Translate

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Το ελληνικό θέατρο και η λογοτεχνία θρηνούν το χαμό του Παύλου Μάτεσι////TOY ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΣΚΟΖΟΥ

 Σε ηλικία 80 χρονών - Η κηδεία θα γίνει την Τρίτη από το Κοιμητήριο Παπάγου
 
 
  http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=493999


Η ελληνική λογοτεχνία και το θέατρο θρηνεί το χαμό του θεατρικού συγγραφέα και μυθιστοριογράφου Παύλου Μάτεσι που έφυγε σήμερα Κυριακή το πρωί, σε ηλικία 80 χρονών, μετά από πολύχρονη παραμονή σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, ως συνέπεια ενός πρώτου εγκεφαλικού επεισοδίου που είχε πάθει τον Δεκέμβριο του 2010, στη διάρκεια παρακολούθησης μιας θεατρικής παράστασης. ‘Εκτοτε δεν είχε ανακτήσει την ικανότητα του λόγου ενώ η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί τον τελευταίο καιρό.
Ιδιόμορφη προσωπικότητα ο Παύλος Μάτεσις έβαλε τη σφραγίδα του στην ανανέωση του ελληνικού θεατρικού έργου πριν περάσει στο μυθιστόρημα όπου και έγινε γνωστός με την εξαίρετη γραφή του, με έργα που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.

Κινούμενος πάντα σε ένα πολιτικό πεδίο είχε κατά καιρούς ταράξει τα νερά με τις επισημάνσεις του. Πίστευε πώς «Η πλειοψηφία των πολιτών είναι αυτοκόλλητοι σε ένα λούμπεν φάντασμα ελληνικού π.Χ. παρελθόντος (που όμως η αυθεντική υπόστασή του έχει ορίσει ύπαρξη και πορεία του δυτικού πολιτισμού) και κοκορεύονται πως «όταν εμείς χτίζαμε παρθενώνες, οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια», ενώ δεν έχουν ανεβεί ποτέ στην Ακρόπολη. Ωστόσο, υπάρχουν μεμονωμένες νησίδες ατόμων που παράγουν πολιτισμό».

Για το θέατρο του 21ου αιώνα πίστευε ότι πρέπει να είναι: όχι ρεαλισμός, όχι νατουραλισμός, όχι πατριωτισμός και πατριδολαγνεία. Και συμπλήρωνε «Είδαμε ποτέ τον Κάφκα και τον Μπέκετ να είναι εθνικόφρονες; Βεβαίως, ρέει στο αίμα τους ο ρυθμός της γλώσσας τους, ο σφυγμός της χώρας τους. Αλλά αυτό είναι άλλο πράγμα. Ξέρω ότι οι συγγραφείς αναγκάζονται σε ορισμένες κρίσιμες περιόδους να γράψουν για την πατρίδα τους, να επιστρατευθούν. Εμένα δεν μου συνέβη, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσα να το κάνω». Παρόλα αυτά τα έργα του, θεατρικά και λογοτεχνικά, είναι γεμάτα αναφορές στο αρχαίο παρελθόν μας. «Ναι, γιατί τα μεγάλα ρεύματα της τέχνης που με συνεπήραν τα βρήκα και στην αρχαϊκή Ελλάδα. Προσέξτε, δεν είμαι καθόλου ελληνομανής και ελληνολάγνος. Ο Γκόγια, ο Μότσαρτ και ο Πρωταγόρας ανήκουν σε όποιον τους αγαπάει. Δεν λέω ποτέ "η κληρονομιά μας". Αυτό το "μας" με σκοτώνει».

Στα έργα του θέλησε να αποδώσει το «βαθύχρωμο, αγριεμένο, ωραίο ελληνικό ασυνείδητο. Σκοτεινό, επαναστατικό και επαναστατημένο..». Το πιο γνωστό του μυθιστόρημα είναι «Η μητέρα του σκύλου» μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες. Η ηρωίδα του, Ραραού, θα μείνει στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, μια γυναίκα λαϊκή, υψηλής συναισθηματικής φόρτισης που βίωσε την Κατοχή, την οικογενειακή διαπόμπευση και τη μιζέρια της ζωής με αξιοπρέπεια.

Ο Παύλος Μάτεσις γεννήθηκε το 1933 στο χωριό Δίβρη, στην Πελοπόννησο. Μέχρι τα 19 του έζησε σε πολλές επαρχιακές πόλεις. Σπούδασε θέατρο (πτυχίο ηθοποιού), μουσική (πτυχίο βιολιού), ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Δίδαξε υποκριτική (1963-64) στη σχολή Σταυράκου. Διετέλεσε βοηθός - δραματουργός στο Εθνικό Θέατρο, 1971-1973. Έμεινε στο Λονδίνο καθόλη τη διάρκεια του 1969. Έγραψε και σκηνοθέτησε 2 τηλεοπτικές σειρές (ΥΕΝΕΔ 1974-6) και έχει γράψει κείμενα για Floor Show. Η πρώτη παρουσία του στα ελληνικά γράμματα ήταν το 1967 με το θεατρικό έργο "Η τελετή" (θέατρο Ν. Ιωνίας 1967 και Εθνικό Θέατρο 1969) Τα 11 από τα 13 θεατρικά έργα του είναι κυρίως παιγμένα από το Εθνικό Θέατρο. Είχε βραβευτεί πολλές φορές: με Κρατικό Βραβείο Θεάτρου 1966 για το έργο "Η τελετή". Με το έπαθλο "Κάρολος Κουν"-Πόλις των Αθηνών 1989 για το καλύτερο ελληνικό έργο της χρονιάς ("Περιποιητής φυτών"). Με το Βραβείο Ελληνόφωνων Κάτω Ιταλίας (1998) για το μυθιστόρημα του "Η μητέρα του σκύλου". Με το Μέγα Βραβείο Κριτικών θεάτρου έτους 2000. Με το Βραβείο Acerbi (2002) για το μυθιστόρημα "Η μητέρα του σκύλου". Είχε μεταφράσει στα ελληνικά Μρόζεκ. Τζόνσον, Αρτό, Ίψεν, Σέξπηρ κ.ά και στα νέα ελληνικά τα έργα του Αριστοφάνη "Ειρήνη", "Πλούτος", "Βάτραχοι", "Νεφέλαι", "Όρνιθες", "Αχαρνής", "Θεσμοφοριάζουσαι", "Λυσιστράτη".

Τελευταίο του βιβλίο το «Graffito», μια πολιτική, ολίγο αναρχική, αλληγορία για το κοινοβουλευτικό μας σύστημα. Άλλα έργα του «Η μητέρα του σκύλου», «Αλδεβαράν», «Έκθεσις Ιδεών», «Μύρτος», «Ενοικιάζεται φύλακας άγγελος», «Πάντα καλά», «Σκοτεινός οδηγός», «Ύλη δάσους», «Αφροδίτη», «Βιοχημεία», «Η βουή», «Η τελετή», «Περιποιητής φυτών», «Το φάντασμα τρου κυρίου Ραμόν Ναβάρο», «Προς Ελευσίνα»,»Λύκε- λύκε», «Εξορία», «Η καθαίρεση».

Tα μυθιστορήματά του "Η μητέρα του σκύλου" (50η έκδοση), "O Παλαιός των Ημερών" (13η έκδοση) και "Πάντα καλά" (27η έκδοση) κυκλοφορούν σε δεκατέσσερις χώρες, ενώ θεατρικά του έργα έχουν εκδοθεί στην Αγγλία, την Ιταλία, τη Ρουμανία, τη Γαλλία, τη Φινλανδία και το Iσραήλ. ‘

Η κηδεία του Παύλου Μάτεσι θα γίνει την Τρίτη 22 Ιανουαρίου στις 4 το απόγευμα από το Κοιμητήριο Παπάγου.

Ποίηση και ποιητική// του Δημήτρη Μαρωνίτη



 
Δεν πρόκειται για ταυτολογία ούτε για λογοπαίγνιο. Οι όροι του τίτλου εννοούνται γραμματολογικά και πραγματολογικά ακριβείς: στη συγκεκριμένη περίπτωση αντιστοιχούν σε δύο συνώνυμα λογοτεχνικά περιοδικά, σε συνοχή και συνέχεια, με διευθύνοντα τον ανυποχώρητο Χάρη Βλαβιανό. Προηγήθηκε η «Ποίηση», συμπληρώνοντας τριάντα τεύχη σε δεκαπέντε διαδοχικά χρόνια (1992-2007, εκδόσεις Νεφέλη). Ακολούθησε η «Ποιητική» (εκδόσεις Πατάκη), γιορτάζοντας με το δέκατο τεύχος της τα πέντε της χρόνια. Ευοίωνο σήμα: σαράντα σήματα περιοδικής ποίησης και ποιητικής σε είκοσι χρόνια. Αν εξαιρεθεί η «αιωνόβια» «Νέα Εστία», συγκρίσιμα λογοτεχνικά περιοδικά σε διάρκεια χρόνου παραμένουν κυρίως «Το Δέντρο», «Η Λέξη» (που κατέληξε δυστυχώς) και το «Εντευκτήριο» (που συνεχίζεται ευτυχώς, σε πείσμα της οικονομικής ασφυξίας του).

Θυμίζω πως όταν κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος της «Ποιητικής», πριν από κάμποσα χρόνια, ρωτούσα αν η παράλλαξη του τίτλου σημαίνει διεύρυνση και του αντικειμενικού στόχου: από την ποιητική πράξη προς την ποιητική θεωρία, ανοίγοντας τον δρόμο και στο ποιητολογικό δοκίμιο - δικό μας και ξένο. Τα γιορτινό τώρα τεύχος δείχνει πως η αναμενόμενη αναβάθμιση έγινε και συνεχίζεται, ανεβάζοντας, βαθμηδόν τον λογοτεχνικό πήχη. Γεγονός αξιοπρόσεκτο και ασφαλώς αξιέπαινο. Θα επιμείνω.

Εντυπωσιάζουν κατ' αρχήν ο όγκος (παρ' ολίγον 320 σελίδες) και η τυπογραφική αρτιότητα του δέκατου τεύχους, στοιχεία που προϋποθέτουν ασυνήθιστο συλλογικό και ατομικό μόχθο. Συμπληρωματική εξάλλου αρετή αναγνωρίζεται στον εποπτικό καταμερισμό της έντυπης ύλης του, η οποία προβάλλεται στο εξώφυλλο του περιοδικού, μοιρασμένη σε έξι κεφάλαια. Προηγείται η Ποίηση με δεκαεπτά ονομαστικά λήμματα. Επεται το Δοκίμιο με τέσσερα. Μεσολαβεί το Αφιέρωμα στη νεότερη ελληνική ποίηση με δεκαέξι. Ακολουθεί η Κριτική με εννέα και επιβάλλεται το Et cetera με τέσσερα λήμματα.

Με την εξαίρεση του Αφιερώματος και της Κριτικής, στα τρία βασικά κεφάλαια ζυγίζονται ισόρροπα τα πρωτότυπα με τα μεταφρασμένα κείμενα. Υπάρχουν συνάμα και απροσδόκητες εκπλήξεις: προέχει (και δικαίως προτάσσεται) απόσπασμα από το «Canto XLIX» του Εζρα Πάουντ σε ανέκδοτη μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη, υπομνηματισμένο επαρκώς από τη Γαλάτεια Δημητρίου.

Ενδίδοντας στον πειρασμό, αντιγράφω, δείγματος χάριν, την πρώτη στροφή, ως σήμα φιλόξενης μεταφραστικής γλώσσας, που δοκιμάζει στα δύσκολα το νεοελληνικό φυσικό της: Για τις εφτά λίμνες, κι όχι από χέρι ανθρώπου τούτοι οι στίχοι: / βροχή, άδειο ποτάμι, ένα ταξίδι, / φωτιά από μαργωμένο σύννεφο, χοντρή βροχή στο μούχρωμα, /κάτω από της καλύβας τη σκέπη ήταν ένα φανάρι. / Είναι βαριά τα καλάμια λυγισμένα / και τα μπαμπού μιλούν, θα 'λεγες κλαίνε.

Δεύτερος ποιητικός σταθμός: ο «Τσάρος Σαλτάν» του Αλεξάντρ Πούσκιν (εισαγωγή και μετάφραση της Λένιας Ζαφειροπούλου). Ενισχυμένος από την ενθουσιαστική πρόκριση του Ντμίτρι Σ. Μίρσκι, που αποφαίνεται: «Οσο κανείς μεγαλώνει, τόσο έχει την τάση να βλέπει στον Τσάρο Σαλτάν το αριστούργημα της ρωσικής ποίησης». Τρισέλιδη η ενημερωτική εισαγωγή, δεκατρείς σελίδες το δίστηλο (ομοιοκατάληκτο ανά δίστιχο) κείμενο. Δύσκολο να αποφασίσει ο σημερινός αναγνώστης για την εμβέλεια της σύνθεσης σε άλλη γλώσσα και χώρα. Αφηγηματικό, λαϊκότροπο μυθόδραμα, χρειάζεται ίσως άλλου είδους αναγνωστική εξοικείωση, που μάλλον εδώ μας λείπει.
Η Ζαφειροπούλου ωστόσο (και καλά κάνει) επιμένει στη γοητεία της ρυθμικής του ανέλιξης. Αντιγράφονται τέσσερις στίχοι, για να μη μιλούμε στον αέρα: Πάει το σύννεφο ψηλά. / Το βαρέλι στα νερά. / Η τσαρίνα σαν μια χήρα / κλαίει τη θλιβερή της μοίρα.

Τρίτος, πιο κοντινός, σταθμός: «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, μέσα από πέντε τραγούδια του, σε μετάφραση «πολλών χεριών», καταπώς προειδοποιεί ο Βασίλης Αμανατίδης. Προτάσσοντας μια δισέλιδη εισαγωγή, όπου ομολογεί ευθαρσώς τη μεταφραστική αγωνία του, στο όριο της συμπαθητικής αμηχανίας.

Αντιγράφω την τελευταία στροφή από το «Τραγούδι του όγδοου ελέφαντα»:
Ετσι απ' τα δόντια των επτά δεν έμεινε κανένα / Ενώ του όγδοου, όλα γερά, στη θέση τους βαλμένα. / Ορμάει τότε στους επτά, δαγκώνει, τους ξεσκίζει / Ενώ ο αφέντης πάνω του γελάει και γρυλίζει.

Θυμάμαι το έργο στην αλησμόνητη σκηνοθεσία και μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη, σ' εκείνες τις γόνιμες μέρες του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, με την Αλέκα Παΐζη ασύγκριτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ολοι και όλα στο μεταξύ έχουν σβήσει, μαζί τους και η συγκεκριμένη μετάφραση. ΄Η μήπως όχι; Θα συνεχίσω την άλλη Κυριακή, γιατί απομένουν και άλλα ριψοκίνδυνα μεταφραστικά παραδείγματα, πλάι στα πρωτότυπα.