Translate

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015/// Η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ (23 μέρες,Γαβριηλίδης 2015)




                                      
Φωτό Α.Ξ.






Ασημίνα Ξηρογιάννη, 23 μέρες, εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2015.







 Γράφει η Ανθούλα Δανιήλ



Η συλλογή, με τον τίτλο 23 μέρες, απαρτίζεται από είκοσι τρία ποιήματα, τα οποία αντιστοιχούν σε είκοσι τρεις μέρες. Την εικοστή δεύτερη μέρα δίνεται καθαρά η θεματική της πρόθεση, η οποία προοικονομείται σταδιακά μέρα με την ημέρα: «Η πρόθεση του βιβλίου που γράφει τώρα :/ Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress./ Μια νεαρή γυναίκα / κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες/ περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της / ο εραστής της/ (ή καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της)».
Αυτό είναι το θέμα το οποίο η ποιήτρια Ασημίνα Ξηρογιάννη πραγματεύεται σαν σκηνικό ποίημα, σαν θεατρική πράξη. Δίνει στα ποιήματα μορφή μικρού δράματος, μικρής σκηνοθετικής απόπειρας. Είκοσι τρία ποιήματα, είκοσι τρεις θεατρικές σκηνές. Σχεδόν κάθε ποίημα αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο περιέχει τις σκηνικές οδηγίες, δοσμένες με ορθά γράμματα• το όλο πλαίσιο, το κάδρο – το κομοδίνο, τα χάπια, τον πίνακα- τα «σύνεργα της σκηνής», που λέει κι ο Γιώργος Σεφέρης, Το δεύτερο μέρος, όπου δίνονται τα απολύτως προσωπικά, παραληρηματικά, εκείνα που φουσκώνουν το ποτάμι της ψυχής, η ουσία, το συναισθηματικό μέρος, με πλάγια γράμματα. Τα δύο επίπεδα του ποιήματος είναι ευδιάκριτα επομένως και ως μορφή και ως περιεχόμενο.
Ο χώρος είναι ένα νοικιασμένο δωμάτιο, για τις ερωτικές συναντήσεις του ζευγαριού, όπου η «πρωταγωνίστρια» του δράματος περιμένει εκείνον να έρθει και στήνει έναν νοερό διάλογο μαζί του. Βεβαίως ακούγεται μόνο η δική της η φωνή, ενώ η φωνή εκείνου φτάνει στον αναγνώστη διαθλασμένη μέσα από τα δικά της λόγια, φωτισμένη από τα δικά της μάτια.
Η είσοδος στη συλλογή γίνεται με μια προειδοποίηση: «Και μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα! Μην τολμήσεις! Μ’ ακούς;», «Μόνο η ζωή σου θέλω να ’μαι» και το ποίημα αρχίζει: «‘‘Με νάρκωσαν και με βίασαν’’./ Δεν απέχω και πολύ από αυτή την κατάσταση./ Σθεντόν και ψυχολογική βία». Ο στίχος στα εισαγωγικά ανήκει στην Σίλβια Πλαθ, ποιήτρια με διεγνωσμένη ψυχασθένεια. Το δάνειο αυτό από την Ξηρογιάννη δικαιολογεί και την παρουσία του «Σθεντόν» (ή στεντόν), αλλά δημιουργεί και μια γέφυρα, η οποία φέρνει τη μία ποιήτρια κοντά στην άλλη. Για