Translate

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, ΤΕΥΧΟΣ 158, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2013 ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ (1901-1998)

Περιεχόμενα

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ
Ειδήσεις από το μέτωπο
Ζωή Καρέλλη: Βιογραφικά στοιχεία - Εργογραφία
Το ποιητικό έργο της Ζωής Καρέλλη
Ζωή Καρέλλη: Ανθολόγηση ποιημάτων
Παναγιώτης Τέτσης: Για το έμβλημα του Καποδιστρίου Πανεπιστημίου Αθηνών φιλοτεχνηθέν από τον Κύριο Τάκη Κατσουλίδη, ζωγράφο και χαράκτη
Αθηνά Παπαδάκη: Βραδυές
Βασίλης Κοντόπουλος: Εδώ Βερολίνο
Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη: Προ-ιστορία του Κουνδουρέικου γλυπτού στην Κρήτη
Γιάννης Κοντός: Τροχαίο
Drake Stutesman: Απόκρυψη σε κοινή θέα: Μια συνέντευξη με τον Piero Tosi, μτφ. Βασίλης Κοντόπουλος
Κατηφένια Ζαφειριάδου: Στιγμές
Αλέξανδρος Στεργιόπουλος: Βασίλης Αλεξάκης "Αγαπάω το μυθιστόρημα για το ίδιο το μυθιστόρημα"
Φώτης Θαλασσινός: Memorabilia
Ασημίνα Ξηρογιάννη: Μια συνομιλία με τον Αλέξη Σολομό (1924-2012)
Γιώργος Χρηστέας: Σάββας Μιχαήλ
Νίκος Χαρ. Νικολαΐδης: Remi Bazancon, ένας σκηνοθέτης για όλη την οικογένεια
Γεράσιμος Μακρής: Το μήνυμα
Κωνσταντίνος Μπούρας: Ο Στέφανος Κακαβούλης, λέει
Χρήστος Τριαντάφυλλου: Τα δώρα
Μπάμπης Ιμβρίδης: 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Βιβλία: Γράφουν οι Γιώργος Χρονάς, Αλέξανδρος Στεργιόπουλος, Κωνσταντίνος Μπούρας, Αντώνης Μποσκοΐτης, Βασίλης Ζηλάκος
Θέατρο: Γράφουν οι: Εύη Προύσαλη, Κωνσταντίνος Μπούρας, Αθανάσιος Βαβλίδας
Αθανάσιος Βαβλίδας: Μουσικές ανταπο-κρίσεις
Νίκος Χαρ. Νικολαΐδης: Οδηγός κινηματογραφικής επιβίωσης
Οδός Ιωάννας Ασμάνη
Οι νεκροί μας και ένα βρέφος, 34 ημερών, στη Λέρο
Δημήτρης Σκαλίγκος: Ξεπερνώντας τις προσδοκίες / Μετανάστης σε στρατσόχαρτο
Ποντικοφάρμακα
Γιώργος Χρονάς: Τα βιβλία μας στη Βιβλιοθήκη Λασκαρίδη
Κωνσταντίνος Μπούρας: Καλλιόπη Λεμού
Γιώργος Χρονάς: Δευτέρα. Τα παιδιά που έμειναν παιδιά
Τι είναι Τέχνη; 7η συνέχεια. Συνομιλούν οι:
Αριστείδης Γιαγιάννος, Κωνσταντίνος Πολιουδάκης, Δημήτριος Σκαλίγκος

Ξενοφών Α.Μπρουντζάκης : Για το βιβλίο '' Εποχή μου είναι η Ποίηση''

http://topontiki.gr/article/52233/Epoxi-mou-einai-i-Poiisi


Ξενοφών Α.Μπρουντζάκης
Εποχή μου είναι η Ποίηση

Ασημίνα Ξηρογιάννη
Εκδόσεις:
Γαβριηλίδης
Σελ.: 52


Ποιήτρια της νέας γενιάς, η Ξηρογιάννη μοιάζει σαν να θέλει να δώσει την απάντηση για τον ενεργό ρόλο της ποίησης στη διαμόρφωση της κοινωνίας, έναν ρόλο πρακτικό – όπου δηλαδή το αισθητικό αποτέλεσμα έχει απτές επιδράσεις στη ζωή και την καθημερινότητά μας.
Από τον τίτλο, κιόλας, της αξιοπρόσεχτης συλλογής της γίνεται σαφής η θέση της. Ωστόσο, ο διάλογος που ανοίγει με τα ποιήματά της είναι αποκαλυπτικός, δηλαδή η προσωπική της ματιά και θέση για τον ρόλο που διαδραματίζει στις μέρες μας η ποιητική δημιουργία εκφράζει αβίαστα την πραγματικότητα, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της. Έτσι, στην ποίηση της Ξηρογιάννη, το ποίημα δεν απέχει από τους απελπισμένους ανθρώπους που στένεψε η ζωή τους και βγαίνουν στους δρόμους αναζητώντας μια λύση. Το ποίημα, λοιπόν, ζει τη γέννησή του μέσα στον κόσμο κι όχι σε ένα εξωπραγματικό περιβάλλον, σε έναν φανταστικό τόπο, αλλά δίπλα στον άνθρωπο, μαζί με τον άνθρωπο, όπου εν δυνάμει κάθε του σκέψη, πράξη ή συναίσθημα μπορεί να αποτυπωθεί ποιητικά σε έναν κόσμο απτό, οιονεί θαυμαστό, όπου η κάθε στιγμή είναι και μια ευκαιρία υπέρβασης, ένα ταξίδι ανάμεσα στην ασχήμια και την ομορφιά, μια ομορφιά που ξεφεύγει από την ασφυκτική πίεση του χρόνου κι απελευθερώνει την κοινωνία μπροστά στην πιο ιδανική της διεκδίκηση: αυτήν της ελευθερίας του εαυτού της. Πρόκειται για μια ποιητική η οποία εκφράζει μια δυναμική σκέψης που, αν και δεν αποφεύγει τελείως τις συναισθηματικές ασάφειες και τις στερεότυπες περί ποιήσεως ιδεοληψίες, θέτει σοβαρή υποψηφιότητα να βρεθεί στον πυρήνα μιας οδυνηρής πραγματικότητας, εκεί όπου η παρουσία της ποίησης είναι σπάνια και πολύτιμη ταυτόχρονα – όπως η όαση στην απέραντη έρημο.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Σε αργή κίνηση της ΔΑΝΑΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗ/// Ένα κλικ./ σελ 128 - 130








Σε αργή κίνηση



Δανάη Παπουτσή

Κέδρος
, 2011
195 σελ.
ISBN 978-960-04-4219-9, [Κυκλοφορεί]
Τιμή
€ 12,00

…Η Σάωρη σταματά απότομα. Κάπου στο βάθος μόλις που διακρίνει ένα παράξενο σκοτεινό όγκο – δυο μπλεγμένες σιλουέτες, ένα αιφνίδιο αλλόκοτο σχήμα. Ριπές ανάσας. Η εικόνα της προκαλεί φευγαλέα χαρά, δεν είναι μόνη σ’ αυτή την παράξενη κι αφιλόξενη παραλία. Πλησιάζει, οι σκιές ξεκαθαρίζουν, είναι δυο ηλικιωμένα γυμνά σώματα. Δυο σώματα ζαρωμένα και τεντωμένα μαζί. Μια μουτζούρα. Φοβάται να πλησιάσει πολύ μήπως και διακόψει κάτι, σκέφτεται να τους προσπεράσει, να συνεχίσει τη διαδρομή της, αυτό έχει ανάγκη : μια διαδρομή γενική, αόριστη αλλά με ροή.
Καθώς πλησιάζει, γεύεται το ρομαντικό της εικόνας, πόσο ρομαντικοί είναι αυτοί οι δύο ηλικιωμένοι για να μπορούν να ερωτοτροπούν ακόμα, έτσι στα φανερά, κάτω απ’ το σκοτεινό ουρανό, μπροστά απ’ την άλλοτε σιωπηλή και άλλοτε ομιλούσα θάλασσα, πόσο θαρραλέοι για να κάνουν κάτι τέτοιο, παρ’όλο που το γυμνό τους δεν είναι καλαίσθητο, παρ’ όλη τη φθορά σε κοινή θέα. Την πιάνει νευρικό γέλιο. Βρίσκεται μπροστά τους. Έχει σουρουπώσει για τα καλά, τα δυο σώματα παραμένουν στατικά, ακίνητα στο αγκάλιασμά τους, ξαφνικά όλα μετατρέπονται σε μια απέραντη χυδαιότητα, αυτά τα σώματα είναι νεκρά, ώρες, μέρες, ίσως και μήνες, κανείς δεν ξέρει. Η Σάωρη τους ακουμπά με το πόδι της προκειμένου να διαπιστώσει, να επιβεβαιώσει τι; Δεν έχει αρκετό φως ώστε να δει εκείνο που θέλει, σκύβει από πάνω τους, μόλις που διακρίνει κάποιους οργανισμούς να κόβουν βόλτες πάνω στο δέρμα, νιώθει μια έντονη δυσοσμία. Δεν έχει κάτι να προστατευθεί, το χέρι φράζει ακαριαία τη μύτη της, το χέρι δεν ακολουθεί, κατευθύνεται στο στόμα, κι εκείνη ξερνάει.
Κοιτάζει πάλι την παραλία. Δε σκέφτεται. Βουτάει ανάμεσά τους και ποζάρει, ανάμεσα στην τρέλα και στην ηδονή, ανάμεσα στη χυδαιότητα και στο θάνατο, αλλά κανείς δεν υπάρχει να τους φωτογραφίσει, άρα αυτό δεν υφίσταται.
Νύχτα. Νιώθει πάνω της ένα σκληρό φως. Ένστολοι άντρες με φακούς στα χέρια πλησιάζουν προς το μέρος της. Φοβάται, κουλουριάζεται πίσω από τα νεκρά σώματα. Ένα κλικ, μια αιχμηρή γυναικεία φωνή. <,Ακίνητη, μείνε ακίνητη μικρή>>.
Η φωτογραφία. Η Σάωρη έχει ποζάρει, υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι, υπάρχει φωτογραφία, υπάρχει αποτύπωση, απαθανάτιση, τώρα όλα υφίστανται. Η γυναίκα την πλησιάζει, την ξεκολλάει με δυσκολία από τα νεκρά σώματα. Νιώθει αποκολλημένη από κάτι που την τραβούσε καιρό κοντά της. Οι άντρες καλύπτουν τα νεκρά σώματα με ένα λευκό σεντόνι.
(Τους άκουσα να λένε πως ότι αυτό είναι το γνωστό ηλικιωμένο ζευγάρι των ‘Εξαρχείων, ο κύριος Κώστας και η Ματίς, εκπαιδευτικοί και οι δύο, πολλά χρόνια μαζί, πίνανε κάθε πρωί τον καφέ τους στους χάρτες, , διαβάζανε εφημερίδες, μετά τρώγανε στου Μπαρμα-Γιάννη, τρωγόντουσαν μεταξύ τους και επιστρέφανε στην μπλε πολυκατοικία πιασμένοι χέρι χέρι.)
Η γυναίκα σφίγγει απ’ το χέρι τη Σάωρη και περπατούν αργά, προς τα πίσω. Η Σάωρη κρυώνει, η γυναίκα τη σκεπάζει με μια μαύρη κουβέρτα, το νερό συνεχίζει τη διαδρομή του, μπρος πίσω, μπρος πίσω, η Σάωρη δε μπορεί να δει πια ούτε τη θάλασσα ούτε την άμμο, δεν μπορεί να βρει το λεξικό του νερού, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι ο κύριος Κώστας, που τον είχε συναντήσει στο ασανσέρ της μπλε πολυκατοικίας, δεν υπάρχει πια, δεν μπορεί να βρει κάτι απ’ τα ίχνη της, στην αμμουδιά. Δε μπορεί να θυμηθεί κάτι από αυτή τη νυχτερινή θαλάσσια διαδρομή.


http://www.biblionet.gr/book/171829/