Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Μαΐου 2018

«Ρειstart stories» της Μαριάννας Λύρα.//// Εντυπώσεις απ΄το βίντεο /// ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ


«Ρειstart stories» της Μαριάννας Λύρα. Εντυπώσεις απ΄το βίντεο.

ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ


Πότε, πού προβλήθηκε: Διεύθυνση: Λεωφ. Συγγρού 114, είσοδος από Φαλήρου 97-99

https://www.facebook.com/RestartbyLyra/videos/1996463700620308/
Διάρκεια: 14 -31 Μαρτίου 2018
Ημέρες λειτουργίας: Καθημερινά 11.00 -2.00 και 19.30-22.30 εκτός Δευτέρας
Ώρα έναρξης παραστάσεων: 21.30
Ώρα έναρξης προβολής: 21.00
Είσοδος ελεύθερη

Σε έναν χώρο στεριανό, το γκαράζ της Φίατ άλλοτε, ξετυλίγεται το θέμα με μέσα ποικίλα: για τα μάτια τα εικαστικά και το βίντεο, για τη ψυχή το όλον. Πυρήνας της συνολικής performance απετέλεσε το εικαστικό έργο της Μ.Λ.: ένα δείπνο οικογενειακό. Με φανερή τη βίαια κι απότομή του σχάση από μια ηλεκτρική εκκένωση που διχοτομεί την εικόνα. Από το γεγονός θα προκύψουν αδέσποτες πια οι μορφές των συνδαιτημόνων. Το μόνο που απομένει από το παρελθόν, η «στάση», το ίχνος που αποτυπώνει η εκάστοτε κίνηση. Η βρώση που διαχύθηκε κι αυτή έχει ζυμωθεί στις ρίζες: σαφέστατα στην ορθόδοξη παράδοση, με γαλάζια και χρυσά που θυμίζουν Παρθένη, με τέμπλα να λάμπουν και φθορά που μαρτυρά το πέρασμα του χρόνου στις άγιες προσόψεις. Το δείπνο θα μπορούσε να είναι και μυστικό, τελευταίο· πρώτο πριν την μοιραία ανακατάταξη.
Οι δραπέτες της οικογενειακής εστίας αιωρούνται, αναζητούν, επανατοποθετούνται με πολλαπλούς τρόπους, σχήματα και συσχετισμούς στο χώρο. Από την ανακατανομή τους τίποτα δεν είναι λιγότερο από ακέραιο, τίποτα δεν είναι ίδιο, όλα είναι μοναδικά αλλά δομημένα από κοινά υλικά. Κομμάτια ενός παζλ μοναδικού. Σχάση και σχέση, κύματα και νήματα που πλαισιώνουν, γεμίζουν το κενό και το ακυρώνουν. Δονήσεις με μορφή γραμμών ορίζουν, ξεχωρίζουν. Το αποτύπωμα του σώματος και το ρέον αποτύπωμα της κίνησης, σε ένα περιβάλλον που εναλλάσσεται:
Άλλοτε είναι υγρό και δονούμενο σαν μήτρα, άλλοτε δίχτυ -ασφαλείας ή εγκλωβισμού-, σύννεφο ή γεωμετρικά ορισμένος χώρος. Με τα τσιμεντένια σκαριά πλοίων -μου θύμισαν τη βάση κάτω από τη Νίκη της Σαμοθράκης- να αντιστέκονται με το βάρος και τον όγκο τους στην απόδραση. Η ανύψωση των μορφών σε ανώτερο επίπεδο επιτυγχάνεται στο τέλος με ιστία, αέρα και έμ(πνευση), μια μορφή μετακίνησης λιγότερο συμπαγή ωστόσο παραδοσιακή, με ρίζες στην ιστορία, στην ίδια τη θάλασσα!
Η παράδοση κατέχει σημαντική -και παράλληλη- θέση στο όλο θέαμα, είτε εκφράζεται ως θρησκευτική, ιστορική ή μυθολογική. Τα θραύσματα των μορφών εμφανίζονται περασμένα σε κάθετο άξονα. Σαν απογυμνωμένα οστά, σπόνδυλοι της εκάστοτε «κατασκευής», ίσως και προσωπικότητας. Σαν σταυροί ή σαν ιστία υψώνονται μαζί με την προαιώνια φαντασίωση για φυγή, περιπλάνηση, ανάταση και πτήση. Σαν Ιησούς στο σταυρό, σαν Οδυσσέας στο μεσιανό κατάρτι, σαν Ιησούς στο μεσιανό κατάρτι, σαν Οδυσσέας στο σταυρό…
Το δέντρο, σηματοδοτεί το αίμα και την ροή, τη καταγωγή, τίς απολήξεις κι αισθητήρες των σωμάτων. Η φωτιά -απότοκος της αστραπής- υψώνεται με χρωματισμούς, έντονους και θερμούς σε αντίθεση με τις μορφές. Που μοιάζουν να διατηρούν τη «στάση» (ζωής) που είχαν στον αρχικό δείπνο. Εξαιρείται μία μοναδική ύπαρξη που ίπταται με μια κίνηση χορευτική/καμπυλόγραμμη, απελευθερωμένη σε σχέση με τις «κυκλαδόσχημες» υπόλοιπες. Αυτή ξεφεύγει από ένα περίγραμμα που θυμίζει ίχνος κιμωλίας σε άσφαλτο -ή δάπεδο- ορίζοντας το χώρο όπου κείται κάποιο ακίνητο συνήθως σώμα.
Το έργο της Μαριάννας Λύρα είναι πολύσημο και απλώνεται σε γη, ουρανό, θάλασσα και ψυχή, για να αγγίξει λεπτές χορδές με τις πολλαπλές αναφορές του σε παραστάσεις οικείες: από τη τέχνη των Κυκλάδων ή της ορθόδοξης εικονογραφίας ως τον σύγχρονο πλουραλισμό αλλά και φαντασιακές, του ένδον ή έξω ταξιδιού που ποτέ δεν τελειώνει. Σίγουρα ο κάθε θεατής εντοπίζει άλλες, δικές του ιστορίες.

***



Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ /// ΜΙΚΡΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΝΑΞΟ

Φωτό Μ.Ιωαννίδου


Η Νάξος με γοήτευσε από τα δεκατρία μου. Τότε που άνθρωποι πάτησαν το φεγγάρι, μου είχε φανεί ότι η Κυκλαδική γη είχε «κρατήρες» και σε συνδυασμό με τους Ενετικούς πύργους συνέθεταν τα ασύνδετα: την παιδική μου ηλικία και τα παραμύθια της με την εφηβεία αφ’ ενός, την απογείωση αφ΄ετέρου με τη «προσελήνωση», την καινούργια λέξη: ολίγον αμερικάνικη, ολίγον φουτουριστική και πολύ φαντασιακή…
Επισκέπτομαι το νησί τα τελευταία χρόνια και πάντα το ανακαλύπτω. Ετούτη τη χρονιά το οδοιπορικό έγινε πιο πλήρες και άνετο αφού η Μαρκέλλα, ατρόμητη στο τιμόνι του τζιπ της, ήτανε μέρα νύχτα έτοιμη για βόλτες και ανακαλύψεις, για όλα τα δύσκολα παρκαρίσματα, τη πορεία πάνω στους αμμόλοφους όποτε χρειάστηκε και τις διαβάσεις ανάμεσα από καλαμιώνες.
Ξεκινήσαμε την «ένδον» γνωριμία από το αρχαιολογικό μουσείο. Δρασκελώντας τα μεγάλα σκαλοπάτια του μεσαιωνικού κτίσματος όπου στεγάζεται, διανύσαμε και τις ιστορικές περιόδους. Κυκλαδικά ειδώλια ή ελληνιστικά αγάλματα, φτιαγμένα από τα ίδια υλικά, μάρμαρο και ήλιο, όλα φθαρμένα, όλα πλασμένα για τον τόπο αυτό. Και στη ταράτσα μετά, λιμάνι με Μπλου Σταρ και άλλα ταχύπλοα, εκκλησία, παλιά και νέα πόλη, μας προσφέρθηκαν «στο πιάτο» μαζί με ένα δροσερό πράσινο τσάι. Το διάφανο φως, οι σαφείς διακρίσεις από το κίτρινο ως το πράσινο σε αγρούς και καλαμιώνες, το άσπρο της πέτρας, δίνουν την αίσθηση ότι είναι όλα απλά, σαφή αλλά κυρίως, γόνιμα.
Η περιήγηση στην ενδοχώρα αποκαλύπτει άλλα «μυστήρια» και παράδοξες συνυπάρξεις: Στις Μέλανες ο κούρος -σε αντίθεση με τον συνάδελφό του στον Απόλλωνα που είναι φωλιασμένος σ ένα ύψωμα- ξαπλώνει τραυματισμένος με ραγισμένο το ένα πόδι μέσα σε ένα καταφύγιο παραδείσιο: Η ρεματιά και τα νερά, καλλιεργημένη, με φρεσκοποτισμένα μποστάνια δίπλα σε βελανιδιές αιώνιες. Με τις πέτρινες πεζούλες να ορίζουν ιδιοκτησίες, να προσπαθούν να τιθασεύσουν νερά και χώματα, ενώ στη καρδιά της πανδαισίας, το νεανικό πέτρινο κορμί, αναπαύεται από τη πορεία του μέσα σε αιώνες συνύπαρξης. Απλώνοντας το χέρι, κόβουμε την κοντούλα από το δέντρο που ούτε αντιστέκεται και ούτε απαγορεύει τίποτα στη συγκεκριμένη Εδέμ.
Στη διαδρομή προς τα χωριά, σε κάθε στροφή του δρόμου αποκαλύπτεται από άλλη οπτική γωνία το μαρμάρινο λατομείο αλλά η αρχική εντύπωση δεν αλλάζει: το νταμάρι, έργο φύσης και ανθρώπου, λαξεμένο μέσα στο βουνό, δίνει μια αίσθηση μοναδική, ναού, γλυπτού. Στημένες σαν κίονες οι λευκές διαβαθμίσεις της φθοράς με φόντο τον ουρανό, υπαινίσσονται ότι και τους ναούς και τα γλυπτά, κι ό,τι είδες στο μουσείο, κάποτε μπορεί να τάχαν δει και ο Φειδίας κι ο Μοντιλιάνι και ο Μουρ, ν΄ άντλησαν τις γραμμές και να σμίλεψαν την ύλη.
Για τα ίδια τα χωριά της Νάξου όμως τί να πρωτοπώ; ‘Εχουν ζωή, τελεία: Ο Απείρανθος παίζει με την ίδια τη γλώσσα και τη γεωγραφία. Άλλοτε αρσενικός και άλλοτε θηλυκός, άλλοτε Κυκλαδικός και άλλοτε Κρητικός στο γλωσσικό ιδίωμά του, σου δείχνει μια ακόμα γωνία θέασης από ψηλά. Και όταν κουράζεσαι σου προσφέρουν την πιο «τίμια» σαλάτα και το παγωμένο νερό που δεν χρεώνεται…
Το Χαλκί αν και τουριστικό είναι κουκλίστικο, αλλά το Φιλότι, με τον γιγάντιο πλάτανό του στη πλατεία και όλα τα στοιχεία του, μαρτυρούν ότι τόσο η αγορά όσο και η κοινωνία λειτουργούν ολοχρονίς. Τράπεζα, φαρμακείο, δύο σιδεράδικα, ιατρείο, σχολείο αλλά και ανακοινώσεις για «ντόπια» πολιτιστικά, πήρε το μάτι μου. Ο καφές από το μπρίκι συνοδεία
σπιτικού γλυκού βύσσινο στη βαθιά δροσιά της πλατείας δεν αφήνει περιθώρια για περίσκεψη ή βαθυστόχαστες παρατηρήσεις.
Το μάτι πέφτει απέναντι στο εμπορικό με τα καλάθια, τα ντενεκέδια παρέα με τα φρούτα και τα λαχανικά και δίνει «άδεια» στο πνεύμα. Ακούω μέσα μου έναν βαθύ αναστεναγμό και όλα εκείνα που θυμάμαι δεν είναι πλάσματα φαντασίας αλλά αντέχοντας στο χρόνο, συνεχίζουν από «τότε» που πρωτοήρθα σε επαφή με το φαινόμενο «Κυκλάδες» ως τα σήμερα: ο αδιάσπαστος κύκλος της φύσης και της ανθρώπινης παρέμβασης, το εμπόριο που σχετίζεται μ΄αυτές τις δραστηριότητες… όχι, δεν είναι κοινωνικές παρατηρήσεις. Είναι μια ανάσα που θυμίζει ότι η ζωή σε κάποιους τόπους δεν σ΄έχει προσπεράσει με τη φούρια της καινούργιας εποχής, σε κάποιους τόπους το νερό δροσίζει ακόμα.
Με ένα μόνο βλέμμα, ζεις μες την εικόνα που είναι η ενσάρκωση του μινιμαλισμού. Oι πέτρες συγγενεύουν με τα ξωκλήσια, τα δέντρα κι οι καλαμιώνες με τα κύματα, όλα τα περιττά απλοποιούνται και καταλήγουν σε μαγικές δυάδες ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, τη στεριά και τη γη, τον αέρα που σου καθαρίζει το μυαλό από ό,τι μολυσμένο και μπερδεμένο κουβάλησες, εσύ ο βέβηλος, από τη πόλη.
Γενικά, για τις Κυκλάδες, μην ξεκινήσεις με βαριές βαλίτσες. Ό,τι φορέσεις τη μέρα θα το απλώσεις στον βοριά και θα σε προστατέψει και τη νύχτα. Κι ό,τι σχεδιάσεις να κάνεις με χάρτες και οδηγούς θα αναιρεθεί από τους δρόμους που σου δείχνει με το τρόπο του ο τόπος. Όταν θα καταφύγεις στις παραλίες, προχωρημένο μεσημέρι πια, θα απολαύσεις τις βουτιές και δεν θα χάσεις τη δύση από το “west coast”. Αη Προκόπης, Αγία Άννα και Πλάκα θα σου απλώσουν το πιο ονειρικό σκηνικό: σιμιγδαλένια αμμουδιά και πράσινα βαθιά νερά με τον ήλιο να γέρνει και να ξαναγεννιέται εκείνη η παλέτα του μωβ και του πορτοκαλί που νόμιζες ότι είχε «καταργηθεί».
Βραδιάζει χωρίς να μελαγχολείς, όχι γιατί είσαι διακοπές αλλά γιατί ο ανοιχτός ορίζοντας και οι χαμηλές γραμμές των οικημάτων με τα αρμυρίκια από τη μια και το απέραντο γαλάζιο από την άλλη, επαναλαμβάνουν τραγουδιστά ότι δεν έχεις κάνει λάθος: η ζωή συνεχίζεται και μάλιστα χωρίς πολυκατοικίες, χωρίς φανάρια και τον περίφημο Σαββοπουλικό «ρόγχο του αιρ κοντίσιον». Όλες οι μορφές, κολυμβητές και σκάφη και σύννεφα ψηλά και βράχια παρακάτω, όλα αιωρούνται με αρμονία και χάρη για όσο φτάνει το ανθρώπινό σου μάτι. Και σου ξανασυστήνεται το καλοκαίρι με όλα του τα στερεότυπα: μαγιώ και στάχυα, άσπρο και μπλε από πρώτο χέρι, και μια ώχρα που ξεπροβάλλει σαν σκουριά μέσα από το πέτρωμα. Όσα είχες ακουστά από τους φωτισμένους αρχιτέκτονες ξεπροβάλλουν, αλλά εδώ είναι το real thing, εδώ είναι η πηγή!
Το θέμα πάλι, «ναξιώτικο φαγητό», μοιάζει ανεξάντλητο σαν και τις τεράστιες χορταστικές μερίδες! Το γεγονός ότι και πατάτες και μοσχάρια και κοκόρια και λαχανικά παράγονται κάτω από τη πόρτα του ξενοδοχείου που σε φιλοξενεί, εξηγεί τα γενναιόδωρα πιάτα. Ίσως θάπρεπε να αποτελεί «πρότυπο» για τον κάθε επαγγελματία που στην αντίπερα όχθη, βαφτίζει τη κάθε μπουκιά με ονομασίες και επεξεργάζεται με τεχνικές εξ εσπερίας προκειμένου να προσδώσει υπεραξία. Αφού γευτείς φαγητό στη Νάξο και μετά, θα γίνεις σωβινιστής και λαϊκιστής όσον αφορά στη μάσα. Θα υποκλιθείς στα λαδερά και στην υπέροχη τηγανητή πατατούλα, στη χωριάτικη με το ντόπιο τυρί, στις πίτες και στα γλυκά του κουταλιού που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν σύμπασα τη μαγειρική κοινότητα πολύ περισσότερο από το υγρό άζωτο και το ζελέ σε χρώμα τεχνητό φλούο λαχανί ή φούξια…

Koρυφαία εμπειρία που ζήσαμε και δεν θα ήθελα με τίποτα να έχω χάσει ήταν και το «Φεστιβάλ Πατάτας», μάζωξη που έγινε στο προαύλιο του ντόπιου συνεταιρισμού ένα ακόμα μαγεμένο Αξιώτικο σούρουπο. Κόσμος πολύς, φαμίλιες ολόκληρες από τους παππούδες με τα χαραγμένα από τον ήλιο πρόσωπα, ως τα μωρά των πρόσφατων ξενιτεμένων, ακόμα και ένα χορευτικό συγκρότημα φιλελλήνων από την Ιταλία! Η επαφή με την παραγωγή και με τη θάλασσα ενώνει, καθώς η μάζωξη δεν γιορτάζει μόνο την επάρκεια στο γεώμηλον αλλά και το εμπόριο που θα ακολουθήσει. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που ούτε το τηγανητό λάδι δεν ενοχλεί, που η παρουσία των εκπροσώπων των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, ακόμα και των απαραίτητων για τη μεταφορά, πλοιοκτητών δεν ξενίζει, το έδαφος -ή το υπέδαφος- της Νάξου ενώνεται με θάλασσα.
Κοντά μεσάνυχτα φεύγουμε με τη γεύση της τηγανητής πατάτας ακόμα στο στόμα και καταφεύγουμε στο πιο κοντινό σουβλατζίδικο στο ξενοδοχείο μας για μια μπύρα που να ξεπλύνει όλη τη περίεργη βραδιά. Ξεχασμένοι προσκυνητές της χτεσινής γιορτής του Άγιου Νικόδημου και παπάδες προερχόμενοι προφανώς από άλλες γειτονικές Κυκλάδες και κορίτσια με μίνι φούστες και «κλατς» στα χέρια κρατάνε το μαγαζί ζωντανό ενώ ο κόκορας αρχίζει να κακαρίζει…
Κάτω από το παράθυρο του ξενοδοχείου, αγρότες με τις γαλότσες και το στέϊσον φορτώνουν το ξημέρωμα ντομάτες και το απόβραδο χορταρικά ενώ το λάστιχο ποτίζει στάγδην το δεντρολίβανο, την αρμπαρόριζα και τη λεβάντα. Τα τρία αρώματα μαζί, μοσχοβολούν στο μικρό βεραντάκι όπου σερβίρεται το πρωινό και ανακατεύονται με τις μυρωδιές από τις πίτες, το φρεσκοψημένο ψωμί και το καφέ που προσφέρεται σχεδόν αυτόματα: ο καλός ξενοδόχος καραδοκεί και μόλις δει τον κάθε πελάτη να κατεβαίνει για το πρωινό, βάζει να γίνεται ο καφές της ιδιαίτερης προτίμησής του.
Φαίνεται ότι εδώ το μέτρον είναι άριστον, και ελπίζω έτσι να διατηρηθεί, καθώς ο τουρισμός και οι υπηρεσίες του, αν και ψηλού επιπέδου, αν και μπολιασμένες από παραδοσιακές αξίες όσον αφορά στην καθαριότητα, την ευγένεια και το μεράκι των νησιωτών, δεν έχει «ξεφύγει» από ορισμένα όρια όπως συμβαίνει με τις καινούργιες Dinsneylands του αιγαίου, παρακείμενες και κοσμικές Κυκλάδες


Φωτό Μ.Χ.


*****

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

notationes/// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2017 /// ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ /// ΘΡΑΥΣΜΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ




Είσαι το όνομα
που συλλαβίζει το σώμα μου

Μαχαίρι που σφήνωσε
στις ριπές των γραμμάτων

Σημείο που τέμνονται
οι σπασμοί και οι λέξεις 

***

Ray Metzker, "Sand Creatures", 1973
http://bit.ly/2ng8FkY


*

Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

notationes /// ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2017 /// ΛΕΥΚΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ /// ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ






Λευκά στην κορυφή


Διηγήματα

Ιωάννα Καρατζαφέρη

Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2015
200 σελ.


****

Γράφει η Μαρία Ιωαννίδου

ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΓΩΜΕΝΑ

Ο τίτλος, σε συνδυασμό με το εξώφυλλο, εξ ίσου πολύσημα. Η φωτογραφία μιας βουνοκορφής, η φυσική μορφή της συγγραφέως με τα ολόλευκα μαλλιά, προδιαθέτουν για μία ακόμα περιπλάνηση στο χρόνο: ένα αστέρι στο βάθος του ορίζοντα- ήλιος ή φεγγάρι, στην ανατολή ή στη δύση του- ενώ σε πρώτο πλάνο μια κουκουβάγια, πουλί σοφό αλλά και νυκτόβιο, ατενίζει τον αναγνώστη. Τα «Λευκά στην Κορυφή» ενδέχεται να δηλώνουν τα άσπρα της κεφαλής, σοφία και ωριμότητα, αλλά και τα χιόνια εκείνα που ποτέ δεν λιώνουν.
Τα δεκαεννέα διηγήματα πραγματεύονται το θάνατο και την απόσταση. Αρχίζοντας με την κηδεία της μάνας, μια γυναίκα μαυροφορεμένη προσπαθεί να προσεγγίσει εν μέσω καύσωνα το νεκροταφείο, με αγωνία, σιωπή και λόγια καλά φυλαγμένα για το κατευώδιο. Έτσι ξεκινάει μια αφήγηση σταθερά πρωτοπρόσωπη όσο κι αν ποικίλουν τα επόμενα δέκα οκτώ διηγήματα. Το απόλυτο μαύρο και θερμό της πρώτης ιστορίας θα διαδεχθούν οι διαφορετικές αποχρώσεις του μοιραίου μέχρι την ύστατη προσπάθεια να ελεγχθεί το ανεξέλεγκτο επέκεινα. Ενδιάμεσα ο απόηχος του θανάτου θα ακουστεί σε καταστάσεις υπόκωφης βίας αλλά και αναπολήσεων που προσπαθούν να γεφυρώσουν με τις ομοιότητες τις διαφορές ανάμεσα σε τόπους και συνήθειες, να ερμηνεύσουν σχέσεις με τις διαρρήξεις τους, παρουσίες με απουσίες, ίσως και το δίπολο «εγγύτητα - απόσταση», εν τέλει.


Η φωνή της αφηγήτριας μαρτυρά τη πορεία μιας γυναίκας ώριμης στα χρόνια και πλούσιας στις εμπειρίες, κοσμοπολίτισσας με γερές ρίζες στη γενέθλια γη και συχνή αναφορά στις ανάλογες μνήμες που την ακολουθούν. Διατηρεί τη ψύχραιμη, διεισδυτική ματιά στη φύση, στους τόπους και τους τύπους των ανθρώπων που συμπληρώνεται από τη παιδεία, τη τριβή με τη λογοτεχνία και τη πολιτική επικαιρότητα. Οι περιστάσεις που βιώνονται διατηρούν μια συνεχή ένταση, η έκβαση κρύβει ανατροπές και εκπλήξεις και η ελλειπτική γραφή προσδίδει οικονομία στο λόγο. Αυτή είναι όμως μία, η πρώτη κι όχι μοναδική ανάγνωση.
Τα πρώτα διηγήματα αναφέρονται σε θανάτους, κηδείες και νεκρικά έθιμα που αφορούν σε αποχαιρετισμούς κλιμακωτά πιο απόμακρους σε σχέση με τον πρώτο. Στη συνέχεια η Καρατζαφέρη εστιάζει σε σχέσεις με ομάδες ή άτομα που έφυγαν από τη ζωή -ή από τη δική της - με τρόπο λίγο ή πολύ βίαιο. Θάνατοι ομαδικοί, ατυχήματα, δολοφονίες, αποχωρισμοί και απομακρύνσεις δίνουν μεταξύ άλλων το στίγμα της σχετικότητας: Ο θάνατος βιώνεται ανάλογα με την συναισθηματική, γεωγραφική ή χρονική απόσταση που έχουν –ή που θέτουν- οι ζώντες από κείνους που φεύγουν.
Η αφηγήτρια, όσο κι αν υιοθετεί διαφορετικές περσόνες, θα διατηρήσει το σταθερό –και αναγνωρίσιμο- ύφος και θα περιγράψει όλα τα μοιραία συμβάντα εντοπίζοντας κοινές φιγούρες σε ανόμοιες περιστάσεις, π.χ.: άντρες με μαύρα κοστούμια, ξεχωρίζουν καθώς υποδύονται εκ περιτροπής τους σερβιτόρους, σεκιουριτάδες, τελετάρχες ή νεκροπομπούς. Θα συνομιλήσει και θα σχετιστεί με κλοσάρ ή μπεηζμπολίστες, υπόδικους και μαστροπούς και καθώς θα μπαίνει σε προφανώς ανοίκειους χώρους, θα μπολιάζει τα άγνωστα με τα δεδομένα του πάτριου εδάφους αφ΄ενός, με «ασκήσεις επί χάρτου» αφ΄ετέρου. Όσο σκληρό, οργανωμένο και απόρθητο φαίνεται το άγνωστο σύμπαν των γηπέδων, των εκρήξεων και των δολοφονιών, τόσο καταφεύγει σε νοητικές αναπαραστάσεις ή σκηνοθετικές οδηγίες για εγκλήματα κατά άλλων και του εαυτού της, αναφορές στη λογοτεχνία αλλά και στο πασίγνωστο στους αναγνώστες της Ι.Κ., πανταχού παρόν, Διαβολίτσι, τόπο καταγωγής της συγγραφέως. Eνώσο ζώα περιφέρονται, αμέριμνα για τη δική τους μοίρα, ατίθασα, αυτόνομα, ίσως και σαν τα ένστικτά μας…
Η δεύτερη ανάγνωση φανερώνει ότι στις ιστορίες κλιμακώνονται, η ίδια η βία της ζωής, το πέρασμα του χρόνου, η λήθη και ο φόβος, ενώ οι αποχωρισμοί, ο πόθος και η σαγήνη του θανάτου, που ξεπροβάλλουν πίσω από τις γραμμές, ευνουχισμένα και ορθά πολιτικοποιημένα, επιβιώνουν∙ μέχρι η Ι.Κ. να «σκοτώσει» σε μια ύστατη πράξη ακτιβιστικού φεμινισμού αυτό που θεωρεί αιτία μιας βίας, κοινωνικής. Το δράμα κορυφώνεται, αλλά η βία καραδοκεί, ως ανεκπλήρωτο πάθος, ή ενοχή για «πράξεις και για παραλήψεις», προς εαυτόν, για κάποιες λέξεις, παρορμήσεις ή πάθη που δεν βρήκαν διέξοδο. Οι περιγραφές που παίρνουν μεγάλη έκταση και οι μακροπερίοδες διατυπώσεις κάνουν την ελλειπτική γραφή να «σκοντάφτει» σε μια πιο ισχυρή διάθεση απολογισμού. Το ίδιο ισχύει για εποχές που σηματοδοτούνται από πολιτικά γεγονότα τα οποία δεν παίζουν κάποιον εμφανή ρόλο στην ολοκλήρωση των χαρακτήρων. Προφανώς η κατά μέτωπο αντιμετώπιση του τέλους προδιαθέτει για μια άλλη -και αμήχανη- «φλυαρία» που δεν πείθει σαν ευλογοφανής κατασκευή, αφού προφανώς δεν είναι.
Περισσότερο αυθεντικό, το ομώνυμο με τη συλλογή, διήγημα, συνυφαίνει εμπειρίες πραγματικές ή/και μυθοπλαστικές, αρμονικά. Η παθογένεια της επαρχίας, ο στενός κλοιό της οικογένειας, σφίγγουν γύρω από ένα τρισδιάστατο ήρωα, με παρελθόν ευανάγνωστο, ο οποίος βιώνει και έναν εμφανή «θάνατο», των ονείρων και της ίδιας της λίμπιντο του, θυσιάζοντας την δυνατότητά του να παίξει έναν άλλο ρόλο στη κεντρική σκηνή της συλλογής και στη καρδιά της συγγραφέως. Που του αφιερώνει τη σχεδόν μοναδική εσωτερική ανάγνωση πριν τον παραδώσει στη μοίρα του και στη πένα της.
Εκείνα τα «Λευκά στην Κορυφή» μπορεί να είναι παγωμένα συναισθήματα, εν τέλει.




http://www.biblionet.gr/book/204917/%CE%9A%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%B7,_%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1/%CE%9B%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%AC_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%AE 


****

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

notationes /// ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2016-2017 //// ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ /// ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΡΕΛΑΣ


Μικρό χρονικό τρέλας Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Αύγουστος Κορτώ Εκδόσεις Πατάκη, 2016


Γράφει η Μαρία Ιωαννίδου


“Ασε με τώρα μη μου μιλάς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω. Και μη με κοιτάξεις στα μάτια γιατί η θλίψη μου θα γίνει οργή»*
Έχω και στο παρελθόν εκφράσει τον βαθύ μου σεβασμό στους συγγραφείς που αυτοβιογραφούνται. Ειδικά αν ο «βίος» που εξιστορούν δεν είναι ακριβώς ανθόσπαρτος και αν η εξιστόρησή τους δεν αποκρύπτει, δεν μεταμφιέζει και δεν «αξιοποιεί» τα πρόσωπα και τα γεγονότα . Εν προκειμένω, ο Αύγουστος Κορτώ, αναλαμβάνει με τον ανεπανάληπτο δικό του τρόπο –και με αφορμή την εξιστόρηση των βιωμάτων του- να απενοχοποιήσει την ψυχική αρρώστια, να βγάλει δηλ. «από τη ντουλάπα» την ντροπής, της περιθωριοποίησης και του στιγματισμού, τον τρελό∙ που «δεν τον αφήνει στην τρέλα του», αλλά τον οδηγεί στην κεντρική σκηνή για να μας τον συστήσει: τον άλλον του εαυτό, πώς τον συνάντησε μια κρύα –όχι τυχαία- νύχτα, πώς τον ακολούθησε στις δαιδαλώδεις –πνευματικές αλλά και αληθινές, στους δρόμους της πόλης- διαδρομές του παραληρήματός του.
Το πλαίσιο όπου εξελίσσεται η ιστορία είναι απόλυτα σύγχρονο και οικείο, ιδωμένο ωστόσο μέσα από τον φακό της διαταραχής, που ο Κορτώ αναδεικνύει σε ευκαιρία για να τον κάνει από παραμορφωτικό, επιμορφωτικό. Όχι τυχαία, στην Αθήνα του –πολύ πρόσφατου στη μνήμη μας- φοβερού μήνα Δεκέμβρη του 2008, στη καρδιά των γεγονότων, στα καπνισμένα από φωτιές και δακρυγόνα Εξάρχεια δεν έσκασε μύτη μόνο η κορυφή του παγόβουνου της επερχόμενης κρίσης. Δεν έστειλε μόνο μια πιστολιά στον άλλο κόσμο έναν έφηβο. Η λογοτεχνία έχει καταγράψει σε πολλά και ποικίλα έργα τις μέρες και τις νύχτες του φοβερού εκείνου μήνα ως δραματικό φόντο για άλλες ιστορίες που φιλοδόξησαν να συνυφάνουν τον ζόφο της εποχής με τα πρόσωπα και τους ήρωες της αλλά ο Κορτώ κάνει τη διαφορά:
Αφού, η αφήγηση του δεν αφορά σε κανέναν «ήρωα», δεν προσπαθεί να συνδέσει τεχνητά τη μυθοπλασία με τα γεγονότα μολονότι η ουσία του μυθιστορήματος εκφράζει την πιο εσωτερική ίσως, αλλά αυθεντική κραυγή, την απεγνωσμένη
αντίδραση στο πνιγηρό, βίαιο και φορτισμένο κλίμα που ωθεί τον υπερευαίσθητο αφηγητή στην 
άρνηση τηςπραγματικότητας. Η Αθήνα του Δεκέμβρη με τα ζοφερά της χαρακτηριστικά, τη βία, την καταστροφή και την αίσθηση πόνου, οργής και απειλής, στέλνει τον Αύγουστο Κορτώ στο χώρο του παραλόγου, τον ωθεί με πολλούς τρόπους να σπάσει τους δεσμούς του με την αφόρητη εκείνη πραγματικότητα, να βάλει σε κίνδυνο ακόμα την ασφάλεια και σωματική του ακεραιότητα. Ο θυμός, ο φόβος ίσως αλλά και η άφατη θλίψη συνιστούν ένα μίγμα τόσο εκρηκτικό όσο και το δημόσιο αίσθημα για τα τεκταινόμενα.
Η παραίσθηση που βίωσε ο γράφων, ότι δηλαδή επέπρωτο να γίνει ο επόμενος Δαλάϊ Λάμα, θα μπορούσε εάν ο συγγραφέας κατέφευγε σε μια μυθοπλαστική «ευκολία», να αποτελέσει γόνιμο έδαφος για να ανθίσει ένα ποίημα, μια μυστήρια αλλά γοητευτική υπερρεαλιστική εικόνα ζωντανεμένη από την επιδέξια γραφίδα του. Αντ΄αυτού θα διαλέξει τον πιο δύσκολο –και λυτρωτικό- δρόμο, αυτόν της παραδοχής και εξιστόρησης της σκληρής πραγματικότητας! Πιστεύω ότι αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο καθιστά μεταξύ άλλων, τον Κορτώ ικανό να κρούει τις πιο ευαίσθητες χορδές στους αναγνώστες του που πολλαπλασιάζονται μαζί με τα αντίτυπα των έργων του∙ η γνήσια κατάθεση ψυχής δεν είναι τζάμπα, αλλά ενώ δεν «κοστολογείται» η γνησιότητα και το συναισθηματικό βάθος των πληγών όπου ο συγγραφέας εισχωρεί με τόλμη για να γιατρέψει εαυτόν και αλλήλους, ανταμείβεται με την μεγάλη αναγνωσιμότητα. Για να μετατραπεί η εξιστορούμενη βαθιά απόγνωση και η εξ αυτής «τρέλα» σε χειρονομία αλληλεγγύης προς τον κάθε πάσχοντα, απαιτείται ένα ιδιαίτερο «κλικ» μια ικανότητα να παραδέχεται κανείς, να οικειοποιείται ό,τι πιο ζοφερό κουβάλαγε εντός του για να το μετασχηματίσει. Για να την κάνει ο συγγραφέας τη δυστυχία του -ή την παραφροσύνη- λογοτεχνία με ανθρωπιστικό περιεχόμενο, χρειάζεται να την παραδεχτεί χωρίς ηρωισμούς, χωρίς «κρυφτό», «κυνηγητό», και άλλα παιχνίδια που παίζουνε οι άνθρωποι –και ορισμένοι λογοτέχνες- για να κρυφτούν ή να ξεφύγουν από την πραγματικότητα. Ο Κορτώ, αντίθετα, την κοιτάζει κατάματα μαζί με τα αληθινά γεγονότα, τα αισθήματα και την ερμηνεία τους για να κάνει την ψυχική του ήττα, νίκη και την διαταραχή, αρμονία.
Αλλά ας επιστρέψουμε στην καθεαυτό εξιστόρηση. Μια νύχτα ο γράφων ξυπνάει απότομα και ενστερνίζεται μια παράλογη ιδέα. Το μείζον εσωτερικό του –και χαίνον- τραύμα από τον θάνατο της μητέρας κάποιες τέτοιες μέρες, συναντάει το εξωτερικό τραύμα της κατάμαυρης, μπαρουτοκαπνισμένης, θυμωμένης και μαζί πενθούσας Αθήνας. Τα δύο αυτά δεδομένα φαίνεται να αναιρούν τελικά στη συνείδησή του τη πραγματικότητα. Ο πόνος του θανάτου συναντά την απειλή του θανατικού, το κρύο της νύχτας το κρύο δέρμα του ύστατου ασπασμού…
Από κει και πέρα αρχίζει μια περιπέτεια που ο Κορτώ διανθίζει με το πικρό του χιούμορ καθώς αναθυμάται τον ίδιο του τον εαυτό, γυμνό, χωρίς τα προστατευτικά του πολιτισμού-χρήματα, γυαλιά μυωπίας, αστυνομική ταυτότητα - να περιπλανάται στην πόλη, να ταλανίζεται από την ψυχική ανισορροπία ανάμεσα σε παραισθήσεις και παράλογες πράξεις, μέχρι οι οικείοι του να καταφέρουν να τον οδηγήσουν στο ψυχιατρείο και να προφυλάξουν τη ζωή του από τους κινδύνους που ο ίδιος την εκθέτει.
Με δεδομένη την ηλικία και την ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα (γεν. 1979), την πνευματική σκευή και τις εικόνες και γραφές στις οποίες είχε ήδη καταφύγει ως παιδί και έφηβος, θα προστρέξει πάλι σε ήρωες παραμυθιών ή μυθοπλασίας που θα ανακατέψει με
ιδέες  μεγαλείου και θέωσης. Με τα φρένα του σπασμένα τρέχει να κρυφτεί στις αυταπάτες και στα παραμύθια, στην παραμυθία –παρηγοριά – που αναζητά ένα ανυπεράσπιστο παιδί αφού σε στιγμές σαν κι αυτές που περιγράφονται γινόμαστε παιδιά –τόσο ευάλωτα, γυμνά και φοβισμένα- όπου όλα είναι θεμιτά για να παρηγορηθούμε.
Το αυθεντικό μεγαλείο-η ψυχική δύναμη και γενναιοδωρία- του ανθρώπου και συγγραφέα Κορτώ, αυτό που εξυψώνει το συγκεκριμένο βιβλίο από τη λογοτεχνική σφαίρα σε ανώτερη ανθρώπινη μαρτυρία και χειρονομία είναι το γραπτό που –έργω- τείνει στον αναγνώστη. Ο καθένας που έχει αρρωστήσει ποτέ ψυχικά θα διαβάσει την απερίφραστη δήλωση του Κορτώ «δεν είσαι μόνος», «έχω περάσει κι εγώ από κει». «Ακούγεται» μέσα από τις γραμμές η ελπιδοφόρα φράση «κι αυτό θα περάσει…».
Και βέβαια χρειάζεται κανείς τεράστια κότσια για να ομολογήσει γραπτά, ανοιχτά και δημόσια, χαρακτηρίζοντας αυτοβιογραφικό το μυθιστόρημα, ότι νοσηλεύτηκε στο Δρομοκαΐτειο, ότι έχασε για ένα μικρό έστω διάστημα τα λογικά του, ότι ξέφυγε από τον σκληρό κι ανάλγητό μας κόσμο με την ελπίδα να συναντήσει ίσως την πεθαμένη μάνα, με την ψευδαίσθηση που δημιουργεί στον πονεμένο, στον απελπισμένο, στον ανασφαλή και πολλαπλά «ορφανό» νέο που ζει μες την Αθήνα του Δεκέμβρη του ’08 ότι αν ίσως μεταμορφωνόταν σε κάτι θεϊκό θα έσπερνε και αγάπη, λύτρωση και αρμονία στον κόσμο όλο.
Η αλήθεια είναι ότι ο Πέτρος Χατζόπουλος –το πραγματικό όνομα του συγγραφέα- επανήλθε στα συγκαλά και τα λογικά του ενώ ξεκίνησε και ένα δημιουργικό ταξίδι με τη ψυχανάλυση. Ωστόσο η φαντασίωσή του για προσφορά ενός πάνδημου αγαθού κατά κάποιο τρόπο πραγματοποιείται μέσα από τις γραμμές αυτού του αναγνώσματος, αφού ο Α.Κ. τείνει χείρα βοηθείας, συμπάθειας και εξιλέωσης σε όλους τους αναγνώστες του και πρέπει κανείς να επισημάνει –ξανά- ότι όντας ο ίδιος διάσημος για τα μυθοπλαστικά του δημιουργήματα θα μπορούσε κάλλιστα εκεί, και επιδέξια, και να κρύψει και να παρουσιάσει και να μας αφήσει όλους άφωνους εξιστορώντας τα επί μέρους στοιχεία. Θα μπορούσε να «ταΐζει» λογοτεχνικούς ήρωες για χρόνια, να στήνει σκηνικά γλαφυρά με εικόνες από ψυχιατρεία και να περιγράφει τους άλλους συν-αρρώστους, γιατρούς, τραυματιοφορείς και νοσοκόμες χωρίς να «αναλαμβάνει» την ευθύνη της αυτοβιογραφίας.
Αλλά ο Κορτώ –ακόμα και με το πρόσχημα της αυτολύτρωσης- εκτίθεται ανεπανόρθωτα, διαρρηγνύει το φράγμα του φόβου και της ρετσινιάς του ψυχασθενούς, σπάζει το ταμπού του Δημόσιου Ψυχιατρείου, και τιμά τον άνθρωπο που πάσχει σαν να λέει στον αναγνώστη να περάσει μαζί του μέσα από τους ιμάντες και τα κάγκελα και να αφυπνιστεί, αυτή τη φορά μαζί του: Ναι, είναι σκληρή και η ζωή και η πραγματικότητα αλλά και η ζωή και η αγάπη σε περιμένουν εκεί έξω να τις ζήσεις (και να αναστήσεις ακόμα και τους αγαπημένους που δεν ζουν, όπως το έχει κάνει με τη μαμά του Κατερίνα,). 


