Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ /// Αλαμπουρνέζικα, η γλώσσα των κουλτουριάρηδων






πηγή:http://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/epilegmena-arthra/alampournezika-i-glossa-ton-koultouriaridon#.VH14URx5OWN


 

'Eνα εξαιρετικό κείμενο, γραμμένο με τον μοναδικό τρόπο του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

 

Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι' αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ' όλες τις εποχές.

Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση.

Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι.

Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.

Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας».

Μ' ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»;

Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση;

Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου...». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ' αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δε λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»;

Αυτά είναι ακατανόητα και γι' αυτόν που τα γράφει και γι' αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε.

Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. Βέβαια το μπέρδεμα υπάρχει πρώτα στο μυαλό. Πάντως μ' αυτά και μ' αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.

θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει.

Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πως είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν;

Βέβαια ο ποιητής έχει τη δικαιολογία ότι γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξύλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλας, που γράφουν ότι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.

Κάποιοι ισχυρίζονται πως έτσι εμπλουτίζεται η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας, γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές τις Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;

Η αιτία του φαινομένου αυτού, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ' όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ' όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης.

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη», και τα συναφή.Μέσα σ' αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι.

Κάποτε ένας κομμουνιστής πιπίλιζε τον Μαρξ και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχε διαβάσει ούτε μια σελίδα από το «Κεφάλαιο». Και πόσοι χριστιανοί δεν έχουν μεσάνυχτα από το ευαγγέλιο; Κι αφήστε εκείνους που δεν διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά μόνο τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κι έτσι είναι σαν να τα έχουν διαβάσει όλα!

Ας αφήσουμε όμως την πολλή θεωρία κι ας δούμε ένα παράδειγμα κουλτουριάρη. Ας δούμε λ.χ. ένα τεχνοκριτικό σημείωμα που αναφέρεται στη ζωγραφική ενός σπουδαίου καλλιτέχνη. Απολαύστε λοιπόν κριτική ζωγραφικής:

«Η χρονικότητα -στον τάδε ζωγράφο- είναι ψευδαίσθηση, απάτη, διάσπαση, εξαλλαγή, διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, κατακερματισμός και αλλοτρίωση, γι' αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση (βάι, βάι, βάι, κι εδώ αναδόμηση), ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Καταλάβατε τίποτα ή νιώθετε ανεπαρκείς;

Το πιο πιθανό είναι να μην καταλάβατε τίποτα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είστε ανεπαρκείς. Ανεπαρκείς είναι αυτοί που γράφουν τέτοια πράγματα. Αλλά ας αρχίσουμε το ψείρισμα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία και μόνη πρόταση. Στην αρχή δίνει την εντύπωση, πως αν το διαβάσεις προσεκτικά, θα βγάλεις κάποιο νόημα. Γελιέσαι, γιατί όσο προχωράς, ακόμη κι εκείνο που υποτίθεται κατάλαβες στην αρχή, ξεχνιέται. Η «χρονικότητα» λοιπόν για τον ζωγράφο μας, είναι «ψευδαίσθηση».

Λογικά, η χρονικότητα πρέπει να έχει σχέση με την έννοια του χρόνου. Τώρα πως ο χρόνος γίνεται χρονικότητα, αυτό είναι ένα από τα μυστήρια των κουλτουριάρηδων. Εδώ έχουμε ένα συγκεκριμένο έργο, ζωγραφιές, υλικά, τεχνοτροπίες, και μόνο στη χρονικότητα βρήκες να σκαλώσεις;

Έστω. Ο χρόνος λοιπόν για τον ζωγράφο μας είναι «ψευδαίσθηση». Είναι όμως και «απάτη». Πως μπορούν αυτά τα δύο να σταθούν πλάι πλάι; Δηλαδή, αν ο χρόνος τον εξαπατά, τότε πως μπορεί ο χρόνος να είναι ψευδαίσθηση; Ακολουθεί η «διάσπαση». Ο χρόνος δηλαδή, πρώτα τον εξαπατάει και τον κοροϊδεύει και ύστερα τον αναγκάζει να διασπαστεί; Και ποιο είναι το υποκείμενο; Διασπάται ο ζωγράφος ή ο ίδιος ο χρόνος είναι διασπασμένος;

Τι από τα δύο συμβαίνει; Ακολουθεί η «εξαλλαγή». Τι σημαίνει εξαλλαγή; Είναι ιατρικός όρος που σημαίνει την μεταβολή των καλοηθών νεοπλασμάτων σε κακοήθη. Δηλαδή ο χρόνος είναι καρκίνος; Καλό κι αυτό: Αμ τότε πως ο καρκίνος είναι ψευδαίσθηση; Παρακάτω γράφει: «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου».

Η φράση ταιριάζει σε φιλοσοφική πραγματεία, όχι σε τεχνοκριτικό σημείωμα. Το κάθε ουσιαστικό απ' αυτά που είδαμε ως τώρα δεν ταιριάζει με το διπλανό του, αλλά το ένα αναιρεί το άλλο. Προχωρώντας, διαβάζουμε «κατακερματισμός και αλλοτρίωση». Ενώ η προηγούμενη φρασούλα «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου», είναι παρμένη από την φιλοσοφία, το «κατακερματισμός και αλλοτρίωση» ανήκει στο σύγχρονο λεξιλόγιο των κουλτουριάρηδων.

Συνοψίζοντας: Η χρονικότητα του τάδε ζωγράφου είναι 1) ψευδαίσθηση, 2) απάτη, 3) διάσπαση, 4) εξαλλαγή, 5) διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, 6) κατακερματισμός, 7) αλλοτρίωση.

Κατάλαβε φαίνεται η συγγραφέας ότι μας μπούκωσε αρκετά και σταμάτησε εδώ τον κατάλογο, για να προχωρήσει σε κάποιες επεξηγήσεις: «γι' αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει». Το «την» αναφέρεται βέβαια στην χρονικότητα, θα μπορούσε όμως ν' αναφέρεται και σε οποιοδήποτε ουσιαστικό θηλυκού γένους που αναφέρθηκε πιο πάνω, όπως την ψευδαίσθηση, την απάτη, την εξαλλαγή.

Καταλαβαίνετε λοιπόν τι σύγχυση δημιουργείται όταν κάποιος δεν ελέγχει τα λόγια του; Θέλει να πει ότι ο ζωγράφος προσπαθεί να βγάλει τον χρόνο έξω από το έργο του και για να το πει αυτό αυτό, μας αράδιασε του κόσμου τα αφηρημένα ουσιαστικά. Πως όμως θα το κάνει αυτό (να εξοστρακίσει τη χρονικότητα);

«Αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας». Τι σημαίνει άραγε η λέξη «πρωτογένεια»; Μήπως θα πει το πρώτο γένος; Η πρώτη γέννηση; Η πρώτη φάση της ζωής του ανθρώπου; Αλλά εκείνο που είναι για γέλια, είναι η «νέα ονοματοθεσία». Τι θέλει να πει η ποιήτρια, ότι να εξοστρακίσει ο ζωγράφος τον χρόνο από τους πίνακές του, δίνει νέα ονομασία στα πράγματα; Γιατί μιλούμε βέβαια, για ζωγράφο. Και στη ζωγραφική, τι πάει να πει «ονοματοθεσία»; Και ποια είναι η νέα ονοματοθεσία και τι σχέση έχει με την πρωτογένεια, με τη διάσπαση του χρόνου και μ' όλα τ' άλλα που μας είπε παραπάνω;

Και δεν σταματά εδώ, αλλά συνεχίζει: Μέλημα του ζωγράφου είναι να εξοστρακίσει τη χρονικότητα, αναζητώντας, εκτός από την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, και την πρωτογένεια μιας «ιδιωματικής γραφής». Αυτό το τελευταίο, παραδόξως φαίνεται κάπως κατανοητό. Υποθετικά πάντα, η ιδιωματική μορφή, είναι μια δική του τεχνοτροπία που αποδίδει το δικό του πρόσωπο ή έστω το ιδίωμα. Κι αυτό το απλό πράγμα, δηλαδή το να βρει ο ζωγράφος το προσωπικό του ύφος, το κάνει μόνο και μόνο για να εξοστρακίσει τον χρόνο; Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στον χώρο της τέχνης κι ακόμα πιο μυστήρια στον χώρο της κριτικής...

