Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΣΑΜΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΣΑΜΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2019-ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2020/// Ουμπέρτο Σάμπα (Umberto Saba) /// ΠΟΙΗΣΗ






Ο μικρός Μπέρτο
[Δύο ποιήματα από το Βιβλίο των Τραγουδιών. Ανθολόγιο ποιημάτων (Βακχικόν, 2019 Α΄ Βραβείο Νέων Μεταφραστών από το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο)]



Μετάφραση από τα ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης





[…Μια κραυγή / ανεβαίνει…]

[…Un grido / s’alza…]

Μια κραυγή
ανεβαίνει απ’ το παιδί στις σκάλες. Και κλαίει
κι η γυναίκα που φεύγει μακριά. Σπάει
για πάντα μια καρδιά τούτη τη στιγμή.
Τώρα
σαράντα χρόνια περάσαν.
Το μικράκι
είν’ άντρας τώρα, γέρος σχεδόν, με πείρα
πολλών καλών και κακών. Είν’ ο Ουμπέρτο
ο Σάμπα κείνο το μικράκι. Και πάει, ψάχνοντας
τη γαλήνη, με την παραμάνα του να κουβεντιάσει∙
που κι αυτή με θλίψη τον εγκατέλειψε, τον άφησε
δίχως να το θέλει. Ο κόσμος
ήτανε τότε γι’ αυτόν κάτι το ύποπτο, πάντα ήταν
-ή τουλάχιστον έτσι του φαινόταν- ο εχθρός.

Κρεμασμένο στον τοίχο ρολόγι-αντίκα
να βγάζει έναν ήχο σαν πεθαμένο.
Το κούρντιζε τα χρόνια τα ευτυχισμένα
ο άντρας της ο γλυκός∙ ακριβή γι’ αυτόν παρηγοριά
να το βάζει να δουλεύει σωστά. Του αρέσει ακόμα
το φως ν’ ανάβει το βράδυ, να κάθεται
μαζί της του αρέσει, ώσπου κείνη να του πει:

«Πέρασ’ η ώρα. Γύρνα στη γυναίκα σου Μπέρτο»

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

notationes /// XEIMΩΝΑΣ 2018 /// ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΣΑΜΠΑ /// ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ Ο ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ






Άνοιξη
[Primavera]



Άνοιξη που σ’ απεχθάνομαι, θα ήθελα
για σένα να πω πως, καθώς έστριβα
στου δρόμου τη γωνιά, με πληγώσαν τα προμηνύματά σου
σαν το μαχαίρι. Η σκιά, ισχνή ακόμα,
απ’ τα γυμνά κλαδιά πάνω στην γη -
γυμνή ακόμα, με τάραξε λες και μπορούσα
κι έπρεπε
κι εγώ ν’ αναστηθώ∙ το μνήμα
αβέβαιο μοιάζει καθώς σιμώνεις, αρχαία
άνοιξη, συ που πιότερο από κάθε εποχή
σκληρά ανασταίνεις και σκοτώνεις.


(Parole)

****

Φλεβαριάτικο βράδυ
[Sera di febbraio]



Ανεβαίνει το φεγγάρι.
Μέρα είν’ ακόμα
στη λεωφόρο, το βράδυ γρήγορα πέφτει.
Αδιάφορα δίνονται οι νέοι∙
θλιβερά σκορπίζονται στο τέλος.
Κι είν’ η σκέψη
του θανάτου που βοηθά, τελικά, να ζεις.


(Ultime cose)

****


Από τότε
[Da quando]



Από τότε που είν’ τα χείλια μου σιωπηλά σχεδόν,
τις ζωές αγαπώ που σχεδόν ποτέ δε μιλούν.
Ένα δέντρο∙ κι εκεί δίπλα -στέκεται κει
που στέκομαι κι εγώ, χαρούμενο πάλι ξεκινά στα βήματά μου-
το υπάκουο ζώο που μ’ ακολουθεί.


Αφήνεται στο ζυγό που του επιβάλλω.
Μια ματιά, το πολύ, μου στέλνει ικετευτική.
Αλήθεια αιώνια διδάσκει, σιωπώντας

****