Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Roberto Sanesi (1930-2001): Δύο ποιήματα



Roberto Sanesi (1930-2001): Δύο ποιήματα

Μετάφραση από τα Ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης


Φωτεινό τόξο

[Arco di luce]


Σχεδίασε στο παράθυρο ένα τόξο φωτεινό, πέταγμα σπουργιτιών

λευκό, το χειμώνα - για να μην ξεφύγουνε ποτέ ξανά

από τούτους τους τοίχους∙ κι έν’ άνθος λευκό, νεκρή φύση

εχθρική, κατ’ εικόνα μας. Αρνήσου τη φωτιά τη λυγερή

στα ψηλώματα, το χιονολούλουδο

του Θεού∙ μα να υπάρχεις με τα πράγματα, να ενώνεις

νήμα το νήμα τον μύθο με την ιδέα, ελευθερίας άνεμο

που πλάθεται και ξαναπλάθεται μεμιάς

απ’ τα δικά σου τα κλαδιά, καθώς το χιόνι τα βαραίνει. Άκου

πώς σφύζει στα πατζούρια η σιωπή, πώς στενάζει

η συμπόνια σε τούτη την παγωνιά. Αν η Αθηνά

δεν κάνει να πέσει η νύχτα με το βλοσυρό της

βλέμμα της σοφίας, ας πούμε τότε πως φταίει η καρδιά -

για τη βαρύτητά της που μας τραβά στο κέντρο της γης.


***


Ψευδώς αφιερωμένο

[Falsamente dedicata]


Ήτανε το σημείο αναγνωρίσεώς σου

το να πιστεύεις σε κάποιο μέλλον: ένα βασίλειο όπου να διακρίνεις

τα χνάρια των ταύρων και των φαντασμάτων στ’ ανολοκλήρωτο πράσινο

του κύματος απάνω σε κύμα -στο νερό που σκουραίνει απ’ τα ψάρια-

των ποταμιών που η θάλασσα τα ξασπρίζει, ένα σεντόνι λευκό που πάνω του

προβάλλεις τις πληγές. Κι ακόμα

ήτανε σαν μια απόκριση σ’ ένα αντάτζιο

από σύμβολα και συλλαβές, ένα συναπάντημα υγρό

του τίποτα με την ύπαρξη: έτσι το πουλί-δημιουργός

μπορούσε να ιχνογραφεί τα φωτεινά του τα σύμβολα

ανάμεσα στα χορταράκια: να περιορίζει

τον χρόνο και τον χώρο του, με το σφύριγμά του,

και τον Λόγο στο δικό σου το πρόσωπο, μες στις φλόγες. Αυτό ήτανε

το δικό σου το βασίλειο. Η ορμή.

Η ιδέα ενός ρόδου ή ενός βότσαλου. Κι η ασάλευτή σου η κίνηση

μέσ’ από το τίποτε ενός πράγματος

που γεννιέται από ένα άλλο, τυχαία,

μετέωρη έμενε κάθε φορά μέσα σ’ ένα δακτύλιο:

ρίμες και πλάσματα από πέτρα ήταν η διάρκεια τούτου του βασιλείου.



Άγνωστος στη χώρα μας, ο Ρομπέρτο Σανέζι υπήρξε ένας από τους σημαντικούς ποιητές της μεταπολεμικής Ιταλίας. Είναι, πάντως, περισσότερο αναγνωρίσιμος ως κριτικός τέχνης και λογοτεχνίας, αλλά και ως ένας από τους πιο γνωστούς μεταφραστές και ανθολόγους της αγγλικής και της αμερικανικής ποίησης στη χώρα του. Ο Σανέζι εμφανίζεται, ήδη από την πρώτη του συλλογή, Il feroce equilibrio (1957), ως ένας ποιητής ώριμος και βαθιά στοχαστικός. Τα στοιχεία αυτά βρίσκουν την πλήρη έκφρασή τους στις κατοπινές ποιητικές του συνθέσεις, με αποκορύφωμα την Πρώτη μέρα της άνοιξης (Il primo giorno di primavera, 2000). Η τελευταία έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του ποιητή, καθώς εκδόθηκε λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του...


* H φωτογραφία είναι παρμένη από το pexels.

Vincenzo Cardarelli (1887-1959): Δύο ποιήματα



Vincenzo Cardarelli (1887-1959): Δύο ποιήματα

Μετάφραση από τα Ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης


Φθινόπωρο

[Autunno]


Φθινόπωρο. Το νιώσαμε ήδη να ’ρχεται

μες στου Αυγούστου τον άνεμο,

στου Σεπτέμβρη τις βροχές,

καταρρακτώδεις και θρηνητικές∙

κι ένα ρίγος διαπέρασε τη γη

που τώρα, γυμνή και θλιμμένη,

υποδέχεται έναν ήλιο σβησμένο.


Τώρα περνά και χάνεται,

σε τούτο το φθινόπωρο που βαδίζει

μ’ ανείπωτη βραδύτητα,

η καλύτερη εποχή της ζωής μας -

και για ώρα πολλή μάς αποχαιρετά.


***


Καλοκαιρινό

[Estivo]


Καλοκαίρι μακρύ,

εποχή του πνιγερού καιρού

με τ’ ατέλειωτα πρωινά

και τα ξημερώματα τα σιγαλά∙

ξυπνά κανείς σαν μέσα σ’ ενυδρείο

από μέρες πανομοιότυπες, αστρικές


εποχή που λιγότερο πονούνε

τα σκοτάδια και οι κρίσεις,

χαρά απλόχωρη∙

καμιά υπόσχεση επίγεια

δε μου ειρηνεύει τόσο την ψυχή

όσο του ήλιου η βεβαιότητα

που ξεχύνεται απ’ το δικό σου τον ουρανό,

εποχή ακραία, που πέφτεις

αποκαρωμένη σ’ ατέλειωτη ρέμβη

και τα πιο μεγάλα όνειρα χρυσώνεις


εποχή που φέρεις το φως

ώσπου να τανύσει

τον χρόνο πέρα απ’ τα όρια της μέρας∙


και μοιάζεις κάποτε να τον ρυθμίζεις

και κείνον, να προχωρά

με τ’ αργό βήμα της αιωνιότητας.



Ο Vincenzo Cardarelli υπήρξε σημαντική μορφή των ιταλικών γραμμάτων κατά το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα, αν και σήμερα το έργο του είναι εν μέρει επισκιασμένο. Από τη νεότητά του ξεκίνησε να δημοσιογραφεί, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1910 ξεκίνησε την έκδοση του σημαντικού περιοδικού La Ronda. Λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε εκδοθεί η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, Πρόλογοι (Prologhi,1916), ενώ ακολούθησαν πολυάριθμες συλλογές. Η ποίησή του θεωρείται ότι ισορροπεί ανάμεσα στην υπέρβαση και στην επικέντρωση στον πραγματικό κόσμο.

* H εικόνα είναι παρμένη από το pexels.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ /// ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΕΣΣΟΑ

 




ΔΥΟ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΔΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ


Sophia de Mello Breyner Andresen (1919-2004)

Ο αυλός [A flauta]


Στης κάμαρης τη γωνιά άγγιξε η σκιά τον μικρό της τον αυλό

Κι ήτανε τότε που αναθυμήθηκα στέρνες και μέδουσες

Και τη θνητή φεγγοβολή της γυμνής ακτής.

Με ιεροπρέπεια στάθηκε της νύχτας το δαχτυλίδι

γύρω στο δάχτυλό μου

Κι η πλεύση της σιωπής συνέχισε τ’ αρχέγονο ταξίδι.



Fiama Hasse Pais Brandão (1938-2007)

Εγκώμιο της ακρίδας [Louvor do gafanhoto]


Πόσο συχνά ένιωσα μες στην παλάμη μου,

να χτυπά ανάμεσα στα δάχτυλά μου η καρδιά

της απρόσεκτης της ακρίδας. Να διπλώνει

τα ποδαράκια της τα λιανά.

Το παν και το τίποτα να συνυπάρχουνε

στο πλάσμα τούτο που μιμείται το κούτσουρο το ξερό

και που τίποτε δεν επιθυμεί να ’ναι - ή επιθυμεί την ανυπαρξία.

Κι αφήνει το χέρι του κοινοβίτη,

ριγηλό, να την ακολουθεί και ταπεινά

να γίνεται όλη του η τροφή.


***


Από τον τόμο: Πορτογαλική ποίηση μετά τον Πεσσόα. Μια ανθολογία, Επιλογή -

Μετάφραση, Εισαγωγή - Επίμετρα: Θεοδόσης Κοντάκης, εκδ. 24Γράμματα,

(Αθήνα, Ιούνιος 2025).

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Piero Bigongiari (1914-1997): Δύο ποιήματα //// Μετάφραση από τα Ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης





[OTTONE ROSAI, Πορτραίτο του Piero Bigongiari, 1949-1955]



***


Δεκεμβριάτικη αυγή

    [Alba di Dicembre]



Σαν την πέτρα που αίμα γίνεται, το βλέμμα

εφορμά -ίδιο πουλί- στην όχθη∙

αργά το πιάνει του Θεού το μάτι.

Διαπερνά το φως ή το δημιουργεί;

Τι ελπίζει στην πτώση - από την πτώση; Ίσως

κάτι βλέπει, κάτι ψάχνει μες στον ύπνο, ανάμεσα στ’ άνθη

που ταράζονται απ’ τον έρχομό του, θλιβερά άνθη

του ποταμού, ομπρέλες σκουριασμένες στη βροχή

ενός ονείρου που προσημαίνει το μέλλον.



Αυγινό όνειρο είναι, φυσικά. Άξαφνα ξεφυτρώνει

ένα στοιχειό ασβεστωμένο, ένας χτίστης…

Λίγο πιο πέρα τρέμουνε προσηλωμένα

σ’ ένα μισοσβησμένο κομματάκι ήλιου,

σφιχτά σφιχτά για να μη χαθούνε, σαν τ’ αμύγδαλο το ξερό

μες στο φλούδι που δεν έχει πια χυμό, σπίτια, σκιές...

τρίζει εδώ κάτω η βάρκα, ξεπηδά μέσα απ’ τις ρωγμές της πόλης

τις σκοτεινές ένας βιολετής καπνός από καμπάνες

σαν μια υπόγεια αναταραχή που ξέσπασε ξαφνικά,

κι εσύ με πιάνεις τρυφερά απ’ το χέρι

και μου λες: Είν’ ώρα να φύγουμε.

Είναι η ώρα ν’ αφήσουμε τούτο το κλαδί

που τρέμει και καταρρέει στο νυχτερινό του θάνατο.



Άνοιξε τα φτερά σου, πουλί της παγωνιάς, κοίτα την όχθη

να ξεμακραίνει κάτω σου, κοίτα τη λάσπη

την πηχτή, το σύρσιμο των ποδιών των αργοκίνητων ψαράδων,

είν’ η ώρα να λευτερώσεις τους σπόρους

τους εμπιστεμένους στο θάνατο, η ώρα να σηκωθείς και να πετάξεις ψηλά.


***


Σου γράφω

           [Ti scrivo]



Σου γράφω μες στη γυαλάδα απ’ των σαλιγκαριών τα χνάρια,

πιο δυνατή απ’ τη βροχή τούτων των ημερών∙

λαβύρινθος από άστρα, λίκνο αργό,

όπου εγώ, πεισμένος πως είν’ ίδιο το να φύγω ή να μείνω,

αιωρούμαι σε μια φουσκονεριά βλεφάρων,



των δικών σου... Μα τι ζητάς, σφαχτάρι σε βωμό

έτοιμο να σβήσει, σάρκα μες στη σάρκα,

γλώσσα που πολλαπλασιάζεται σε λέξεις

απρόφερτες∙ εσύ, η πιο λαμπρή,

πολλαπλασιάζεσαι ανάμεσα στις άλλες, απιθωμένη



εκεί που ο άνεμος ο λαμπρός σταματά,

ανάμεσα στις αχτίδες στο βάθος της Οδού Ανέμων, σ’ έναν τοίχο:

ο άνεμος, ή άλλο συμβάν, κείνη η άλλη

πνοή που τεντώνει τ’ ανεμούρια, μα τώρα

συνθλίβει τον ήλιο εδώ, μες στα χνάρια των σαλιγκαριών...



Σου γράφω για ένα γεγονός αδύνατο μα αληθινό,

αδύνατο γιατί είναι αληθινό.



***


Ο Piero Bigongiari είναι ένας από τους σημαντικούς εκπροσώπους του ύστερου ερμητισμού. Παρόλα αυτά, παραμένει άγνωστος στη χώρα μας, ενώ και την Ιταλία το ποιητικό του έργο είναι μάλλον επισκιασμένο.

Το όνομά του έχει συνδεθεί με εκείνο του συνομήλικού του μείζονος ποιητή Mario Luzi, αλλά και με αυτό του επίσης αξιόλογου Alessandro Parronchi: οι τρεις του έχουν αποκληθεί «οι ερμητικοί της Τοσκάνης». Ο Bigongiari, ο οποίος δίδαξε ιταλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, υπήρξε επίσης κριτικός λογοτεχνίας και τέχνης, αλλά και σπουδαίος μεταφραστής ξένης ποίησης στα ιταλικά.

Εμφανίστηκε στα γράμματα, με την πρώτη του συλλογή ποιημάτων, το 1942. Η πορεία του προς την ωριμότητα και την πληρέστερη απόδοση του ποιητικού του οράματος συνεχίστηκε, όμως, για αρκετές δεκαετίες. Στο έργο του εντοπίζονται συχνά μεταφυσικά στοιχεία, καθώς επιχειρείται σε αυτό η υπέρβαση της πραγματικότητας∙ μιας πραγματικότητας που χαρακτηρίζεται από την απουσία, με τον άνθρωπο να αιωρείται ανέστιος μέσα σε αυτήν.


Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

Libero de Libero (1903-1981): Τρία ποιήματα



 Μετάφραση από τα Ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης


Τζιτζίκι

[Cicala]


Εποχή καμπίσια αποπνικτική,

καλοκαίρι:

δεν θέλει δάσος το τζιτζίκι,

πάνω στην πέτρα είν’ ο θρήνος για τον μακρύ

τον καύσωνα. Στη γη παραδίνομαι, που στο φως λουσμένη

εχθρική μένει μες στη σκιά,

κι η ματιά χάνει κιόλας τον ουρανό της:

είναι τ’ όνειρο πιο γλυκό από το νερό

μέσα στων λιβαδιών τις φλέβες.

Μη μου λέτε πως η θάλασσα είν’ εκεί

που εγώ βλέπω μια ναρκωμένη

έρημο, και σκάβω μες στην δίψα

μια σπηλιά - και τις βάρκες στην όχθη

τις σαλεύει μια θύμηση ανέμου.

Πλάνα δίχτυα παγιδεύουνε

τον ήλιο, στον ξερότοπο, και τον σπουργίτη

καθώς ξεφεύγει απ’ την παλάμη του παιδιού,

που τούτου του πρωινού μοιάζει.


***


Ετρουσκική κοιλάδα

[Valle Etrusca]


Μακριά απ’ τους λειμώνες των ζώντων

και πέρα από δυο θάλασσες, μιαν ασάλευτη

από στάρι και μια που διαγουμίζει τις ακτές,

η κοιλάδα είναι φουσκωμένη από σπηλιές

αρχαίες, κι υπάρχουν δώματα ωχρά

όπου οι νεκροί δειπνούν

σε πέτρινα ανάκλιντρα: του ύπνου

η σοδειά με θλίψη κυλά.

Σε μέτωπα αμνήμονα εδράζεται το έσχατο βασίλειο,

το χέρι που ξαναδίνει πνοή στην ηχώ,

στην ισχυρή φιλία του χρόνου.

Είναι γλυκό του θανάτου το κρασί

καθώς πίνεται γουλιά-γουλιά με τα χρόνια

και πάντα ξαναωριμάζει το στάρι

κάτω από άγνωστο κι αμυδρό ουρανό.

Πουλί δυσοίωνο,

ο ήλιος δεν έχει όνομα

στην αιώνια πατρίδα των νεκρών.


***


Αυτοβιογραφία

[Autobiografia]


Καράβι με πανιά είν’ η ζωή μου

που μου δόθηκε στα χέρια από παιδί

κι η άγκυρα χωμένη μες στη γη.

Για τούτο στ’ όνειρό μου

τα δέντρα πρασινίζουνε τον ουρανό

μα είναι σκοτεινοί οι σπόροι

του δικού μου του καλοκαιριού.

Σαν είμαι κουρασμένος πολύ για να ξυπνήσω,

κείνος ο πετεινός θα μ’ αρνηθεί ξανά;

Ας είχα από δέντρο βλαστήσει:

στο πλευρό μου θα ’χα κείνη που με γέννησε.



Άγνωστος στη χώρα μας και μάλλον ξεχασμένος σήμερα, ακόμη και στην πατρίδα του, ο Λίμπερο ντε Λίμπερο θεωρήθηκε σημαντικός ποιητής και πεζογράφος όσο ζούσε. Από νεαρή ηλικία ο ποιητής διαμόρφωσε την έκφρασή του, τόσο μέσα από τις εικόνες της υπαίθρου στην κεντρική Ιταλία, όσο και μέσα από τους στίχους των παλαιότερων ομοτέχνων που, όπως έλεγε, «τον μεθούσαν». Η ποίησή του, η οποία συνδέεται με τον ερμητισμό και χαρακτηρίζεται από εικόνες της φύσης που υποβάλλουν έντονα συναισθήματα, θα άξιζε σίγουρα να ανακαλυφθεί ξανά.

***


* Oι φωτογραφίες είναι παρμένες από το Pixabay


Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2021

Bernard Noël, 1930-2021: Τελευταίο ταξίδι /// Μετάφραση : Θεοδόσης Κοντάκης

 


TGV, 1

Αχνίζει ο άνεμος στα γυμνά κλαριά χαμηλός ουρανός
κάνει τα μάτια να πιστέψουν πώς βλέπουν επιτέλους κάτι υλικό
τι να ’ναι παρά το διάστημα ανάμεσα στα δάχτυλα τ’ ανοιγμένα
ένα καμπαναριό καρφωμένο στο βλέμμα ένα σημείο στην ιστορία
ένα δάσος έπειτα στάρι πράσινο υπόλειμμα ήλιου
κάτι αγελάδες αραδιασμένες σαν πέτρες λευκές
μια γέφυρα ένας κηπάκος μια λάμπα πρώιμη
η μέρα διστάζει ν’ αφήσει του κόσμου τα όρια
να τα μαζεύει πρέπει πια για την άλλη την όχθη
σεντόνι τόσο παλιωμένο απ’ τους πάρα πολλούς έρωτες
μια ελάττωση ταχύτητας σ’ αφήνει ν’ ανακαλύψεις αγριοπιπεριές
ένα αλσύλλιο από λόχμες με στίγματα κόκκινα
δυο βλάκες γραβατωμένοι να μιλάνε για προσαύξηση
ανθρώπινη επαφή κι ανίδωτη ακόμα κι άξια να τη δεις
του ορίζοντα η γραμμή πιο γαλανή για να δοθεί στη νύχτα
γροθιά από φως κάνει να εκραγεί μια στιγμή
μαύρος ατμός να παίζει με λάμψη υπερκόσμια
μια ομορφιά αποκαρδιωτική είναι
κάτι πάνω στο τέρμα σαν ένα δώρο στερνό
όταν η ζωή αποσύρεται για να στεγνώσει
κείνη η ελάχιστη δόση απ’ το τίποτα που νοστιμιά της χάρισε

***

Στις 13 Απριλίου 2021) έφυγε αθόρυβα από τη ζωή ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Γάλλους ποιητές, ο Μπερνάρ Νοέλ.

Ο Νοέλ πρωτοεμφανίζεται ως ποιητής ήδη στη δεκαετία του 1950, όμως η ποιητική του φωνή φτάνει στην ωριμότητά της κυρίως από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, οπότε και έλαβε σημαντικές διακρίσεις και βραβεία για το έργο του. Στο μεταξύ, όμως, είχε περάσει από δίκη για «προσβολή των χρηστών ηθών» εξαιτίας ενός ερωτογραφήματός του που είχε πρωτοεκδοθεί το 1969. Με αφορμή το γεγονός εκείνο, ο Νοέλ εφηύρε τον όρο «sensure» (θα το μεταφράζαμε ως «λογικοκρισία») -κατά το censure (λογοκρισία)- για να δείξει πώς μπορεί να λογοκρίνεται και να χειραγωγείται βάναυσα -καλή ώρα- η σκέψη, χωρίς τυπικά να διασαλεύονται οι δημοκρατικοί θεσμοί.

Στον ελληνικό χώρο ο ποιητής έγινε γνωστός από τη μετάφραση (από τον Στρ. Πασχάλη) -και έκδοση σε τόμο- της ενότητας «Περαστικός από τον Άθω», η οποία περιλαμβάνεται στη συλλογή του Le Reste du voyage (1997). Στο ποίημα που μεταφράζουμε εδώ, από την ίδια συλλογή, ο Νοέλ αποτυπώνει ποιητικά τις φευγαλέες εντυπώσεις από το ταξίδι του με ένα από τα πιο γρήγορα τρένα στον κόσμο - αναζητώντας, ίσως, εκείνο το στερνό δώρο στο τέρμα της διαδρομής…


* Η φωτογραφία είναι παρμένη από το pixabay.

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

To ποίημα των 12





Μετάφραση από τα Ισπανικά: Θεοδόσης Κοντάκης

Το παρακάτω ποίημα δημοσιεύτηκε στις 19.3.2020 στη χτυπημένη από τον κορονοϊό Ισπανία. Στη συγγραφή του συμμετείχαν, από κοινού, 12 ποιητές και καλλιτέχνες: Benjamín Prado Elvira Sastre, Leiva, Loreto Sesma, Raquel Lancheros, Irene G., Andrea Valbuena, Jorge Drexler, Guille Galván, Marwan, Rozalén, Andrés Suárez.


a


Για τους αγγέλους των χειρουργείων με τα πράσινα φτερά.
Για τους αγγέλους των νοσοκομείων με τα λευκά φτερά.
Για κείνους που κάνουνε το ρήμα «βοηθώ»
σημαία τους και σπίτι σου
κι αγωνίζονται για να μην πεθάνει κανένας μονάχος.

Για τις εργαζόμενες που δεν κοιμούνται,
για να ονειρευτούνε πως σώζονται οι χτυπημένοι.
Για κείνους που για να μας υπερασπιστούν
χρησιμοποιούν το δικό τους δέρμα για ασπίδα
και κινούν το χειρουργικό τραπέζι σαν σε κινδύνου βαλς.
Για κείνους που απ’ την ακάθαρτη δουλειά δημιουργούν
τον πιο όμορφο μόχθο στον κόσμο.

Για κείνους που καθόλου το ρολόι δεν κοιτούν ενώ φροντίζουν.
Για όσους χρωματίζουνε τον πόνο σου γαλανό.
Για όσους αξίζουνε τις απαγορευμένες αγκαλιές
και μπαίνουν μαζί σου μες στου λύκου του στόμα,
και τον φόβο μας ποτίζουνε με φως.

Όλους αυτούς ας τους χειροκροτήσουμε
πίσω απ’ τα μυτερά κάγκελα των μπαλκονιών
με χέρια που θυμούνται πως το να συναντούν άλλα χέρια
είν’ η μόνη αλήθεια.
Στο μεταξύ, γράφει στα χείλια μας η ελπίδα:

«ποτέ πια μη μας ξανασυμβεί»


*

Η φωτό είναι παρμένη από εδώ!

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Λουτσιάνο Έρμπα (Luciano Erba) /// Δύο ποιήματα για το τέλος του καλοκαιριού





Μετάφραση από τα ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης





Τέλος των διακοπών
[Fine delle vacanze]


Ήμουν εκείνος που σήκωνε την πέτρα
τη βυθισμένη στη χλόη ανάμεσα στις μολόχες
κι ανακάλυπτε έναν κόσμο από μικρές λευκές ρίζες
μιας πόλης σε χρώμα πράσινο μπιζελί∙
φύγαν όμως τα τελευταία τα κορίτσια
που χθες ακόμα ήτανε κολλημένα στα ποδήλατα,
κρυμμένα μες στα μεγάλα φύλλα του Σεπτέμβρη
πλάι στις μπάρες, στων τρένων τις διαβάσεις:
μου φαίνεται πως είμ’ εγώ ο ίδιος εκείνη η πέτρα.
Ακόμα και τα σύννεφα πέφτουν χαμηλά στα γήπεδα του τένις
και τ’ όνομα του ξενοδοχείου, γραμμένο στο τοίχο με μεγάλα
μαύρα γράμματα, είν’ όλο μουσκεμένο απ’ τη βροχή.



Mετά τις διακοπές
[Dopo le vacanze]


Τη λευκή σου την ποδιά, Καρλίνα
ποιος τήνε σιδέρωσε με τόση φροντίδα;
καλύτερα σιδερωμένο δεν ήτανε, ούτε πιο μυρωδάτο
το μαντηλάκι που στο σχολειό
έδινες πίσω στον διπλανό σου,
αν είχαμε ματώσει στη μύτη την προηγουμένη.
Συ ’σαι η απαλή η σιδερώτρια;
είναι κιόλας φθινόπωρο, Καρλίνα,
τούτος ο Μάης του φθινοπώρου που Σεπτέμβρη τον λένε
κι είναι καιρός
να ξαναβάλουμε Α κεφαλαίο στην αγάπη.


@



Ο Luciano Erba γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1922 και πέθανε το 2010. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της γενέτειράς του. Το ποιητικό του έργο, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει όλο και μεγαλύτερη απήχηση και στο εξωτερικό, ξεκινά την επαύριο του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και εκτείνεται μέχρι την αυγή του 21ου αιώνα.

Η κριτική εντάσσει συχνά τον ποιητή στη «Λομβαρδική γραμμή» (Linea Lombarda), η οποία θεωρείται ότι περιλαμβάνει σημαντικούς ποιητές, όπως ο Βιτόριο Σερένι, που ήταν ο δάσκαλος του Έρμπα - κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κοινό στοιχείο που ενώνει τους ποιητές αυτούς είναι η επιμονή στο βιωματικό στοιχείο, το οποίο όμως στην περίπτωση του Έρμπα αποτελεί συνήθως αφορμή για έκφραση ενός συναισθήματος ή μιας κατάστασης με πανανθρώπινο χαρακτήρα…


Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

notationes ΑΝΟΙΞΗ -ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019/// ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ /// ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



1.

Δέντρα ακόμα



Οι γείτονές μας κόψανε
όλα τους τα δέντρα
στα κτήματά τους έσκαψαν
πελεκήσαν ό,τι απέμεινε
απ’ τους κορμούς
ως μέσα στη γη

πάνω στις ρίζες πασπαλίσανε λίγο χώμα

κάποιος ανέβηκε ως την κορφή,
κοίταξε πέρα, βαθιά στον κάμπο,
ως εκεί που αχνοφαίνεται η θάλασσα
σκυμμένες σκιές ανθρώπων
σε ίδιο έργο δοσμένες∙ και στις οθόνες
μας ήρθανε ειδήσεις πως
δεν είναι δέντρα πια -
σ’ ολόκληρη τη χώρα

τότε πήραμε προσεκτικά το χώμα με τις χούφτες

οι ρίζες
κοκκινωπά σκουλήκια
μοιάζαν ν’ ανασαίνουνε
με δυσκολία: λίγο λίγο
χωνεύανε το νερό
κι ένας είπε πως
δεν είναι δέντρα ακόμα -


2.

Οι παλιοί ποιητές


Λένε πως άσωτος ήσουνα πάντοτε
ταξιδευτής – στου Θεού τη σκιά
περπάταγες, διωγμένος κι απ’ ανθρώπους

και γέλαγε η πόλη σου με τις πλουμιστές της πόρτες,
για σένα μανταλωμένες – και συ ξεμάκραινες, βαθιά
στην έρημο για χιόνι διψούσες, πεινασμένος κυνηγούσες
αντικατοπτρισμούς

στην άμμο – κει σε βρήκαμε,
καραβάνι περαστικό, τσάι σου φέραμε γιατί έτρεμες
σαν μας έλεγες το παραμύθι σου το θλιβερό –
μα είν’ όλα τούτα ξεχασμένα: μείνε τώρα εδώ

μαζί μας, όσο φλογίζει ο ήλιος τη χώρα – παράμερα
ζούμε, φτωχικά, μα τα χαλιά μας, μαγικά
τα σηκώνουνε δάχτυλα αόρατα, και συ
τα βλέπεις


έλα λοιπόν, στους κέδρους μας
να ξαποστάσεις, σε όαση χρυσή – με χάρη
όταν τους ώμους σου γείρεις, άτι φτερωτό
θα σ’ αποθέσει στα χέρια του Προφήτη.

21.3.2019


**Ο πίνακας είναι παρμένος από εδώ

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ /// ΠΟΙΗΣΗ






Ένας χρόνος



«ἰδοὺ ὁ ἐνυπνιαστὴς ἐκεῖνος ἔρχεται· νῦν οὖν δεῦτε […] ρίψωμεν εἰς ἕνα τῶν λάκκων»


Κάποια παράξενη σύνοδος θα σ’ έφερε
στο στενό τούτο τόπο μας,
όταν πριν από ένα χρόνο
μια νέα γυναίκα μόνη
έσερνες εδώ τη βαλίτσα.


Ο δρόμος απ’ το σταθμό
-με τα σκυλιά να ουρλιάζουν στο βάθος-
έρημος και σκοτεινός,
κουραστικός ως να βρεθείς στην πλατεία μας
βλέποντας, με καθαρό ακόμα βλέμμα,
να μεγαλώνει το δυσανάλογο καμπαναριό:
τεράστια στήλη με λαμπιόνια ηλεκτρικά.


Απ’ την εκκλησιά ως τις ψησταριές απέναντι,
όλη η πλατεία μια οθόνη.
Έτσι η μεγάλη μας οικογένεια μοίρασε σταθερά
τους ρόλους· μια ντουζίνα παρατσούκλια
για όλα τα παιδιά της, παλιά και νέα.
Κι εσύ ήσουνα για μας: Ιωσηφίνα.


«Μια τέλεια σκηνοθεσία», μας έλεγες -
για μας όμως εσύ δεν ήσουν εκεί όταν,
ανεμίζοντας η πολύχρωμη ποδιά σου
καθώς στεκόσουν πάνω απ’ τον κάμπο,
γέμιζε μόνο με βροχή και χώμα·
και συ περίμενες τους αγγέλους
-την ώρα που σε λοξοκοιτούσαν αυτοί
που έσπερναν σκύβοντας το πρόσωπο στη γη-
να τραφούν απ’ την παλάμη σου.






Κάποιος πρέπει να τραβήξει το σεντόνι
από τον κόσμο των σκιών:
για κάθε επαρχία, μια ομοιοκαταληξία·
έτσι θα μείνει: σκιά της σκιάς,
καμιά φωνή δεν ξέφυγε ποτέ από δω.






Κάθε πρωί αντιγύριζες «καλημέρα» όταν,
για λίγο ανοίγοντας τα μυστικά πατζούρια τους,
καλημέριζαν ο ένας τον άλλο χωρίς να σε βλέπουν.
Και μόνο τα δικά σου όνειρα ονειρευόσουν
όταν γύρναγες στους λασπόδρομους ψάχνοντας
ένα σβώλο χρυσάφι.


Μα τώρα που το ’δες και συ, παιδί της επαγγελίας,
πως βαρέθηκες κύκλο-κύκλο να χορεύεις,
φύγε πριν χάσεις το βήμα σου
κι εδώ σωριαστείς· στο κέντρο της πλατείας
το πηγάδι σού θυμίζει πως εδώ δε σε περιμένει
κανένα σκήπτρο.


Ένα χρόνο μετά, η ίδια ταμπέλα στη διασταύρωση·
μα τώρα το βέλος άλλαξε για σένα φορά.
Μη μας χαιρετήσεις, μη μας σκουντάς να ζήσουμε,
γεννηθήκαμε μόνο για να ’μαστε οι αναμνήσεις σου.


Γαστούνη Ηλείας, 7.2.200

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ /// ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ





To κάλεσμα


              Τρεις πίνακες του Ε. Χόπερ
                    κι άλλοι τρεις.


Όμορφο είναι τ’ απομεσήμερο καθώς λιαζόμαστε
κι οι τρεις στον κήπο: μόνο ο μονότονος ήχος του ποτιστικού
κι ένα υπόκωφο γρύλισμα του σκύλου: μόλις που τ’ ακούγαμε
μα δεν το προσέξαμε τότε -
κι είχε κείνος ήδη τ’ αυτιά τεντωμένα
                                                          αργά
τ’ απόγεμα βαρκάδα στ’ απαλό το κύμα: κίνδυνος,
χτυπά το σήμαντρο κι ας είναι καταγάλανος ο ουρανός, μα εμείς
στην κουπαστή ζαλισμένοι ακούμε την αναίτια σειρήνα
                                                                                       γιατί,
τώρα κιόλας, πρέπει καβάλα να περάσουμε κι οι τρεις από στενή
στοά; κι είναι μέσα κατασκότεινα μα πρέπει, λέει,
να βγούμε στην άλλη έξοδο, κι ο χρόνος τελειώνει -



τώρα η εικόνα δείχνει τρία ορφανά παιδιά∙ πώς βρεθήκαμε εδώ
στην απέραντη απλωσιά; μοιάζει να φυσάει, χρόνια τώρα,
σχεδόν δεν ακούμε ο ένας τον άλλον: είχαμε κάποτε κι εμείς
γονιούς - αυτοί θα ξέρανε∙ έτσι είπε ο πρώτος, πέρα κοιτάζει
κι αρχίζει πάλι το κλάμα∙ ο δεύτερος, σκοτεινός,
θυμωμένος, πίσω δείχνει πως πρέπει να γυρίσουν: «ανόητοι,
δε βλέπετε πόσο βαθιά σας πήγε η ανεμελιά σας;»
και μοιάζει να στυλώνει τα πόδια στη γη∙ κι ο τρίτος
μ’ ανοιχτά τα σκέλια χάμω κάθεται και γελάει,
ένα γέλιο τρελού, κι όμως
                                               στον άλλο πίνακα
είν’ όλα τα ονόματα γραμμένα (μα πώς να δω καθαρά;)
τα χαρτιά μας αρχειοθετημένα - το δάχτυλο του γέροντα
μας δείχνει κάτι κίτρινα χειρόγραφα, με γράμματα
μεγάλα, στρογγυλά: όχι πώς είναι δα και τόσο παλιά,
μα ποιος έχει τώρα την υπομονή (μυρίζουνε κιόλας) -
ο γέρος έχει στραμμένο στο ημίφως ένα μάγουλο
πανιασμένο: «χαμένα θα πάνε», βγες βγες γρήγορα -μάλλον
είναι και τρελός-: αύριο ας τα μελετήσουμε, από χθες κιόλας
τα ’χουμε πεταμένα

                                   μα τώρα κιόλας, πολύς κόσμος κατεβαίνει
στην ακτή - αλλόκοτο θέαμα∙ και σχεδόν ακούγεται, μια βαθιά βοή,
σα να γίνεται κάτι μεγάλο: κι όσοι στέκονται στο φόντο
-μόλις αχνοφαίνονται- κουβαλάνε κάτι τεράστιους μπόγους∙
στη μέση ένα χαντάκι γεμίζει με χαρτιά, μηχανήματα - ρούχα
δε φοράνε πια οι μπροστινοί∙ κι ο πρώτος κλείνει τα μάτια
και πέφτει στο κύμα, μπροστά του άλλο κύμα
φουσκωμένο, κόκκινο, κι όλο πιο μπροστά -
απέραντη κι άχρωμη κι ανώνυμη η θάλασσα.



17.6.2018

***

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Μάριο Λούτσι (Mario Luzi) /// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Μετάφραση από τα Ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης


Nέα για την Ιωσηφίνα, έπειτα από τόσα χρόνια
[Notizie a Giuseppina dopo tanti anni]




Τι να ελπίζεις, τι τάχα υπόσχεσαι στον εαυτό σου, φίλη μου,
καθώς γυρίζεις από ταξίδι τόσο σκοτεινό
εδώ κάτω όπου οι θύελλες, μες στο κάμα του ήλιου,
έχουν φωνή τόσο ψιλή και μαυρισμένη
που γιασεμί μυρίζουνε και συμφορές;

Βρίσκομαι δω σε τούτη την ηλικία που γνωρίζεις,
ούτε νέος ούτε γέρος - κοιτάζω, παρατηρώ
τούτη τη μετέωρη μετάπτωση∙
καθόλου πια δεν ξέρω τι θέλησα εγώ και τι μου επιβλήθηκε:
στις σκέψεις μου μπαίνεις κι απείραχτη βγαίνεις.

Καθετί άλλο που πρέπει να υπάρχει, υπάρχει ακόμα∙
το ποτάμι κυλάει, το τοπίο αλλάζει,
χαλάζι, βροχή, σκούζει κανένα σκυλί -
βγαίνει το φεγγάρι, τίποτα πια δε σαλεύει,
τίποτα μεσ’ από τούτο το μακρύ, περιπετειώδη ύπνο.



Πλησιάζοντας τα σαράντα
[Nell’imminenza dei quarant’anni]



Η σκέψη με καταδιώκει σε τούτη τη συνοικία
τη ζοφερή όπου ορμά ο άνεμος από τ’ οροπέδιο
και του πετροχελίδονου η βουτιά κόβει το νήμα
το λεπτό απ’ τα μακρινά τα όρη.

Σε λίγο κλείνω σαράντα χρόνια αγωνίας
και ανίας και χαράς - κι είν’ αυτές άξαφνες, γοργές
σαν του ανέμου τη ριπή το Μάρτη
που φως και βροχή σκορπά: η αργοπορία -
την σέρνω με δύναμη απ’ τους δικούς μου,
τους τόπους μου∙ χρόνων συνήθειες
τσακισμένες σε μια στιγμή που πρέπει να νιώσω.
Το δέντρο του πόνου τινάζει τα κλαδιά…

Στις πλάτες μου απάνω, σμάρια, απλώνονται
τα χρόνια. Κι όχι μάταια: τούτο είναι το έργο
που τελειώνει ο καθένας κι όλοι μαζί,
νεκροί και ζωντανοί: να περάσουνε μέσα απ’ τον κόσμο
τον αδιαπέραστο, από δρόμους ανοιχτούς και διαδρόμους
πυκνούς από εφήμερες συναντήσεις κι απώλειες,
ή από αγάπη σε αγάπη, είτε από μία μόνο -
από πατέρα σε γιο, ώσπου να βγουν στο φως.

Κι αφού και τούτο ειπώθηκε, μπορώ να ξεκινήσω,
σβέλτος μες στην αιώνια συμπαρουσία
όλων των πραγμάτων μέσα στη ζωή και το θάνατο,
ν’ αφανιστώ στο χώμα ή στη φωτιά
αν η φωτιά, πέρα απ’ τις φλόγες της, καίει ακόμα.


Τούτη η ευτυχία
[Questa felicità]



Τούτη η ευτυχία, ταμένη ή χαρισμένη,
είναι πόνος για μένα, πόνος δίχως αιτία
ή κι αν υπάρχει αιτία είναι αυτό το ρίγος
που ταράζει το πολλαπλό μέσα στο Ένα
σαν το υγρό μέσα στη σφαίρα
τη γυάλινη που ο μάντης διαβάζει.
Κι όμως θα πω: όλα καλά και σήμερα.
Ολόγυρά της πόλεμο κάνουν τα πράγματα
κι οι εικόνες, κει πάνω που πέφτει - που ανεβαίνει
μονότονη η νύχτα ή το χιόνι
της μνήμης.

***

Η φωτό είναι παρμένη από εδώ

***

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

notationes /// XEIMΩΝΑΣ 2018 /// ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΣΑΜΠΑ /// ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ Ο ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ






Άνοιξη
[Primavera]



Άνοιξη που σ’ απεχθάνομαι, θα ήθελα
για σένα να πω πως, καθώς έστριβα
στου δρόμου τη γωνιά, με πληγώσαν τα προμηνύματά σου
σαν το μαχαίρι. Η σκιά, ισχνή ακόμα,
απ’ τα γυμνά κλαδιά πάνω στην γη -
γυμνή ακόμα, με τάραξε λες και μπορούσα
κι έπρεπε
κι εγώ ν’ αναστηθώ∙ το μνήμα
αβέβαιο μοιάζει καθώς σιμώνεις, αρχαία
άνοιξη, συ που πιότερο από κάθε εποχή
σκληρά ανασταίνεις και σκοτώνεις.


(Parole)

****

Φλεβαριάτικο βράδυ
[Sera di febbraio]



Ανεβαίνει το φεγγάρι.
Μέρα είν’ ακόμα
στη λεωφόρο, το βράδυ γρήγορα πέφτει.
Αδιάφορα δίνονται οι νέοι∙
θλιβερά σκορπίζονται στο τέλος.
Κι είν’ η σκέψη
του θανάτου που βοηθά, τελικά, να ζεις.


(Ultime cose)

****


Από τότε
[Da quando]



Από τότε που είν’ τα χείλια μου σιωπηλά σχεδόν,
τις ζωές αγαπώ που σχεδόν ποτέ δε μιλούν.
Ένα δέντρο∙ κι εκεί δίπλα -στέκεται κει
που στέκομαι κι εγώ, χαρούμενο πάλι ξεκινά στα βήματά μου-
το υπάκουο ζώο που μ’ ακολουθεί.


Αφήνεται στο ζυγό που του επιβάλλω.
Μια ματιά, το πολύ, μου στέλνει ικετευτική.
Αλήθεια αιώνια διδάσκει, σιωπώντας

****


notationes /// XEIMΩΝΑΣ 2018 /// ΠΕΤΕΡ ΧΟΥΧΕΛ /// ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ Ο ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ,



ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΛΗΡ

Απ' το λατομείο ανεβαίνει,
κουρέλι στο χρώμα του ιώδιου
τυλιγμένο στο δεξί του χέρι.

Στ΄ άθλια τα χωριά
έκοψε ξύλα μακριά
για να βράσει τις φακές του.

Τώρα επιστρέφει 
στην ξερή σκιά
από σύννεφα σκισμένα,
στο στέμμα του
κάτω στον γκρεμό.


****

ΕΙΡΗΝΗ

Καιρός μισεμού για τα πουλιά.
Στ' αγκαθωτά τα γένια
άπ'  τα πατημένα στάχυα
ακόμα παραμένει το ήμερο κενό του καλοκαιριού.
Στις πολεμίστρες του υδατόπυργου
οργιάζει το γρασίδι.

****

'Ενατη Ωρα, Πέτερ Χούχελ,Βακχικόν 2017


*****