Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ /// 'ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ



Artwork Christian Schloe




Διαταραγμένο δωμάτιο





Γύρω-γύρω τοίχοι με τις απαραίτητες γωνίες να υπακούουν στο συμβατικό αρχιτεκτονικό μοντέλο του δωματίου. Τετραγωνισμένο δωμάτιο σαν να σχεδιάστηκε από κάποιον νευρωτικό επιστήμονα, επίμονο απέναντι στην τελειότητα της μορφής, σάμπως εξαρτάται αυτή από γωνίες ή ίσες αποστάσεις... Στάθηκε σε μια γωνιά του δωματίου. Περιεργαζόταν τον χώρο και τη διάφανη τελειότητα της μορφής του.  
Παλλόμενος ο χώρος σε ρυθμούς μιας διόλου υγιούς καρδιάς που η αρρυθμία έχει από καιρό ρημάξει. Αν ήταν μουσικό θέμα, σίγουρα θα δυσκόλευε ακόμα και τον πιο έμπειρο εκτελεστή. Κι αυτό γιατί η μουσική έχει λογική, έχει μέτρο, πάντοτε έχει ρυθμό με τους χτύπους του μετρονόμου - αστυνόμου να εισχωρούν στον νου, έτσι που να μην μπορείς παρά να υπακούσεις στις μουσικές οδηγίες, αν θες όλο αυτό το βάσανο κάποια στιγμή να τελειώσει.

Άλλωστε στη μέση δεν μπορείς να το αφήσεις, να το παρατήσεις σε μια άναρχη αρχή μετέωρο∙ πρέπει να το ολοκληρώσεις, να παραγάγεις άρτιους ήχους, αψεγάδιαστους, προστατευμένους κυρίως, από την κανονικότητα του ρυθμού του χρόνου στον οποίο, επιτέλους, μπορείς να παρέμβεις. Να αλλάξεις τις αξίες των μουσικών φθόγγων, να τους γεμίσεις, να τους αδειάσεις, κι όλα αυτά πατώντας απλά ένα και μόνο πλήκτρο! Ένα μαγικό κουμπί-ρωγμή στον χρόνο!

Όμως, να, που, ενώ μπορείς να προτάξεις την ανυπακοή σου, να επιβάλεις τη βούλησή σου, δεν το κάνεις, είναι κι εκείνος ο μετρονόμος, βλέπεις, που μονάχος του ενεργοποιείται πια. Τικ τακ, τικ τακ… Διάφανοι χτύποι, καθαροί, πιτσιλιές στο μυαλό που δεν μπορείς να εντοπίσεις. Διάφανοι κι οι συμμετρικοί τοίχοι του δωματίου τείνουν να συμπιέσουν τον χώρο που οριοθετούν. Άγνωστης ποιότητας. Δεν μπορείς να δεις μέσα από αυτούς, ούτε καν τους ίδιους, μόνο να αντιληφθείς μπορείς τα συμμετρικά τους βαθουλώματα, ορθές γωνίες που καλούνται. Τα αντικείμενα του δωματίου, απροσδιόριστα∙ διάφανες σκιές, που γέμιζαν τον χώρο, προσδίδοντάς του μια υπόσταση πρόσκαιρη, θνητή, προϋπόθεση απαραίτητη για την ψυχαναγκαστική εκπλήρωση της θεϊκής τελειότητας που συχνά απασχολεί τα γήινα.

Πόρτα δεν υπήρχε. Τι καλά που δεν υπήρχε από τη μια! Θα ’ταν διάφανη κι εκείνη, σκεφτόταν. Πώς και πότε βρέθηκε εκεί μέσα, σκεφτόταν∙ και κυρίως πώς θα έβγαινε από το διαταραγμένο δωμάτιο. Έτσι, σκεφτόταν.

Προσπάθησε να σπρώξει τους τοίχους, μα τα χέρια της τους διαπερνούσαν. Παράθυρο αναζητούσε, μα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα μέσα στην τόση κατά τα άλλα διαύγεια. Έπειτα, άρχισε να ψάχνει για μυστική διέξοδο.

Καμία.

Ανήμπορη να βγει, αποφάσισε να σκάψει βαθιά μες στο δωμάτιο. Έχωσε τα νύχια της σε μια από τις τόσο λανθασμένες, μα ορθές, κατά τα άλλα, γωνίες και άρχισε να την ξεφλουδίζει. Ατελείωτα διάφανα φύλλα παραμέρισαν σχηματίζοντας μια βαθιά τρύπα ακριβώς στα μέτρα της κρατούμενης. Πήρε μια δυνατή ανάσα και μεμιάς βυθίστηκε εντός της, αφήνοντας πίσω μερικά δάκρυα, δάκρυα μιας διάφανης μα τουλάχιστον γνωστής ποιότητας∙ ίχνη απεγνωσμένα.