Προσέξτε όμως να δείτε, ότι αυτή η ιδιωματική μορφή θα εκκολάψει στην τεχνοκριτικό, πολλά πράγματα παρακάτω: «...μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση, ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Εδώ μπαίνει και το ερωτικό στοιχείο. Έτσι, πρωτού τελειώσει το τεχνοκριτικό σημείωμα της κυρίας αυτής, εμείς θα έχουμε γνωρίσει και το πρόβλημα του έρωτα του καλλιτέχνη μας. Αν καταλάβαμε λοιπόν σωστά, ο ζωγράφος προσπαθεί να εξοστρακίσει τον χρόνο, που είναι ένα σωρό πράγματα -αυτά τα περνάμε στο ντούκου- κι αυτό το κάνει αναζητώντας την προσωπική του έκφραση για να ξαναδημιουργήσει (η αναδόμηση που λέγαμε) τον κόσμο και να πετύχει και στον έρωτα, θαρρείς πως ο έρωτας δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Βλέπετε λοιπόν, ότι αυτή κουλτουριάρα, με το να θέλει να πει πολλά, τελικά δεν λέει τίποτα;

Το «αφιέρωμα» στα αλαμπουρνέζικα των κουλτουριάρηδων, θα κλείσει με ένα ακόμα μικρό δείγμα της «κουλτούρας» τους. Δεν θα γίνει κάποια ανάλυση, όπως στο προηγούμενο κείμενο. Πάρτε το ως «άσκηση» για το σπίτι και πέστε και σε μας τι καταλάβατε:

«Ο ελλαδικός άνθρωπος στην Ορθοδοξία διατυπώνει τον αρνητικό του νόστο ως «ζώο θεούμενο», μέσα από τον διάλογο του Εγώ του με το Άλλο, ως Ανταρσία ενάντια σε ένα Είναι δίχως Πρόσωπο, αφηγείται το καθολικό του βίωμα, τη διαδικασία ενσάρκωσης στο Εγώ του, την πρόσκτηση, με ενοποιό τον εαυτό του, του διάχυτου και απρόσωπου ως την έλευση του γίγνεσθαι που μετουσιώνεται τώρα, μέσα από την ιστορία του, την διάρκεια της Πράξης του, στο Εσύ και το Εμείς του Εκκαθολικευόμενου Εγώ του...

Ο χριστιανικός άνθρωπος εγκολπώνει το Άλλο στο εκκαθολικευμένο του Εγώ, στο Εσύ και στο Εμείς, «ζωντανό σώμα του Θεού», εκκλησία του. Το Άλλο γίνεται έτσι Εσύ για να θριαμβεύσει ως Εμείς μέσα σε ένα Εγώ μεγαλωμένο δυνάμει στο άπειρο, Έρωτας ως Πράξη του Εσύ έξω από τον Καιρό, και ιστορία ως Πράξη του Εμείς, ενσαρκωμένος Καιρός, συμπίπτουν σε μια δισυπόστατη υφή ενός γίγνεσθαι που εκφράζεται στο Πρόσωπο, στην Παρουσία του Ανθρώπου ως ερωτικής σχέσεως, ως αγαπητικής πράξης».

(Περιοδικό «Αντί», αρ. 239, σελ. 20-21, 1983)

Κείμενα σαν τα παραπάνω, δίνουν το κακό παράδειγμα στη χρήση της γλώσσας, στους νέους που τα διαβάζουν. Η νεότερη γενιά που ψευτομορφώνεται με τέτοια κείμενα, θα γράφει ακόμα χειρότερα και οι παρατηρήσεις της θα είναι και χειρότερες και πιο γελοίες. Ο Στρατής Δούκας έλεγε χαρακτηριστικά, ότι με την λογοτεχνία σήμερα ασχολούνται αποκλειστικά οι άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα από γλώσσα. Τα κακά επομένως είναι δύο:

1) Η διαφθορά των νέων που θα εκφράζονται χειρότερα στο μέλλον.
2) Η διαφθορά της ίδιας της γλώσσας που κι αυτή θα γίνει θολή και νερόβραστη.

Παλαιότερα, κάποιος καθηγητής γλωσσολογίας έλεγε: «Μακριά από τους μορφωμένους!» κι αυτό που έλεγε εκείνος ο αγαθός άνθρωπος, ισχύει εκατό φορές περισσότερο για τους σύγχρονους κουλτουριάρηδες που ούτε τη γλώσσα ξέρουν και ούτε έχουν οργανωμένη σκέψη.

Για όσους συναισθάνονται αυτή την εξαχρείωση της γλώσσας και θλίβονται κατάκαρδα για όλη αυτή την κατάντια, η λύση είναι μία: Να προσέχουμε πολύ τα λόγια μας κι ακόμα περισσότερο τα γραπτά μας. Κάθε τι που λέμε να το σκεφτόμαστε, και προπάντων πρέπει να γράφουμε κατανοητά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να διαβάζουμε κλασικά κείμενα της λογοτεχνίας μας, που έχουν σωστή και ζωντανή γλώσσα κι επίσης να στήνουμε αυτί στις κουβέντες του λαού.

Ο Σολωμός πήγαινε στις ταβέρνες της Κέρκυρας για ν' ακούσει πρόσφυγες από την Κρήτη που τραγουδούσαν μαντινάδες. Ο Καβάφης πήγαινε στα καφενεία και τα φαρμακεία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας κι έστηνε αυτί για να τσακώσει καμιά ζωντανή ελληνική φράση.

Ενώ εμείς, σήμερα διαμορφώνουμε τη γλώσσα μας από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και χώρια που δεν μας μένει καιρός ούτε να σκεφτούμε, ούτε να χωνέψουμε αυτά που βλέπουμε κι ακούμε. Πάντως, ούτε το να στήνουμε αυτί αρκεί. Χρειάζεται και κάτι ακόμα: Να ασκούμαστε στο γράψιμο. Και η άσκηση γραφής, κρατάει μια ζωή...

Πηγή: Το κείμενο είναι του συγγραφέα Ντίνου Χριστιανόπουλου και αποτελεί διασκευασμένο απόσπασμα από συζήτηση με τον επίσης συγγραφέα Περικλή Σφυρίδη («Αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων», πρώτη έκδοση 1990).


Το διαβάσαμε: pare-dose.net

Thessaloniki Arts and Culture,   http://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Σάββατο 10 Μαΐου 2014

TO VARELAKI ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ : Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα





                       


                                                           



Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα


Ανθολογία

Συλλογικό έργο
ανθολόγηση: Θανάσης Α. Καστανιώτης, Θανάσης Θ. Νιάρχος

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007
316 σελ.









Σε πέμπτη, επαυξημένη έκδοση, η ανθολογία με "Tα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα" στοιχειοθετεί
ήδη ένα εκδοτικό γεγονός: Περιλαμβάνει στις σελίδες της τα ποιήματα για τη μάνα που έχουν γράψει πασίγνωστοι ή λιγότεροι γνωστοί Έλληνες ποιητές μέσα στο μάκρος δεκαετιών.

Άκρως συγκινητικό παραμένει, όπως προκύπτει από την ανθολογία αυτή, το γεγονός ότι, αν και η χρονική και αισθητική απόκλιση ανάμεσα στους ποιητές είναι τεράστια, η τοποθέτηση απέναντι στη
μορφή της μάνας είναι πάντα η ίδια: λατρευτική. H ποίηση, με την ικανότητά της να μεταβάλλει σε μια άκρως προσωπική περιουσία ακόμη και τα πιο αυτονόητα πράγματα, αναγόρευσε την έννοια της
μάνας σε σύμβολο, χωρίς να χάνει τίποτα η τελευταία από τη ζεστασιά της σωματικής της παρουσίας.





Ανθολογούνται οι:


- Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, "Η μάνα μου κι οΣατανάς"
- Τέλλος Άγρας, "Μάνα και γιος"
- Γεώργιος Αθάνας, "Ύμνος στη μητέρα"
- Κρίτων Αθανασούλης, "Αφήστε τη μάνα μου να φύγει..."
- Έφη Αιλιανού, "Μητέρα"
- Χάρης Αλεξίου, "Όταν βραδιάζει, μάνα μου"
- Κούλης Αλέπης, "Στη μητέρα μου"
- Γλαύκος Αλιθέρσης, "Για τις μητέρες"
- Τεύκρος Ανθίας, "Το κέντημα"
- Αριάδνη Αντύπα - Απέργη, "Στη μάνα μου"
- Γιάννης Βαρβέρης, "Εγώ κοιτάζω το μέλλον μου"
- Κώστας Βάρναλης, "Η μάνα του Χριστού"
- Γ. Θ. Βαθόπουλος, "Η μητέρα"
- Γιώργος Βερίτης, "Μάνα γλυκύτατη"
- Γεώργιος Βιζυηνός, "Η μητέρα", "Της μάνας η αγκαλιά"
- Τίμος Βιτσώρης, "Μανούλα το σπιτάκι μας"
- Χάρης Βλαβιανός, "La Madre Greca"
- Πέτρος Βλαστός, "Της μάνας μου"
- Όλγα Βότση, "Μάνα πανάρχαια"
- Νικηφόρος Βρεττάκος, "Η μητέρα μου στην εκκλησία"
- Σπύρος Βρεττός, "Τα γύψινα μάτια"
- Γιώργος Γεραλής, "Μητέρα"
- Φώτος Γιοφύλλης, "Μικρομάνες"
- Μιχάλης Γκανάς, "Νοσοκομείο Ερυθρού Σταυρού"
- Νίκος Γκάτσας, "Μάνα μου μάνα"
- Ρήγας Γκόλφης, "Μάνα"
- Γιάννης Γκούμας, "Βραδιά με τη μητέρα"
- Νίκος Γρηγοριάδης, "Συμβίωση"
- Ιωάννης Γρυπάρης, "Μάνα"
- Αιμιλία Δάφνη, "Μισούπνι"
- Στέφανος Δάφνης, "Η σκάλα"
- Ειρήνη Δεντρινού, "Στης μάνας μου το θάνατο"
- Κική Δημουλά, "Βιογραφικός πίνακας"
- Άρης Δικταίος, "Μία νέα μητέρα"
- Μαρία Δρογκάρη, "Έλεγος"
- Γεώργιος Δροσίνης, "Η εορτή της μητέρας", "Σε μητέρα που της πέθανε το παιδί"
- Αγγελική Ελευθερίου, "Κι έσερνε η μάνα το παιδί της"
- Γιοσέφ Ελιγιά, "Μητέρα"
- Οδυσσέας Ελύτης, "Των Βαΐων"
- Καίσας Εμμανουήλ, "Γράμμα ενός μετανάστη"
- Ανέστης Ευαγγέλου, "Μην απορείς μητέρα"
- Μαρία Ζάμπα, "Μάνα"
- Κούλης Ζαμπαθάς, "Μητέρα, καληνύχτα"
- Διαλεχτή Ζευγώλη - Γλέζου, "Της μάνας μου"
- Χρυσάνθη Ζιτσαία, "Η μανούλα"
- Γιώργος Θέμελης, "Γενεαλογία του προσώπου"
- Βικτώρια Θεοδώρου, "Εγκώμιο"
- Κώστας Θρακιώτης, "Στη μητέρα μου"
- Λίλη Ιακωβίδη, "Μιά μάνα"
- Γιώργος Ιωάννου, "Σαν τη μητέρα, αλήθεια"
- Κ. Π. Καβάφης, "Δέησις"
- Γαλατεία Καζαντζάκη, "Στη μάνα μας"
- Άγγελος Καλοκαιρινός, "Μάνα"
- Ιάκωβος Καμπανέλλης, "Τραγούδι της ντροπής"
- Ρήγας Καππάτος, "Για τη μάνα μου που έφυγε", "Για τη μάνα μου στο κοιμητήρι του Άϊ - Λιά"
- Ελπίδα Καρά, "Μητέρα μου..."
- Βασίλης Καραβίτης, "Παιδί - μητέρα..."
- Αντρέας Καραντώνης, "Το μνήμα της μητέρας"
- Γιώργος Καρατζάς, "Μάνα"
- Γιάννης Καρατζόγλου, "Γυρίζω, μάνα"
- Μαρία Καρδαρά, "Θρήνος για τη μητέρα μου"
- Ν. Δ. Καρούζος, "Η ελιά"
- Βαγγέλης Κάσσος, "Η μάνα - μου"
- Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, "Η μητέρα"
- Παναγιώτης Κερασίδης, "Χαμένος στα ψηλά βουνά"
- Τάλμποτ Κεφαλινός, "Μανούλα"
- Αστέρης Κοββατζής, "Η μάνα ταξιδεύει"
- Φροσούλα Κολοσιάτου, "Η μάνα μου"
- Γιάννης Κορίδης, "Μητρότητα"
- Λέων Κουτσούνης, "Αίματα"
- Κώστα Κρυστάλλης, "Αφιέρωσις"
- Πάνος Κυπαρίσσης, "Τρελή μάνα"
- Πέτρος Κυπριωτέλης, "Τραγούδι στη μάνα μου"
- Αθανάσιος Κυριαζής, "Γλυκειά μου μάνα"
- Θάνος Κωτσόπουλος, "Τραγούδι στη μητέρα μου"
- Νίκος Β. Λαδάς, "Μητέρα"
- Γεώργιος Λαμπελέτ, "Στη μάνα"
- Ναπολέων Λαπαθιώτης, "Δάκρυα"
- Χρίστος Λάσκαρης, "Μνήμη της μητέρας μου"
- Ορέστης Λάσκος, "Θάνατος της μητέρας"
- Τάσος Λειβαδίτης, "Μητρότητα"
- Γιώργος Λίκος, "Στη μητέρα μου"
- Χριστόφορος Λιοντάκης, "Τα τελευταία της χελιδόνια"
- Δ. Θ. Λιπέρτης, "Οι Ταγιές"
- Ξάνθος Λυσιώτης, "Μάνας καημός"
- Λορέντζος Μαβίλης, "Η μητρική θλίψις"
- Δ. Ι. Μάργαρης, "Μιά μάνα"
- Κλαύδιος Μαρκίνας, "Λαμπρή στην ξενιτειά"
- Γιώργος Μαρκόπουλος, "Η φοβερή πατρίδα μου"
- Γεράσιμος Μαρκοράς, "Μάνα"
