Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2019-ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2020 /// Sylvia Plath, Αγγελιαφόροι [Μετάφραση Χάρης Βλαβιανός]


Η φωτό είναι παρμένη από εδώ



Η λέξη ενός σαλιγκαριού στο πιάτο ενός φύλλου;
Δεν είναι δική μου. Μην τη δεχθείς.
Οξικό οξύ σε κονσερβοκούτι;
Μην το δεχθείς. Δεν είναι γνήσιο.
Ένα δαχτυλίδι από χρυσό με τον ήλιο μέσα του;
Ψέματα. Ψέματα και μια θλίψη.
Πάχνη σ’ ένα φύλλο, η άσπιλη
Χύτρα, που παραμιλάει
Και κροταλίζει σε κάθε κορυφή
Των εννέα μαύρων Άλπεων.
Μια ενόχληση σε κάτοπτρα,
Η θάλασσα συντρίβοντας το γκρι της –
Έρωτας, έρωτας, η εποχή μου.

4 Νοέμβρη 1962

*Μετάφραση Χάρης Βλαβιανός




Η φωτό είναι παρμένη από ΕΔΩ

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ ///ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ



 Πέμπτο αφιέρωμα του Κύκλου Εκδηλώσεων  με τίτλο
«Χωρίς αποσιώπηση» για την ποίητρια Sylvia Plath!Με τη φροντίδα της Αγγελικής Λάλου.Για την ποιήτρια συνομιλούν οι:Παυλίνα Μάρβιν και Δανάη Σιώζου
Πέμπτη 7/2 ,19.00
FreeThinking Zone:Σκουφά 64 και Γριβαίων 1ο6 80
Αθήνα 210 3617461


****











Τρίτη 22 Αυγούστου 2017

Στην αρχή, και πριν το τέλος: τρία ποιήματα της Σύλβια Πλαθ, από την εφηβεία της έως και λίγο πριν την «φυγή» της.








       Στην αρχή, και πριν το τέλος: 
τρία ποιήματα της Σύλβια Πλαθ, από την εφηβεία της έως και λίγο πριν την «φυγή» της.




Κείμενο, έρευνα και απόδοση ποιημάτων: Ειρήνη Βεργοπούλου.






Η βασανισμένη αλλά ιδιοφυής Σύλβια Πλαθ (1932-1963),  δεν παύει να συγκινεί το κοινό της ποίησης, αλλά και να αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο μέσα από τις καινούργιες και συνεχιζόμενες εκτιμήσεις των κριτικών και από τις έρευνες, τα ανανεωμένα άρθρα  και  τις αποτιμήσεις του σημαντικού έργου της. Αυτόν τον καιρό  για παράδειγμα “τρέχει” στην Ουάσινγκτον μια έκθεση με αντικείμενα από τη ζωή της και ζωγραφιές της ιδίας, ενώ ένα μεγάλο συνέδριο για αυτήν προετοιμάζεται στο Ωλστερ της Ιρλανδίας για τον Νοέμβριο.

Τα δείγματα του πηγαίου και τεράστιου ταλέντου της στη γραφή, όπως και η βαθιά ευαισθησία της πάνω στα πράγματα, στις αισθήσεις, στη ζωή, μα και οι αρχές της κατάθλιψής της δυστυχώς που θα την ταλάνιζε για πάντα, όλα αυτά λοιπόν ήταν εμφανή από τα εφηβικά της χρόνια. Για όσους, και είναι πολλοί, αγαπούν την ποιητική της έκφραση, είναι εξόχως συγκινητική η ανάγνωση των  πολλών γραμμάτων που  η Σύλβια  έγραφε προς την οικογένειά της στα χρόνια από την εφηβεία έως και το τέλος της ζωής της, και τα οποία τα εξέδωσε συγκεντρωμένα σε τόμο η μητέρα της Ωρέλια Πλαθ το 1975, υπό το τίτλο «Γράμματα στο σπίτι: Αλληλογραφία 1950-1963». Στα γράμματα αυτά, μπορεί να παρακολουθήσει κανείς τον τρόπο που ήδη συνελάμβανε την πραγματικότητα η νεαρή Πλαθ, ποιες ήταν οι ανησυχίες της, και πώς εξελισσόταν η σκέψη της.

Σε ένα μικρό και απλό ποίημα που έγραψε περίπου στα 17 της, και το οποίο η Ωρέλια περιλαμβάνει στον πρόλογο της έκδοσης, η Σύλβια έγραφε:









You ask me why I spend my life writing?

Do I find entertainment?

Is it worthwhile?

Above all, does it pay?

If not, then, is there a reason? …



I write only because

There is a voice within me

That will not be still.





Με ρωτάς γιατί περνώ τη ζωή μου γράφοντας;

Αν βρίσκω διασκέδαση;

Αν αξίζει;

Και πάνω από όλα, αν πληρώνομαι για  αυτό;



Αν όχι, τότε, υπάρχει λόγος;…

Γράφω μόνο επειδή
Υπάρχει μια φωνή μέσα μου.







      Μετά το σχολείο, η Πλαθ ενεγράφη στο Κολέγιο Σμιθ στη Μασαχουσέτη, όπου αμέσως τα ποιήματά της διακρίθηκαν και εντυπωσίασε. Από τότε υπάρχει και το παρακάτω ζωγραφικό σχέδιο (από κάποια Stookie Allen) που την απεικονίζει, το οποίο  είχε αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων του Κολεγίου και  που μιλά για «Εφηβικούς θριάμβους», αφού δυο ποιήματα της νεαρής φοιτήτριας είχαν ήδη δημοσιευτεί σε πανεθνικής εμβέλειας περιοδικά.






 Κάνοντας ένα χρονικό άλμα μπροστά, ξέρουμε ότι ύστερα από πολλή “κατάθεση” νου και ψυχής στην ποίηση, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη εξαίρετα γραπτά, η Σύλβια θα αυτοκτονούσε εισπνέοντας υγραέριο, εγκλωβισμένη σε μια μόνιμη κατάσταση κατάθλιψης, που η ύπαρξη των δυο παιδιών της δεν μπορούσε να αναχαιτίσει. ‘Ένα σύνολο από 274 ποιήματά της συγκέντρωσε ο σύζυγός της Τεντ Χιούτζ στο συγκεντρωτικό τόμο The Collected Poems  το 1981, και ο οποίος τόμος βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ ποίησης.


Στον τόμο αυτό, υπάρχουν και δυο ποιήματα που η Σύλβια συνέγραψε λίγες μόλις μέρες πριν αυτοκτονήσει και τα οποία, παρόλη την απαισιοδοξία και μελαγχολία που την κατέτρυχε, σφύζουν ωστόσο από ζωηράδα, εικόνες, και θετική στάση απέναντι στη ζωή. 






KINDNESS



Kindness glides about my house.

Dame Kindness, she is so nice!

The blue and red jewels of her rings smoke

In the windows, the mirrors

Are filling with smiles.



What is so real as the cry of a child?

A rabbit’s cry may be wilder

But it has no soul.

Sugar can cure everything, so Kindness says.

Sugar is a necessary fluid,



Its crystals a little poultice.

O kindness, kindness

Sweetly picking up pieces!

My Japanese silks, desperate butterflies,

May be pinned any minute, anesthetized.



And here you come, with a cup of tea

Wreathed in steam.

The blood jet is poetry,

There is no stopping it.

You hand me two children, two roses.





Καλοσύνη

Η καλοσύνη γλιστρά ολόγυρα στο σπίτι μου

Η Κυρά Καλοσύνη, είναι τόσο γλυκιά!

Τα μπλε και κόκκινα πετράδια των δακτυλιδιών της καπνίζουν

Στα παράθυρα, οι καθρέπτες

Γεμίζονται με χαμόγελα.



Τι είναι τόσο πραγματικό όσο η κραυγή ενός παιδιού;

Η κραυγή ενός λαγού μπορεί να είναι πιο άγρια

Αλλά δεν έχει ψυχή.

Η Ζάχαρη μπορεί να γιάνει τα πάντα, λέει η Καλοσύνη.

Η Ζάχαρη είναι ένα αναγκαίο υγρό,

Οι κρύσταλλοί της ένα μικρό κατάπλασμα.

Ω καλοσύνη, καλοσύνη

Γλυκά που μαζεύει από κάτω τα κομμάτια!

Τα γιαπωνέζικά μου μεταξωτά, απελπισμένες πεταλούδες,

Μπορεί να καρφιτσωθούν ανά πάσα στιγμή, αναίσθητες.



Και έρχεσαι λοιπόν, με ένα φλιτζάνι τσάι

Στεφανωμένη με τον ατμό.

Το αίμα που ξεπηδά είναι η ποίηση,

Δεν το σταματά τίποτε.

Μου δίνεις και δυο παιδιά, δυο τριαντάφυλλα



*****


BALLOONS

Since Christmas they have lived with us,
Guileless and clear,
Oval soul-animals,
Taking up half the space,
Moving and rubbing on the silk

Invisible air drifts,
Giving a shriek and pop
When attacked, then scooting to rest, barely trembling.
Yellow cathead, blue fish —
Such queer moons we live with

Instead of dead furniture!
Straw mats, white walls
And these traveling
Globes of thin air, red, green,
Delighting

The heart like wishes or free
Peacocks blessing
Old ground with a feather
Beaten in starry metals.
Your small

Brother is making
His balloon squeak like a cat.
Seeming to see
A funny pink world he might eat on the other side of it,
He bites,
Then sits
Back, fat jug
Contemplating a world clear as water.
A red
Shred in his little fist.




Μπαλόνια

Από τα Χριστούγεννα είναι που ζουν μαζί μας,
Άδολες και κατακάθαρες,
Οβάλ αδελφές ψυχές,
Που καταλαμβάνουν το μισό χώρο,
Κινούνται και τρίβονται στο μετάξι

Αόρατα ρεύματα αέρος
Βγάζουν μια στριγκλιά και σκάνε
‘Όταν τους επιτεθείς, ύστερα λακίζουν για να ξεκουραστούν, ίσα που τρέμουν.
Κίτρινο κεφάλι γάτας, μπλε ψάρι-
Με τέτοια αλλόκοτα φεγγάρια ζούμε.

Αντί για ψόφια έπιπλα!
Ψάθινα χαλάκια, άσπροι τοίχοι
Και αυτές οι περιφερόμενες
Σφαίρες αέρα, κόκκινες, πράσινες,
Ικανοποιώντας

Την καρδιά σαν ευχές ή σαν ελεύθερα
Παγώνια που ευλογούν
Το πάτωμα με ένα φτερό
Στολισμένο με στρασάκια.
Ο μικρός σου
Αδελφός κάνει
Το μπαλόνι του να τσιρίζει σαν γάτα.
Φαίνεται θέλει να δει
‘Έναν αστείο ροζ κόσμο που θα μπορούσε να φάει στην άλλη του πλευρά.
Δαγκώνει,
Μετά κάθεται
Πίσω,  σαν βαριά κανάτα
Αναλογιζόμενος έναν κόσμο καθάριο σαν νερό
‘Ένα κόκκινο
Κουρελάκι στη μικρή του γροθιά.


****

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ



                                    
Lewis A. Ramsey -father and son



Επιμέλεια:Aσημίνα Ξηρογιάννη




Σέιμους Χήνι

 Ο αγρότης πατέρας μου


“Ο πατέρας μου δούλευε με άλογο τ’ αλέτρι
οι ώμοι του φούσκωναν σαν ανοιχτά πανιά
ανάμεσα στις λάμες και τ’ αργασμένο χώμα.
Τα άλογα τεντώνονταν με της γλώσσας του το πρόσταγμα.

Πεπειραμένος. Έστηνε το φτερό
και ταίριαζε τη λαμπερή ατσάλινη λάμα.
Ο χορτόπλινθος κυλούσε χωρίς ποτέ να σπάει.
Στην ξερολιθιά, μ’ ένα μόνο τράβηγμα

στα χαλινάρια κι η ιδρωμένη παρέα έκανε στροφή
και πίσω πάλι στο χωράφι. Το μάτι του
μισόκλεινε και κάρφωνε τη γη μ’ ακρίβεια
σχεδιάζοντας το όργωμα σαν χάρτη.

Σκόνταφτα στα χνάρια του, σημαδεμένος από σόλες καρφωτές
έπεφτα καμιά φορά πάνω σο γυαλισμένο χορτόπλινθο
κι άλλη φορά με σήκωνε στην πλάτη
όπως βούταγα και σηκωνόμουνα πάνω από το μόχτο του.

Ήθελα να μεγαλώσω να οργώσω
να κλείσω το ένα μάτι, να τεντώνω το μπράτσο.
Το μόνο που έκανα ποτέ ήταν να τον ακολουθώ,
χωμένος στη φαρδιά σκιά του, πάνω κάτω στο κτήμα.

Ήμουνα βάσανο, όπως σκόνταφτα, έπεφτα,
κλαψούριζα συνέχεια. Όμως σήμερα
είναι ο πατέρας μου που στραβοπατάει
είναι πίσω μου και δε λέει να φύγει.”


( «Τα ποιήματα του βάλτου»Εκδ.Καστανιώτη,Ανθολόγηση-Μετάφραση,Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ 2013)


_________________________


Σύλβια Πλαθ

 
Daddy

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια
Παλιό παπούτσι
Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει
Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό,
Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.

Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά
Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει–
Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό,
Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο
Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό
Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό
Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ.
Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος

Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μία ή δυο.
Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω
Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν
Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω.
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.

Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα.
Ιch, ich, ich, ich,
Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή.
Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα είναι αισχρή

Μια μηχανή, μια μηχανή
Που με μασούσε σαν Εβραίο.
Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ.
Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιένης η διάφανη μπίρα
Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά.
Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό
Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό
Ίσως και να 'μαι λιγάκι Εβραία.

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν
Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημα σου.
Το τακτικό μουστάκι σου
Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά.
Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ —

Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα
Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα,
Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά
Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα.

Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που κρατώ,
Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι,
Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι' αυτό,
Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα

Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο.
Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο.
Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ.
Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλα σου να αρκεστώ.

Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο
Και με κόλλα με ένωσαν ξανά.
Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια.
Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα,
Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf

Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων.
Και είπα δέχομαι, δέχομαι.
Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο,
Και οι φωνές δε φτάνουν μέχρι εδώ.

Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο–
Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα
Και μου 'πινε ολοχρονίς το αίμα,
Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις.
Ησύχασε τώρα, μπαμπά.

Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά,
Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ.
Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν.
Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ.
Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.


(Μετάφραση Κατερίνα και Ελένη Ηλιοπούλου)

 ______________________________


 Tσέσλαφ Μίλος


Φόβος
 

''Πατέρα, πού είσαι; To δάσος είναι άγριο,
Υπάρχουν πλάσματα εδώ, οι θάμνοι κουνιούνται.
Οι ορχιδέες εκρήγνυνται με δηλητηριώδη φωτιά,
Ύπουλα χάσματα παραμονεύουν σε κάθε βήμα.

''Πού είσαι, Πατέρα; Eίναι ατελείωτη η νύχτα.
Το σκοτάδι θα είναι αιώνιο.
Οι ταξιδιώτες είναι άστεγοι, θα πεθάνουν από πείνα,
Το ψωμί μας είναι πικρό, και σκληρό σαν πέτρα.

''Η καυτή ανάσα του φρικτού θηρίου
Έρχεται όλο και πιο κοντά, ξερνάει τη μπόχα της.
Πού έχεις πάει, Πατέρα; Γιατί δεν λυπάσαι
Τα παιδιά σου που είναι χαμένα σ' αυτό το ζοφερό δάσος;


 Mετάφραση,Ασημίνα Ξηρογιάννη,
http://www.vakxikon.gr/content/view/2169/11463/  


                                         
giovanni battista moroni - father and son



ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ


74


'Oταν έγραφες ένα χρόνο πριν το σονέτο 47,ζούσε ακόμη.
Χθες πέθανε.Οι γιατροί απλώς αρνήθηκαν να τον επαναφέρουν.
Επί δεκατέσσερις μήνες κοιτούσε τους γυμνούς τοίχους του θαλάμου του
συνομιλώντας μόνο με τον εαυτό του.Κοιτούσε και κοιτούσε.
Το πρωί που ξύπνησες βρήκες ένα  SMS από τον αδελφό σου:
''Call me immediately!Our father...''
[Τα αγγλικά είναι η κοινή σας γλώσσα,κι αυτά σπασμένα ,όπως η σχέση σας.]
'Ωρα Βραζιλίας 14.00.'Εκλεισε τα μάτια του καθώς εσύ άνοιγες τα δικά σου.
Τώρα είσαι πλέον ορφανός.
Φθινόπωρο έφυγαν και οι δύο,με δύο χρόνια διαφορά .   
Οι στάλες της βροχής  στο τζάμι συντονίζονται μ ετη οδύνη σου-
κυλάνε αργά όπως τα δάκρυά σου.
Τον αγαπούσες όσο πίστευες;Σε αγαπούσε όσο ήθελες;
Συνέχισε να ρωτάς.Οι δικοί σου τοίχοι έχουν ακόμα πολλά να πουν.
     

(Σονέτα της Συμφοράς,Πατάκης 2011)

___________________________

Χρίστος Λάσκαρης

 Πάλι ο πατέρας μου


“Απόψε είδα πάλι τον πατέρα μου.
Τριαντατρία χρόνια πεθαμένος
και δεν κουράστηκε να μ’ επισκέπτεται.

Φορούσε το καπέλο του πως θα ταξίδευε.
Η μητέρα μου μπάλωνε στη γωνιά.
«Κάτσε», του λέει, «πού ήσουνα»”.


(Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, Καστανιώτης)


 __________________

 Θανάσης Κωσταβάρας,

Στο σπίτι του πατέρα 


Είμαι στο σπίτι του Πατέρα.
Κρύος αέρας περνάει μέσα από τις ραγισμένες πόρτες.
Κι έξω στον κήπο, μαύρο ξεσέλωτο άλογο
γδέρνει με την οπλή του το χώμα.
Ανεβαίνει την πέτρινη σκάλα χρεμετίζοντας.

Κι εγώ είμαι μόνος στο σπίτι.
Τόσο μόνος όσο δεν ήμουν ποτέ μου.

Ξάφνου, Άγγελος Κυρίου στέκει αντίκρυ.
Ταξιδεμένος Άγγελος στέκει και με κοιτάζει θλιμμένος.

Κι ανάμεσά μας περνούν άσπρα φύλλα του φθινοπώρου.
Άσπρα φύλλα του φθινοπώρου και του χειμώνα περνούν
τα περασμένα μου χρόνια.
Τα κερδισμένα και τ’ άλλα, τα πριν από σένα, τ’ αόριστα.

Στέκω και τον κοιτάζω. Και μέσα στο πρόσωπό του
απορημένος βλέπω το πρόσωπό σου,
μπορώ πίσω από το φόβο να ξεχωρίσω το ωραίο σου
πρόσωπο.

Δεν λέω τίποτα.
Σε κοιτώ μόνο, σαν να ‘σαι το τελευταίο πρόσωπο
που πρόκειται ν΄αντικρίσω.

Κι όπως πέφτει το βράδυ κι ο ίσκιος σου χάνεται
γέρνω στο φευγαλέο μου όνειρο
κι απελπισμένος κλαίω.



( Από τη συλλογή Στο βάθος του χρώματος, 1993)

 ______________


Τίτος Πατρίκιος,


 «Μνημόσυνο I» 

«Δύσκολα χρόνια φτώχειας και κατατρεγμού
μαζί τα ζούσαμε κυλούσαν σα νερό
έπειτα άνοιξα μια πόρτα στο βοριά
κι όλοι σκορπίσαμε σαν ξεραμένα φύλλα.

Όμως πατέρα τώρα σε γνωρίζω από κοντά
βλέπω όσα δεν άγγιξαν τη ζωή σου
άχρηστα λόγια σαλιάρικη ευτυχία
τώρα που η παρουσία σου όλο λιγότερο με βαραίνει.»


 «Μνημόσυνο II»

«Σαν έφυγες πατέρα άνοιξε ένα φαράγγι
και φάνηκαν όλα τα περασμένα χρόνια
σα στρώματα γεωλογικά γυμνά κι απρόσιτα
στην όψη κάθε αντικριστής πλαγιάς.

Τώρα όμως κλείνει σιγά σιγά το χάσμα
μεγαλώνουμε τις αρετές σου ξεχνάμε τα ελαττώματα
σε αλλάζουμε σε σύμβολο να σκέπει και να θάλπει
όπως οι πρώτοι άνθρωποι φτιάχναν το Θεό.»



(από το «Τίτος Πατρίκιος – ΠΟΙΗΜΑΤΑ, II (1953-1959)», Κέδρος)






Λευτέρης Ξανθόπουλος, «Ο πατέρας παντού» Άνοιξε το ντουλάπι της κουζίνας και βγήκε από μέσα ο πατέρας κρατούσε δίχτυ με ψώνια πατάτες μακαρόνια μοσχαρίσιο κιμά τυριά από τον Ζαφόλια 50 δράμια καφέ˙ σας έφερα να φάτε είπε ακούμπησε το δίχτυ στο τραπέζι και βγήκε. Έπειτα ήρθε η μυρωδιά του καπνού από το μπάνιο από το χολ απ’ το υπνοδωμάτιο από το σαλόνι απ’ το φωταγωγό από τον κήπο.

Πηγή : Andro.gr [ http://www.andro.gr/empneusi/top-5-poiimata-gia-ton-patera/ ]

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ / ΛΑΙΔΗ ΛΑΖΑΡΟΣ


 [...]


...Το να πεθαίνεις
είναι μια τέχνη,όπως και καθετί άλλο
Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά.

Ετσι όπως το κάνω είναι σαν κόλαση.
Ετσι όπως το κάνω μοιάζει αληθινό.
Μπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα....

  [...]

(Απόσπασμα-Λαίδη Λάζαρος )