την ανάγκη της περίστασης επιστρατεύω κι έναν ακόμη ποιητή, ο οποίος τρυγάει όλα τα σχετικά σκευάσματα από το φαρμακείο: «Γράφε/ Βάλιουμ Μαντράξ Στεντόν/ Ζανάξ Τριπτιζόλ/ Λαντόζ/ Αλοπεριντίν Ρισπερντάλ/ Ξέρεις εσύ γιατρέ μου…». Είναι οι στίχοι του Σταύρου Σταυρόπουλου, ο οποίος πρέπει να βρίσκεται σε βαριά κατάθλιψη, με τόσα αγχολυτικά –νηπενθή, λέει ο Καρυωτάκης–, συγγενεύοντας πιο πολύ με τον Όμηρο και δείχνοντας παράλληλα τη μακρά ιστορία των ψυχολογικών προβλημάτων καθώς και την πληθώρα των φαρμάκων που συμβάλλουν στην καταπράυνση της ασθένειας ή στη θεραπεία μιας «Ψυχολογίας», που λέει ο κοινός θνητός, εννοώντας την ψυχική κατάσταση, βέβαια και όχι την επιστήμη της Ψυχολογίας.
«Της λείπει ο λαιμός του» λέει με ορθά γράμματα. Για να τον κόψει ή για κρεμαστεί πάνω του; Θα ήταν ένα εύλογο ερώτημα (η σκέψη μου πετά στον Οδυσσέα Ελύτη: «αλλού το χέρι, αλλού ο λαιμός», Μαρία Νεφέλη, «Ελένη»). Σε δεύτερο πρόσωπο και πλάγια απευθύνεται σ’ αυτόν: «Οι επιθυμίες μου που σχετίζονται με σένα / ζουν μόνες μια χαρά κι έξω από μένα./ Είναι πράγμα θαυμαστό στ’ αλήθεια./ Έχουν τη δική τους αυτόνομη ζωή./ Σε αυτό ακριβώς το γεγονός οφείλεται η διάρκεια/ και η δύναμή τους./ ημέρα δεύτερη (της απουσίας)». Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να παρανοήσει ή να παρερμηνεύσει την εμμονή ή, την βαριάς μορφής εξάρτησή της από εκείνον. Κι εκείνος έφυγε κι εκείνη πάσχει από «επιθυμίες» που ζουν ερήμην της, υποδηλώνοντας το βαθύ ψυχικό τραύμα που η ορθή λογική δεν μπορεί να ελέγξει. Το μέτρημα των ημερών της απουσίας είναι το μαρτύριο της σταγόνας. Μια μια πέφτουν οι μέρες χωρίς όμως να φέρνουν το ποθητό αποτέλεσμα. Σαν τα κεριά που σβήνουν του Καβάφη ή σαν τις πέτρες που στοιβάζονται, παίρνοντας μαζί τους και τη ζωή. Όμως στη ζωή του ποιητικού υποκειμένου, οι μέρες περνούν αλλά η λύπη παραμένει και επιπλέον ανασύρει στην επιφάνεια όλα εκείνα που ελλόχευαν από τον καιρό της παρουσίας εκείνου.
Στο τέταρτο ποίημα, το σκηνικό διανθίζεται με έναν πίνακα που παίζει σημαντικό ρόλο, με τη συμβολή του μάλλον στην κακή διάθεση. Πρόκειται για το «Φιλί» του Μουνκ. Το θέμα του είναι ερωτικό, ο ζωγράφος όμως κάθε άλλο παρά σε έρωτα παραπέμπει. Αν π.