- Α. Ι. Μάρταλης, "Η μάνα"
- Τζένη Μαστοράκη, "Περίληψη"
- Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, "Μητέρα"
- Μελισσάνθη, "Η μπαλάντα της μάνας"
- Μάρκος Μέσκος, "Εξομολόγηση"
- Γιώργος Μετσόλης, "Νύχτα στο κοιμητήρι..."
- Μιχαήλ Μήτρας, "Η μητέρα στ' ονειρό μου"
- Δώρα Μοάτσου - Βάρναλη, "Μανούλα"
- Γιώργος Μολέσκης, "Το πορτρέτο της μάνας μου"
- Κώστα Μόντης, "Το παγκάκι"
- Ματθαίος Μουντές, "Κοίμηση"
- Όμηρος Μπεκές, "Χαμένος Θεός"
- Ιωάννα Μπουκουβάλα - Αναγνώστου, "Μάνα"
- Ρίτα Μπούμη - Παππά, "Από τα "Τραγούδια της μάνας""
- Κωνσταντίνος Μπούρας, "Τη μάνα μου τη λέγανε Αγαύη"
- Κ. Χ. Μύρης, "Μάνα"
- Μυρτιώτισσα, "Μανούλα"
- Λευτέρης Ξανθόπουλος, "Ερωτικό"
- Κώστας Ουράνης, "Μοιρολόγι"
- Κατίνα Παΐζη, "Η μανούλα μου"
- Κωστής Παλαμάς, "Η μάνα"
- Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, "Υστερ' από πέντε χρόνια"
- Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, "Έρχεται η μάνα μου"
- Λεωνίδας Παπαδάκης, "Το αμάρτημα της μητρός μου"
- Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Προς την μητέρα μου"
- Λευτέρης Παπαδόπουλος, "Η μάνα μου"
- Θανάσης Παπαθανασόπουλος, "Όταν βουρκώνουν..."
- Μήτσος Παπανικολάου, "Εσωτερικό"
- Ζαχαρίας Παπαντωνίου, "Το τραγούδι της μάνας μου"
- Αχιλλεύς Παράσχος, "Η μάνα"
- Άγγελος Παρθένης, "Χωρισμός"
- Σπήλιος Πασαγιάννης, "Μάνα"
- Π. Β. Πάσχος, "Μπορεί να ρθει"
- Σαράντος Παυλέας, "Στη μητέρα του Θεού"
- Γιολάντα Πέγκλή, "Η μάνα του ανρθώπου"
- Μαριέττα Πεπελάση, "Εργαζόμενη μητέρα"
- Αντώνης Περαντωνάκης, "Η μητέρα μου"
- Νίκος Πετιμεζάς - Λαύρας, "Στον τάφο της μητέρας"
- Μιχάλης Π. Πετρίδης, "Μανούλα"
- Κώστας Πηγαδιώτης, "Πόσο μεγάλωσα, μητέρα!..."
- Ιωάννης Πολέμης, "Ευτυχισμένη μάνα", "Ο αποχαιρετισμός της μάνας"
- Μαρία Πολυδούρη, "Μητέρα μου,..."
- Λάμπρος Πορφύρας, "Η μάνα των θλιμμένων"
- Δημήτρης Ποταμίτης, "Μάνα φοβάμαι"
- Μανόλης Πρατικάκης, "Όταν η λάμψη..."
- Γιάννης Ρίτσος, "Από τον "Ορέστη""
- Κώστα Ριτσώνης, "Η Ελλάδα μοιάζει πολύ..."
- Βασίλης Ρώτας, "Μάνα μου"
- Μίλτος Σαχτούρης, "Ο δαίμονας", "Η Μητέρα"
- Άγγελος Θ. Σημηριώτης, "Μάνες"
- Μαρίνος Σιγούρος, "Η μάνα"
- Αγγελική Σιδηρά, "Μητέρα δωρητή σώματος"
- Άγγελος Σικελιανός, "Η μάνα του Ντάντε"
- Ηλίας Σιμόπουλος, "Ο θρήνος της μάνας"
- Τάκης Σινόπουλος, "Η μοναξιά της μάνας"
- Σωτήρης Σκίπης, "Ο θάνατος της μητέρας"
- Διονύσιος Σολωμός, "Η τρελή μάνα ή Το κοιμητήριο"
- Πάνος Σπάλας, "Η μάνα"
- Στέλιος Σπεράντζας, "Η γιορτή της μάνας"
- Τατιάνα Σταύρου, "Η Μητέρα μας"
- Κώστας Στεργιόπουλος, "Μονάχος με τη μητέρα μου"
- Γιάννης Γ. Σφακιανάκης, "28 Σεπτεμβρίου"
- Κλαίτη Σωτηριάδου, "Μάνα"
- Θανάσης Ταλαγάνης, "Η μητέρα μου"
- Αθηνά Ταρσούλη, "Πόνος μάνας"
- Θέμης Τασούλης, "Οι μητέρες"
- Νίκος Τουτουντζάκης, "Από τη "Μάνα""
- Κωνσταντίνος Τσάτσος, "Το κόνισμα της μάνας μου"
- Ιωάννα Τσάτσου, "Μητέρα του Χριστού"
- Στυλιανός Τσιάκας, "Μάνα μου, φύλαγε"
- Μάγδα Τσιρογιάννη, "Ο κήπος"
- Βασίλης Τσιτσάνης, "Κάποια μέρα αναστενάζει"
- Γιώργος Τσουκαλάς, "Μητέρα"
- Γιώργος Δ. Τσούτης, "Μάνα τα χέρια σου φιλώ"
- Λώρος Φανταζής, "Μάνα"
- Ρώμος Φιλύρας, "Μητέρα"
- Κυριάκος Χαραλαμπίδης, "Η μάνα - πούππα"
- Σ. Δ. Χατζημιχελάκης, "Ελεγεία της μητέρας"
- Θανάσης Χατζόπουλος, "Όψη Α΄", "Όψη Β'"
- Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Μάνα"
- Ντίνος Χριστιανόπουλος, "Τύψεις"
- Δήμητρα Χριστοδούλου, "Το όνομα της μητέρας"
- Δημήτρης Χριστοδούλου, "Θ' αφήσω τη μανούλα μου"
- Γιώργος Χρονάς, "Μάνα εδώ που βρίσκομαι"
- Κύπρος Χρυσάνθης, "Mater Dolorosa"


πηγή: biblionet

Γεώργιος Βιζυηνός:



 Η μητέρα 


Πώς να πειράξω τη μητέρα
να κάμω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί; 


Πώς ν' αρνηθώ ή ν ' αναβάλω
ό,τι ορίζει κι απαιτεί,
αφού στη γη δεν έχω άλλο
κανένα φίλο σαν αυτή; 



Αυτή στα στήθη τα γλυκά της
με είχε βρέφος απαλό,
με κάθιζε στα γόνατά της
και μ' έμαθε να ομιλώ.



Αυτή με τρέφει και με ντύνει
όλο το χρόνο που γυρνά,
και δίπλα στη μικρή μου κλίνη,
σαν αρρωστήσω ξαγρυπνά. 



Αυτή σαν πέσω και χτυπήσω
φιλά να γειάνει την πληγή.
Αυτή, τι πρέπει να αφήσω
και τι να κάμω μ'΄οδηγεί.



Πώς το λοιπόν τέτοια μητέρα
να κάμω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί;





*******




 ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ







ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ



 
[Στη μάνα μου]

Το σπίτι
κοιτάζει τον δημόσιο δρόμο
και τη θάλασσα
με λογική τεσσάρων παραθύρων,
χαμογελώντας στερεότυπα
μ' ένα πλατύ πορτοκαλί
μπαλκόνι.

Σ' αυτό το μπαλκόνι
σ' αυτό το χαμόγελο
τ' απογεύματα, η μάνα μου
το δυσανάγνωστό της πρόσωπο
εκθέτει.

Ο χρόνος το συνέγραψε
χωρίς έξαρση
από νύχτα σε νύχτα
σε γλώσσα πόνου ρέουσα
γεμίζοντας
κατεβατά φθοράς.
Κι ούτε ένα λάθος γέλιου.

Κάθεται
άκρη άκρη στην καρέκλα
να μην επιβαρύνει το απόγευμα
μ' όλο το βάρος της κατάκοιτης καρδιάς της,
ίσα ίσα να υπάρχει
σταματημένη μέσα στη ζωή της
από μιάν άπνοια τύχης,
ίσα ίσα για ν΄αντέξει τώρα
της έκπληξής της το σπασμό:

"Υπάρχουν θάλασσες
καράβια νευρικά
που σπρώχνουν λύσεις
στο ανεμπόδιστο;
Και άνεμοι που ξεριζώνουνε τα στάσιμα;
Κι αυτά τα εύληπτα που πίνει χρώματα
το αλκοολικό απόγευμα
υπάρχουν;" Δεν το 'ξερε.
Δεν το 'ξερε η ζωή της.

Τώρα
αποτολμά μιά κίνηση παράξενη:
λίγο το σώμα ρίχνει εμπρός,
το ξαναφέρνει πίσω,
βαριά κωπηλασία μνήμης κάνει,
γιαλό γιαλό τα δάκρυά της.

Σιγά σιγά
απόγευμα, πρόσωπο και μπαλκόνι
από το σούρουπο υποσκάπτονται.
Το σχήμα τους παραφρονεί.
Σε χώρο θάμπους κλείνονται
να μην μπορούν να μπουν άλλο τα μάτια μας.
Νυχτώνει.



*************



Ντίνος Χριστιανόπουλος,  

 


Τύψεις
 

όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα
λόγια πιο πρόστυχα κι απ' τις χειρονομίες -
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ' ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή ξενυχτισμένη και χλομή









Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η μάνα μου κι ο Σατανάς Τη μεγάλη Παρασκευή η Παναγιά ξαναγίνεται το πρόσωπο της ημέρας και η δική μου μάνα ξεμαρμαρώνει. Δε φοράει πια εκείνο το ροζ που τη θάψανε κι ούτε κατεβαίνει ολοένα με το κουτί της μαζί. Τη Μεγάλη Παρασκευή η μάνα μου ζωντανή, ζεστή σαν το κερί φοράει το τετριμμένο και μαζί το άλλο. Το νύχι της το προτελευταίο παχουλό στις άκρες σαν το δικό μου άγνωστη όταν κρυφοσκεπτόταν και κρυφοαμάρτανε μακριά μου σαν άρχιζε τον ατέλειωτο θάνατό της Πηγή: www.lifo.gr



Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ- ΠΟΙΗΣΗ

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν΄ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας

κοκκικίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;
******

ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ

Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση ,να μη είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη,να μην είμαι ράκος.
Να σου δώσω συντριβή ,να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη,να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα ποδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.

******

1. Σάββατο βράδυ
χωρίς δουλειά
μπατηρημένο κορμί
Σάββατο βράδυ
Χωρίς έρωτα


2. Το φιλί
ενώνει πιο πολύ
απ΄το κορμί
γι΄αυτό το αποφεύγουν
οι πιο πολλοί.

3. Το γατί μου
δε χορταίνει μόνο με χάδια
θέλει και φαί.
Το κορμί μου
δεν χορταίνει μόνο με φαί
Θέλει και χάδι.

****

ΕΡΩΤΑΣ

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ
πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων
στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,
ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ
δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Αρνήθηκε το κρατικό βραβείο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος

Αρνήθηκε το κρατικό βραβείο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Δε θέλω ούτε τα βραβεία, ούτε τα λεφτά τους»

Την πρόθεσή του να μην παραλάβει το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού αλλά ούτε και το χρηματικό έπαθλο που το συνοδεύει γνωστοποίησε ο γνωστός ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Η αντίδραση του ποιητή ήταν άμεση μόλις έγινε γνωστή η είδηση της βράβευσής του με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του.

«Ούτε θα εμφανιστώ ούτε θα απλώσω το χέρι για να το πάρω. Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Κατ' αυτόν τον τρόπο σχολίασε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ τη διάκρισή του, ο 81χρονος ποιητής της Θεσσαλονίκης Ντίνος Χριστιανόπουλος, παραπέμποντας σε παλιότερο κείμενό του (1979) με τον εμβληματικό τίτλο «Εναντίον».

«Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ' όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο "υπείροχον έμμεναι άλλων", που μας άφησαν οι αρχαίοι. Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου …» αναφέρει, μεταξύ άλλων, σ' εκείνο το κείμενό του ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.


Πηγή: TVXS, fairbooks.gr