*Απόσπασμα από κείμενο που παρέδωσε στο διαγώνισμα μια συμμαθήτρια του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου τις μέρες εκείνες…

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

AΝΑΓΝΩΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ //// ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ [ΒΑΚΧΙΚΟΝ 2015]






Γράφει η Μαρία Ιωαννίδου


Φαίνεται ότι οι συγγραφείς έχουν μιαν ανάγκη να ανακεφαλαιώνουν κατά καιρούς την πορεία και την εμπειρία τους από την άσκηση της γραφής. Έτσι, δέκα άντρες και ισάριθμες γυναίκες συγγραφείς ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση της Ασημίνας Ξηρογιάννη ανοίγουν το εργαστήριό τους, ή μάλλον την ψυχή τους και αναδιατυπώνουν δημιουργικά το βιογραφικό τους …
Το «γιατί», το «πώς» ξεκίνησαν την περιπέτεια της γραφής, πού τους πηγαίνει και τι είναι αυτό που τους αποκαλύπτει, τα κίνητρα και οι επί μέρους σταθμοί, καταγράφονται μετά από πρωτοβουλία του λογοτεχνικού μπλογκ «Βαρελάκι» που μοιάζει να μην έχει κουραστεί να συνενώνει φωνές, γραφές, τεχνοτροπίες αλλά και ειδήσεις εντός και εκτός του διαδικτυακού περιβάλλοντος στο οποίο γεννήθηκε και μεγαλώνει.
Τα συστατικά της ανθολόγησης χαρακτηρίζονται από πολυμορφία αλλά ενυπάρχουν τα κοινά νήματα που διατρέχουν την αναγνωστική εμπειρία παράλληλα με τη μοναδικότητα της κάθε μαρτυρίας. Οι φωτισμένοι δάσκαλοι, οι αναγνωστικές επιδράσεις και οι εκλεκτικές συγγένειες, ενίοτε οι σκληρές εμπειρίες, ο θάνατος κι ο χωρισμός, η έρευνα και η ανακάλυψη της γλυκόπικρης χαράς ενός όντος που αναζητά και καταγράφει: Οι συγγραφείς παλεύουν με το χρόνο -και με το απροσδιόριστο των διαιρέσεών του- για να αναδυθούν ως επί το πλείστον μέσα από τη δίνη των ματαιώσεων της ζωής∙ αντιστέκονται στον θάνατο –υπαρκτό ή στην απειλή του- εμφανίζονται ως παιδιά που ενηλικιώνονται και στη πλειοψηφία τους ξαναφτιάχνουν έναν κόσμο «στα μέτρα της καρδιάς», των ονείρων και ενός μέλλοντος όπως το φαντάζονται ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν θα είναι πια εκεί να το χωρέσουν στο άγραφο χαρτί τους.
Συχνά αναφέρονται στην πρωταρχική εμπειρία από την επαφή με τη μαγεία της αφήγησης, ως παραμύθι, ως διήγηση από ευφάνταστο και αγαπημένο πρόσωπο, για να περάσουν στην ταύτιση και τον διάλογο με τους ήρωες που θα πλάσουν αργότερα. Ενίοτε παλεύουν με ανίκητα φαντάσματα, περνούν από τη λήψη στην προσφορά του λογοτεχνικού έργου και εν τέλει συνθέτουν ο καθείς στο είδος που υπηρετεί την πρώτη και τη δεύτερη λειτουργία∙ ξεφυτρώνουν σαν άνθη, ποικίλα σε χρώμα και άρωμα στο κοινό έδαφος της εξομολόγησης καθώς καταθέτουν απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: γιατί, πώς ξεκίνησαν, πού βρέθηκαν, για ποιόν ενδεχομένως, γράφουν.
Η χαρά του επινοημένου «ψέματος», η υπόδυση ρόλων που δεν τους ανήκουν, η χαρά της ανακάλυψης της αλήθειας που ξεπροβάλλει «ανεπαισθήτως» μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας, η συνάντηση με το «άλλο χέρι» που υπαγορεύει εκείνα που ο προφορικός λόγος και η καθημερινότητα αναγκάζει τους είτε πολύπαθους είτε απλά ευαίσθητους παρατηρητές της ανθρώπινης περιπέτειας - τους γραφιάδες μας- να αποσιωπούν και να διοχετεύεται εν τέλει στην γραπτή τους τέχνη.
Κάποιοι από τους ανθολογούμενους συσχετίζουν την διαδικασία της γραφής με ταξίδι, με μονάδα παραγωγής, με νησί, με κατσαρόλα και επίσκεψη στην «αγορά» της άπειρης ανθρώπινης ποικιλίας, άλλοι σε ανασκόπηση, κάποιοι σε παρότρυνση σε εξέγερση και στράτευση στις ανθρώπινες αξίες ή αναζήτηση πορείας και νοήματος μες το χρόνο και στην ιστορία και άλλοι σαν ένα απροσδιόριστο εσωτερικό φως που σε καλεί να το ανάψεις, να φωτίσεις, να βιώσεις τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου και των άλλων, να παρατηρήσεις «τις ζωές των άλλων», ίσως να τις κάνεις και δικές σου.
Θεωρώ δεδομένο ότι η εκάστοτε ανθολογία- όσο κι αν η παρούσα δεν θα ήταν δυνατό να σταχυολογήσει ακόμα και δειγματοληπτικά το άπαν της σύγχρονης συγγραφικής δραστηριότητας-, ορίζεται από τη καθοριστική παράμετρο της εποχής όπου συντάχθηκε. Ο αναγνώστης της συλλογής ωστόσο θα πάρει μια –όσο μερική- ιδέα για το πώς το «σήμερα» -με όλες τις κοινωνικές αναταράξεις και προβληματισμούς- επιτρέπει ή όχι στον/στην συγγραφέα να εκφραστεί ατομικά. Η αγωνία ή η προσδοκία , η φαντασία ή η βιωμένη πραγματικότητά του λαμβάνει μέρος σε μια συνεχιζόμενη προσπάθεια. Η λογοτεχνία πασχίζει να διατηρηθεί στο προσκήνιο μιας κοινωνικής κατάστασης όπου η γλώσσα έχει μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας και αρμονίας σε οπλοστάσιο επιχειρημάτων για να επιβληθεί του καθενός η άποψη ως θέσφατο. Και κατ΄αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς παρά να σκύψει με ενδιαφέρον στο εγχείρημα όπου οι ετερόκλητοι συνενώνονται, οι φωνές συνηχούν και οι γραφές συναντώνται σε μια κοινή συνισταμένη.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

«23 Μέρες» της Ασημίνας Ξηρογιάννη, εκδ. Γαβριηλίδη /// ANAΓΝΩΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ




 
thumbnail 


«23 Μέρες» της Ασημίνας Ξηρογιάννη, εκδ. Γαβριηλίδη, σελ 41






Γράφει η Μαρία Ιωαννίδου
 


Γιατί μετράει κανείς τις μέρες; Από ένα γεγονός ή μέχρι κάποιο άλλο; Για να αθροίσει τον καιρό που πέρασε ή για να υπολογίσει πόσο ακόμα θα χρειαστεί να διανύσει περιμένοντας το πλήρωμά του να φέρει κάτι άλλο; Κι αν δαμάζει τελικά ο χρόνος από μόνος του τον πόνο, τι απογίνονται η ελπίδα και η προσδοκία όταν αυτός περνά και φεύγει ;
Η Ασημίνα Ξηρογιάννη δίνει φωνή και βήμα σε μια γυναίκα που δημιουργεί, για να ξαναζήσει μαζί της ένα χρονικό 23 ημερών που αποπνέουν συγχρόνως καλοκαιρία με έναν αποχωρισμό, σφοδρό και βίαιο σαν θάνατο, ωστόσο μη οριστικό ∙ να πλανάται άλλοτε σαν απειλή και σαν τελεσμένο γεγονός που καλείται να πενθήσει, άλλοτε σαν μετακλητή πραγματικότητα που προσπαθεί να αναιρέσει. Οι αριθμοί 2 και 3 αποδεικνύονται σημαδιακοί αφού επανέρχονται στο αφήγημα, ενώ η μία κορυφή του ερωτικού τριγώνου που θα υπαινιχθεί  παραμένει σχεδόν ανυπόστατη. Όλα λειτουργούν σαν φόντο για να αναδειχθεί εντονότερα το συναισθηματικό κλίμα που βιώνει η κεντρική ηρωίδα.
Αυτή είναι η «Σοφί» που δεν επιτρέπει σε κάποιον που φεύγει από τη ζωή της να την κάνει ποίημα. Επιδιώκει να βυθιστεί η ίδια σε μια κατάσταση εκστατική και θερμή ανάλογη σε ένταση, αλλά και στο πάθος που διέτρεχε τη μοιραία σχέση ∙ θέλει να γράψει εκείνη το τέλος αλλά και πάλι… Μπαινοβγαίνει στη «νάρκωση» που της  προσέφερε κατά το παρελθόν το μοναχικό της όραμα για μια από κοινού ποιητική ζωή και αποπειράται να φωτίσει από διαφορετικές γωνίες τα γεγονότα. Το σοκ της απώλειας γίνεται αφορμή για να ξεδιπλώσει μια πρόσφατη, ίσως «παλιά» και επαναλαμβανόμενή της ιστορία.
Η σχέση χωρίς αποκλειστικότητα και η αγωνία της ουσιαστικής συνεύρεσης  πασχίζει να διαιωνιστεί στο λογοτεχνικό παρόν. Το σώμα κι η  ψυχή, ο νους, τελούν υπό καθεστώς «βίας», τρέχουν με την κεκτημένη ορμή. Αναζητούν τη συνέχεια και τον  παρτενέρ για τη συνομιλία  που –ίσως  λόγω ακριβώς της αποσπασματικότητας και της αμφιβολίας- είχε εξιδανικευτεί και υποσχόταν παλιότερα το άπαν της απόλυτης ταύτισης.
Στο σκηνικό που στήνεται, αντί για τα βιβλία του απόντος, σε ένα καφέ κομοδίνο χάσκουν άσπρα ηρεμιστικά χάπια, λευκά μηνύματα συνοδεύουν τις νύχτες της. Η Σοφί αναπολεί, συσχετίζει με ζευγάρια της τέχνης και απαριθμεί –ο τρόπος της να βάλει μία τάξη μες το χάος και να βρει μια έξοδο από τον φαύλο κύκλο-. Θα εκπληρώσει το πέρασμα του χρόνου την υπόσχεση για επιστροφή στη παρελθούσα συνθήκη που θα σημάνει και τη λύτρωσή της;
Η συγκεκριμένη πιθανότητα, δικαίωμα και πόρτα ανοιχτή για μέλλοντα αόριστο για αυτόν που έχει αποχωρήσει, ελπίδα και άρνηση του τέλους για αυτήν που παραμένει, φέρνουν στην επιφάνεια αναπάντητα «αν» και «γιατί» μαζί με το ελπιδοφόρο ‘πότε;’ που η προσδοκία δεν επιτρέπει να γίνει ένα οριστικό ‘ποτέ’. Η σύγχυση κι η παλινδρομική κίνηση ανάμεσα στην απόρριψη, την εξιδανίκευση και την άρνηση επιτείνονται.
Πάνω σ΄αυτό τον καμβά, η Α.Ξ. προτίθεται να αναδείξει τη διαδικασία γύρω από την ποιητική δημιουργία, τη μόνωση και τον πόνο ως προϋποθέσεις της ανάτασης. Αναζητά την αλληλουχία λέξεων που θα εκπορθήσουν τα τείχη της νοικιασμένης –και παράνομης ενδεχομένως- κάμαρας που έχει μετατρέψει σε χώρο προβληματισμού και πένθους ∙ ίσως το ίδιο το σώμα της Σοφί. Προκειμένου να  μεταστοιχειώσει το λυγμό σε λόγο καταφεύγει στην  ανάγνωση, τη καταγραφή του αισθήματος. Οι αισθήσεις όμως βρίσκονται σε συναγερμό : H ελπίδα και  η προσμονή οξύνουν την ακοή, την στρέφουν στον εξωτερικό χώρο απ΄ όπου προσδοκά να αφουγκραστεί τον ήχο της επιστροφής, της ευνοϊκής επιλογής που θα κάνει ο άλλος και το ιδανικό ισοδύναμο της ανακούφισής της.
Τόσο ο ζόφος όσο και ο φαύλος κύκλος επικοινωνούνται από την συγγραφέα, αλλά αφού η ηρωίδα διέρχεται τις φάσεις  κορυφώνει μ’ έναν θυμό –προς εαυτόν-  όπου η λύση, ως απάντηση στα ερωτήματα ωριμάζει με τη «Φθινοπωρινή Ιστορία» και αποδίδει καρπούς στο «ΧΧ» (το επιθυμητό συστατικό του αριθμού 23). Οι λέξεις αποκτούν εκεί  ποιητική πολυσημία, με τα πολλαπλά βάρη που κουβαλάνε η καλοκαιρία και το φθινόπωρο, η έξοδος συντελείται παίρνοντας τη συμβολική μορφή της έκρηξης του σώματος, από το χώρο του βωβού αναβρασμού στο χώρο της λεκτικής έκφρασης.
Για να συμβεί η ποιητική απογείωση θα χρειαστεί να αλλάξουν όλα. Από τη κρεβατοκάμαρα βρισκόμαστε στη τουαλέτα, από τις κλεμμένες Τετάρτες  σε μια ματωμένη Παρασκευή, από τα άσπρα και καφέ χρώματα –με τους ανάλογους συμβολισμούς τους – στο κόκκινο του αίματος.  Να σταματήσει το μυαλό να διανοείται και η ψυχή να παραπλανάται, να αποκαλυφθούν «μυστικά», να μετατοπιστεί η δράση.
Όταν τα φτερά του έρωτά της πριονίζονται, για να πετάξει η ποίηση απαιτεί μια κίνηση οριστική, απότομη και καταλυτική, ένα πλήγμα – μήνυμα ισότιμο με την χαίνουσα πληγή του χωρισμού και της αμφιβολίας. Σε χώρο ζωτικό, σωματικό και κάτω από τη μέση, θα βρει τις λέξεις, θα διατυπώσει το διά ταύτα με έναν τρόπο που κυριολεκτικά αγγίζει∙  χρειάστηκε να τρέξει αίμα…
Το σώμα βγαίνει από τη «νάρκωση» της πλάνης του και η θερμοκρασία του πάθους που επιζητείται –που αναπτυσσόταν ήδη από την εποχή της μη ολοκλήρωσης και των ατελών διαδρομών προς τον άλλον- εξισορροπείται. Με το ζεστό υγρό να ρέει και «τις χορδές σπασμένες»  αναδύονται τα  λόγια και η μελωδία ηχεί. Ρήξη, κατανόηση και ανατροπή: Η αναμονή κι η επιθυμία, ποσά ευθέως ανάλογα, ο θρήνος ατελέσφορος όσο το πέρας αιωρείται, ο χρόνος αποδεικνύεται αδιάφορος καθώς κοιτάει μόνο τη δουλειά του, να φεύγει ανεπιστρεπτί. Η αναμονή ήταν λοιπόν αφροδισιακή;


thumbnail1
 


Πριν και μετά από τις σημαντικές διαπιστώσεις η ιστορία, ωστόσο, απλώνει, συνεχίζεται. Αφού έχουμε να κάνουμε με αφήγημα, με «αρχή, μέση και τέλος» και αφού η Α.Ξ. παραχωρεί δικαίωμα στους αναγνώστες της να καθορίσουν και αυτοί τη μοίρα της Σοφί της, θα επισημάνω ότι  η συμβολική κίνησή της προς τον εξωτερικό χώρο, το «δρόμο» που διασχίζει, η αποχώρηση από το Facebook  και το κάπως επιβεβλημένο happy –(ή ‘ηθικά’ ορθό) end υστερούν σε ένταση, πολυσημία και αυθεντικότητα. Η  Α.Ξ. φέρεται με καλοσύνη στην ηρωίδα της και της  χαρίζει την επιβίωση, της στρέφει το βλέμμα σε ένα μέλλον σχεδιασμένο, αλλά  προφανώς την αποκόβει από το παρελθόν και αναστέλλει –με τρόπο παρόμοιο με τη περιγραφείσα σχέση!- τη κάθαρση που θα ήταν δυνατόν να φέρει μια σύγκρουση της ηρωίδας καθώς απευθύνεται στο άλλο της –και παρελθόν- μισό.
Η Σοφί αφήνει αναπάντητα τα «γιατί» ενώ αναιρεί επιφανειακά τα «αν» και απονευρώνει τις ισχυρές της εξομολογήσεις. Η διαφορετική στροφή που παίρνει είναι βέβαια πολύ πιο ανοιχτή, αλλά περιστρέφεται γύρω από  τον παλιό και σταθερό της άξονα. Επίκεντρό της παραμένει ο ίδιος πάντα, άλλος άνθρωπος, οι σχέσεις του με τους ανυπόστατους τρίτους, ο χρόνος που περνάει μάταια φέρνοντας τις παλιές ιστορίες στο προσκήνιο, ενώ η απόσταση, η αλλαγή τοπίου και η άρνηση της πλήρους αυτοκαταστροφής («χάπια», «γκάζι») είναι σαν και τον χωρισμό που δεν είναι οριστικός: Θέμα χρόνου, στη σχέση δύο οντοτήτων να παρεμβαίνει κάποια άλλη, τρίτη (οντότητα, κατάσταση) που παραμένει τόσο άγνωστη όσο και φαρμακερή μέσα στο ανάγνωσμα.
Η  Ασημίνα Ξηρογιάννη απεικόνισε μία κατάσταση και παράλληλα φώτισε ένα  αφήγημα από  διαφορετικές γωνίες, την ποιητική εξομολογητική, διακειμενική και εικαστική.  Έκανε σαφή στον αναγνώστη το χρονικό, το αδιέξοδο, την οδύνη και τα μέσα που επικαλούμαστε για να παραβλέπουμε τα πιο σημαντικά και τελεσίδικα γεγονότα, τη στέρηση και τη φθορά, τη στέρηση που επιτείνει τη φθορά και αντίστροφα.
Από όποιο πρίσμα ωστόσο κι να το κοίταξα, το κόκκινο, σαν και τα χρώματα σε μια παλέτα, είναι αυτό που ξεχωρίζει, είναι αυτό που με το πέρασμα του χρόνου, ξεθωριάζει τελευταίο.


http://fractalart.gr/23-meres-xirogianni/

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

notationes /// KAΛΟΚΑΙΡΙ - ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2015 /// ΤΟ ΑΙΜΑ ΝΕΡΟ : ANAΓΝΩΣΗ ΑΠΌ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ




                                                                    

                                        


 
                       Το αίμα νερό, μυθιστόρημα, Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Πατάκης 2014


Ο Χάρης Βλαβιανός υπογράφει «Το Αίμα Νερό» ως «μυθιστόρημα» της ζωής του, με το  χωρισμό του «σε σαράντα πέντε πράξεις» να παραπέμπει σε δράμα. Όπου πλήθος από άστοχες πράξεις και φαρμακωμένα λόγια των ανθρώπων που έφεραν στη ζωή τον συγγραφέα διασταυρώνονται με την προσωπικότητά του, μια οντότητα στην οποία απευθύνεται στο δεύτερο ενικό πρόσωπο. Σαν να διατυπώνεται η απάντηση  σε ένα άγραφο αλλά παρόν ερώτημα : «Να συγχωρέσω, να συμφιλιωθώ, αλλά πώς;». Ο συγγραφέας συνδιαλέγεται με τον εαυτό του, καθώς εξιστορεί και μοιάζει να αναρωτιέται:
  Πώς να κάνεις σχέση με μια μητέρα που σε αφήνει, νήπιο, να πλανιέσαι σε καράβι που διασχίζει θάλασσα, που κλείνεται στη φυλακή για χάρη των κοσμημάτων της, που παίζει αέναα παιχνίδια γοητείας με εναλλασσόμενους συντρόφους μεταξύ των οποίων και τον πρώην άντρα της, τον πατέρα σου;
  Πώς να σχετιστείς με έναν πατέρα που κάνει κι άλλη μία οικογένεια, που διατηρεί μία αυλή από αφοσιωμένους φίλους /συντρόφους στα γλέντια του που εσύ παρακολουθείς χωρίς να συμμετέχεις;  Που σε εναποθέτει σε ανοίκειά σου πρόσωπα όταν  εσύ περιμένεις να τον συναντήσεις. Ειδικά αφού οι συναντήσεις σας είναι σπάνιες, όταν μεσολαβεί ένας ωκεανός (αποξένωσης) μεταξύ σας, εκτός από τη γεωγραφική απόσταση διαφορετικών χωρών Ευρώπης – Αμερικής;
  Πώς να συγχωρήσεις μια  μητέρα που απομυζά το άφθονο χρήμα του πατέρα με πρόσχημα εσένα, ενώ το ίδιο χρήμα στοιβάζεται μέσα σου, χωρίς καν να το νέμεσαι, που παράλληλα το αντιλαμβάνεσαι σαν ένοχη προοπτική που φιμώνει την –έγκαιρη- έκφραση; Μήπως το χρήμα δεν ήταν το συνεχές ζητούμενο, δεν ήταν το πρόσχημα που οι δύο διαζευγμένοι σου γονείς σχετίζονταν αντί να διεκδικούν εσένα;
  Όσο μεγάλωνες έστρεφες το εύγλωττο, γεμάτο προσδοκία, βλέμμα προς τον πατέρα που βλέπουμε στο εξώφυλλο. Όταν κατέφυγες σε άλλους τόπους για να μην πρωταγωνιστείς στο «δράμα» που σκηνοθετούσαν άλλοι, μάταια τον περίμενες να χαρεί για οτιδήποτε κατάφερνες. Ο άθλος να προχωράς με τόση μοναξιά, χωρίς καθοδήγηση και οικογενειακή εστία για να επιστρέψεις ερχόταν πάντα αντιμέτωπος με τη σιωπή, την μη παρουσία μιας πατρικής φιγούρας. Τον θυμάσαι να παίζει μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι αντί να παίξει μαζί σου, αντί να σχεδιάσει τη στρατηγική της δικής σου ζωής σ΄ εκείνες τις κρίσιμες καμπές της.
  Μέχρι το τέλος των γονιών σου, περιπλανιόσουν συμβολικά στους δαιδαλώδεις διαδρόμους σκάφους που ταξιδεύει, όπως ακριβώς το ανασύρεις από την νηπιακή σου μνήμη στη πρώτη πράξη.  Πάντα ελπίζοντας και πάντα αναμένοντάς τους, να αναλάβουν έστω και αργά –και καλύτερα- το ρόλο που τους αναλογούσε. Ο πατέρας όμως παρέμεινε αδιάφορος και πολύ απασχολημένος με την εικόνα του, την άνοδο, τη γοητεία του. Παρόμοια η μητέρα, μια κοσμική χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην κοινωνία, μία ματαιόδοξη καλλονή, να καθρεφτίζεται πανέμορφη στα μάτια άλλων παιδιών και να παραμένει απρόσιτη και εγωκεντρική στη σχέση της με τα δικά της. Να μην  καταφέρνει  να αγαπήσει ούτε και την κόρη που αποκτά στη συνέχεια, την αδελφή σου. Στα δύσκολα θα σε θυμηθεί και θα προστρέξει σ΄ εσένα, θα σε φορτώσει ακόμα μία ενοχή και άπειρες ευθύνες για τις κακοτοπιές της ζωή της που είχε η ίδια προκαλέσει.
  Και οι δύο γονείς του αφηγητή απέκτησαν κι άλλα, εξ ίσου άτυχα παιδιά, αλλά το θέμα που τους κατέστησε «γονείς των άλλων» - θά έλεγα- δεν ήταν αυτό το γεγονός, το βιολογικό και αδιαμφισβήτητο. Η συναισθηματική του ακτημοσύνη δηλώνεται  και από τη φόρμα που επέλεξε, με τη κτητική αντωνυμία «μου» να μην συνάπτεται ούτε με τους γονείς ούτε με κανέναν άλλον  από τους ομοαίματούς του.
  Βέβαια τις λογοτεχνικές αυτοβιογραφικές μαρτυρίες που αναφέρονται σε τραύματα δεν είναι δυνατόν να της προσεγγίσει κανείς παρά με τον άπλετο σεβασμό που δικαιούνται. Τον κερδίζουν με την τόλμη που προϋποθέτει η ανατομία της κακοποίησης, η ανάκληση στη μνήμη και η μεταγραφή σε λογοτεχνικό έργο. Ίσως το πιο επώδυνο και αξιοσέβαστο στο συγκεκριμένο, είναι η τεκμηρίωση της μη συγχώρεσης. Εκκρεμής όσο και σαφής η αφήγηση: Η κάθαρση του δράματος συνίσταται στην ίδια τη διατύπωση και τη καταγραφή του.
  Στο «μυθιστόρημα», αποκαλύπτεται ό,τι συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες με τους συντελεστές της ψυχικής κακοποίησης να φορούν στη δημόσια εικόνα τους, μάσκες. Ο φυσικός χώρος, τα σκηνικά του οικογενειακού δράματος, το κοσμοπολίτικο περιβάλλον και τα φανταχτερά ενδιαιτήματα, αντιδιαστέλλονται με την ψυχική φτώχεια, την ανέχεια συναισθημάτων αγάπης και στοργής στα πρώτα χρόνια∙  κατανόησης, καθοδήγησης και επικοινωνίας στα εφηβικά και πρώτα νεανικά που ακολούθησαν.
  Ο λόγος, λιτός -με χαρακτηριστικά ποιητικού- αποδίδει με επιτυχία την απόδοση του συναισθηματικού κλίματος. Φαίνεται να είναι αποτέλεσμα και της προηγούμενης άσκησης του Χ.Β. στη μετάφραση της ποίησης, τη τέχνη της μεταγραφής από μια γλώσσα σε μιαν άλλη (από τη γλώσσα της οδύνης, στη γλώσσα της αφήγησης). Και στην άσκησή του σε ένα  ζύγι ακριβείας  τόσο για το βάρος, όσο και για το ειδικό -συναισθηματικό- βάρος της κάθε λέξης.
  Καθώς ο συγγραφέας επιλέγει εικόνες από τους σταθμούς της ζωής που τον σημάδεψαν, εκείνες που διατηρούνται στη μνήμη χωρίς «ξέφτια» από τα προηγούμενα και επόμενα γεγονότα, η κάθε λέξη παίζει το ρόλο της και προδιαγράφει, γεφυρώνοντας, τα χρονικά κενά που μεσολαβούν. Είτε ως διάλογος, είτε ως εσωτερικός, ο λόγος λειτουργεί σαν ραχοκοκαλιά που συγκρατεί αυτά τα αποσπάσματα ζωής και τα ενώνει. Ενσωματώνοντας ενδεικτικούς διαλόγους, αιχμηρές καταστάσεις, ακόμα και άψυχα αντικείμενα με συμβολική δύναμη.
-«Ο Αμερικανός έφυγε από το σπίτι σας κακήν κακώς, άφησε όμως πίσω του το σπαθί».
-«κάθε φορά που έγραφες το ο, σκεφτόσουν πάντα ένα πρησμένο μάγουλο»
-«Κι έτσι η παιδική σου ηλικία χάθηκε για πάντα, μ’  εσένα να παρακολουθείς από μακριά άλογα να τρώνε αξιωματικούς και πύργους να σωριάζονται στο χώμα για χάρη μιας βασίλισσας».
-«Γι΄ αυτήν εσύ ήσουν προδότης.»
-«Τετρακόσιες τριάντα έξι επιστολές που έσταζαν οργή και απόγνωση.»
  Η οικονομία, η ακρίβεια και η δύναμη συμπύκνωσης της ποιητικής διατύπωσης φαίνεται να ακόνισαν την πένα και συνέλεξαν το κατάλληλο ψυχικό μελάνι προκειμένου να ξεδιπλωθεί πιστά, αποστασιοποιημένα αλλά και έντονα το κεκκαθαρμένο - ή μη- δράμα. Τα συναισθήματα δεν αναλύονται ούτε αναπτύσσονται. Η παράθεση των γεγονότων αρκεί. Οι έριδες, οι εσωτερικές συγκρούσεις αλλά και τα πικρά ερωτηματικά που κληροδότησαν αποκρυσταλλώνονται σε μια καλοδεμένη συλλογή από μαύρα μαργαριτάρια.
  Κάπως σαν  «τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, τα δάκρυα που δεν κύλησαν, τραγούδια που δεν τραγουδήθηκαν». (από το λιμπρέτο της όπερας «Τανχόϊζερ» του Ρ. Βάγκνερ)


Μαρία Ιωαννίδου
Αναδημοσίευση από  vakxikon.gr

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

notationes /// 'ANOIΞΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2015 /// ΑΝΤΙΟΠΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ ,Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΜΑΓΙΣΣΑ /// ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ








                                                 






Η ζωή μου σαν μάγισσα



Αντιόπη Αθανασιάδου

Momentum, 2015
248 σελ.

------------------------------------------------------------------

ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ


Μία γυναίκα –που θεωρεί τον εαυτό της- αράχνη, η πρώτη μου αναγνωστική εντύπωση. Μία γυναίκα που βγαίνει από τα σπάργανα μιας αστικής οικογένειας, και αφού διαισθάνεται νωρίς την ανθρωποφάγα φύση του θεσμού στρέφεται σε συνεχείς μεταμορφώσεις κατά τις επιμέρους αφηγήσεις που θα μπορούσαν να είναι και αυτοτελείς

Στο πρώτο μέρος, η ιστορία της χαμένης παιδικότητας διανθίζεται από τις ποιητικές παρεκβάσεις της ενήλικης περσόνας. Ο τρόπος είναι υπερρεαλιστικός και μαζί φιλοσοφικός, στοχαστικός, σαρκαστικός –στη κυριολεξία-. Η σάρκα και οι εμπειρίες της χαράζουν την ψυχή που πετάει σε κόσμους ονειρικούς.
Επανέρχεται στη «φωλιά» με τις ενήλικες αποσκευές της, την βυθομετρά, την καταγράφει. Με πρόσχημα στο μύθο κάποια «εναλλακτική κοινότητα», θα ξεδιπλωθούν οι ιστορίες που η αφηγήτρια ως… «πεταλούδα» θα αφουγκραστεί καθώς έλκεται από ένα ψυχαναλυτικό ντιβάνι, «εμπριμέ» και καθόλου σοβαροφανές.
Οι προσερχόμενοι εκεί, ως μέλη της κοινότητας, θα διηγηθούν τα πάθη τους με έναν σπαρταριστό τρόπο, και σε μια γλώσσα ρέουσα. Η αφηγήτρια κάθεται πότε μαζί τους και πότε απέναντι. Χοντροί, κοντοί αλλά «ψηλοί» στη συμπεριφορά, ανορεξικοί, μια έφηβη πόρνη, ετοιμοθάνατοι ενώπιον του κενού- ή της φιλοχρήματης ή/και της ανθρωπιστικής, πολιτικής τους δράσης-. Καρδιοκατακτητές και ναυαγισμένοι, μιας ιδιότυπης «κιβωτού», φορείς ενός ξύλινου σταυρού που πονάει και μιλάει.
Ερπετά, πουλιά, ψάρια και έντομα, ως «κατώτερες» έναντι των θηλαστικών συνομοταξίες των έμβιων, παρίστανται χωρίς νατουραλιστικές αναλογίες, θυμίζοντας πίνακες του Μπος ή του Μπρέγκελ. Εκφράζουν αυτά που είτε αποσιωπώνται είτε διατυπώνονται και διατρέχουν τις τύπου ψυχαναλυτικές ακροάσεις. Τα ζώα καιροφυλακτούν και ερμηνεύουν με παγωμένα μάτια, ξεσκισμένες σάρκες και αρπακτική διάθεση την επιφάνεια της λογικής: Τα άγρια ένστικτά μας.
Η μεταφυσική αγωνία απέναντι στο νόημα της ζωής τρώει τα παιδιά της. Τη νόηση, την ανάλυση, την τακτοποίηση των ηρώων στα φέρετρα της μνήμης και της λήθης. Το αίμα, η ρευστότητα της ύπαρξης, κυλάνε αλλά δεν αποτελειώνουν τίποτα. Μια αφήγηση για πονεμένους ανθρώπους από μία οντότητα πονεμένη. Προσπαθεί να κατανείμει τον πόνο, να τον ανακουφίσει, να διαβάσει τις αιτίες του πέρα από τις αισθήσεις και τη νόηση.
Το φυσικό περιβάλλον και οι κοινωνικές κατασκευές ενοποιούνται, με αρκετή επιτυχία. Σκοτεινά δάση συνυπάρχουν με λαϊκές πολυκατοικίες και τα ενδότερά τους. Τα πολυτελή ενδιαιτήματα των θεραπευτών με τις απόκοσμες γωνιές της πόλης. Ενώ το αστικό τοπίο –μαζί και οι «φυγές» προς τους ονειρικούς κόσμους- κυριαρχεί ως φυσικός χώρος, μαζί και οι κοινωνικές του αντιθέσεις, ευτυχώς απουσιάζουν οι επικολυρισμοί, οι στρεβλές ηρωποιήσεις των πιο ευάλωτων ομάδων (νεόφτωχοι, γυναίκες) αλλά θεώνται με έναν τρόπο κατά κάποιο τρόπο ρομαντικό (γυναίκες που καθαρίζουν λάχανο σε σπίτια με μωσαϊκά). Συνυπάρχουν αρμονικά με τους «θύτες» που αναδεικνύονται κι αυτοί, θύματα του ίδιου κανιβαλισμού, της ίδιας ματαιότητας. Η σύγχρονη πραγματικότητα είναι εκεί αλλά η οπτική γωνία έχει μια «στράτευση» που είναι υπαρξιακή και μόνο.
Το πλούσιο υλικό που προσκομίζει η συγγραφέας από περιπτώσεις ατόμων κακοποιημένων, αποσυνάγωγων, κλινικών ή δικονομικών περιπτώσεων προσπαθεί να συνενωθεί με την επαναφορά κάποιων «ηρώων». Ωστόσο η πρώτη μου ανάγνωση δεν στάθηκε σ΄ αυτό το νήμα που ενώνει, που θεώρησα και αφηγηματική αδυναμία. Οι χαρακτήρες χάνονται μέσα στις σαφώς πιο δυνατές εικόνες. Και στα ακόμα πιο δυνατά επιστεγάσματα, τις παρατηρήσεις που εμφορούνται σταθερά από το πνεύμα και το βλέμμα της αφηγήτριας που τους δημιούργησε και τους ελέγχει.
Αντίθετα, η δομή του έργου -δραματικά περιστατικά εναλλάξ με στοχασμούς, ή εκτεταμένα αφηγήματα εναλλάξ με βινιέτες μεταφυσικής ενόρασης- μου έδωσε την αίσθηση που στο αφήγημα το ίδιο προεξάρχει :Οι αναμνήσεις σβήνουν και η ανάδυσή τους από τον σκοτεινό και αδηφάγο κόσμο θέλει κόπο και χρόνο, συσχετίσεις, κυρίως.
Η ετεροπαρατήρηση γίνεται αυτοπαρατήρηση, οι αποστάσεις δεν υπάρχουν, κι όταν μικραίνουν κυριαρχεί ο τρόμος, η επίγνωση της επιθυμίας, που φροϋδικά καταλήγει στη σαγήνη του ανεκπλήρωτου θανάτου, της κατασπάραξης, η ανθρωποφαγία που είπαμε…
Φονιάδες, βιαστές, κοινωνικά ανερχόμενοι, φιλόνικοι μπράβοι αλλά και βρέφη και έφηβες, είναι ενδεικτικά μόνο από τα πρόσωπα, πρωταγωνιστές ή κομπάρσους που παρίστανται. Σε τι διαφέρουν; Πόσο μας μοιάζουν; Κι αν τους πλησιάσουμε πολύ και για πολύ, τι μπορεί να μάθουμε από τη λήθη που σκεπάσαμε;
Βαθιά πηγάδια και νεκρούς, ή μήπως πουλιά πετάμενα;




Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

notationes MAΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2015 /// ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ //// 'ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ



                                          

                                     




Ο ΤΡΙΦΥΛΛΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ 


Του λέω «κοίταξε με, πες αλήθεια
σε ποιόν χρόνο κατοικώ» 


Μια εφηβεία βλέπει 
με σπυριά, μακριά μαλλιά 
τα πόδια να τεντώνονται
να προσπαθούν να φτάσουν του προσώπου την ακμή 


Στο άλλο φύλλο του
βλέπει κάποια να ασπρίζει απότομα 
-θα πήρε από τον μπαμπά- 

Στο τρίτο
οι δυο τους να κουβεντιάσουν προσπαθούν 

Ραγίζει ο καθρέφτης από το φως 
δεν σπάει 

«Θα το μάθεις όταν θα καταλάβεις γιατί με έσπασε το φως»
 μου απαντάει 

«Όταν θα καταλάβεις πώς,
 δεν φταις εσύ που ράγισα»
 μου απαντάει
 με γυάλινη φωνή 


                             Με ράγισε το φως
                             κι η κρύα επιφάνειά μου

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014, Edgar Allan Poe /// Annabel Lee /// ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Μαρία Ιωαννίδου




                                 



 

It was many and many a year ago,

   In a kingdom by the sea,

That a maiden there lived whom you may know

   By the name of Annabel Lee;

And this maiden she lived with no other thought

   Than to love and be loved by me.



I was a child and she was a child,

   In this kingdom by the sea,

But we loved with a love that was more than love—

   I and my Annabel Lee—

With a love that the wingèd seraphs of Heaven

   Coveted her and me.



And this was the reason that, long ago,

   In this kingdom by the sea,

A wind blew out of a cloud, chilling

   My beautiful Annabel Lee;

So that her highborn kinsmen came

   And bore her away from me,

To shut her up in a sepulchre

   In this kingdom by the sea.



The angels, not half so happy in Heaven,

   Went envying her and me—

Yes!—that was the reason (as all men know,

   In this kingdom by the sea)

That the wind came out of the cloud by night,

   Chilling and killing my Annabel Lee.



But our love it was stronger by far than the love

   Of those who were older than we—

   Of many far wiser than we—

And neither the angels in Heaven above

   Nor the demons down under the sea

Can ever dissever my soul from the soul

   Of the beautiful Annabel Lee;



For the moon never beams, without bringing me dreams

   Of the beautiful Annabel Lee;

And the stars never rise, but I feel the bright eyes

   Of the beautiful Annabel Lee;

And so, all the night-tide, I lie down by the side

   Of my darling—my darling—my life and my bride,

   In her sepulchre there by the sea—

   In her tomb by the sounding sea.




Άνναμπελ Λη




Ήταν εδώ και πολλά χρόνια και καιρό,
σε βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό,
που ένα κορίτσι ζούσε εδώ,
μπορεί να σας είναι και γνωστό
με τ΄ όνομα Άνναμπελ Λή∙
Και ζούσε η κοπέλα αυτή με μία σκέψη και μοναδική

Να την αγαπώ και να με αγαπάει κι αυτή.

μουν παιδί, κι αυτή παιδί,
στο βασίλειο αυτό στην ακτή∙
Μα η αγάπη η δική μας ήταν από αγάπη πιο πολλή
εγώ και η δική μου ΄Ανναμπελ Λη∙
Με μια αγάπη τέτοια που του παράδεισου οι φτερωτοί σεραφείμ
να φθονούν κι εμένα κι αυτή.

Και για τον λόγο αυτό, εδώ και πάρα πολύ καιρό,
Στο βασίλειο αυτό κοντά στο θαλάσσιο νερό,
νεμος φύσηξε από ένα σύννεφο και πάγωσε
την όμορφη, δικιά μου Άνναμπελ Λη∙
Έτσι που ήρθε ο δικός της ευγενής συγγενής
και μου την πήρε μακριά
Σε φέρετρο την έκλεισε
Σ΄εκείνο το βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό.

Του παραδείσου οι άγγελοι χάσανε τη μισή χαρά,
Αρχίσαν να ζηλεύουνε κι εμένανε και αυτήν-
Ναι! - Ο λόγος ήτανε αυτός (όπως ο κόσμος όλος ξέρει
Στο βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό)
Πως φύσηξε από σύννεφο ο άνεμος τη νύχτα
Παγώνοντας, σκοτώνοντας την Άνναμπέλ μου Λη


Αλλά η αγάπη η δική μας μακράν πιο δυνατή
Εκείνων που ήταν πιο μεγάλοι από μας
 - και των μακράν πολύ σοφότερών μας-
Και ούτε και οι άγγελοι ψηλά του παραδείσου,
Ούτε και οι δαίμονες στης θάλασσας τα βάθη
Ποτέ δεν θα μπορέσουνε να την αποσπάσουν τη δική μου ψυχή από τη ψυχή

Της όμορφης δικής μου Άνναμπελ Λη

Γι΄ αυτό η σελήνη δεν λάμπει ποτέ χωρίς όνειρα νάρθουν
Της όμορφης Άνναμπελ Λη
Και τα άστρα δεν βγαίνουν αν δε νοιώσω τη λάμψη απ΄ τα μάτια
της όμορφης Άνναμπελ Λη∙
Κι έτσι όλη τη νύχτα στο πλευρό ξενυχτώ
Της αγάπης, δικής μου αγάπης της ζωής, και της νύμφης
Στο φέρετρο εκεί κοντά στην ακτή
Στον τάφο της μέσα, κοντά στο θαλάσσιο νερό που ηχεί.