Προτού προλάβουν τα μάτια της να στεγνώσουν βρέθηκε σε μια σκοτεινή, κυλινδρική στοά. Από μακριά ακούγονταν φωνές που έμοιαζαν να συνθέτουν αυτόνομους μονολόγους σε θεατρικά μονόπρακτα. Ένιωθε μια περίεργη ασφάλεια, σχεδόν αφηγηματικού τύπου, σαν ηρωίδα άσημου παραμυθιού με αίσια, για εκείνη,  έκβαση. Αντικρίζοντας το σκοτάδι μπορούσε να συγκεντρωθεί, να περιπλανηθεί στα σκοτεινά στενάκια του νου της, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της ή καλύτερα να τις κηρύξει σε πλήρη αταξία! Αρκεί πια με την τελειότητα και τη νευρωτική της υπόσταση.

Ψηλαφίζοντας τον χώρο διαπίστωσε πως έλειπαν και οι τρομακτικές γωνίες του δωματίου. Μια σκοτεινή, κυλινδρική στοά, αν και φαντάζει εφιάλτης για πολλούς, στεκόταν όνειρο για εκείνη. Καλύτερο το σκοτάδι κι η υγρή στοά του παρά εκείνο το διαβολικά συμμετρικό και τελειομανές δωμάτιο.     

Υγρές σταγόνες κυλούσαν κατά μήκος των τοιχωμάτων της στοάς άμορφα, άτακτα και νωχελικά – τι δικαίωση! – για να αναδευτούν με το χώμα στο τέλος της διαδρομής τους. Η υγρασία θύμιζε κάτι από φθινόπωρο. Άγγιξε με το χέρι της τις σταγόνες και διψασμένη τις δοκίμασε. Είχαν την αλμύρα της θάλασσας. Τα δάκρυά της είχαν αρχίσει να κυλούν μες στη σκοτεινή τρύπα. Πια, μπορούσε να τα αντικρίσει, να τα διακρίνει. Πια, δεν χάνονταν στο διάφανο δωμάτιο. Έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη. Το ακούμπησε στα τοιχώματα, να απορροφήσει τις πρότερες σκέψεις εντός του, μέχρι να στεγνώσουν.

Έχοντας παραμείνει αρκετά τόσο στο σκοτάδι όσο και σε εκείνο το τρομερό δωμάτιο, μπορούσε πλέον να στρέψει το βλέμμα της σε άλλη κατεύθυνση. Μια μεταβολή αρκούσε για να δει το φως εμπρός της.

Με αργόσυρτο βήμα και μισάνοιχτα μάτια βγήκε από τη στοά, μόνη και ελεύθερη όσο ποτέ.

Ήταν πράγματι φθινόπωρο. Ο ουρανός φωτογράφιζε τη θλίψη του αποχαιρετώντας με τον δικό του τρόπο το καλοκαίρι που έφευγε κι αυτό για άλλους προορισμούς. Στον δρόμο διάφανες ομπρέλες να προστατεύουν από τη φορτισμένη ατμόσφαιρα τους πεζούς∙ όχι πως τις έχουν ανάγκη, ποτέ δεν τις έχουν ειλικρινά  ανάγκη οι πεζοί∙ μονάχα τις κρατούν σφιχτά μέσα στα χέρια θέλοντας να προσδώσουν στους εαυτούς τους μια κάποια ευαισθησία ή λογική, ίσως, μέχρι να φτάσουν και να παραμείνουν στο διάφανο διαταραγμένο δωμάτιό τους, δέσμιοι σε αυτό, μάρτυρας των τραγικών τους μονολόγων. Πού κουράγιο, άλλωστε, για φωτεινές ή σκοτεινές περιπλανήσεις σε τέτοιο καιρό -σε τέτοιους καιρούς.

Η βροχή δυνάμωνε. Σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό και του ’κλεισε το μάτι. Σαν να ’ξερε κάτι παραπάνω.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ /// 'ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ







                                      
φωτό Ασημίνα  Ξηρογιάννη

                           



«Διακόπτης: ανοιχτός»



