Translate

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ /// 'ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ







                                      
φωτό Ασημίνα  Ξηρογιάννη

                           



«Διακόπτης: ανοιχτός»



  Τριγυρνούσε σαν χαμένη σε ώρες ζοφερές. Δεν άντεχε την παραμονή στο σπίτι· σπίτι πολυτελές, με τζακούζι και πισίνα, και τζάκι, κυρίως τζάκι, με τη φωτιά, απειλή, να παραμονεύει τις νύχτες του χειμώνα που όλο και μεγάλωναν. Μέχρι πού θα ’φταναν επιτέλους; Τι άλογη λογική είναι δαύτη; Το σκοτάδι να κρύβει το φως; Δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί αυτό το συμπαγές σκοτάδι της χειμωνιάτικης νύχτας που εισβάλλει στα σπίτια απρόσκλητο, πρόωρο, πνιγερό, θυμίζοντάς σου βάναυσα το αδιάκοπο συνεχές του χρόνου, το παρελθόν σου, το παρόν σου· λες και τα ξεχνάς ποτέ...
-Φύγε, σε παρακαλώ, φύγε, δεν σε χρειάζομαι για να θυμάμαι∙ θυμάμαι, γνωρίζω∙ σε παρακαλώ, φύγε μακριά, φύγε μακριά μου. Δεν αντέχω. Λυπήσου. Με.
Το σκοτάδι, όμως, δεν ξεμάκραινε, όσο και αν εκείνη έτρεχε εμπρός του να διαφύγει. Η ώρα περνούσε. Το σκοτάδι την πρόφτασε. Κυκλώθηκε. Πνιγόταν. Όχι άλλο σκοτάδι. Μια πηγή φωτός αναζητούσε, έστω τεχνητή, ψεύτικη έστω, έστω και θορυβώδη. Απέναντί της μια ταμπέλα βρέθηκε να φέγγει: «Διακόπτης» το όνομα του μπαρ, «ανοιχτός» η κατάστασή του.
Πριν προλάβει να το καταλάβει βρισκόταν ήδη μέσα. Το φως-οξυγόνο, αν και λιγοστό, επανέφερε τους παλμούς της στο γνώριμο φυσιολογικό, την έκανε να αναπνέει με σταθερότητα ασφαλή, κατεύνασε για λίγο τις σκοτεινές της σκέψεις, στέγνωσε τον ιδρώτα που πάγωνε το δέρμα.
Η μουσική μύριζε παρελθόν∙ κι ήταν που ήθελε να γίνει ένα με τη μουσική; Ήταν που ήθελε να γίνει ένα με τη μυρωδιά; Άρχισε να σιγοτραγουδά τους στίχους:
«Προχτές αργά στο μπαρ το ναυάγιο
βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό».
Το μουσικό θέμα έφερνε τον παράδεισο στις αισθήσεις της. Μεμιάς κάθισε σε μια από εκείνες τις ψηλόλιγνες καρέκλες που δεσπόζουν σε κάθε μπαράκι. Αυτόνομες και συλλογικές, υπερήφανες και παρατεταγμένες η μια δίπλα στην άλλη, σε φέρνουν πιο κοντά με τους αδιάφορους άλλους και τις πολύτιμες ιστορίες τους, σε αναγκάζουν να τους ακούσεις· είτε από ευγένεια, είτε από ανία, είτε από πόθο.
Παρήγγειλε ποτό καθαρό∙ βότκα. Σκέτη. Διπλή. Ρώσικη, όπως η καταγωγή της. Κάτι να της θυμίζει την αφετηρία της, τα παιδικάτα της, τότε, που όλα, αν και σκοτεινά, ορθώνονταν σαφή και ξεκάθαρα στον νου της.
-Ήμουν στα δέκα όταν οι γονείς μου πέθαναν, ναι, πέθαναν, δεν χάθηκαν, όπως τόσο γαλήνια χαρακτηρίζουν τη μετάβαση από τη ζωή στον θάνατο όσοι να σε ανακουφίσουν προσπαθούν σε ηλικία τρυφερή, όπως σ’ εκείνη των δέκα χρόνων. Μη με ρωτάς από τι, μη με ρωτάς πώς, ό, τι ξέρεις ξέρω κι εγώ. Ποτέ δεν έμαθα. Σταμάτα, μη με ρωτάς ούτε για την πελιδνή μου όψη. Ντρέπομαι. Όχι, όχι ακόμα. Σταμάτα, σε ικετεύω. Άσε με να συνεχίσω, να σου πω όσα μπορώ, όσα αντέχω. Ναι, το ξέρω πως ίσως με ανακουφίσει, όμως δώσε μου λίγο χώρο-ευκαιρία να μιλήσω για όσα θέλω μονάχα εγώ. Κι ας μη με προσέχεις. Προσποιήσου. Θα κάνω ότι δεν το καταλαβαίνω. Συμφωνείς. Ωραία. Είδες που τα βρήκαμε; Τώρα μη με κοιτάς∙ όχι στα μάτια, όχι στο στήθος, αλλού, κοίτα αλλού, κοιτά χαμηλά, να, κοίτα τα πόδια μου, πονάνε, πονάνε πολύ, δεν με βαστούν. Κάθομαι. Αλήθεια διαφανής. Το βλέπεις. Να που δεν λέω ψέματα. Ωραία που είναι να κάθεσαι με τα πόδια να κρέμονται, να αιωρούνται, όπως τότε που πήγαινες στις κούνιες κι ο παππούς σε κούναγε πέρα-δώθε κι έγνοια δεν είχες καμιά, παρά τα προβλήματα, παρά τις απώλειες. Υπήρχε ο παππούς, υπήρχε κι η γιαγιά. Μέρες νοσταλγίας... Σσσσς! Άκου:
«Του ’πα παππούλη τι ζητάς εδώ;
Δεν είναι μέρος για έναν άγιο αυτό.
Μου λέει τέκνον κάνεις μέγα λάθος,
εδώ είναι ο φόβος των ανθρώπων
και το πάθος».
Όμως, σύνελθε, να σ’ αποδιώξουν ήθελαν, να σε παντρέψουν, βάρος ήσουν, βάρος ήμουν γι’ αυτούς. Έφταιγαν. Τι ήξερα εγώ; Με συγχωρείς. Σκοτείνιασε; Όχι, μην κλείνετε, κρατήστε τον Διακόπτη ανοιχτό, θέλω φως, δεν αναπνέω. Δεν αναπνέω. Φοβάμαι. Σας... ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ. Μισό λεπτό, χρειάζομαι άλλο ένα ποτό, καθαρό, δυνατό, όπως η μνήμη μου, μήπως σβηστεί, μήπως τη σβήσει. Όχι, θα συνεχίσω να μιλώ, μη φοβάσαι, δεν ξεχνάω εύκολα. Δυστυχώς. Σε ευχαριστώ που με ακούς. Κανείς δεν με ακούει. Δεν ξέρω ούτε τ’ όνομά σου∙ καλύτερα. Από τη στιγμή που μαθαίνεις τ’ όνομα του άλλου, παύει να είναι αδιάφορος ξένος, κι εγώ σε θέλω και ξένο και αδιάφορο. Γι’ αυτό σε διάλεξα. Ίσως έχεις κι εσύ πολλά να μου πεις, όμως λυπάμαι, δεν θέλω να ακούσω. Ίσως σ’ άλλο χρόνο, σ’ άλλο χώρο. Ναι, τ’ ομολογώ, σε κοροϊδεύω, ποτέ δε θα σ’ ακούσω. Συγγνώμη γι’ αυτό. Έτσι μ’ έκαναν,
έτσι έγινα. Να κοροϊδεύω και να επιβιώνω. Να κοροϊδεύω για να επιβιώνω. Αν με ρωτήσεις τώρα, δεν με νοιάζει να κοροϊδέψω, δεν με νοιάζει να επιβιώσω. Μόνο αυτό το σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση ένστικτο επιβίωσης είναι που με εμποδίζει. Τι έλεγα; Α, ναι, είδες που θυμάμαι; Παραδέξου δεν με βοήθησες. Πρέπει να το ξέρουν. Κι άλλη αλήθεια, ορίστε. Στα δεκαπέντε μου ήδη μου προξένευαν ένα γεροντοπαλλήκαρο με δόντια χρυσά, βορά τους θα γινόμουν. Πώς να ξεφύγεις από τέτοιο ανθεκτικό μέταλλο; Σε εξασφαλίζει βλέπεις. Βλέπουν. Το έσκασα τη μέρα του γάμου. Μη με ρωτάς λεπτομέρειες. Μόνο άκου. Χορεύτρια ερωτική έγινα, μπορούσα τουλάχιστον να επιλέγω έτσι, τους κυνηγούς. Ησυχία, τελειώνει:
«Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους και μου είπε εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους. Αν θες ν' αγιάσεις πρέπει ν' αμαρτήσεις. Ε κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις».
Μη, μη με λυπηθείς στιγμή. Όχι ακόμα, σε λίγο, έχεις καιρό. Κι ύστερα... ύστερα ήρθε ο ιππότης! Ο πρίγκιπας του παραμυθιού. Ο ήρωάς μου. Να με μαγέψει∙ να με σώσει, να με παντρευτεί, να μου χαρίσει παιδιά, χρυσό κι αγάπη να με λούσει. Με συγχωρείς, χρειάζομαι κι άλλο ποτό. Σφηνάκι; Όχι, μεγάλη η πιθανότητα νόθευσης και δεν θέλω στα σωθικά μου τίποτε νοθευμένο πια, μήτε πιοτό μήτε συναίσθημα. Μην παρασύρεσαι, δεν πρόκειται για χάπι-εντ. Να ετοιμάζεσαι, αλλά μη με λυπηθείς ακόμη. Με πήρε στη χώρα σας, στη χώρα των ονείρων μου, της δικαιοσύνης, της ευκαιρίας, της καταξίωσης, της πολλά υποσχόμενης πατρίδας. Με παντρεύτηκε και μ’ έχωσε μες στο παλάτι του μαζί με τα δυο παιδιά που του χάρισα. Μας φυλάκισε, μ’ ακούς; Κι εμένα... κι εκείνα. Φταίω; Λες ότι φταίω; Μην ξανανοίξεις το στόμα σου. Στο σπίτι έρχεται... Δεν ξέρω γιατί έρχεται, ούτε ξέρω πότε. Έχασα τον λογαριασμό. Έχασα τις μέρες. Ζει στο εξοχικό με τον καινούργιο του έρωτα – κρίμα το κορίτσι. Ναι, σε αυτόν οφείλεται η πελιδνή μου όψη. Ναι, φοβάμαι πως θα με χωρίσει, ναι, με σκόρπισε απ’ τις σκάλες, ναι, πρόσφατα ανάρρωσα, και ναι, είμαι μόνη, ξένη και αδύναμη. Σε κάλυψα; Το τελευταίο χτύπημα σακάτεψε τα πόδια μου… Κατάκοιτη για μέρες-αιώνες. Όσο για τα παιδιά, μάνα δε γέννησε πιο δυστυχισμένα όντα από τα δυο τους. Πηγαίνουν σχολείο, σε ακριβό σχολείο, από εκείνα τα ιδιωτικά που με χαρά υποδέχονται λογής-λογής παιδιά, παιδιά ανυπεράσπιστα έναντι υψηλής αμοιβής. Παιδιά-παράσιτα, παιδιά-ερινύες ακούς; Δες, φέρω μαζί μου φυλαχτό, την έκθεση που έγραψε η κόρη μου στον δάσκαλο, καθώς συγκινημένος μού ζήτησε να περάσω από το σχολείο για να την πάρω. Για την έκθεση μιλώ, κοιμήθηκες; Ξύπνα και ξεκίνα
να με λυπάσαι. Θα σου δώσει ενέργεια ν’ αντέξεις. Στυγνό συναίσθημα η λύπηση. Όχι τόσο για εκείνον που οικτίρεις, όσο για εσένα τον ίδιο. Ένα διθυραμβικά αρνητικό συναίσθημα που τονώνει κάθε κύτταρό σου, που σε συνταράσσει, που σε διαπερνά, που σε υπνωτίζει μυστικά, όπως κι ο φθόνος, όπως κι η ζήλια, όπως και όλα τα αυτότροφα συναισθήματα. Εσένα καταβροχθίζουν στο τέλος και ναι, σε φθονώ, σε φθονώ γιατί είσαι άντρας, γιατί είσαι ντόπιος, γιατί φοράς βέρα, κυρίως γιατί μπορείς ξένοιαστος να με ακούς∙ λυπήσου με λοιπόν. Λυπήσου με κι άλλο κι άκου τα ειπωμένα του παιδιού μου τα τελευταία. Θα σου πω και το ερώτημα ευθύς: Υπάρχουν πολλές πατρίδες ή μόνο μία;, έτσι τέθηκε το θέμα και ιδού η απάντηση: «Η μετανάστευση είναι αναπότρεπτη και εγώ θέλω δυο πατρίδες. Άλλωστε, αν η μαμά δεν είχε ακολουθήσει τον μπαμπά, όπως κάνουν οι γυναίκες, δεν θα υπήρχα ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου. Σ’ ευχαριστώ μαμά!». Παρακαλώ παιδί μου.
Τώρα, λυπήσου με όσο πιο πολύ μπορείς, μα προς θεού, μην κλείσεις τον Διακόπτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου