Translate

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

notationes////ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2013////ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ ///Ο Αλμπέρ του face book///ΔΙΗΓΗΜΑ






Ο Αλμπέρ μού έκανε αίτημα φιλίας στο face book πριν μερικά χρόνια. Οι πληροφορίες που είχε στο προφίλ του έλεγαν ότι ήταν σαράντα χρονών, κάτοικος Παρισιού, παντρεμένος, είχε τρία παιδιά και αγαπούσε την Ελλάδα. Τα ελληνικά τα καταλάβαινε, αλλά δυσκολευόταν να τα μιλήσει. Είχαμε μια κοινή φίλη, τη Λίλα.

Δεν είχα κανένα λόγο να μην κάνω φίλο μου τον Αλμπέρ.



Για αρκετό καιρό ανταλλάσσαμε σχόλια στα γαλλικά. Του άρεσαν αυτά που έγραφα κι εμένα μου άρεσαν αυτά που έγραφε. Διότι ο Αλμπέρ ήταν αυτό που λέμε διανοούμενος και ήξερε πολλά για τη γαλλική κουλτούρα. Φωτογραφία πάντως που να δείχνει πώς ήταν, δεν είχε. Αντ’ αυτής έβλεπα στο προφίλ του ένα ωραίο τοπίο.

Η διαδικτυακή φιλία μου με τον Αλμπέρ κράτησε μερικούς μήνες, ώσπου η φίλη μου η Λίλα, κανονική φίλη αυτή από τον κόσμο των τριών διαστάσεων, μου αποκάλυψε μια μέρα με όλη της απλότητα, καθώς πίναμε καφέ στην Αθήνα, ότι ο Αλμπέρ ήταν το καμάρι της, η πιο καλή δημιουργία της από όσες είχε φτιάξει ως τότε.

Καθώς την κοίταζα εμβρόντητη, η Λίλα με το φυσικότερο ύφος του κόσμου συνέχισε να μου μιλά για τον αγαπημένο της Αλμπέρ, για τη γυναίκα του Μπεατρίς και τα τρία χαριτωμένα παιδάκια του, Ανιές, Πολ και Κατρίν, για τις οικονομικές δυσκολίες που περνούσε τελευταία και για μια κρίση κατάθλιψης που τον τυραννούσε, από τότε που έχασε την αγαπημένη του αδελφή Σοφί.

Η Λίλα ήταν ένα ελαφρά νευρωτικό άτομο και είχε και μια αστάθεια χαρακτήρος, αυτά τα ήξερα, αλλά σε γενικές γραμμές μπορούσε κανείς να έχει μια καλή επικοινωνία μαζί της και να ανταλλάξει ιδέες. Αυτό που δεν ήξερα ήταν ότι έφτιαχνε περσόνες στο face book.

- Καταλαβαίνεις βέβαια ότι αυτή τη στιγμή αισθάνομαι εντελώς ηλίθια, είπα.

-Γιατί; Έχεις παράπονο από τον Αλμπέρ; Είναι ένας από τους θερμότερους αναγνώστες σου.

-Μόνο που είναι ψεύτικος.

Ακολούθησε ένας μάλλον ασυνάρτητος διάλογος και τελικά η Λίλα παραδέχτηκε ότι έχει μια τάση να ανεβάζει περσόνες στο face book που είναι παραλλαγές της προσωπικότητάς της.




-Γιατί δεν γράφεις ένα μυθιστόρημα να το γεμίσεις με χαρακτήρες και να το ευχαριστηθείς; τη ρώτησα στο τέλος, όταν ο θυμός μου είχε περάσει.

-Δεν είναι το ίδιο, απάντησε η Λίλα πίνοντας μια γουλιά από τον καφέ της. Οι αναγνώστες ενός μυθιστορήματος ξέρουν πως διαβάζουν μυθοπλασία.  Ο Αλμπέρ μου όμως είναι για τον κόσμο αληθινός, υπάρχει ανάμεσά μας, μπαίνει στο παιχνίδι της δράσης και της αντίδρασης.

Δυνάμωσε λίγο τη φωνή της:

-Αλλάζει τη ροή του κόσμου, φιλενάδα! Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Κάποιοι στο face book επηρεάζονται με όσα λέει, αναπτύσσουν συναισθήματα, προχωρούν σε πράξεις. Εμπιστεύονται τον Αλμπέρ, επειδή είναι γλυκός, ήπιος και μορφωμένος.

-Μάλιστα, το ίδιο ακριβώς έπαθα κι εγώ.

-Δεν ένιωσες όμορφα με τα σχόλιά του;

-Αυτό έχει σημασία τώρα;

Η Λίλα με κοίταξε για λίγο αμίλητη και μετά πήρε ένα στενοχωρημένο ύφος:

-Όμως δυστυχώς ο Αλμπέρ είναι βαριά άρρωστος.

-Τι έχει; ρώτησα με ανησυχία.

-Τον έχει φάει αυτή η κατάθλιψη. Τελευταία αρνείται να βγει από το σπίτι, κάθεται μέσα όλη μέρα και η καημένη η Μπεατρίς δεν ξέρει τι να κάνει. Το πρόβλημα είναι σοβαρό.

-Πες της να τον πάει σε κανένα γιατρό. Η κατάθλιψη θεραπεύεται σήμερα.

-Δεν βγαίνει σου λέω από το σπίτι. Και κάνει και αυτοκτονικές σκέψεις. Εσύ μπορεί να τον βλέπεις ψύχραιμο στο face book, αλλά στην πραγματικότητα είναι χάλια ψυχολογικά.

-Χμ...

-Το’ χει ρίξει και στο πιοτό. Πίνει συνέχεια.

-Αξιοθρήνητος πράγματι.

Μείναμε για λίγο σιωπηλές. Μετά η Λίλα είπε ξαφνικά:

-Θέλω να σε προετοιμάσω, φιλενάδα. Ο Αλμπέρ είναι στα τελευταία του. Πρέπει να δεχτείς την απώλειά του με ψυχραιμία.

Άναψα ένα τσιγάρο και είπα:

-Θα τον χάσουμε δηλαδή τον Αλμπέρ;

Η Λίλα κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι.

-Δεν του μένει δυστυχώς πολλή ζωή ακόμη.

Για λίγη ώρα καμιά μας δεν μίλησε.

-Και γιατί αποφάσισες να τον ξεπαστρέψεις; ρώτησα μετά.

Η Λίλα κούνησε τους ώμους:

-Νομίζω ότι αρκετά έζησε ανάμεσά μας.

-Φτωχέ μου Αλμπέρ, τι σε περιμένει και δεν το ξέρεις. Και πώς...δηλαδή με ποιο τρόπο σκοπεύεις...

-Θα δώσει βουτιά από τον τρίτο όροφο σε λίγες μέρες.

-Μερικοί σώζονται, όταν πέφτουν από τον τρίτο όροφο. Δεν τον ανεβάζεις καλύτερα στον πέμπτο;

-Ο Αλμπέρ δεν θα σωθεί δυστυχώς.

-Και η Μπεατρίς... και τα τρία ορφανά παιδάκια... δεν τα λυπάσαι καθόλου;

-Πώς δεν τα λυπάμαι... Αλλά έτσι είναι η ζωή, φιλενάδα, σήμερα υπάρχεις, αύριο δεν υπάρχεις. Δεν βλέπεις πόσοι χάνονται στο άνθος της ηλικίας τους κάθε μέρα;

-Φαντάζομαι πόση θλίψη θα σκορπίσει ο θάνατός του στους διαδικτυακούς του φίλους.

Η Λίλα χαμογέλασε αδιόρατα:

-Ναι, κι εγώ το φαντάζομαι. Εν πάση περιπτώσει να είσαι έτοιμη για το δυσάρεστο νέο. Εντός των προσεχών ημερών.



Ο Αλμπέρ έζησε ακόμα δέκα μέρες. Ένα πρωί που άνοιξα τον υπολογιστή μου, έμαθα το δυσάρεστο νέο από το χέρι της χήρας πλέον Μπεατρίς. Ακολούθησε πλήθος πένθιμων σχολίων και συλλυπητηρίων. Οι διαδικτυακοί του φίλοι με ειλικρινή θλίψη μιλούσαν για τον γλυκύτατο Αλμπέρ και προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τη Μπεατρίς, η οποία όμως δεν καταδέχτηκε να απαντήσει σε κανέναν.

Η Λίλα μού τηλεφώνησε εκνευρισμένη το απόγευμα:

-Εσύ δεν θα συλλυπηθείς τη χήρα; μου είπε απότομα.

-Μόλις ετοιμαζόμουν να το κάνω,  απάντησα.

Έγραψα δυο συλλυπητήριες γραμμές στον τοίχο του μακαρίτη Αλμπέρ.

Την άλλη μέρα το προφίλ του εξαφανίστηκε. Χάθηκαν και τα σχόλια που είχε κάνει στον τοίχο μου. Ο Αλμπέρ έγινε άφαντος, σαν να μην υπήρξε ποτέ.



Λίγες μέρες αργότερα κάποιος Τζιάκομο από το Μιλάνο, φίλος της Λίλας, μου έκανε αίτημα φιλίας. Τον ευχαρίστησα ευγενικά με τα λίγα ιταλικά που ήξερα και του εξήγησα ότι λυπάμαι, δεν θα τον κάνω φίλο μου, επειδή δεν αντέχω άλλες θανατηφόρες τραγωδίες του face book  στη ζωή μου.

(Αναδημοσίευση από το προσωπικό blog της Καιτης Βασιλάκου)

notationes///ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2013//// ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ-ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ///ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ



                                                    










ΣΤΕΡΓΙΟΣ  ΤΣΑΚΙΡΗΣ




ΤΟ  ΧΡΟΝΙΟ ΔΙΛΗΜΜΑ


Τάχατες
τον τρέχοντα τούτο μήνα
θα εξέδιδε
το πρωτόλειό του
-επιτέλους-
ο νέος μας ποιητής Ευμένης
έπειτα από δεκαετή ερωτική περιπλάνηση
και χρονοβόρες αποφάσεις πολιτογραφήσεως.

Κι αναρωτιέται
-νυχτοήμερα_-
τον τελευταίο μήνα τούτου του έτους'
να τα δημοσιεύσω
άραγε
τα πρωτοτόκιά μου ή να επιστρέψω
στη συνηθισμένη μου εκκωφαντική
σιωπή;


 Πρώτη δημοσίευση του ποιήματος στο περιοδικό 
e-poema, http://www.e-poema.eu/afieromatext.php?id=185&pid=


***********



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ



ΚΑΒΑΦΗΣ




                              στον  Βασίλη  Ρούβαλη                        



Πέταξαν τις στάχτες σου στη θάλασσα;
Η σάπισες κι εσύ μ ' όλους τους άλλους
Θα συνάντησες πολλούς σ εκείνο το μακρινό σου ταξίδι
που δε είχαν καν ακούσει το όνομά σου.
Θα συνάντησες κι άλλους που έπιναν νερό στ' όνομά σου.
Τι κι αν δεν πήρες Νομπελ.
Πήρες όμως αγάπη από τους ανθρώπους
Και που δεν μεταφράστηκες
Κι από ποιόν δεν διαβάστηκες.
Και σίγουρα θα κουραζόσουν από τις ατέρμονες αναλύσεις τους
τις ενδελεχείς αποτιμήσεις της Τέχνης σου
τις ευρηματικές διδακτορικές διατριβές όλων των ''ειδημόνων''.
Αποσυναρμολογούν και συναρμολογούν τους στίχους σου
οι κάθε λογής καβαφιστές και καβαφολόγοι.
Σε βάλαν χειρουργείο κανονικά καημένε μου Καβάφη.
Χωρίς περίσκεψη
Χωρίς αιδώ.
Χωρίς καν να έχουν νιώσει το άρωμα που η ποίησή σου αποπνέει.
Mε την κρυφή ελπίδα να ξεψυχήσεις στα δικά τους χέρια την ώρα της εγχείρισης
(για να χουν έπειτα να καυχιούνται πως γνώριζαν μόνοι αυτοί καλά τον ένδοξο νεκρό)
Και τώρα βρέθηκε και κάποιος να πει δημόσια πως δεν άξιζες.
Επιστρατεύοντας πλήθος επιχειρημάτων
Για να καταρρίψει τον μύθο
Για να αποδείξει περίτρανα πως ''η ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών''
είναι τελικά μια ουτοπία.
Πως όλα σχετικά με σένα ήταν πολύ κακό για το τίποτα.
Ξέρω πως αν τον είχες απέναντί σου,
θα τον κοιτούσες βαθιά μέσα στα μάτια.
Θα του έκλεινες έπειτα πονηρά το μάτι
χτυπώντας τον ελαφρά στον ώμο
και με γενναιόδωρη διάθεση θα του ψιθύριζες:
''Eίναι κι αυτή μια στάσις .Νιώθεται''.
Και θα το εννοούσες.

notationes////NOEMBΡIOS 2013///ΧΑΡΑ ΝΑΟΥΜ////ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ








ΟΙΗΣΗ  ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ




Η γλάστρα που δροσίζεται
η νεογέννητη μπιγκόνια
είναι μια μοναξιά
με άδειες κόγχες
Ανεπίδεκτη ματιών


*****



ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ



Έχω τη γνώση των δαχτύλων
που περπατούν
που γονατίζουν στο τραπέζι
Έχω τη γνώση του ανεξήγητου γκρεμού

Ξέρω τί πάει να πει
χέρι γυμνό
και χέρι κουμπωμένο ως το λαιμό.



*****


ΘΑΜΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΛΜΠΟΥΜ




Κρατιούνται ερμητικά κλειστοί μες στις σελίδες
μην τύχει και ξεπεταχτεί
κάποιο αγέννητο κορίτσι
ή ένα άγαλμα -ποδήλατο
και ξεχυθεί άπ'τα ποτήρια μια γιαγιά
ή γεννηθώ ξανά εδώ στο ημίφως
από το φουσκωμένο πόδι της καρέκλας.



*****



Η ΜΠΕΜΠΑ


Πίνω άπ' το μπιμπερό
Τα νεογιλά μου μπήγονται στο στόμιο
Αυτό το παχύρευστο λευκό υγρό
μυρίζει αθωότητα και πύον
Εκτόξευση ανδρικού κρατήρα





Παρθενογεννιέμαι



Σμίγω τη θνητή καρδιά μου
με αθάνατο σταυρό
Σταυροκοπιέται η μάνα
Μ'έχει δεμένη στο σεντούκι
μη βγει από μέσα μου
το ματωμένο γόνατο
και τρέξει να συνάξει πάθη.




*****




"Ες Αεί":
 

Κι όποτε πότισα εκείνο το τριαντάφυλλο
ποτίστηκαν μαζί
οι εσταυρωμένοι
Κάτω απ' το περβάζι μου

Γιατί τι άλλο είναι τα ποιήματα
Από χιλιάδες χέρια
που τεντώνονται αιμόφυρτα
από λουλούδι σε λουλούδι






*****


notationes///NΟΕΜΒΡΙΟΣ 2013////ΕΛΕΝΗ ΦΟΥΡΝΑΡΟΥ////ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ////ΔΙΗΓΗΜΑ




                                           




ΜΙΑ ΜΕΡΑ. 


Η Ράνια μπήκε στο διαμέρισμα, άφησε το σακάκι της στον καλόγερο, τα κλειδιά στη σιφονιέρα, την τσάντα δίπλα στο τραπέζι της τραπεζαρίας κι έριξε το κορμί της στον καναπέ. Ίσα για ένα δευτερόλεπτο, να νιώσει την απατηλή ζεστασιά του και να βγάλει τα παπούτσια της. Ύστερα ξανασηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Περνώντας από το διάδρομο, σκόνταψε κατά σειρά σε μια παντόφλα του Παύλου, ένα λούτρινο ζωάκι της Νεφέλης και κάτι απροσδιόριστο αλλά αιχμηρό που την έκανε να χοροπηδήσει σαν μικιμάους στο ένα της πόδι κρατώντας με πόνο το άλλο, ενώ ταυτόχρονα έβριζε ό,τι της κατέβαινε στο κεφάλι με απελπισία αλλά και απόλαυση.
Οι άλλοι δυο άφαντοι. Άλλαξε τη “στολή” του γραφείου με μια χιλιοπλυμένη φόρμα και μπήκε στην κουζίνα να δει τι καλό μαγείρεψε ο αντρούλης της. Στο νεροχύτη βρήκε τα ίδια που είχε δει το πρωί και στη στολισμένη στον πάγκο κατσαρόλα τα απομεινάρια της χτεσινής μακαρονάδας. Για φαΐ τίποτα. Αναστέναξε πεινασμένη, άνοιξε μια κονσέρβα τόνο κι άρχισε να την τρώει από το τενεκεδάκι. Δεν βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς είχε αποφασίσει να κάνει δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες. Το ξέπλυνε, το πέταξε στη σακούλα της ανακύκλωσης κι έκατσε να τους περιμένει.
Η Ρένα δουλεύει σε μια εταιρία που φτιάχνει σωλήνες. Γραμματέας Διοίκησης. Όταν είχε πρωτοξεκινήσει γελούσανε με τον Παύλο και την υπόλοιπη παρέα, θυμόντουσαν εκείνο το παλιό τραγουδάκι που έλεγε “σωλήνες, σωλήνες, μα τι σκατά τους κάνουνε τόσους σωλήνες;”! Τώρα, εφτάμιση χρόνια μετά, έπαψε να αναρωτιέται. Παρακαλάει μόνο να φτιάχνουν όλο και περισσότερους.
Ο Παύλος έχει διοριστεί, υποτίθεται, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, αλλά δεν έχει ανοίξει ακόμα θέση για να πάει και να αρχίσει να παίρνει έστω κι αυτές τις δυο δεκάρες που θα του δίνουνε. Από την άλλη ευτυχώς, γιατί κάθεται σπίτι με τη μικρή. Η Ράνια έτρεμε στην ιδέα πως θα έπρεπε να την αφήσει σε κάποια άγνωστη κυρία που θα της τραγουδάει στη γλώσσα της και ποιος ξέρει τι άλλο.
Άκουσε τα κλειδιά του στην πόρτα.
“Πού είναι τα ζουζούνια μου; Είχατε πάει βόλτα;”
Άφησε τον Παύλο να παιδεύεται με το καρότσι κι άρπαξε τη μικρή.
“Τι κάνει το μωράκι μου; Αγάπη μου; Κούκλα μου ζωγραφιστή; Πού είχες πάει; Βόλτα με το μπαμπά; Σε πήγε στο πάρκο;”
“Στο σούπερ μάρκετ την πήγα. Κράτα την τσάντα να πάω να φέρω τα πράγματα”.
Ο Παύλος γύρισε φορτωμένος σακούλες κι άρχισε να τακτοποιεί τα ψώνια.
“Μου πήρες ντεμακιγιάζ ματιών;”
“Όχι, δεν σου πήρα. Είχε πεντακόσια είδη, δεν ήξερα ποιο να σου πάρω”
“Αφού σου είπα, ρε Παύλο, αυτό με το χαμομήλι. Δεν μπορούσες να κοιτάξεις στην ετικέτα;”
“Όχι, Ράνια, δεν μπορούσα. Είχα να σπρώχνω το καρότσι του παιδιού, να κουβαλάω το καλάθι με τα πράγματα, να διαβάζω τη λίστα κι η κόρη σου δε σταμάτησε στιγμή να κλαίει. Άμα θες να πηγαίνεις μόνη σου”.
“Οκ, να σταματήσω τη δουλειά να πηγαίνω σούπερ μάρκετ. Γουστάρεις; Να δω πως θα τα πληρώνουμε!”
Ο Παύλος γύρισε να της απαντήσει αλλά η Νεφέλη πρόλαβε να πατήσει ένα ουρλιαχτό που απαίτησε την αμέριστη προσοχή τους.
“Πεινάει”.
“Πεινάει το κοριτσάκι μου; Θέλει γάλα; Τώρα θα το ταΐσει η μανούλα και μετά θα κάνουμε ένα ωραίο μπανάκι. Θέλεις να κάνουμε μπανάκι;”
Ο Παύλος τέλειωσε με τα ψώνια κι άρχισε να καθαρίζει το νεροχύτη. 




ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΑΛΛΗ. 


Ο Παύλος πλησίασε με προσεκτικά βήματα την πόρτα του μπάνιου, σήκωσε την παντόφλα του και σημάδεψε τη μύγα.
“Σε έφαγα!”
Όμως, ο θόρυβος του θριάμβου του ξύπνησε τη μικρή που άρχισε να κλαίει και να φωνάζει “μαμά!”. Παράτησε το όργανο του εγκλήματος με τη μύγα κολλημένη απάνω του κι έτρεξε στο παιδικό δωμάτιο.
“Ξύπνησες, καθαρματάκι μου; Ούτε μια ώρα δεν θα κοιμάσαι; Δεν θα τον αφήσεις τον μπαμπά να ησυχάσει λίγο; Τι ωραίο κορίτσι είσαι εσύ! Τι κουκλάρα έκανα! Ουρά θα κάνουνε τα αγόρια από κάτω. Κι ο μπαμπάς θα τους σπάει τα μούτρα, ε; Σήκω να σε ντύσω να πάμε να πάρουμε τηλέφωνο τη μαμά να της πούμε τα ευχάριστα!”
Τα ευχάριστα ήταν πως ο Παύλος είχε, επιτέλους, θέση και αντικείμενο στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Όσο έντυνε και καμάρωνε την κόρη του, αποφάσισε να μην τηλεφωνήσει στη Ράνια.
“Θα της κάνουμε έκπληξη. Θα μαγειρέψουμε μια ωραία μακαρονάδα, θα ανοίξουμε ένα μπουκάλι κρασί και μετά...” θα κοιμήσουμε νωρίς τη Νεφέλη και θα περάσουμε ένα βράδυ όπως παλιά, συνέχισε τα πλάνα του από μέσα του.
Η κόρη του, όμως, δεν φαινόταν διατεθειμένη να συνεργαστεί. Πέρασε όλο το απόγευμα κλαψουρίζοντας “ 'γκαλιά, μπαμπά μου!”. Δεν τον άφησε ούτε να μαγειρέψει, ούτε να ξυριστεί, όπως σχεδίαζε. Της έβαλε θερμόμετρο και είδε πως είχε 37,8.
“Έλα να σου ζεστάνω λίγη σουπίτσα που έφτιαξε η γιαγιά και μετά γαλατάκι και ύπνο, εντάξει, μωρό μου;” Καλού-κακού της έδωσε και μια κουταλιά αντιπυρετικό, την έβαλε στο κρεβάτι της και τηλεφώνησε να παραγγείλει πίτσα.
Η Ράνια μπήκε μέσα κατάκοπη στις εννιά παρά δέκα.
“Έχουν τρελαθεί τελείως στο ΔΣ. Όλοι! Δεν έχω πάρει ανάσα από το πρωί και ξέρεις τι μου είπε πριν φύγω; Να πεταχτώ το Σάββατο κατά τις εννιά να δούμε τις παραγγελίες για τον άλλο μήνα! Λες και δεν έχω ζωή εγώ! Λες και δεν έχω σπίτι! Καθόλου δεν το είδα σήμερα το παιδί μου! Θα τα βροντήξω και θα φύγω, μα την Παναγία!”
Ο Παύλος της έτεινε ένα ποτήρι κρασί και το έγγραφο με τα ευχάριστα των Ιωαννίνων. Εκείνη πήρε μόνο το δεύτερο, το διάβασε προσεκτικά και του ξανάδωσε πίσω.
“Εννιά ώρες τη βδομάδα; Τι σημαίνει αυτό;”.
“Σημαίνει πως παίρνω δύο μαθήματα. Είναι καλό αυτό. Του χρόνου θα πάρω περισσότερα. Φέτος θα πηγαίνω μόνο για τρεις μέρες, θα φεύγω το πρωί της Τετάρτης και θα γυρίζω την Παρασκευή. Μου πληρώνουν και το ξενοδοχείο. Θέλουν να συμμετέχω και σε μια ερευνητική ομάδα. Τα κατάφερα, Ράνια! Πήρα μπροστά! Θα ταλαιπωρηθώ λίγο με τα πήγαινε-έλα, αλλά τα κατάφερα! Δεν είσαι περήφανη για τον άντρα σου;”
“Εσύ θα ταλαιπωρηθείς, αγάπη μου; Εγώ τι θα κάνω; Θα γαμιέμαι όλη μέρα στη δουλειά και μετά θα έχω και το σπίτι και τη Νεφέλη; Μόνη μου; Εκατό φορές σου είπα, τι τι θες αυτή τη μαλακία με το Πανεπιστήμιο; Αν είχες δώσει ΑΣΕΠ τότε που στο έλεγα, τώρα θα ήσουν διορισμένος στο Δημόσιο και θα είχαμε ησυχάσει! Αλλά, όχι! Η μεγαλομανία σου! Καθηγητής Πανεπιστημίου! Τρέχα τώρα να φιλάς κατουρημένες ποδιές για δυο μαθήματα. Κι αν δεήσουν ποτέ να σε φέρουν στην Αθήνα!”
Η Ράνια σηκώθηκε, προχώρησε στο διάδρομο, προσπέρασε την παντόφλα του άντρα της και μπήκε στο μπάνιο. Δεν έπρεπε να του μιλήσει έτσι. Αυτός ο καημένος ήθελε να το γιορτάσουν. Υπολόγισε πόσον καιρό είχαν να κάνουν έρωτα. Εικοσιτρείς μέρες, με τη σημερινή. Έβγαλε τα ρούχα της, τίναξε τα μαλλιά της και πήγε ξανά στο σαλόνι με τα εσώρουχα και τις γόβες. Ο Παύλος έτρωγε την κρύα πίτσα του μπροστά στην τηλεόραση.
“Δεν φέρνεις το κρασί να το πιούμε στην κρεβατοκάμαρα;”
“Μπα! Είμαι κουρασμένος. Θα αράξω λίγο εδώ και θα πέσω να κοιμηθώ”. 




ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΑΞΕΧΑΣΤΗ. 


Η Ράνια μπήκε στο σπίτι φρέσκια και μοσχομυριστή. Την είχε κοπανήσει νωρίς από το γραφείο για να περιποιηθεί λίγο τον εαυτό της: κομμωτήριο, φρύδια, μπικίνι, μανικιούρ, πεντικιούρ. Φόρεσε τα εσώρουχα που είχε πάρει προχτές επί τούτου, ένα φουστανάκι ελαφρύ κι έστρωσε το τραπέζι στο μπαλκόνι. Χοιρινό γλυκόξινο πακέτο από το κινέζικο και κρασί παγωμένο. Η Νεφέλη θα κοιμηθεί στη γιαγιά της.
“Δεν μου γλιτώνεις σήμερα, μωρό μου” σκέφτηκε. Με αυτό το πέρα-δώθε, Αθήνα-Γιάννενα, με το διάβασμα που είχε αυτός για την ερευνητική ομάδα και την κούραση που είχε αυτή προσπαθώντας να τα προλάβει όλα μόνη, δεν άδειαζαν να βρεθούν οι δυο τους ούτε για πέντε λεπτά. Γι αυτό απόψε θα τον φρόντιζε όπως παλιά: θα τον τάιζε, θα τον πότιζε και θα τον αποπλανούσε.
Ο Παύλος μπήκε στο σπίτι ιδρωμένος και κάπως αφηρημένος. Κάθισε μαζί της στο μπαλκόνι κι έφαγε χωρίς πολλή όρεξη. Την άκουσε να του διηγείται μονότερμα όλα τα νέα της δουλειάς της, τις βδομαδιάτικες τσαχπινιές της κόρης τους και τα παράπονα της μαμάς του. Δεν μιλούσε πολύ και δεν φάνηκε να προσέχει την ανανεωμένη της εμφάνιση. Ώσπου άνοιξε, επιτέλους, το στόμα του.
“Με έχουν διαλύσει αυτές οι διαδρομές. Λέω την άλλη βδομάδα να μην κατέβω, να κάτσω λίγο να ξεκουραστώ. Έχω και πολλή δουλειά με την έρευνα. Γενικά, λέω να αρχίσω να μην πολυέρχομαι”.
“Θα μείνεις στα Γιάννενα;”
“Έτσι λέω”.
“Και θα πληρώνεις το ξενοδοχείο; Ή μήπως σκέφτεσαι να νοικιάσεις σπίτι;”
“Θα με φιλοξενήσει ένας συνάδελφος. Και μετά βλέπω”.
“Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Θέλεις να χωρίσουμε;”
Ο Παύλος της είπε πως θέλει. Πως δε βρίσκει πλέον νόημα σε αυτή τη σχέση. Σε αυτό το γάμο. Πως δεν τον αγαπάει πια αφού δεν τον εκτιμάει και δεν τον σέβεται. Πως μειώνει τη δουλειά του κι όλα όσα τον ενδιαφέρουν. Πως δεν έχουν τίποτα κοινό σαν ζευγάρι. Αυτή ασχολείται μόνο με τη δουλειά της και το παιδί, ενώ εκείνος θέλει να ανοίξει τους ορίζοντές του και να προσφέρει στην επιστήμη του και την κοινωνία.
“Έχεις βρει άλλη;”
“Ναι”.
“Ποια είναι;”
“Τι σημασία έχει; Μια συνάδελφος. Δεν έχει να κάνει με εκείνη. Βρήκα άλλη γιατί δεν υπάρχει τίποτα μεταξύ μας πια”.
Ο Παύλος σηκώθηκε και μπήκε στο σαλόνι. Εκείνη τον ακολούθησε.
“Και θα διαλύσεις το σπίτι σου, θα παρατήσεις τη γυναίκα και το παιδί σου για μια γκόμενα;”
“Δεν είναι γκόμενα. Είναι πολύ αξιόλογος άνθρωπος. Και μη μου αρχίζεις τις μικροαστικές μαλακίες για σπίτια και παιδιά. Θα έρχομαι κάθε Σαββατοκύριακο να παίρνω τη Νεφέλη. Και Χριστούγεννα και Πάσχα και όλο το καλοκαίρι αν θες”.
“Και του Αγίου Πνεύματος! Και τι θα την κάνεις; Θα την πηγαίνεις στη μάνα σου; Είσαι τελείως μαλάκας; Τι είναι αυτά που μου λες στα καλά καθούμενα; Πως με παρατάς για μια άλλη; Γιατί δεν σε αγαπάω και δεν σε σέβομαι; Γιατί ασχολούμαι μόνο με την ασήμαντη δουλίτσα μου; Με τι θες να ασχολούμαι; Με την επιστήμη σου; Από τη δουλειά μου τρως και παριστάνεις τον διανοούμενο δέκα χρόνια τώρα. Παλιομαλάκα! Με τα 600 ευρώ το μήνα θα κάνεις το μάγκα στο τσουλάκι σου;”
“Σκάσε, θα γίνουμε ρεντίκολο”.
Η Ράνια του είπε να σκάσει αυτός και συνέχισε να φωνάζει. Πως αυτά που ξέρει να τα ξεχάσει. Πως είναι πολύ γελασμένος αν νομίζει πως θα την παρατήσει με ένα παιδί για να κάνει τη ζωή του και τον μπαμπά του Σαββατοκύριακου. Πως, αν θέλει να φύγει, να πάρει και την κόρη του μαζί. Και μετά, πως σιγά μην του δώσει τη Νεφέλη της. Σιγά μην τον αφήνει καν να τη βλέπει. Πως είναι άχρηστος και ξανά μαλάκας και ψεύτης και ανήθικος.
Εκείνος διέσχισε το διάδρομο και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Εκείνη τον ακολούθησε έξαλλη, σκόνταψε στην παντόφλα του, την άρπαξε και του την πέταξε με όλη της τη μανία. Την έφαγε στο πρόσωπο κι έγινε θηρίο. Άρπαξε τη Ράνια από τη μπράτσο σφιχτά και της φώναξε να τον αφήσει ήσυχο. Γύρισε να φύγει. Εκείνη τον έπιασε από το μπλουζάκι και τον τράβηξε προς το μέρος της. Το μπλουζάκι ξεχείλωσε.
“Άσε με!”
“Ποτέ δεν θα σε αφήσω. Μαζί μου θα πεθάνεις. Εγώ σ' αγαπάω. Δεν λέω άλλα τη μια και άλλα την άλλη. Εδώ θα μείνεις. Δεν θα πας πουθενά!”
Ο Παύλος την άρπαξε από τον λαιμό και την κόλλησε στον τοίχο.
“Δεν σ' αγαπάω πια. Δεν σε θέλω!”
“Σκασίλα μου. Και λέγε ό,τι θέλεις. Μ' αγαπάς!”
“Άσε τη μπλούζα μου!”
“Όχι!”
Της έσφιξε το χέρι για να την αναγκάσει να αφήσει το μπλουζάκι. Εκείνη, κλαίγοντας από τον πόνο, το έσφιξε ακόμα περισσότερο. Τότε εκείνος το τράβηξε δυνατά από τη ραφή, το έσκισε στα δύο και απελευθερώθηκε.
Βγήκε στο κλιμακοστάσιο, γυμνός από τη μέση κι απάνω και ξυπόλητος. Και βρόντηξε πίσω του την πόρτα. 




ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ. 


“Τι θα γίνει, αγάπη μου, με αυτήν την παντόφλα; Τέσσερις μέρες περνάω από πάνω της, δεν ένιωσες την ανάγκη να τη φορέσεις;”
Ο Παύλος την αγνόησε και συνέχισε να βλέπει το ματς.
“Παύλο!”
“Κι αφού περνάς από πάνω της τέσσερις μέρες, δεν ένιωσες εσύ την ανάγκη να σκύψεις να τη μαζέψεις;”
Η Ράνια εισέπνευσε, εξέπνευσε αργά και χαμογέλασε πριν του απαντήσει.
“Εντάξει, λοιπόν. Θα τη μαζέψω” και με αυτά τα λόγια, έπιασε την παντόφλα του άντρα της με επιδεικτική αηδία και την πέταξε στον σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας.
Ο Παύλος πετάχτηκε πάνω έντρομος κι έτρεξε να τη σώσει. Μάταια. Η παντόφλα είχε προλάβει να βουλιάξει σε ένα στρώμα από χτεσινά αποφάγια, χοιρινό πρασοσέλινο της μαμάς του, και το γαλάζιο βελουτέ της είχε λεκιαστεί ανεπανόρθωτα.
Την κοίταξε άγρια κι εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω. Τότε μπήκε η Νεφέλη με δυο πουκάμισα.
“Ποιο να φορέσω; Προσέξτε τι θα πείτε. Είναι πολύ σημαντικό!”
Ο Παύλος έβαλε τα γέλια. Η Ράνια τον μιμήθηκε. Η Νεφέλη έκανε μια γκριμάτσα δήθεν περιφρόνησης και γύρισε στο δωμάτιό της.
“Θα σου πάρω άλλες”.
“Να μη μου πάρεις τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ μου δεν φοράω παντόφλες”.

notationes///ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2013///ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ ''ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ'',ΑΠΌ ΤΟΝ ΔΑΝΗ ΚΟΥΜΑΣΙΔΗ








Ασημίνα Ξηρογιάννη
Το Σώμα του Έγινε Σκιά
Εκδόσεις Ανατολικός, 2010
σελ. 93


Πρόκειται για την πρώτη νουβέλα της Μίνας Ξηρογιάννη, η οποία εμφανίζεται κατά βάση ως ποιήτρια – τελευταία της δουλειά ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ (Γαβριηλίδης, 2013). Είναι επίσης διαχειρίστρια του ενδιαφέροντος πολιτιστικού blog http://varelaki.blogspot.com/, ενώ πέραν της ιδιότητάς της ως φιλολόγου έχει ασχοληθεί σε επίπεδο σπουδών και παραγωγής με το θέατρο και το χορό.
Στο εν λόγω βιβλίο λοιπόν, κεντρικά πρόσωπα είναι ο Άγγελος και η Έλσα. Παρακολουθούμε τη σταδιακή παρακμή του πρώτου μέσω μιας παράλληλης, δυσυπόστατης και ετεροπρόσωπης αφήγησης που παρατίθεται με ημερολογιακό τρόπο: ο Άγγελος, γνωστός χορευτής κατά το παρελθόν, βυθίζεται στη μανιοκατάθαλιψη και αυτοδιερωτάται αδιεξόδως. Η γυναίκα του, αφού προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον συνεφέρει, καταλήγει να παρουσιάζει και η ίδια προβλήματα επ’ αφορμή των δικών του δυσχερειών. Τα σημεία επικοινωνίας χάνονται και το τέλος είναι αναπόφευκτο…
Η γραφή της Ξηρογιάννη διάκειται από την, μάλλον αναπόφευκτα, θεατρική όψη και τις σχετικές καταβολές της. Ωστόσο επιτυγχάνει ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό αποτέλεσμα – άλλωστε τα όρια μεταξύ των εκφορών του λόγου έχουν γίνει ιδιαιτέρως δυσδιάκριτα- αναπαριστώντας με τρόπο αρκετά ρεαλιστικό το σύμπαν της σταδιακά αναπτυσσόμενης παθολογικής αποξένωσης.

notationes///////NOEMΒΡΙΟΣ 2013/////ΣΤΗΛΗ THE ARTMANIACS////ΒΙΚΤΩΡ ΤΣΙΛΩΝΗΣ










συνέντευξη στην Ασημίνα  Ξηρογιάννη


Bίκτωρ!!!!!..σε καλωσορίζω στο varelaki.....!Θα κάνουμε μαζί κάτι διαφορετικό..θα παίξουμε το παιχνίδι των λέξεων...Σου δίνω λέξεις...μου δίνεις σκέψεις....τις πρώτες που σου έρχονται στο μυαλό! 

 ποίηση:
Το πώς ορίζεται η ποίηση σήμερα συνεχίζει να αποτελεί για μένα το πώς οριζόταν η ποίηση χθες αλλά και το πώς θα ορίζεται αύριο. Δύο είναι συνεπώς οι απαντήσεις του παρελθοντικού-μελλοντικού παρόντος. Το έχω ξαναπεί αλλά αξίζει την επανάληψη!
1) Ο Γιώργης Παυλόπουλος εδώ και πολλά χρόνια το ‘χει απoτυπώσει:
«Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν. Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί. Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν. Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν. Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.»

2) «Η ποίηση συρρικνώνεται σ’ ένα κλειστό σύμπαν• και, καθώς δεν αποτελεί πια κυρίαρχο ρεύμα της λογοτεχνικής παραγωγής, καταντάει μια εξειδικευμένη ενασχόληση μίας σχετικά μικρής και απομονωμένης «αδελφότητας» αφοσιωμένων ζηλωτών. Ελάχιστη
από τη φρενιτιώδη δραστηριότητα που προϋποθέτει, υπερβαίνει τα όρια της κλειστής ομάδας. Οι ποιητές, βέβαια, ως πνευματική κατηγορία, δεν έχουν χάσει ολότελα το κύρος τους• σαν ιερείς σε μία πόλη αγνωστικιστών, απολαμβάνουν ακόμη μιας κάποιας υπόληψης. Αλλά σαν αυτόνομοι καλλιτέχνες είναι σχεδόν αόρατοι». Dana Gioia, “Can Poetry Matter?' (Graywolf Press, 1992). 

Ελλάδα: Μια χώρα με σπουδαία αρχαία ιστορία που σήμερα υπάρχει μόνο κατ’ όνομα αφού βρίσκεται υπό οικονομική υποδούλωση. Οι πολίτες της είναι μεγαλωμένοι με τον απίστευτο μύθο της ιστορικής συνέχειας (αρχαία Ελλάδα με τις μύριες αντιφάσεις της – Χριστιανικό Βυζάντιο – Τουρκοκρατία – Ελλάδα μετά το 1821), εμποτισμένοι με τον ωχαδερφισμό, υπνωτισμένοι από τα τυραννικά Μνημόνια και εν τέλει ανίκανοι να επαναστατήσουν. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία αγνοούν ότι μπορεί εμείς να δώσαμε κάποτε τα φώτα του πολιτισμού στους άλλους λαούς του κόσμου, αλλά εκείνοι μας έδωσαν πίσω τον ηλεκτρισμό (και το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο και την τηλεφωνία και το πλυντήριο και τόσες άλλες εφευρέσεις). Τέλος, κανείς δεν τολμά να παραδεχτεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό ότι για να γίνει μια επανάσταση χρειάζεται κάποιοι να κάψουν πρώτα τα καράβια τους. Τόσο απλά. Και μετά η αλλαγή θα έρθει, αργά ή γρήγορα. 

έρωτας: Η πυρηνική δύναμη της ύπαρξης μας. Μεταμορφώνεται και σε αγάπη και τότε αποκτά μια ουράνια, θεϊκή διάσταση. 

ταξίδι: Η ίδια η ζωή είναι το μεγαλύτερο ταξίδι. Πολλές φορές το ξεχνάμε όμως αυτό και αναζητούμε τη γαλήνη σε πρόσκαιρες
ταξιδιωτικές αποδράσεις, συχνά μιμούμενοι τους Αμερικάνους τουρίστες που περνούν γοργά από τη μία πόλη στην άλλη χωρίς ουσιαστικά να γνωρίσουν καμία. Ωστόσο, το θέμα παραμένει να μην δεις καινούρια τόπια αλλά να δεις τα ίδια τοπία με καινούρια ματιά (παραφράζοντας ελαφρώς τον Προυστ). 

Θεσσαλονίκη: η πόλη που μεγάλωσα και η πόλη στην οποία πολλές φορές πίστεψα ότι ίσως θα έμενα για «πάντα». Σήμερα νιώθω να είναι απλά μια μεγάλη σκηνή από την ταινία «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χείγουορθ». Ωστόσο, ελπίζω κι εγώ να καταφέρω να δραπετεύσω σαν τον Τιμ Ρόμπινς. Αλλά θα πρέπει πρώτα να πάρω και το διδακτορικό μου γιατί τώρα νιώθω άλλοι να μου κρατούν το απαραίτητο διαβατήριο για την έξοδο από τη χώρα 

πολιτική: θα είχε νόημα αν λειτουργούσε. Στην Ελλάδα αφήσαμε όλοι μας τους κουτσούς να παίζουν ποδόσφαιρο και καταντήσαμε «να έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν». Να ένα ακόμη ευφυολόγημα που δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική κατάσταση, αφού αν από μωρό τρέφουν το μυαλό σου με μεταλλαγμένα πώς να διακρίνεις και να επιλέξεις τα βιολογικά προϊόντα; 

πολιτικοί: μαριονέτες του οικονομικού-ολιγοκρατικου συστήματος, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στις περισσότερες χώρες του πλανήτη και σίγουρα στον όμορφο δυτικό κόσμο. Την ημέρα που το ποσοστό των Ελλήνων πολιτικών στις φυλακές θα πλησιάσει αυτό των εμπόρων ναρκωτικών θα είμαστε σίγουροι ότι έχει συντελεστεί σημαντική κοινωνική πρόοδος. 

ελευθερία: Υπάρχει πάντοτε μέσα μας και δεν μπορεί να μας την
πάρει εκεί κανείς. Το πώς και το γιατί το εξηγεί παραστατικότατα το βιβλίο- μια ολόκληρη βιβλιοθήκη Τουπαμάρος: Ημερολόγιο Φυλακής των Μαουρίσιο Ροσενκόφ και Νιάτο Φερνάντες Ουιδόμπρο (εκδόσεις Κουκκίδα). Βρείτε το, διαβάστε το και μετά πετάξτε άνετα τη μισή σας βιβλιοθήκη. 

ιστορία: Σήμερα δεν υπάρχει μέσα μου ουδεμία αμφιβολία ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Ωστόσο, ο αληθινά σκεπτόμενος πολίτης οφείλει να επιχειρεί διαρκώς να διακορεύει το επίπλαστο ιστορικό πέπλο και να ανακαλύπτει ψήγματα της αληθινής ιστορίας που βρίσκεται βαθιά θαμμένη στο πληροφοριακό χάος. Ή, ελαφρώς διαφορετικά με τα λόγια του Γουόλτερ Μπένζαμιν «Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά. Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. Για τον ιστορικό υλισμό το ζήτημα είναι να συλλάβει μια εικόνα του παρελθόντος, καθώς αυτή εμφανίζεται απροσδόκητα στο ιστορικό υποκείμενο τη στιγμή του κινδύνου. Ο κίνδυνος απειλεί τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους παραλήπτες του. Και για τους δύο είναι ο ίδιος: να γίνουν όργανα της κυρίαρχης τάξης. Κάθε εποχή πρέπει να κάνει τη δύσκολη προσπάθεια για την εκ νέου αρπαγή της παράδοσης από τον κoμφoρμισμό, που είναι έτoιμoς να την καταδυναστεύσει. Γιατί ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο σαν λυτρωτής, αλλά και σαν νικητής του αντίχριστου. Το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόνο ο ιστορικός που είναι απόλυτα πεισμένος ότι ούτε ακόμη και οι νεκροί δεν θα 'ναι ασφαλείς από τον εχθρό, εάν αυτός νικήσει. Και ο εχθρός αυτός δεν έχει πάψει να νικά». 

γυναίκα: «Το άλλο μισό, η πυξίδα, ο προορισμός, το όνειρο, η ελπίδα, η νέα ζωή, τα πάντα». 

όνειρο: Ν’ αφήσω ένα μικρό μου στίγμα στο χρόνο σαν συγγραφέας, νομικός, εφευρέτης ή επαναστάτης. 

αρχή: Η σημαντικότερη στιγμή όλων. Χρειάζεται το πρώτο βήμα για ένα ταξίδι χιλιάδων μιλίων, όπως λένε και οι Κινέζοι

 σιωπή: Δεν την έχω συχνά αλλά αναγνωρίζω τις αρετές της και τη βαρύνουσα σημασία που μπορεί να αποκτήσει ορισμένες φορές. 


Λογοτεχνία και διαδίκτυο: Σχήμα οξύμωρο, αλλά... 


Δεν το βρίσκω καθόλου οξύμωρο. Το διαδίκτυο είναι κι αυτό ένα μέσο. Όπως ανάμεσα στα χιλιάδες βιβλία που θα τυπωνόντουσαν σε μια «καλή», προ της κρίσης χρονιά, θα έπρεπε κανείς να ξεχωρίσει προσεκτικά την ήρα από το στάρι, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στο διαδίκτυο. Υπάρχουν ιστοσελίδες και ιστολόγια που αποτελούν διαρκή πηγή σκέψης και έμπνευσης; Ποια είναι αυτά; Εκτός από το www.intellectum.org θα επέλεγα το ιστολόγιο του Πετεφρή (http://petefris.blogspot.gr) , καθώς και του Γιώργου Μίχου (http://giorgosmixos.blogspot.gr). 

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος δεν γνωρίζει το ΙΝTELLECTUM. Πώς θα του το παρουσίαζες. Πώς ξεκίνησε και γιατί; Τί προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη; Η πορεία του είναι αυτή που περίμενες; 

Πολλά τα ερωτήματα! Νομίζω ότι το intellectum μπορεί εύκολα κανείς να το ανακαλύψει και να το αξιολογήσει μέσα από τα τεύχη και την ιστοσελίδα του (www.intellectum.org). Εκεί μπορεί κανείς να διαβάσει και την «επίσημη» ιστορία του. Τηλεγραφικά, θα
μπορούσα ωστόσο να πω ότι ξεκίνησε σαν περιοδικό, αλλά στην πορεία κατάφερε να γίνει πολύ περισσότερα από αυτό και να έχει μεγάλη αναγνώριση στην Ευρώπη. Η φετινή μας παρουσία στο ετήσιο συνέδριο του Eurozine (www.eurozine.com) στο Όσλο περί τα τέλη Νοεμβρίου, όπου θα παρουσιαστούν ποικιλοτρόπως οι δράσεις μας τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα με τίτλο «Η Δύναμη του Πλην: Συμμετέχοντας στο Δημόσιο Διάλογο με Ανταρτοπόλεμο» το επιβεβαιώνει. Αυτό πάντως που κάνει το intellectum ίσως να ξεχωρίζει είναι η ειλικρίνεια των προθέσεων, η διαφάνεια και ανοικτές πολιτικές μη αποκλεισμού που υιοθετούμε. Εξυπακούεται ότι είμαστε ιδιαιτέρως θετικοί και σε συνεργασίες με ανθρώπους, ομάδες ή οργανισμούς που εμφορούνται από τις ίδιες ιδέες.

Aγαπημένοι σου συγγραφείς/ποιητές. Yπάρχουν σήμερα πνευματικοί άνθρωποι που θαυμάζεις και εκτιμάς;

Θα αδικούσα πολλούς συγγραφείς! Στους ποιητές τα πράγματα είναι λίγο πιο εύκολα όμως. Κάμμιγκς, Ουάλας Στήβενς και Μάικλ Λόνγκλεϊ είναι οι πρώτοι τρεις που μου έρχονται στο μυαλό.
Φυσικά, υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι τους οποίους εκτιμώ ιδιαιτέρως και γι’ αυτό το λόγο επιδιώκω να βρίσκομαι σε επαφή μαζί τους, να ανταλλάσσω απόψεις και να μαθαίνω τη γνώμη τους για τα συμβαίνοντα. 

Τρία βιβλία που σημάδεψαν τη σκέψη σου ή σου άλλαξαν το βλέμμα για τα πράγματα. 

Τουπαμάρος: Ημερολόγιο Φυλακής
Η Φωνή του Κυκλώνα
Η Δίκη
(Σίγουρα και πάρα πολλά ακόμη, ενδεχομένως αν με ρωτούσες αύριο να άλλαζα τα δύο από τα τρία και να σου έλεγα άλλα!) 

Τελευταία γίνονται έντονες προσπάθειες για την διάδοση του ψηφιακού βιβλίου.

Είναι μια αναπόδραστη εξέλιξη που θα πρέπει όλοι να υποδεχθούμε και να αποδεχθούμε όπως το πέρασμα από το βινύλιο στους ψηφιακούς δίσκους. Δυστυχώς η αλλαγή αυτή δεν πιστεύω ότι θα κάνει μακροπρόθεσμα το βιβλίο φθηνότερο! 

Πώς η Κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια επηρεάζει την λογοτεχνική παραγωγή και την τέχνη γενικότερα. 

Η κρίση αποτελεί μεγάλη πηγή έμπνευσης οπότε μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά για ένα συγγραφέα. Αυτό που έχει αναπόφευκτα όμως μειωθεί δεν είναι η έμπνευση, αλλά η εκδοτική παραγωγή. Έχει γίνει πλέον ο κανόνας ότι πρέπει κι εσύ κάτι να συνεισφέρεις για την έκδοση. 

Διαβάζουν οι νέοι σήμερα; Aν ναι, τι αναγνώσματα κυρίως; 

Σίγουρα διαβάζουν. Το τι ακριβώς όμως και πόσο πολύ είναι καλύτερα να μας το πουν οι ίδιοι!

Mίλησέ  μου για τον άλλο σου εαυτό και για τις ΑΘΩΕΣ ΛΟΓΟΚΛΟΠΕΣ του... 

Κωνσταντίνου Μελισσά. Ο Μελισσάς είναι το είδωλο που δεν φαίνεται πίσω από τον καθρέφτη. Ένας ερασιτέχνης συγγραφέας, εθισμένος στην αρνητική κριτική, πολύ μοναχικός, ολίγον αντικοινωνικός, εσωστρεφής και ευαίσθητος, δηλαδή ό,τι δεν είμαι εγώ;
Οι Αθώες Λογοκλοπές (εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2013) είναι ένα βιβλίο ποίησης που περιλαμβάνει στο πρώτο μέρος του ποιήματα του Μελισσά, ενώ στο δεύτερο μέρος υπάρχουν ανακατασκευασμένα-αναδομημένα ποιήματα που είναι βασισμένα σε ποιήματα άλλων ποιητών και ποιητριών όπως του Θανάση Τριαρίδη, της Σοφίας Γιοβάνογλου, του Σωτήρη Παστάκα, του Γιώργου Αλισάνογλου, του Ουάλας Στήβενς. Ένας από τους στόχους της συλλογής είναι να μιλήσει έμμεσα και για τις λογοκλοπές ή τα λεκτικά δάνεια (αν σας αρέσει αυτός ο πιο εύσχημος τρόπος) που λαμβάνουν χώρα στην άσημη επικράτειια της ελληνικής ποίησης. Τμήμα της συλλογής θα ανεβαίνει σιγά-σιγά και εδώ: http://melissas.intellectum.org, ενώ ήδη έχουν προκύψει στο διαδίκτυο και οι πρώτες συνομιλίες της συλλογής με άλλους ποιητές, όπως το «Αθώων Λογοκλοπών Εγκώμιον» της Ασημίνας Ξηρογιάννη (http://bibliotheque.gr/?p=28595). Άραγε την ξέρεις;! 

Πόσο εύκολα μπορούν να συνυπάρχουν η νομική με την ποίηση...; 

Όσο εύκολα μπορεί να συνυπάρχει το καλό φαγητό με τον έρωτα ή η υψηλή ραπτική με την αθλοπαιδιά. Στη ζωή όλα χρειάζονται και όλα βοηθούν-συνεργάζονται μεταξύ τους αρκεί να μπορείς να βρεις τις μυστικές τους συνδέσεις στο πλέγμα του ανθρώπινου
βίου. Οι συνδέσεις, λοιπόν, αυτές υπάρχουν, σε χαλαρότερη ή στενότερη μορφή, ανεξαρτήτως αν δεν μπορούμε να τις διακρίνουμε εκ πρώτης όψεως. Η ανακάλυψη των μυστικών συνδέσεων έχει χρηστικά, απτά αποτελέσματα, αλλά η μεγάλη δυσκολία έγκειται πάντοτε στην ανακάλυψή τους. 


Σχέδια για το μέλλον. Τί ονειρεύεσαι; 

Ονειρεύομαι κάτι καινούριο και ανατρεπτικό όχι μόνο στις τέχνες αλλά πρωτίστως για όλους τους Έλληνες. Θα πρέπει βέβαια κάποιοι να αποφασίσουν να κάψουν τα καράβια τους πρώτα. Εντούτοις, προς το παρόν, οι προσωπικές επιλογές για μια μικρής κλίμακας ανατροπή είναι μονάχα τρεις: μια αυτοκτονία, μια επανάσταση ή μια φυγή στο εξωτερικό. Δεν ξέρω τι από τα τρία είναι το λιγότερο επώδυνο, μολονότι βέβαια καταρχάς το τρίτο φαντάζει ως η πρώτη, λιγότερη βασανιστική επιλογή. Αλλά αρκετές φορές, οι πρώτες εντυπώσεις δημιουργούν εσφαλμένες ψευδαισθήσεις. 


************

ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ: 
ΣΤΗΛΗ ///ΤHE ARTMANIACS 


                                       

notationes ///ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2013///ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ///Η ΕΥΘΡΑΥΣΤΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ///ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΦΕΛΗ



                                                   



 
"Aπό τη "Νοσταλγία τών ουρανών" (1991) έως τό "Adieu" (1996) και από τόν "Άγγελο της ιστορίας" (1999) έως τό "Μετά τό τέλος της ομορφιάς" (2003), η αναδρομική επανέκδοση τεσσάρων εξαντλημένων ποιητικών συλλογών του Χάρη Βλαβιανού αναδεικνύει τή διαδρομή και τό ποιητικό στίγμα ενός δημιουργού πού ανασκάπτει συστηματικά τό ποιητικό υπέδαφος σέ αναζήτηση της φλέβας πού θά αρδεύσει μέ νέα ένταση τό έργο του, καί τολμά νά διανοίξει τή φόρμα του ποιήματος μέχρις εξαντλήσεως της ώστε νά υποδεχτεί τόν γόνιμο στοχασμό γύρω άπό τόν έρωτα, τήν ιστορία τών ιδεών και τών τεχνών, τήν πολιτική και τή φιλοσοφία. Συνδιαλεγόμενος μέ ετερόκλητα λογοτεχνικά είδη, ρεύματα και δημιουργούς, μεταγράφοντας, διασκευάζοντας ή ακόμη καί παρωδώντας τό ποιητικό τους ιδίωμα, αναζητώντας τους τρόπους μέ τους οποίους ή εμπειρία της ζωής μπορεί νά μετουσιωθεί σέ εμπειρία της γραφής, υποτάσσοντας τόν ενδιάθετο λυρισμό του στον στοχασμό, ο Χάρης Βλαβιανός αποκαλύπτει τους αρμούς της ποιητικής του καί ταυτόχρονα απαλλάσσει τήν ενδοσκόπηση από τόν σολιψισμό της γιά νά τήν ανασυνδέσει μέ τήν κοινή ανθρώπινη περιπέτεια.

"... Τα ποιήματα του Βλαβιανού, τά οποία γνωρίζω από τά βιβλία πού έχουν μεταφράσει στ' αγγλικά ό Ντ. Κόννολυ καί ή Μ. Καραβαντά, είναι άκρως ελκυστικά. Τά χαρακτηρίζει ή καθαρότητα της σκέψης, ή γλωσσική ακρίβεια, τό ανεπιτήδευτο, άμεσο ύφος".

(John Ashbery)

"Στην ποίηση του Βλαβιανού, εξάλλου, οφείλουμε τή συναρπαστική απορία σχετικά μέ τό έάν ή φλόγα ενός κεριού, τοποθετούμενη ανάμεσα σέ μιά οθόνη καί μιά πηγή φωτός, π.χ. τή φλόγα ενός δεύτερου κεριού, θά ρίξει εκεί τή σκιά της ή κάποιο είδωλο διαφορετικής τάξεως ή τίποτα. Αυτό είναι ακριβώς τό λογικό καί συνάμα διαισθαντικό κέντρο όπου πάλλεται ή καρδιά της σύγχρονης ποίησης..."

(Ευγένιος Αρανίτσης)

"... Ο Βλαβιανός είναι ένας στοχαστικός ποιητής πού τολμά νά καταδυθεί στά "σκοτεινά μονοπάτια της μεταφυσικής", αναζητώντας "τό δέρας της τέλειας μορφής". Ή έμμονη του μέ τή γλώσσα δημιουργεί "θραύσματα ποιημάτων" πού μοιάζουν μέ ψηφίδες ενός υπέροχου μωσαϊκού. Παραδόξως, αυτές κατορθώνουν νά συνθέσουν μιά ολοκληρωμένη εικόνα: "Τό φύλο της πραγματικότητας. / Τό εξαίσιο ποίημα του άληθινοΰ"".

(Michael Longley)

"Φωνή ισχυρής διανοητικότητας, πού εντούτοις δέν αγνοεί τά δικαιώματα της συγκρατημένης συγκίνησης, έλκεται από τή δυνατότητα μιας σύνθεσης πού εκδιπλώνεται σέ χαλαρούς συνειρμούς αλλά επιστρέφει μέ ανεπαίσθητους νυγμούς στον σταθερό θεματικό άξονα της καί μετατρέπει τήν αυτοβιογραφική μυθολογία της στό κερδισμένο στοίχημα μιας ποιητικής μέ έκδηλη ίδιοπροσωπία".

(Δήμητρα Χριστοδούλου)



CANTO  AMOR

  

                       I carry your heart(I carry it in my heart)
                                             E.E.CUMMINGS 




Και η πιο  εύθραυστη χειρονομία σου 
με περιέχει
και το πιο τολμηρό μου όνειρο 
σε προυποθέτει. 
Δεν ξέρω ποιούς θεούς 
να ευγνωμονήσω
γι αυτή τη διαρκή ανθοφορία,
ξέρω όμως
πως ο φωτεινός λόγος που μας δένει
είναι πιο πολύτιμος
και από το πολυτιμότερο τριαντάφυλλο
και πως κανείς,
ούτε κι η βροχή ακόμη,
δεν έχει τόσο  λεπτά,
τόσο μικροσκοπικά
δάχτυλα. 



****** 




Εγχειρίδιο Ποιητικής 





1.
Αν ζήσεις μ' ένα ποίημα,
θα πεθάνεις μόνος.

2.
Αν ζήσεις με δύο ποιήματα,
θ' αναγκαστείς  στο τέλος να απατήσεις το ένα.

3.
Αν την ώρα που γράφεις
φοράς το στέμμα σου,
οι άλλοι θα σε κοροϊδεύουν.

4.
Αν την ώρα που γράφεις
δεν φοράς το στέμμα σου,
θα κοροϊδεύεις εσύ τον εαυτό σου.

5.
Αν επαινείς τα ποιήματά σου,
θα σ' αγαπήσουν οι βλάκες.

6.
Αν επαινείς τα ποιήματά σου
κι αγαπάς τους βλάκες,
θα σταματήσεις να γράφεις.

7.
Αν γράψεις ένα ποίημα
και επαινέσεις το ποίημα κάποιου άλλου,
θα σ' ερωτευθεί μια ωραία γυναίκα.

8.
Αν γράψεις ένα ποίημα και επαινέσεις
υπερβολικά το ποίημα κάποιου άλλου,
θα σε προδώσει μια ωραία γυναίκα.

9.
Αν αφήσεις τα ποιήματά σου γυμνά,
θα σε κατατρύχει ο φόβος του θανάτου.

10.
Αν σε κατατρύχει ο φόβος του θανάτου,
              τα ποιήματά σου θα σου πουν την αλήθεια
              η υστεροφημία είναι ένα ψέμα.


ΥΓ.Αν απαρνηθείς τα ποιήματά σου για την πεζογραφία,
                                  θα βγεις σίγουρα κερδισμένος.
Η ποίηση θα αντέξει και χωρίς εσένα.



 *****


ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

Θέλεις να φαντάζεσαι τον εαυτό σου
ακλόνητο βράχο.
Έστω.
(Αν και ,μεταξύ μας,θα μπορούσες να βρεις
κάτι λίγο πιο πρωτότυπο για την περίπτωσή σου.)
Όμως στο τέλος θα διαβρωθείς'
όλα τα σταθερά πράγματα διαβρώνονται,
(το ξέρεις άλλωστε)
και η θάλασσα   
αυτή η απατηλή,απελπισμένη αγκαλιά
(συνεχίζω στη δική σου γραμμή πλεύσης)
που τόσο βαθιά φθονείς,
θα θριαμβεύσει.

Νιώθεις τον φακό της μηχανής
να εστιάζει στην πλάτη σου.
Δεν υπάρχει λόγος να γυρίσεις.
Κανείς δεν θα σε ρωτήσει
για ποιόν υποφέρεις
για ποιόν στέκεις ακίνητος. 






                               






notationes////NOEMBΡΙΟΣ 2013///ARCHIBALD COCHRANE////ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μετάφραση :Γιάννης  Κυριόπουλος





WITTENBERG


Πούλησε τον εαυτό της σ' αυτόν, έτσι τώρα,
κάνει ό,τι της ζητήσει'
Με βία απορρίπτει τον φυλαγμένο αέρα της,
και χτίζει  οδοφράγματα'
Ενώ τα αγόρια παίζοντας τους πειρατές,
κερδίζουν το δικαίωμα του θανάτου
Με μια απλή περιχειρίδα.


Το καταχνιασμένο λυκαυγές της ημέρας του Απρίλη
Κρύβει αγόρια και οδοφράγματα,
Και προσαράζει η θύελλα του πνεύματος
Μιας μοναχής που γίνεται πόρνη'
Διεγερμένη και φοβισμένη
Περιμένοντας,περιμένοντας
Τι μπορεί η νύχτα να φέρει.






                                ****






ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ



Γιατί σκέπτομαι την αμφιβολία και το θάνατο;
Aύριο μπορεί να είμαι ελέυθερος.
Γιατί να σκέπτομαι του καθενός την μοίρα
εκτός από τη δική μου-όποια και να' ναι; 


Mπορείς να κόψεις τα σύρματα και να 
πυροβολήσεις τους Γερμανούς,
Βυθίζω το Lager κάτω από τη θάλασσα,
Βρες με ελευθέρωσέ με και στείλε με σπίτι,
Αλλά ξέρω δεν θα είμαι ποτέ ελεύθερος.


Είμαι ο δεσμώτης μου,η ψυχή μου είναι φυλακή.
Η μοίρα όρισε το γραμμένο.
Πολέμησα και αγωνίστηκα και ζήτησα βοήθεια,
Αλλά ποτέ,ποτέ δεν θα είμαι ελεύθερος.


( ARCHIBALD    COCHRANE,Ποιήματα,
Γαβριηλίδης ,2008)