  Τριγυρνούσε σαν χαμένη σε ώρες ζοφερές. Δεν άντεχε την παραμονή στο σπίτι· σπίτι πολυτελές, με τζακούζι και πισίνα, και τζάκι, κυρίως τζάκι, με τη φωτιά, απειλή, να παραμονεύει τις νύχτες του χειμώνα που όλο και μεγάλωναν. Μέχρι πού θα ’φταναν επιτέλους; Τι άλογη λογική είναι δαύτη; Το σκοτάδι να κρύβει το φως; Δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί αυτό το συμπαγές σκοτάδι της χειμωνιάτικης νύχτας που εισβάλλει στα σπίτια απρόσκλητο, πρόωρο, πνιγερό, θυμίζοντάς σου βάναυσα το αδιάκοπο συνεχές του χρόνου, το παρελθόν σου, το παρόν σου· λες και τα ξεχνάς ποτέ...
-Φύγε, σε παρακαλώ, φύγε, δεν σε χρειάζομαι για να θυμάμαι∙ θυμάμαι, γνωρίζω∙ σε παρακαλώ, φύγε μακριά, φύγε μακριά μου. Δεν αντέχω. Λυπήσου. Με.
Το σκοτάδι, όμως, δεν ξεμάκραινε, όσο και αν εκείνη έτρεχε εμπρός του να διαφύγει. Η ώρα περνούσε. Το σκοτάδι την πρόφτασε. Κυκλώθηκε. Πνιγόταν. Όχι άλλο σκοτάδι. Μια πηγή φωτός αναζητούσε, έστω τεχνητή, ψεύτικη έστω, έστω και θορυβώδη. Απέναντί της μια ταμπέλα βρέθηκε να φέγγει: «Διακόπτης» το όνομα του μπαρ, «ανοιχτός» η κατάστασή του.
Πριν προλάβει να το καταλάβει βρισκόταν ήδη μέσα. Το φως-οξυγόνο, αν και λιγοστό, επανέφερε τους παλμούς της στο γνώριμο φυσιολογικό, την έκανε να αναπνέει με σταθερότητα ασφαλή, κατεύνασε για λίγο τις σκοτεινές της σκέψεις, στέγνωσε τον ιδρώτα που πάγωνε το δέρμα.
Η μουσική μύριζε παρελθόν∙ κι ήταν που ήθελε να γίνει ένα με τη μουσική; Ήταν που ήθελε να γίνει ένα με τη μυρωδιά; Άρχισε να σιγοτραγουδά τους στίχους:
«Προχτές αργά στο μπαρ το ναυάγιο
βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό».
Το μουσικό θέμα έφερνε τον παράδεισο στις αισθήσεις της. Μεμιάς κάθισε σε μια από εκείνες τις ψηλόλιγνες καρέκλες που δεσπόζουν σε κάθε μπαράκι. Αυτόνομες και συλλογικές, υπερήφανες και παρατεταγμένες η μια δίπλα στην άλλη, σε φέρνουν πιο κοντά με τους αδιάφορους άλλους και τις πολύτιμες ιστορίες τους, σε αναγκάζουν να τους ακούσεις· είτε από ευγένεια, είτε από ανία, είτε από πόθο.
Παρήγγειλε ποτό καθαρό∙ βότκα. Σκέτη. Διπλή. Ρώσικη, όπως η καταγωγή της. Κάτι να της θυμίζει την αφετηρία της, τα παιδικάτα της, τότε, που όλα, αν και σκοτεινά, ορθώνονταν σαφή και ξεκάθαρα στον νου της.
-Ήμουν στα δέκα όταν οι γονείς μου πέθαναν, ναι, πέθαναν, δεν χάθηκαν, όπως τόσο γαλήνια χαρακτηρίζουν τη μετάβαση από τη ζωή στον θάνατο όσοι να σε ανακουφίσουν προσπαθούν σε ηλικία τρυφερή, όπως σ’ εκείνη των δέκα χρόνων. Μη με ρωτάς από τι, μη με ρωτάς πώς, ό, τι ξέρεις ξέρω κι εγώ. Ποτέ δεν έμαθα. Σταμάτα, μη με ρωτάς ούτε για την πελιδνή μου όψη. Ντρέπομαι. Όχι, όχι ακόμα. Σταμάτα, σε ικετεύω. Άσε με να συνεχίσω, να σου πω όσα μπορώ, όσα αντέχω. Ναι, το ξέρω πως ίσως με ανακουφίσει, όμως δώσε μου λίγο χώρο-ευκαιρία να μιλήσω για όσα θέλω μονάχα εγώ. Κι ας μη με προσέχεις. Προσποιήσου. Θα κάνω ότι δεν το καταλαβαίνω. Συμφωνείς. Ωραία. Είδες που τα βρήκαμε; Τώρα μη με κοιτάς∙ όχι στα μάτια, όχι στο στήθος, αλλού, κοίτα αλλού, κοιτά χαμηλά, να, κοίτα τα πόδια μου, πονάνε, πονάνε πολύ, δεν με βαστούν. Κάθομαι. Αλήθεια διαφανής. Το βλέπεις. Να που δεν λέω ψέματα. Ωραία που είναι να κάθεσαι με τα πόδια να κρέμονται, να αιωρούνται, όπως τότε που πήγαινες στις κούνιες κι ο παππούς σε κούναγε πέρα-δώθε κι έγνοια δεν είχες καμιά, παρά τα προβλήματα, παρά τις απώλειες. Υπήρχε ο παππούς, υπήρχε κι η γιαγιά. Μέρες νοσταλγίας... Σσσσς! Άκου:
«Του ’πα παππούλη τι ζητάς εδώ;
Δεν είναι μέρος για έναν άγιο αυτό.
Μου λέει τέκνον κάνεις μέγα λάθος,
εδώ είναι ο φόβος των ανθρώπων
και το πάθος».
Όμως, σύνελθε, να σ’ αποδιώξουν ήθελαν, να σε παντρέψουν, βάρος ήσουν, βάρος ήμουν γι’ αυτούς. Έφταιγαν. Τι ήξερα εγώ; Με συγχωρείς. Σκοτείνιασε; Όχι, μην κλείνετε, κρατήστε τον Διακόπτη ανοιχτό, θέλω φως, δεν αναπνέω. Δεν αναπνέω. Φοβάμαι. Σας... ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ. Μισό λεπτό, χρειάζομαι άλλο ένα ποτό, καθαρό, δυνατό, όπως η μνήμη μου, μήπως σβηστεί, μήπως τη σβήσει. Όχι, θα συνεχίσω να μιλώ, μη φοβάσαι, δεν ξεχνάω εύκολα. Δυστυχώς. Σε ευχαριστώ που με ακούς. Κανείς δεν με ακούει. Δεν ξέρω ούτε τ’ όνομά σου∙ καλύτερα. Από τη στιγμή που μαθαίνεις τ’ όνομα του άλλου, παύει να είναι αδιάφορος ξένος, κι εγώ σε θέλω και ξένο και αδιάφορο. Γι’ αυτό σε διάλεξα. Ίσως έχεις κι εσύ πολλά να μου πεις, όμως λυπάμαι, δεν θέλω να ακούσω. Ίσως σ’ άλλο χρόνο, σ’ άλλο χώρο. Ναι, τ’ ομολογώ, σε κοροϊδεύω, ποτέ δε θα σ’ ακούσω. Συγγνώμη γι’ αυτό. Έτσι μ’ έκαναν,
έτσι έγινα. Να κοροϊδεύω και να επιβιώνω. Να κοροϊδεύω για να επιβιώνω. Αν με ρωτήσεις τώρα, δεν με νοιάζει να κοροϊδέψω, δεν με νοιάζει να επιβιώσω. Μόνο αυτό το σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση ένστικτο επιβίωσης είναι που με εμποδίζει. Τι έλεγα; Α, ναι, είδες που θυμάμαι; Παραδέξου δεν με βοήθησες. Πρέπει να το ξέρουν. Κι άλλη αλήθεια, ορίστε. Στα δεκαπέντε μου ήδη μου προξένευαν ένα γεροντοπαλλήκαρο με δόντια χρυσά, βορά τους θα γινόμουν. Πώς να ξεφύγεις από τέτοιο ανθεκτικό μέταλλο; Σε εξασφαλίζει βλέπεις. Βλέπουν. Το έσκασα τη μέρα του γάμου. Μη με ρωτάς λεπτομέρειες. Μόνο άκου. Χορεύτρια ερωτική έγινα, μπορούσα τουλάχιστον να επιλέγω έτσι, τους κυνηγούς. Ησυχία, τελειώνει:
«Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους και μου είπε εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους. Αν θες ν' αγιάσεις πρέπει ν' αμαρτήσεις. Ε κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις».
Μη, μη με λυπηθείς στιγμή. Όχι ακόμα, σε λίγο, έχεις καιρό. Κι ύστερα... ύστερα ήρθε ο ιππότης! Ο πρίγκιπας του παραμυθιού. Ο ήρωάς μου. Να με μαγέψει∙ να με σώσει, να με παντρευτεί, να μου χαρίσει παιδιά, χρυσό κι αγάπη να με λούσει. Με συγχωρείς, χρειάζομαι κι άλλο ποτό. Σφηνάκι; Όχι, μεγάλη η πιθανότητα νόθευσης και δεν θέλω στα σωθικά μου τίποτε νοθευμένο πια, μήτε πιοτό μήτε συναίσθημα. Μην παρασύρεσαι, δεν πρόκειται για χάπι-εντ. Να ετοιμάζεσαι, αλλά μη με λυπηθείς ακόμη. Με πήρε στη χώρα σας, στη χώρα των ονείρων μου, της δικαιοσύνης, της ευκαιρίας, της καταξίωσης, της πολλά υποσχόμενης πατρίδας. Με παντρεύτηκε και μ’ έχωσε μες στο παλάτι του μαζί με τα δυο παιδιά που του χάρισα. Μας φυλάκισε, μ’ ακούς; Κι εμένα... κι εκείνα. Φταίω; Λες ότι φταίω; Μην ξανανοίξεις το στόμα σου. Στο σπίτι έρχεται... Δεν ξέρω γιατί έρχεται, ούτε ξέρω πότε. Έχασα τον λογαριασμό. Έχασα τις μέρες. Ζει στο εξοχικό με τον καινούργιο του έρωτα – κρίμα το κορίτσι. Ναι, σε αυτόν οφείλεται η πελιδνή μου όψη. Ναι, φοβάμαι πως θα με χωρίσει, ναι, με σκόρπισε απ’ τις σκάλες, ναι, πρόσφατα ανάρρωσα, και ναι, είμαι μόνη, ξένη και αδύναμη. Σε κάλυψα; Το τελευταίο χτύπημα σακάτεψε τα πόδια μου… Κατάκοιτη για μέρες-αιώνες. Όσο για τα παιδιά, μάνα δε γέννησε πιο δυστυχισμένα όντα από τα δυο τους. Πηγαίνουν σχολείο, σε ακριβό σχολείο, από εκείνα τα ιδιωτικά που με χαρά υποδέχονται λογής-λογής παιδιά, παιδιά ανυπεράσπιστα έναντι υψηλής αμοιβής. Παιδιά-παράσιτα, παιδιά-ερινύες ακούς; Δες, φέρω μαζί μου φυλαχτό, την έκθεση που έγραψε η κόρη μου στον δάσκαλο, καθώς συγκινημένος μού ζήτησε να περάσω από το σχολείο για να την πάρω. Για την έκθεση μιλώ, κοιμήθηκες; Ξύπνα και ξεκίνα
να με λυπάσαι. Θα σου δώσει ενέργεια ν’ αντέξεις. Στυγνό συναίσθημα η λύπηση. Όχι τόσο για εκείνον που οικτίρεις, όσο για εσένα τον ίδιο. Ένα διθυραμβικά αρνητικό συναίσθημα που τονώνει κάθε κύτταρό σου, που σε συνταράσσει, που σε διαπερνά, που σε υπνωτίζει μυστικά, όπως κι ο φθόνος, όπως κι η ζήλια, όπως και όλα τα αυτότροφα συναισθήματα. Εσένα καταβροχθίζουν στο τέλος και ναι, σε φθονώ, σε φθονώ γιατί είσαι άντρας, γιατί είσαι ντόπιος, γιατί φοράς βέρα, κυρίως γιατί μπορείς ξένοιαστος να με ακούς∙ λυπήσου με λοιπόν. Λυπήσου με κι άλλο κι άκου τα ειπωμένα του παιδιού μου τα τελευταία. Θα σου πω και το ερώτημα ευθύς: Υπάρχουν πολλές πατρίδες ή μόνο μία;, έτσι τέθηκε το θέμα και ιδού η απάντηση: «Η μετανάστευση είναι αναπότρεπτη και εγώ θέλω δυο πατρίδες. Άλλωστε, αν η μαμά δεν είχε ακολουθήσει τον μπαμπά, όπως κάνουν οι γυναίκες, δεν θα υπήρχα ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου. Σ’ ευχαριστώ μαμά!». Παρακαλώ παιδί μου.
Τώρα, λυπήσου με όσο πιο πολύ μπορείς, μα προς θεού, μην κλείσεις τον Διακόπτη.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

notationes MAΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2015, ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ /// ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ




                                   





Ξύπνησε στο γεμάτο όνειρα κρεβάτι του. Οι ζάρες στο σεντόνι, το αθέλητο σκηνοθετικό μέρος, η ακούσια επιρροή του προσώπου στον Χώρο. Σαν ζωγραφιά έμπειρου καλλιτέχνη, αποτέλεσμα αόριστο μιας ακολουθίας από πινελιές σε μια στιγμή ύψιστης έμπνευσης. Με μια μικρή δόση φαντασίας, στο φως που ρίχνει το σκοτάδι, μπορείς να δεις, στα υψώματα και στα βάθη της καθεμιάς τους, ιστορίες ολόκληρες να ξετυλίγονται. Ανησυχίες, προσμονές, βαθιές επιθυμίες και πάθη ανομολόγητα μοιάζει να βρίσκουν μεμιάς τον χώρο τους. Συνήθως, λίγος χρόνος τούς απομένει, μέχρι να χάσουν τη γη κάτω απ’ τα πόδια τους κι αυτές· εξαρτώνται, βλέπετε, από τη νοικοκυροσύνη του εμπνευστή τους. Ευτυχώς για εκείνες, η νοικοκυροσύνη ήταν ανύπαρκτη στο λεξιλόγιό του...
Με δυσκολία σηκώθηκε – πώς ν’ απαρνηθεί τα όνειρα – κι άρχισε το ανιαρό ταξίδι του στον χώρο. Ίσα-ίσα που υπέμενε αυτό το καθημερινό δρομολόγιο που τόσο αυταρχικά και αβασάνιστα του είχε επιβάλει ο πολιτισμός: σπίτι – γραφείο – σπίτι. Μηχανικά σχεδόν, πλύθηκε, ντύθηκε, έριξε λίγα δημητριακά σ’ ένα μεταλλικό πιατάκι έχοντας για συντροφιά τις πρωινές ειδήσεις. Έμενε μόνος από επιλογή, πάντα ήθελε τον προσωπικό του χώρο, χωρίς τις παρεμβάσεις άλλων προσώπων εντός του. Κι όχι βεβαίως τις παρεμβάσεις εκείνες που αφορούν τη διακόσμηση, τη θέση των επίπλων ή τα χρώματα στους τοίχους. Όχι... Αυτές δεν αφορούν τον χώρο – κι εκείνος το ήξερε –, ποτέ δεν τον αφορούσαν. Στέκονται ελάχιστες εμπρός του ή καλύτερα εντός του, ελλιπείς κι ανούσιες απέναντι στο μεγαλείο του. Ναι, μεγαλείο! Καμιά λέξη δεν μπορεί να τον προσδιορίσει επαρκώς, εκτός από εκείνες τις συντηρητικές που μόνο την κτήση μπορούν να δηλώσουν κι αυτό γιατί τις υποχρεώνουν άνθρωποι που, αν υπερηφανεύονται πως γνώρισαν κάτι μέσα από το πέρασμά τους στον χώρο, αυτό είναι μονάχα η κτήση, η κατοχή. Τι υποτίμηση εμπρός στο εύρος του! Όχι για εκείνον, μη παρεξηγηθώ, μα για τους ίδιους!
Τέτοιες θεωρήσεις κι άλλες όμοιες ήταν που ένιωθε πως αλλοιώνουν τον χώρο κι ό, τι εκείνος περικλείει. Παντοτινός φρουρός, ακοίμητος κι ισχυρός συνάμα, με την ισχύ του να δυναμώνει από την ανώφελη προσπάθεια για τιθάσευσή του. Περισσότερες πιθανότητες ίσως υπάρχουν με τον χρόνο, παρά με τον χώρο τελικά, σε όποια του μορφή... 

-Η έννοια του χώρου δεν αφορά μόνο τον περιβάλλοντα χώρο, αλλά κι εκείνον τον πιο προσωπικό, όπου όνειρα και σκέψεις ζουν, αναπτύσσονται και συχνά πεθαίνουν, αναλογίστηκε, σαν να απαντά σε μια φωνή έξω απ’ αυτόν.
Με σκέψεις σαν και τούτες, η ώρα πέρασε γρήγορα κι έπρεπε ευθύς να ξεκινήσει για τη δουλειά. Σε τέτοιους χώρους, η ασυνέπεια με κριτήρια χρονικά – αργοπορία – δε συγχωρείται! Με εκκρεμότητες, υποχρεώσεις και προθεσμίες να του κατακλύζουν το μυαλό, έφτασε πάνω στην ώρα για το επίσημο μίτινγκ: αλήθεια, τι το έκανε να είναι επίσημο; Τα εκλεπτυσμένα πρόσωπα, τα πρωτότυπα θέματα της συνεδρίασης, τα ακριβά κοστούμια που κοσμούσαν τις σάρκες ανθρώπων τόσο συμβιβασμένων;
Καθιστός, ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους – συνεργάτες τους ονόμαζε – γύρω από ένα ολοστρόγγυλο, μεγάλο, ξύλινο τραπέζι το οποίο ασκούσε μια μοναδική δύναμη έλξης κι επιβολής σε όσους βρίσκονταν ολόγυρά του, χάθηκε, ευτυχώς, στις σκέψεις του. Τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει· ούτε καν το προικισμένο με υπερφυσικές δυνάμεις τραπέζι που δέσποζε στο κέντρο του συνεδριακού χώρου. Οι τοίχοι βάλθηκαν να γκρεμίζονται, οι καρέκλες να τρίζουν, το τραπέζι να σωριάζεται, το κτήριο το ίδιο να χάνει την οριοθετημένη υπόστασή του. Ξάφνου τίποτε δεν υπήρχε. Λίγη σκόνη ίσως, αδιάφορο για έναν ανοικοκύρευτο!
Από υπάλληλος είχε μόλις αναβαθμιστεί σε σκηνοθέτη! Είχε, πλέον, πρόσβαση στον χώρο και μ’ ένα βλέμμα του μπορούσε να τον ταξιδέψει! Ακριβώς! Να τον ταξιδέψει! Ακίνητος ο ίδιος, στο ίδιο σημείο, όπου άλλοτε αντίκριζε το παντοδύναμο τραπέζι, εκείνο που είχε λόγο στην απόλυση ή την προαγωγή του, εκείνο που όριζε τη γραμμή θανάτου (deadline) – τι αλαζονική χρήση! – , κατά κόσμο προθεσμία, τώρα έβλεπε εκτάσεις άγνωστες κι ανθρώπους ξένους να γελούν και να χορεύουν και να τραγουδούν, κυρίως να τραγουδούν· κι ύστερα πρόσωπα αγαπημένα να μιλούν και να μιλούν... Κι έπειτα ηλιοτρόπια και κήπους μοσχοβολιστούς, κι αλίμονο έβλεπε θάλασσες και βουνά, κι εκείνον ταξιδιώτη μ’ ένα του βήμα να περνά από το ένα σκηνικό στο άλλο!
Μόλις είχε δώσει λίγο χώρο στις σκέψεις του, στις μύχιες εκείνες σκέψεις που ξετρυπώνουν τις νύχτες και δεν αφήνουν τα σημάδια τους παρά μόνο στα σεντόνια. Κι άντε μετά να τις καταλάβεις...
Δε γύρισε ποτέ ξανά στη δουλειά. Αναζήτησε και γι’ αυτό βρήκε όλα όσα είχαν τη δύναμη να γκρεμίσουν εκείνο το κτήριο.
Και ζει καλά.
 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ /// ΔΕΣΜΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ



                        






Η  μέρα διαδεχόταν με ανυπομονησία κι έπαρση τη νύχτα. Την υποτιμούσε αφού, αν και ποτέ δεν μπόρεσε να τη συναντήσει, είχε ακούσει πως τη νύχτα οι άνθρωποι σωπαίνουν, κοιμούνται, κλείνονται στα σπίτια τους, κλαίνε. Ενώ εκείνη ρίχνοντας το άπλετο φως της στη μαγική εκείνη χώρα έδινε τόσες πολλές επιλογές! Απλόχερα χωρίς να περιμένει ανταμοιβή!
Υπό το μαγευτικό φως της μπορούσες να ζήσεις συναρπαστικά, να ονειρευτείς με τα μάτια ανοιχτά, να ικανοποιήσεις κάθε επιθυμία, κάθε στόχος σου μπορούσε να εκπληρωθεί, κάθε γνώση να κατακτηθεί, κάθε αλλαγή να επιτευχθεί· αρκεί να έμενες ξύπνιος κατά τη διάρκεια της μέρας. Αυτός ήταν ο μοναδικός περιορισμός της. Δεν το λες και προϋπόθεση αυστηρή!
Ο καιρός περνούσε όμως, κι οι άνθρωποι, αν και ξύπνιοι, έμεναν τόσο στάσιμοι: καμιά επιθυμία δεν εκπληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε. Κανένα ονειροπόλημα δεν τους ταξίδεψε, γιατί δεν ονειρεύονταν. Καμιά αλλαγή δεν ήρθε, γιατί δεν πίστευαν σε αλλαγές. Και ναι, ήταν ξύπνιοι ωστόσο: σηκώνονταν πολύ νωρίς για να δεχτούν το φως της νέας μέρας, το οποίο αποχαιρετούσαν μόνο όταν χανόταν κάθε υποψία ήλιου. Άνθρωποι σκυθρωποί πηγαινοέρχονταν άσκοπα στους δρόμους κοιτώντας πάντα χαμηλά, ενώ ανασήκωναν το βλέμμα μόνο για να κοιτάξουν τους θρασύτατους τίτλους εφημερίδων, όπως κρέμονταν τόσο απειλητικά από αντιαισθητικά σκοινιά σε κακόγουστους γκριζωπούς πάγκους μέσα σε στοές που προστάτευαν από το περήφανο μεσημεριανό φως του ήλιου.
Η μέρα ήταν έξαλλη:
-Πώς είναι δυνατό να μπορούν να μένουν τόσο στάσιμοι;
Η νύχτα άρχισε να την υποβλέπει:
-Τόσο φως τι να το κάνουν;
Εναλλαγή με την εναλλαγή, η μέρα άρχισε να μαραζώνει, να μικραίνει· κι οι άνθρωποι οι σκυθρωποί κι ανυποψίαστοι εξακολουθούσαν να περιφέρονται δίχως σκοπό με το κεφάλι σκυμμένο και με το βλέμμα τόσο χαμηλωμένο, θαρρείς πως ήταν κατασκευασμένοι για να κοιτούν πάντοτε προς τα κάτω. Όμως, κάθε άλλο, ήταν άνθρωποι, όπως εμείς, με δυο ματιά ψηλά στο πρόσωπο με τα οποία μπορούσαν να κερδίσουν τον ορίζοντα όποτε το επιθυμούσαν!
Οι μέρες κυλούσαν δυστυχισμένες και συρρικνωμένες, τίποτα το καινούργιο δεν συναντούσαν. Η μία αποτελούσε απλή επανάληψη της άλλης, δίχως διασκευές κι
εκπλήξεις, με μια αδυσώπητη ακολουθία να τις ωθεί σε μια αέναη κίνηση εξαιτίας αυτής της αναγκαίας χρονικής αλληλουχίας που όριζε ο Νόμος.
Οι άνθρωποι, ακίνητοι και απαθείς, χρόνο με τον χρόνο έβγαλαν ρίζες· να όπως τα δέντρα! Δεν είχαν όμως τη λυγερή κορμοστασιά της περήφανης βλάστησης, αφού χέρια και πόδια ενώθηκαν με το έδαφος, έτσι που το κεφάλι μπορούσε πλέον να αντικρίζει το τόσο ποθητό για εκείνους τίποτα. Και για την ακρίβεια, αυτό μονάχα ήθελαν. Μια δικαιολογία για τη στασιμότητά τους, μια ανακούφιση για την αδράνειά τους, ένα καλοδεχούμενο εμπόδιο για την ενεργή δράση τους, μια απρόσμενη – τόσο θετικά – αρνητική εξέλιξη! Με χέρια και πόδια στο έδαφος, πλέον, δεν έφεραν ευθύνη καμία: ούτε για το μαστίγωμα της ελευθερίας, ούτε για τη δολοφονία της ισότητας, ούτε για τα βασανιστήρια του ανθρώπου. Επιτέλους, είχαν έναν λόγο για να ζουν ευτυχισμένοι: δεν έφταιγαν εκείνοι! Και το καλύτερο; Δεν μπορούσαν να προσφέρουν τίποτα· δεμένοι στο έδαφος, από εκεί που προήλθαν, ένιωθαν τόσο ασφαλείς όσο και ανήμποροι – μεγάλη ασφάλεια η ανημπόρια.
Η αλήθεια είναι πως φαντάζει ανυπόφορο να νιώθει κανείς ανήμπορος κι ακόμη δυσκολότερο, να το παραδέχεται, όχι λόγω της έκθεσής του, όχι· μα να, επειδή στο βάθος γνωρίζει καλά πως η ανημπόρια δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της ύπαρξης και πως ο συνομιλητής του ενδέχεται να ανακαλύψει και να αποκαλύψει κυρίως την παντοδύναμή του φύση. Αυτή που όλα τα μπορεί, αρκεί να το θελήσει.
-Πού καιρός και όρεξη και χρόνος για μπλεξίματα; Ανημπόρια για πάντα!
Καθένας τους ριζωμένος στο χώμα εκτιμούσε πολύ τα δεσμά του! Δεσμά ελευθερίας άρχισαν να τα καλούν, ο ένας μετά τον άλλο. Τον πρώτο καιρό μάλιστα μπορούσαν και να τα διαχειριστούν: μπορούσαν να συρθούν λίγο παραδίπλα χωρίς να κοπιάσουν ιδιαίτερα, να ανασηκωθούν ανάλογα με το περιθώριο που τους άφηναν οι ρίζες που κρέμονταν από τα χέρια, να κοιτάζουν πότε αριστερά, πότε στο κέντρο και πότε δεξιά, στο ύψος που πάντοτε έδειχναν να προτιμούν. Αυτή ήταν ζωή!
Ο καιρός όμως περνούσε, όπως ο Νόμος το είχε για τα καλά ξεκαθαρίσει. Κι οι άνθρωποι γίνονταν όλο και πιο δυσκίνητοι, αφού οι ρίζες βυθίζονταν ολοένα βαθύτερα στο χώμα· και μάκραιναν και πλάταιναν τόσο που άγγιζαν η μια την άλλη κι ο χώρος δεν ήταν αρκετός για όλους. Τόσο συνωστισμό στα χαμηλά η φύση δεν τον αντέχει. Φόβος άρχισε να ρέει στις ρίζες τους, ενώ ό, τι είχε απομείνει από εκείνους πάνω από τη γη είχε χάσει κάθε του δύναμη, το φως της μέρας που όλους τους έθρεφε, πλέον τους είχε εγκαταλείψει. Πού και πού αχνοφαίνονταν οι ανταύγειες της μέρας, απομεινάρι μιας άλλης εποχής και τι νοσταλγία, Θεέ μου.
Αχ και να μπορούσαν να γυρίσουν πίσω τον χρόνο! Δε θα επέτρεπαν ποτέ ξανά να σκύψουν τόσο πολύ, τόσο που να μην μπορούν πια να σηκωθούν, – έτσι σιγοψιθύριζαν μεταξύ τους. Κι όμως είχαν για καιρό όλο τον χρόνο και τη μέρα βασίλισσα να τους φωτίζει και να τους εμπνέει, τόσο δεδομένη, ωστόσο, γι’ αυτό και ανυπόφορη. Ευτυχώς, που δεν μπορούσαν να τον γυρίσουν πίσω, δεν τους έφταιγε σε τίποτα ούτε εκείνος ούτε το φως της.
Κι έζησαν χαμοκοιτώντας στο σκοτάδι που τόσο τους ταίριαζε αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία που εύχονταν να μην έρθει...