους απ' όσους νομίζουμε), αλλά ανακάλεσα και τους σκύλους της δικής μου ζωής. Μια παρουσία, λοιπόν, εντοπίσημη σ' όλους τους χρόνους,  που παρακολουθεί σιωπηλά την ανθρώπινη περιπέτεια. Στο εισαγωγικό κείμενο ήδη, υπάρχουν πολλές αναφορές από παρατηρήσεις μου. Από την πρώτη καταγραφή του σκύλου στα πειραματικά φιλμ των Λιμιέρ, μέχρι τους πίνακες από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα. Από το φιλμ με την είσοδο του στρατού μας στη Θεσσαλονίκη (1912) μέχρι κηδείες μοναρχών τον 19ο αιώνα. Όμως η πυκνότερη παρουσία του βρίσκεται στην εικαστική ιστορία. Αποσπώ: «Απόλυτα ψύχραιμο στις «Meninas» του Βελάσκεθ, το ισπανικό Μαστίφ που κλωτσά η μικρή πριγκίπισσα κατέχει το πρώτο πλάνο του πίνακα, όπως ο μεγάλος κόκκινος σκύλος που μυρίζει το χώμα στο «Αrearea» του Γκωγκέν. Ακόμα και το λευκό πόιντερ που παρακολουθεί την τελετή μπροστά στον ανοιχτό τάφο (Γκιστάβ Κουρμπέ, «Κηδεία στην Ορνάν») είναι ένα απ' αυτά τα μοναχικά δαιμόνια. Ο υπαινιγμός της απόλυτης αμεριμνησίας που δείχνει η μη σκεπτόμενη φύση για τα ανθρώπινα».



 Είναι ιστορίες που επιχειρώ να γράψω όσο πιο οικονομικά γίνεται, άλλοτε ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής, άλλοτε ως γυναίκα, άλλοτε ως κάποιος τρίτος. Όπως τα πρόσωπα, αλλάζουν οι τόποι, οι εποχές, οι πρωταγωνιστές . Θα έλεγα ότι υπάρχει ένα βλέμμα που αφορά περισσότερο το παρελθόν, ένα βλέμμα κατάνυξης για τους ανθρώπους που εμφανίστηκαν, έζησαν, ονειρεύτηκαν, και πέρασαν. Να μην ξεχνάμε πως το παρελθόν είναι το ιερό της λογοτεχνίας, η περιοχή της λατρείας της. Έτσι, έρωτες, πάθη, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, υπάρχουν  σε ένα φόντο που συχνά φωτίζει το λυκόφως του χρόνου, ενώ  εμπλέκεται πάντα η ιστορία και η μοίρα ενός ζώου.



Πιθανό ερώτημα είναι τι σημαίνει ο τίτλος. Ο κύριος ενός υπερήλικα και άρρωστου σκύλου λέει σε κάποιον ότι ναι  μεν ο πιστός του σύντροφος υποφέρει, αλλά συγχρόνως είναι μακάριος αγνοώντας το τέλος του. «Πεθαίνουμε», εξηγεί στον συνομιλητή του, «μόνον όταν το γνωρίζουμε. Ο σκύλος μου είναι σαν το δάσος που αγνοεί το πριονιστήριο.  Σε λίγο πρόκειται να υποβάλω σε ευθανασία μια ανύποπτη, δηλαδή μιαν αθάνατη ύπαρξη».  Η συνάντηση, ο διάλογος και η ιδέα της αθανασίας δίνει τον τίτλο στο βιβλίο.


Υπάρχει, πρέπει να πω, η αίσθηση της εικόνας έντονη, μια αίσθηση περίπου κινηματογραφική,  μια εικαστική οπτική στα αφηγήματα. Δεν ήξερα πού με οδηγούσε η διαδρομή κάθε ιστορίας. Άλλες βρέθηκαν να έχουν ποιητική έξοδο, με μια λυρική διαχείριση της γλώσσας (προέρχομαι άλλωστε απ' την ποίηση), άλλες είχαν το δραματικό στοιχείο που συχνά έβρισκα να συνορεύει με την κωμωδία των ηθών και το ευτράπελο της ζωής. Εν πάση περιπτώσει, οι σκύλοι είναι ένα σκηνικό στοιχείο στις 70 ιστορίες, συχνά συνδέονται στενά με τα πρόσωπα, άλλοτε είναι περαστικές παρουσίες εκεί όπου παίζεται η ανθρώπινη περιπέτεια και η ποικιλία των επεισοδίων της. Όλες οι αφηγήσεις, εξάλλου, συνδέονται με κάτι κοινό. Είναι μέρη ενός κομματιού ζωής, που βγαίνει στην επιφάνεια όπως η ποίηση, σαν κατανυκτική αποκάλυψη.



                                                         
                                      




Στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις  υπάρχει προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα. Όμως είναι όλα μεταπλασμένα βιώματα, μεταμορφώσεις τόπων και προσώπων που θα μπορούσαν να υπάρχουν. Ποια είναι η αλήθεια της γραπτής ιστορίας τελικά; Αυτό που λέει στο μότο του βιβλίου ο μεγάλος ψευδολόγος Βαρώνος Μυνχάουζεν. «Αλήθεια είναι ό,τι αφηγούμαστε καλά». 


Να προσθέσω κάτι που νιώθω γι' αυτό το βιβλίο. Ότι δεν έχει τελειώσει. Όχι ότι δεν έχουν ολοκληρωθεί οι αφηγήσεις του, αλλά υπάρχει ένα παρελθόν που καθώς ο αφηγητής και ο συγγραφέας συχνά ταυτίζονται, με προκαλεί να το ψάξω, να το εκμεταλλευτώ επί πλέον. Για παράδειγμα στην σελίδα 91 υπάρχει μια ιστορία όπου ο πατέρας του αφηγητή με τον γιο του βρίσκονται, Σαββατόβραδο ενός παλιού αλλά απροσδιόριστου χρόνου, σε ένα μεγάλο καφενείο.  Τόπος είναι η κωμόπολη όπου ζουν. Η αίθουσα είναι κατάμεστη. Ο πατέρας μόλις διάβασε στην Εστία μια παράδοξη ιστορία, όπου κάποιος φτωχός ισπανός συνταξιούχος ανακάλυψε  πετρέλαιο να αναβλύζει από τον κήπο του: [...] «θυμάμαι με λεπτομέρειες το βροχερό σαββατόβραδο. Τις συντροφιές, περισσότερο με επιτραπέζια παρά με καφέ και γλυκίσματα, τους γαλάζιους καπνούς των τσιγάρων, τη μεταλλική μηχανή στο ταμείο -με το κουδουνάκι που αντηχούσε για ώρα μετά το χτύπημα-, ακόμα και την πιο εντυπωσιακή καλλονή της πόλης που μπήκε με κίνηση σταρ, με τα βαμμένα χείλη και τον κόκκινο μπερέ της να γέρνει δεξιά: το καφενείο «Ανεμώνη», μήτρα χιλιάδων άλλων που θα γνώριζα μετά από χρόνια, κατεσπαρμένα παντού, όπως οι άπειροι απόγονοι ενός βιβλικού πατριάρχη. Πόσες ώρες -με ποιους, σε ποια πόλη;-, τι συζητήσεις, εχθροπραξίες, ρεμβασμοί, ψάχνοντας κάτι που δεν θα εμφανιζόταν ποτέ. Στίχοι, ασήμαντες σημειώσεις, συναντήσεις κι απροσδόκητες γνωριμίες απ' το διπλανό κάθισμα, όταν πια ο προστατευτικός ομοτράπεζος της πρώτης αίθουσας δεν υπήρχε. Ο σερβιτόρος πλησίασε και σκύβοντας του μίλησε με σεβασμό, υπόχρεος για το πάντοτε υπολογίσιμο φιλοδώρημα. Η πετσέτα απ' το μπράτσο του μου χάιδεψε ανάλαφρα τα μαλλιά: «Θα σας φέρω και το Εμπρός, κύριε τμηματάρχα. Αποκλείεται να φύγετε. Βρέχει δυνατά». 

Υπάρχει η μνεία του παλιού επαρχιακού καφενείου, «πρόλογος» όλων των καφενείων που ο αφηγητής γνώρισε αργότερα. Ξέρω πως  κάθε αφήγηση για αρκετούς λόγους, όχι τους ίδιους πάντα, έχει παραλείψει στοιχεία που θα ήταν οφειλόμενη αναφορά στην ακρίβεια. Παραλείπουμε, άλλοτε γιατί το κάτι επιπλέον βαραίνει, γίνεται περιττό, άλλοτε γιατί θέλουμε να τονίσουμε μια μονάχα, συγκεκριμένη, πλευρά. Το ότι ο αφηγητής ήταν ο συγγραφέας σε παιδική ηλικία, μπορεί να εξηγεί γιατί αργότερα θέλει να προσθέσει στο κείμενο το προσωπικό στοιχείο που παρέλειψε. Μετά από καιρό πρόσθεσα αυτό το κομμάτι:«Δίπλα μας, πολύ συχνά, καθόταν κάποιος καπνιστής που του άρεσε να επιδεικνύει πόσο δεξιοτεχνικά έφτιαχνε δαχτυλίδια με τον καπνό του. Με αυτόν το ρόλο τον θυμάμαι. Δεν ξέρω- και καλύτερα,- ποιος ήταν, τι έκανε, τι υπήρξε. Αυτό για το οποίο δεν αμφιβάλλω είναι ότι ήταν φιλοπαίγμων και μόνος. Κάπνιζε από ένα κόκκινο πλακέ κουτί. Θα μπορούσα να πω ότι κάπνιζε αποκλειστικά για να επιδεικνύει τα δαχτυλίδια του καπνού, σε διάφορα μεγέθη και σχήματα, τέλειους κύκλους  (μπορούσε να τους εγκαταστήσει σαν φωτοστέφανα πάνω από ένα κεφάλι), ή ελαφρά παραμορφωμένους κατά πλάτος και ύψος, που συχνά κατόρθωνε να τους ενώσει σε αλυσίδα. Τα χείλη του έπαιρναν σχήματα που το καθένα  έφτιαχνε διαφορετικό κύκλο και το βλέμμα του, μολονότι κάθε εκπνοή ήταν  θρίαμβος, έμενε ηθελημένα αδιάφορο, σαν να εκτελούσε εύκολες εφαρμογές. Και βέβαια, ενώ αιφνιδίαζε και γοήτευε κυρίως τα παιδιά, απευθυνόταν με άκρα σοβαρότητα σε όλους. Έχω την εντύπωση πως μπορούσε να μιλά μέσω του καπνού ακόμα και για την επικαιρότητα ή τα σοβαρά γεγονότα της. Στις 19 Φεβρουαρίου του 1956 έγιναν βουλευτικές εκλογές. Η νεοσύστατη ΕΡΕ του  Κωνσταντίνου Καραμανλή κέρδισε περισσότερες έδρες, με  αριθμό ψήφων, όμως, μικρότερο από εκείνον των αντιπάλων της! Την επόμενη κιόλας μέρα,ο δεξιοτέχνης των δαχτυλιδιών, στο καφενείο, εμφάνισε με τρείς διαφορετικές κινήσεις των χειλιών του έναν σαρδόνιο υπαινιγμό για το μειοψηφικό ποσοστό.  Πάνω απ' τα κεφάλια μας έστειλε δυο μικρούς κύκλους που τους χώριζε μια κυρτή γραμμή (%). Κάτι ακόμα πιο δύσκολο  έγινε το απόγευμα της 22ας Νοεμβρίου (πάλι του 1956). Από το διπλανό τραπέζι, πλάι στη μεσαία από τις τρεις εισόδους, με την ίδια δεξιοτεχνία και ταχύτητα, έφτιαξε πέντε ανισοϋψείς  συνάλληλους κύκλους. Η σύνθεση ανέβαινε αργά και εγκαταστάθηκε, ακίνητη και σταθερή, σε μικρό ύψος. Ορισμένοι σταμάτησαν τα επιτραπέζια για να τη δούν. Ο ειρηνοδίκης έμεινε με το άλογο να αιωρείται στο χέρι του. Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης, με  ανοικτή την μεταλλική ταμειακή, κοίταζε το περίτεχνο σχήμα, έμβλημα των Ολυμπιακών αγώνων. Ώσπου να το διαλύσει το ελαφρό ρεύμα από την πόρτα που άνοιξε, η βραχύβια τέχνη μάς είχε ανακοινώσει ότι στη Μελβούρνη άρχιζαν οι 16οι Ολυμπιακοί αγώνες» 

Το παλιό κείμενο, ενωμένο όπως το διαβάσαμε με το νέο, συνέχειά του, είναι μέρος απ' το καινούργιο μου βιβλίο που έχει τον προσωρινό τίτλο 
Η χαμένη πόλη
. Μοιάζει πολύ με τη Στενογραφία του 2006, αλλά εδώ υπάρχουν και κάπως πιο θερμά κείμενα, προσωπικά γεγονότα, αφηγήσεις, κρίσεις από αναγνώσεις, αναπόφευκτη ποιητική ματιά στο παρωχημένο, και όχι μόνο  εκείνη η θεωρητική και ηθολογική ματιά στον κόσμο και στη λογοτεχνία της Στενογραφίας. Και πάλι σύντομα κείμενα παρακολουθούν άλλα εκτεταμένα, απόψεις με αφοριστική απολυτότητα και συντομία γειτονεύουν με αφηγήσεις αυτοβιογραφικές. Υπάρχουν πάλι εκείνες οι αυτοσαρκαστικές ιστορίες με τον εστέτ. Στο παλιό ήταν οι «έντεκα θέσεις για τον εστέτ», εδώ είναι οι «Είκοσι θέσεις για τον εστέτ» Ένα δείγμα, ίσως πρώιμα, για τους αναγνώστες μας: 
 

 Να ένας συγγραφέας πρότυπο, είπε ο εστέτ. Μόλις είχε διαβάσει για τον βίο και τα έργα του πεζογράφου Ζιλ Ρενάρ που γνωρίζοντας εξαντλητικά τους συμπατριώτες του μυθιστοριογράφους (Φλωμπέρ, Σταντάλ, κλπ) είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μόνη δυνατή εξέλιξη της πεζογραφίας είναι η σύμπτυξη, ο πουαντιλισμός, η οικονομία, και αμέσως έγραψε σε ένα ημερολόγιο με χίλιες εκατό σελίδες ότι «τα λογοτεχνικά έργα που γράφονται σήμερα είναι υπερβολικά εκτενή». Πολύ πριν απ' τον Ντίλαν Τόμας («μην πας ευπρεπής στο θάνατο, οργή, οργή για το φως που φεύγει»), εκείνος είχε γράψει κάτι σχεδόν σιαμαίο:  «το μόνο που αισθάνομαι για τον θάνατο είναι ένα είδος θυμού». Κυρίως όμως τον εστέτ έθελξε ένα πνεύμα ειρωνείας και αφ' υψηλού βλέμματος στον κόσμο, καθώς ο γάλλος συγγραφέας, ζώντας σε μια μικρή επαρχιακή πόλη καταλάβαινε πως κανείς από τους χωρικούς δεν συμπαθούσε την ύπαιθρο, δεν ασχολούνταν μαζί της, ούτε την πρόσεχε ποτέ. Και το 1904,  εκλεγμένος  δήμαρχος πια, αιφνιδίασε τον εκλεκτό, σύγχρονο και μελλοντικό, αναγνώστη, υπογραμμίζοντας τη συγγένεια αίματος ανάμεσα στο πνευματικό και την παρακμή: «Ως δήμαρχος είμαι υπεύθυνος για τη συντήρηση των επαρχιακών δρόμων. Ως ποιητής θα προτιμούσα να τους βλέπω παραμελημένους».

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΗΛΗ ΤΗΕ ΑRTMANIACS///ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ




                                







ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Κύριε Μαυρουδή, σας καλωσορίζω στο varelaki !Παρακολουθείτε , φαντάζομαι, τις πολιτικές,κοινωνικές κai οικονομικές εξελιξεις!Ζούμε λοιπόν σε ανισόρροπους καιρούς.Σε καιρούς δύσκολους για την Ελλάδα ως έθνος και για τους πολίτες της.Τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στην κρίση .Και δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.Μέσα σε όλα αυτά ,μήπως οι Ποιητές και η Ποίησή τους περισσεύουν;Mήπως δεν είναι τούτη εποχή για Ποίηση και άλλα παρόμοια;



ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:Το ερώτημα αν η ποίηση σήμερα «περισσεύει» μπορεί να αφορά όλες τις εποχές. Όχι ειδικά τη δική μας. Οι εποχές και οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Προτεραιότητές τους είναι πάντα οι άμεσες πρακτικές ανάγκες. Ό,τι τους ενδιαφέρει πέρα απ' αυτό, προσδιορίζεται από  τη θέση τους, την καλλιέργειά τους, τις κλίσεις τους, αυτό που λέμε προσωπικότητα. Οι τέχνες δεν είναι μια ανάγκη που αφορά τον φυσικό άνθρωπο, την καθημερινότητα και την πρακτική του  ζωή. Ούτε τις βλέπω ως  συμπλήρωμα καλλιέργειας και «καλλωπισμού», όπως π.χ. αν διακοσμούσαμε ένα δωμάτιο με άνθη ή αν ακούγαμε ένα τραγούδι. Το έργο είναι ένας πειθαρχημένος κλειστός κόσμος, φτιαγμένος από σύμβολα και κώδικες. Υπάρχει πλάι στον ατελή και σύντομο βίο μας και θέλει να τον συμπληρώσει, να τον υποκαταστήσει, αφήνοντας συγχρόνως τα ίχνη εκείνου που φεύγει.  Καμιά εποχή λοιπόν δεν είναι κατάλληλη ή ακατάλληλη για ποίηση. Η ποίηση αφορά τον κάθε έναν αναγνώστη ξεχωριστά. Δεν σχετίζεται με ειδικές εποχές, ομάδες εγγραμμάτων, δεν απευθύνεται, δεν διδάσκεται, υπάρχει για όποιον νιώθει πως κάτι συμβαίνει εκεί και πάει να χτυπήσει την πόρτα. Ούτε η σχέση μ' αυτήν είναι προνόμιο. Κάποιος που δεν χρειάζεται να ζει με τον πλασματικό κόσμο των τεχνών μπορεί να είναι ο επαρκής άνθρωπος που συνομιλεί αρμονικά με τον εαυτό του και τη ζωή. Αν ποτέ δεν χρειαστεί ένα κονσέρτο, μιαν έντεχνη Μορφή, μιαν αναπαράσταση του πραγματικού που είναι η πράξη της τέχνης, σημαίνει πως συνομιλεί με το περιβάλλον του όπως ένα ευτυχισμένο πλάσμα το οποίο ανήκει ανενόχλητα στη φύση, είναι μέρος της. Εκείνος που έχει ανάγκη το «μύθο», για να ζήσει μ' αυτόν και να τον βάλει απέναντι στο φόβο, είναι κάποιος που ψάχνει «τεχνάσματα» παραμυθητικά για την ύπαρξη. Το έργο είναι τέχνασμα. Μικρή απάτη που οδηγεί σε  μιαν αποκάλυψη. Το ποιος την παράγει και ποιος την αντιλαμβάνεται (μιλάμε πάντα για το αυθεντικό γεγονός και όχι την παραλογοτεχνία ή την παρανάγνωση χιλιάδων ανθρώπων) είναι ένα άλλο ζήτημα.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Προσωπικά θεωρώ ότι η ποίηση [και γενικά η λογοτεχνία ] ανθίζει μέσα στο διαδίκτυο.Γίνονται όμορφες δημιουργικές ζυμώσεις και ανταλλαγές.(Το εχω μάλιστα υποστηρίξει δημόσια σε σχετικό άρθρο μου στο Protagon).Ποιά είναι δική σας άποψη αναφορικά με το θέμα <<Λογοτεχνία και διαδίκτυο>>.


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:Το Ίντερνετ είναι περιοχή μεγάλης και ανεξέλεγκτης ευκολίας. Δίνει τη ευχέρεια σε όλους να είναι πομποί και δέκτες αντιστοίχως, αδοκίμαστων ποιοτήτων. Μπορούν να πουν και να ακούσουν τα πάντα, ανεξαρτήτως αξίας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αυταπάτη από το να νομίζουμε ότι όσοι περισσότεροι μιλούν τόσο μεγαλύτερα οφέλη προσκομίζονται στις έννοιες, στις ποιότητες, στις προτάσεις του λόγου. Δεν υπάρχει δημοκρατία στην καλλιτεχνική έκφραση. Ή, να το πω ορθότερα, η πράξη της τέχνης περιφρονεί τη δημοκρατία. Είναι ένα βαθιά αριστοκρατικό παίγνιο. Όποιος έχει μοχθήσει  επιχειρώντας να αναμετρηθεί με τη Μορφή καταλαβαίνει τι εννοώ. Όπως συνέβαινε με τους χρυσοθήρες, συχνά ο μόχθος της γραφής παίρνει χρόνια για να παραγάγει έναν στίχο. Το Ίντερνετ δίνει βήμα στον καθένα να διαβιβάσει στον κόσμο εκείνο που νομίζει άξιο λόγου. Έζησα στο ραδιόφωνο (δεκαετία του '80) τη συμμετοχή των ακροατών στο δημόσιο λόγο. Σκωπτικά, για την πρωτογένεια που μεταδιδόταν έτσι, το  έλεγαν τότε «Το μικρόφωνο στο λαό». Πάντοτε η γενικευμένη ευκολία, η πρωτοβάθμια σκέψη και το αφελές κριτήριο είναι ένα παράσιτο στη σοβαρότητα.




ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Πώς βλέπετε το μέλλον της Ποίησης στον τόπο μας;

 


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:  Κάθε μέλλον είναι ζήτημα των προφητών. Ξέρετε πόσες φορές και για πόσους έπεσα έξω; Προσωπικά βλέπω ότι η μεγάλη έκρηξη που έγινε με τη γενιά του '30 μας αφορά, μας επηρεάζει και μας γοητεύει ακόμα. Ήταν έργο μιας ομάδας με βαθιά αστική καλλιέργεια που μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τα ευρωπαϊκά ρεύματα και μέσα απ' αυτά να καλλιεργήσουν ιδιοφυώς την κλίση τους. Σήμερα εμφανίζονται λ ί γ α νέα πρόσωπα με τη γνώση τού πόσο δύσκολος  τόπος είναι η ποίηση, και π ο λ λ ά με ακούραστες φιλοδοξίες τις οποίες η μεγάλη ευκολία επικοινωνίας και άκριτης υποδοχής τα κάνει κινητικά και πομπώδη. Όπως κάθε εποχή,  και η δική μας θα βρει το λόγο της. Όπως μπορεί. Ποτέ άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε εκείνον τον αφορισμό του Λα Ροσφουκό. «Ερχόμαστε πολύ αργά. Όλα έχουν ειπωθεί». Οφείλουμε να επαναλάβουμε ιδιοφυώς ή τουλάχιστον καλόγουστα. Αυτό που με απογοητεύει είναι η έλλειψη κριτηρίων, ο αυστηρός έλεγχος, το δυνατό αισθητήριο, η κριτική οξυδέρκεια του κοινού. Κυκλοφορούν όλες οι ποιότητες χωρίς φίλτρα, χωρίς αξιώσεις διακρίσεως. Απ' όλα αυτά βέβαια κάποτε θα κατακαθίσουν τα βαρύτερα στοιχεία. Χρειάζεται όμως σοβαρή ζύμωση και χρόνος.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Το Δέντρο!Πόσα χρόνια κυκλοφορίας;Mιλήστε μου για το περιοδικό.


 ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:Το Δέντρο συμπληρώνει σε λίγο τον 35ο χρόνο της κυκλοφορίας του. Δεν έχω να πω τίποτε, παρά μόνον ότι έγινε από έναν άνθρωπο που μάθαινε, διδασκόταν, φτιάχνοντας εκείνες τις σελίδες. Θέλω να πω ότι ενώ ένα λογοτεχνικό περιοδικό πρέπει να έχει πίσω του τη γνώση, τη φροντίδα, το ασκημένο κριτήριο ενός ώριμου προσώπου, εγώ ωρίμαζα κάνοντας αυτό το έντυπο νέος, με αμφίβολα ακόμα κριτήρια και ανεπαρκή διαβάσματα. Βλέπω τώρα επιλογές μου και καταλαβαίνω ποια πορεία διατρέχει αναπόφευκτα κανείς. Με βοηθά εξαιρετικά στο περιοδικό ότι γράφω ο ίδιος. Θα σας πω γιατί. Γράφω πολύ δύσκολα. Βασανίζομαι πάνω από την παραμικρότερη φράση. Ακυρώνω δημοσιεύσεις μου (δημοσιεύω πάντα σε 2-3 ξ έ ν α έντυπα, για ευνόητους λόγους), αναβάλλω, ζητώ πίσω το κείμενο και στέλνω άλλο, που κι αυτό το διορθώνω, ώσπου ο υπεύθυνος δεν σηκώνει πια το τηλέφωνο για να μην τον βρω. Εκτός από νεύρωση τελειότητας, πιστεύω πως είναι και μια προσπάθεια για την άρτια μορφή (ως γνωστόν ένα έργο δεν τελειώνει ποτέ). Σας εξηγώ ποια είναι η βοήθεια του ότι γράφω. Όντας εξοντωτικά αυστηρός για τον εαυτό μου, έχω το δικαίωμα να είμαι το ίδιο αυστηρός για το ξένο κείμενο.




ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Θεός....;


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Έχω ένα μικρό αφοριστικό και παιγνιώδες κειμενάκι στο βιβλίο μου Στενογραφία:«Σ' έναν κόσμο φτιαγμένον απ' τον Θεό, το πρόβατο θα μάθαινε αριθμητική μετρώντας τα δόντια ενός λύκου που γελούσε»




ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιές οι σχέσεις σας με την πεζογραφία;




ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:  Έχω γράψει δυο τρία βιβλία που δεν ανήκουν σε κάποιο λογοτεχνικό είδος. Μοιάζουν με ημερολόγιο, με αφοριστικό λόγο, με σύντομη κριτική αποτίμηση. Τα βιβλία αυτά είναι Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (εκδ. Νεφέλη, 2000) και η Στενογραφία (εκδ. Κέδρος, 2006). Πεζογραφία με τη μορφή διηγήματος έχω γράψει αλλά δεν έχω εκδώσει. Τώρα προσπαθώ να τελειώσω μια σειρά 60 ταχυαφηγημάτων (διηγήματα «Μπονζάι», τα λένε μερικοί), που όλα έχουν ως θέμα ή ως πρόσχημα έναν σκύλο. Δεν ξεπερνά κανένα τη μία σελίδα. Προδημοσίευσα μερικά σε μια λογοτεχνική εφημερίδα. Δεν δημοσιεύω ποτέ κείμενά μου στο ίντερνετ, παρά μόνον όταν έχουν ήδη δημοσιευτεί σε ένα έντυπο.




ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιό από τα δικά σας ποιητικά  βιβλία αγαπάτε περισσότερο και γιατί...
 


           

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:             Αγαπώ (αλλά κυρίως εκτιμώ) το ποιητικό βιβλίο μου Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια και το τελευταίο ποιητικό Τέσσερις εποχές (και τα δύο από τις εκδόσεις Κέδρος). Το πρώτο γιατί αγγίζει το ζήτημα του γήρατος, δηλαδή το πρόβλημα του ανθρώπινου χρόνου (κατά βάθος το μόνο και κύριο ζήτημα της τέχνης), και το δεύτερο γιατί μέσα από προσωπικά βιώματα, από τη μακρινή ηχώ τους, προσεγγίζεται πάλι ο χαμένος χρόνος. Σ' αυτό το δεύτερο όμως υπάρχει σκηνογραφία, πλούσια εικονοποιία, αναδρομή και αναφορά σε πρόσωπα και εποχές.





ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Aγαπημένοι σας ποιητές ,συγγραφείς και μεταφραστές.

 


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:Δεν θα χρησιμοποιήσω την έννοια αγαπημένοι. Θα πω ότι σταματώ στην κλασική γαλλική πεζογραφία του 19 ου αιώνα, σε μεταγενέστερους όπως τον Τόμας Μαν, τον Προύστ με το μνημειώδες έργο του, ορισμένα βιβλία του Τσβάιχ, τον Τομάζι ντι Λαμπεντούζα με το μοναδικό (ένα) βιβλίο του Ο Γατόπαρδος.  Στην ποίηση με ενδιέφεραν πολλές διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες. Από τον δικό μας Ρίτσο (την Τέταρτη Διάσταση) μέχρι τον Αμερικανό Γουάλας Στίβενς. Κυρίως όμως έζησα και πήρα πράγματα από το ευρωπαϊκό ποιητικό σινεμά (Βισκόντι, Φελίνι, Μπουνιουέλ, Τριφό). Αυτά μου έδωσαν την ατμόσφαιρα του ποιητικού εξίσου δυνατά με τη λογοτεχνία. Το ίδιο και η ζωγραφική. Καταλαβαίνω ότι ήμουν κυρίως της εικόνας. Με κέρδιζε ευκολότερα, είχα έναν πυκνότερο και πιο άμεσο διάλογο μαζί της. Κάπως λιγότερο η μουσική. Πιστεύω πως ό,τι έγραψα, ανεξαρτήτως της αξίας του, έχει μεγάλη σχέση με την ατμόσφαιρα, το κλίμα και την κομψότητα του εικονιστικού ποιητικού βλέμματος.





ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ως θεατρολόγος δεν θα μπορούσα να μην σας κάνω αυτήν την ερώτηση.Παρακολουθείτε θέατρο;



ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Δεν παρακολουθώ συστηματικά θέατρο. Απέναντι σε μια παράσταση όμως, πιστεύω ότι είμαι επαρκής θεατής. Το καλοκαίρι, για παράδειγμα, είδα έναν Οιδίποδα Τύραννο στην Επίδαυρο. Νομίζω ότι ο αρχαίος χώρος δίνει αυστηρές οδηγίες για τη σκηνοθεσία. Μου φαίνονται εξεζητημένες (συχνά αστείες) οι απόπειρες νεωτερισμών, ενδυματολογικών ετεροχρονισμών. Ωστόσο, αυτή η παράσταση που έγινε με σύγχρονα κοστούμια και αφαιρετικά σκηνικά (από έναν σκηνοθέτη Λιθουανό) ήταν άψογη, είχε μέτρο. Δύο νέοι ηθοποιοί, λιτοί, απέδωσαν τον τραγικό λόγο χωρίς βαρύγδουπες δραματικές ερμηνείες. Σπάνιο αυτό. Δεν έχουμε παράδοση στη δραματική τέχνη, καθώς είμαστε λαός πολύ νέος, ακατέργαστος και κυρίως ε ξ ω σ τ ρ ε φ ή ς. Όλες οι μορφές, όλα τα είδη έκφρασης, πείθουν, ή όχι, με τον ίδιο τρόπο. Χρειάζεται πείρα μιας πορείας αλλά όχι κατ' ανάγκη εξειδίκευση. Απλώς ένα καλλιεργημένο ένστικτο δημιουργεί ορθά αντανακλαστικά.





ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Πιστεύετε στην κριτική;O ίδιος διαβάζετε τις κριτικές που γράφονται για τα έργα σας;


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:Πιστεύω στην κριτική. Υπάρχουν εμπνευσμένες στιγμές μιας απόλυτης ταύτισης του κριτικού κειμένου με το δημιουργικό κείμενο. Είναι ανάγκη όμως η σύγκλιση δύο στάσεων να υπάρχει, και το κριτικό βλέμμα να αποτοιχίσει μέρη από την παράσταση. Υπάρχουν κριτικά κείμενα που γίνονται μια δεύτερη δημιουργία πλάι στην κρινόμενη, που φωτίζουν περιοχές, και από αίσθημα τις μεταβάλλουν σε ορθό λόγο. Οφείλει όμως ο κριτικός, όπως έλεγε ο παλιός Ντιντερό, «να μην ντρέπεται τη συγκίνηση», να μην θεωρεί την αισθαντικότητα έναν ασύντακτο ερασιτεχνισμό. Να συμπλεύσει με το ξένο συγγενικό πνεύμα. Όπως διαφαίνεται από ό,τι λέω, με ενδιαφέρει η ιμπρεσιονιστική, όχι θεωρητική κριτική. Για τον ανέτοιμο δέκτη του έργου, όμως, η κάθε κριτική είναι κάτι που δεν ξέρει τι να το κάνει. Είναι όπως το ειλητάριο που είχαμε εμείς οι παλιότεροι και αντιγράφαμε τις λύσεις σε μιαν μαθηματική άσκηση. Αν δεν προϋπάρξει η σύμπνοια και η ταύτιση με το έργο είναι άχρηστη οποιαδήποτε κριτική που θα δείξει το δρόμο προς το κείμενο. Δεν υπάρχει γέφυρα για τον αναγνώστη αν δεν έχει προκύψει η σχέση της κατάνυξης.




ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Aπό τα διαβάσματά σας....αν σας ρωτούσα να μου επισημάνετε 3 βιβλία που διαβάσατε και σας σημάδεψαν τόσο που σας άλλαξαν το βλέμμα για τα πράγματα ,τί θα απαντούσατε;


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ: Ο χθεσινός κόσμος (Στέφαν Τσβάιχ), διότι μου έδειξε μέσα από βιώματα και ιστορικά γεγονότα το ιδανικό της ευρωπαϊκότητας. Το μαγικό βουνό (Τόμας Μαν), γιατί στις σελίδες του υπάρχουν τα πάντα. Φιλοσοφία, ποίηση, κοσμοπολιτική ατμόσφαιρα, πολιτική, και κυρίως η εστίαση στην ανθρώπινη μοίρα. Ο Γατόπαρδος (Τομάζι ντι Λαμπεντούζα), διότι μου έδειξε πώς οι οι ιστορικές αναστατώσεις και ανατροπές σβήνουν και εξαφανίζουν μεγάλες αξίες, θέλοντας να φέρουν εξισωτικές μεταβολές και να αλλάξουν κοινωνικές ισορροπίες. Ο μοντερνισμός στο μυθιστόρημα δεν με συγκίνησε.