χ. είχαμε να κάνουμε με το «φιλί» του Κλιμτ ή του Ροντέν ή του Λύτρα τότε θα μιλούσαμε για ένα ερωτικό φιλί, ένα παθιασμένο απολαυστικό ερωτικό φιλί. Εδώ, παρά το ότι η ποιήτρια μιλάει για ένα ζευγάρι παραδομένο στο πάθος τόσο που τα πρόσωπά τους έχουν χαθεί μέσα σ’ αυτό, ο θεατής μάλλον εισπράττει μια εφιαλτική σκηνή. Ο άντρας που έχει αρπάξει τη γυναίκα την έχει στα χέρια του, όπως το χταπόδι τη λεία του, τείνει να την αφομοιώσει. Ακριβώς, σ’ αυτή την αφομοίωση, νομίζω πως η γυναίκα χάνει και χάνεται από εκείνο που επιθυμεί. Άλλωστε στο εξομολογητικό μέρος του ποιήματος «οι αφορισμοί του Μποτόν περί έρωτος» (χωρίς υποσημείωση, τι ρόλο έχουν στην υπόθεση και μάλιστα στο μυαλό ενός μη ειδικού, δεν ξέρω), καθώς και η φράση «Αν τους μετέφραζες για μένα» (άρα δεν τους μετέφρασε), ποιήτρια και αναγνώστης βρίσκονται και οι δύο από τη σκοτεινή πλευρά. Ο άντρας δεν φαίνεται να έχει θετικό ρόλο, αντιθέτως γεμίζει έτι περαιτέρω το ποτήρι της κατάθλιψης.
Στο πέμπτο ποίημα το πράγμα ξεκαθαρίζει. Υπάρχει τρίτο πρόσωπο στη σχέση. Το ποίημα «κολάζ» που ακολουθεί είναι επίσης συνθεμένο από δύσκολες επιλογές. Κι επειδή κάθε ποίημα κάτι νέο κομίζει στην υπόθεση, η υπόθεση αποκτά ουσία και τα λόγια της σημασία, λέμε παραφράζοντας Καρυωτάκη πάλι.
Τι γίνεται λοιπόν σ’ αυτή τη θεατρικά δοσμένη συλλογή, σ’ αυτήν την θεατρικά εκτεθειμένη ψυχή, η οποία διχάζεται ανάμεσα στο έξω και στο μέσα, στο πλαίσιο, στο περιβάλλον, στα πράγματα, στα φάρμακα, αλλά και στο από μέσα, στις πληγές της ψυχής; Αυτό που φαίνεται είναι το υπαρξιακό δράμα μιας γυναίκας που δεν έχει ανταπόκριση στη σχέση της με τον άλλο, εκείνον που διαρκώς απομακρύνεται, αδιαφορεί, δεν επικοινωνεί, δεν κατανοεί: «γιατί με αφήνεις να μιλάω μόνη μου;», «Η σχέση τους ένα ερωτηματικό», «αντέχεις τους στίχους μου/ εμένα όχι», «κι αν δεν έρθει πίσω κοντά της,/ στο δωμάτιό τους, ‘‘στο σπίτι τους’’/ θα πάρει το σθεντόν της/ και θα σκάσει», «αυτό το δωμάτιο δε θα μας φιλοξενήσει τελικά./ Αλλά εγώ δεν θα χρησιμοποιήσω το γκάζι./ Με βλέπω ήδη να διασχίζω το δρόμο/ έχοντας ξεχάσει τα σθεντόν/ πάνω στο κομοδίνο/ THE END».
Η Συλλογή κλείνει. Η ποιήτρια σώζεται. Ούτε με το γκάζι θα αυτοκτονήσει, όπως η Πλαθ, ούτε τα στεντόν έχει πλέον ανάγκη. Θεραπεύτηκε. Η καλλιτεχνική δραστηριότητα –το θέατρο– που έστησε, με θεατή και πρωταγωνιστή του εαυτού της τον εαυτό της, δι’ ελέου και φόβου έληξε επιτυχώς και για τον δρώντα ηθοποιό και για την γράφουσα ή σκηνοθετούσα ποιήτρια. Η τέχνη έχει τα κατάλληλα φάρμακα «νάρκης και άλγους δοκιμές», όπως λέει ο Καβάφης («Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου…»), η οποία, έστω και για λίγο, λειτουργεί θεραπευτικά και η όποια μανία του πάσχοντος καλλιτέχνη μεταμορφώνεται σε θεία μανία, ενώνοντας το σήμερα με το απώτερο διονυσιακό παρελθόν. Ο Αριστοτέλης δικαιώνεται και ο ορισμός της τραγωδίας του βρίσκει για μια ακόμη φορά την επαλήθευσή του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου