Translate

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ///ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μόνο η θλίψη
Χωρίς το φως του ήλιου
Ξαναγεννιέται.


[Μισό σκοτάδι,εκδ.Γαβριηλίδης 2010]


Η ΣΙΩΠΗ 

Άσκηση μνήμης
Συναθροίζοντας πουλιά
Στην κορυφή μιας γυμνής λεύκας
Οι πτήσεις είναι χαμηλές
Πολύ κοντά στη θάλασσα
Πολύ κοντά στον ουρανό
Στο όριο να γίνει
Το άπειρο
Περατό.


*******
 

ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ

'Ενας χείμαρρος
Ακούω τη βουή του
Τη νύχτα
ΔΙσύλλαβο μοιρολόι
Μοίρα και πρόκληση
Με χωρίζει από τους άλλους
Ό,τι δεν χάθηκε 
Είναι μέσα μου

[ΟΤΑΝ  ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ,Γαβριηλίδης  2005] 

*******

ΚΥΠΡΟΣ

Παλαιικά σπίτια,αργαλιοί,
το γιασεμί μας...

Ήρθαν οι ξένοι'
οδοστρωτήρες περνούν
ξερνώντας βρώμα
και πέντε δολλάρια. 


΄ΕΡΩΤΑΣ

Ο  έρωτας
μια αίσθηση πραγματικού
μια απεριόριστη ελευθερία.
Ήμουν βιαστική ,ήσουν βιαστικός.

[ΔΙΑΓΩΓΗ,ΓΝΩΣΗ 1981]


*******
 

ΕΝΔΙΆΜΕΣΕΣ ΕΠΟΧΕΣ 


'Ολη τη νύχτα βηματίζοντας
Με την ηχώ της τρέλας
Όλα στην αυτοτέλεια της εμμονής της
Απαραβίαστα αραγμένη σαν σε όνειρο
Αυτάρκης μέσα στο σκοτάδι
Με τα δόντια  της νύχτας ο πανικός να τροχίζει
Αθεράπευτα ασυγκίνητη στις αντανακλάσεις
Όταν το φως...
                               Χάνεται! 


[ΣΑΝ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ,ΟΜΠΡΕΛΑ 2002]


*******
 

ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΓΙΑ  ΦΛΑΟΥΤΟ

Ένα αρχαίο  υδραγωγείο
Γεμάτο ψιθυρους 
Ξεπετάχτηκαν οι αιώνες δίπλα μας
Τυλιγμένοι με τα φύκια της θάλασσας
Εξισώσεις και άγριες βιολέτες

Πραγματικότητα εύθραυστη
Σαν το χαλάζι σκληρή
Όσο κρατάει μια στιγμή
Εξαυλώνονται οι άνθρωποι
Και οι πράξεις τους
Από φρίκη και νόημα 

[ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ,ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2008] 


******* 


ΕΚΑΒΗ ΣΕΧΗ //ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ο θρήνος του Έρωτα


 
Φοβάμαι! Φοβάμαι, σου λέω.
Μήπως περάσουν κι άλλες εποχές
και μέσα από αυτήν την απόσταση
ερωτευτούμε κι άλλο.
Φοβάμαι! Φοβάμαι μήπως όταν σε δω
επιβεβαιώσω πως δεν ερωτεύτηκα εσένα,
αλλά τις ανυπεράσπιστες προσδοκίες
που μου γέννησες.
Μίλα, να χαρείς!
Πες με ανάσα σου.
Πες με μικρή σου.
Ψιθύρισε μου:
«Θέλω να παντρευτούμε οι δύο μας,
στην Ινδία, με τους ελέφαντες
και χρόνια αργότερα
να με χωρίσεις».
Και ας μην καταλαβαίνω
τον εθισμό σου στον πόνο.
Πες πως ο χρόνος στα αλήθεια δεν υπάρχει.
Τι να τα κάνουμε εμείς τα ανθρώπινα;
Εμείς ερωτευόμαστε σαν τους νεκρούς ποιητές:
Αιώνια εγκλωβιζόμαστε στα πάθη μας
και πεθαίνουμε από την υπερβολή.





Οι θλιμμένες ποιήτριες


Οι θλιμμένες ποιήτριες αγαπούν τη θλίψη τους .
Μπορούν και ξεχωρίζουν το φθινόπωρο από την άνοιξη
μέσα από τα εποχιακά ποιήματά τους.
Ξέρουν να βρίσκουν τα πεζοδρόμια
που χύθηκαν χωρισμοί επάνω τους
και μπορούν να χαράζουν εξιλέωση.
Ξέρουν να γράφουν ακόμα και όρθιες.
Κουβαλάνε πάντα ένα βιβλίο,
τη φωτογραφική τους μηχανή
και ψίχουλα από το πρωινό που πήραν
με τον αγαπημένο τους.
Ξέρουν να διανύουν το χώρο
και να σκοτώνουν το χρόνο με ευλάβεια.
Μπορούν να σου δοθούν
δίχως δεύτερη σκέψη,
δίχως όρια,
δίχως κανόνες
με απόλυτη ανάγκη να γίνουν ένα με εσένα.
Οι θλιμμένες ποιήτριες ξέρουν από κάβλα,
ξέρουν και από ταπείνωση και από ντροπή.
Μπορούν να κοιμούνται την ημέρα
με τα παντζούρια κλειστά
και να ονειρεύονται ξύπνιες.
Ξέρουν να σπαταλάνε τις σκέψεις τους
σε εικόνες που θέλουν να ζήσουν,
να λάβουν μέρος σε βρώμικες
αλλά όχι βρωμερές καταστάσεις
και να καθαρίσουν το τοπίο.
Μόνο τούτο δεν ξέρουν να κάνουν:
Να μετατρέψουν το μελαγχολικό τους βλέμμα
σε χαμόγελο μικρού κοριτσιού.

 



ΠΗΓΗ:H ΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΟΙΕΙΝ