Translate

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Συνέντευξη με τον Γρηγόρη Βαλτινό-[από τη Ράνια Ντανάκα]

Ευχαριστώ και δημόσια την φίλη και συνάδελφο Ράνια Ντανάκα για την όμορφη συνέντευξη που μας παραχώρησε για το varelaki!!!


Συνέντευξη στη Ράνια Ντανάκα (Θεατρολόγος, Απόφοιτη της Δραματικής Σχολής «Αθηναϊκή Σκηνή»)

Απόγευμα Παρασκευής. Τόπος συνάντησης το θέατρο Βρετάνια, όπου παίζει και σκηνοθετεί το έργο «Ψηλά από τη Γέφυρα» του Άρθουρ Μίλλερ.
Μπαίνοντας στο καμαρίνι του το βλέμμα μου προσηλώνεται σ’ ένα τοίχο γεμάτο φωτογραφίες. Μου αποκαλύπτουν πως έχει συνευρεθεί επί σκηνής με τους πιο αξιόλογους ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου πρωταγωνιστώντας σε σημαίνοντα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Πτυχιούχος της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου μου εξηγεί πως λόγω συγκυριών δεν έπαιξε στις σκηνές του Εθνικού, μιας και αρχής γενομένης της καριέρας του δέχθηκε προτάσεις από θιάσους, όπως αυτόν της Αλίκης Βουγιουκλάκη ή της Τζένης Καρέζη.
Πρόκειται για έναν ηθοποιό που οι «αποσκευές» του τού επιτρέπουν να κινείται μεταξύ πολλών καλλιτεχνικών εκφράσεων. Άλλωστε για εκείνον η ερμηνεία θεατρικών ρόλων, τραγουδιών ή ποιητικών έργων, που όπως εξομολογείται υπήρξε ο λόγος που τον οδήγησε στο θέατρο, αποτελούν ένα ενιαίο κι αδιάσπαστο σύνολο που ορίζει την υποκριτική τέχνη.
Κατά τη διάρκεια της κουβέντας αποκαλύπτεται ένας άνθρωπος χειμαρρώδης, με δυναμικό λόγο κι εσωτερική ευγένεια.

Ποια ήταν η πιο αγαστή συνεργασία που είχατε μέχρι τώρα;

Θα έλεγα ότι είμαι εξαιρετικά τυχερό άτομο, γιατί δεν είναι μια. Στο ξεκίνημά μου είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον Ζυλ Ντασσέν, τη Μελίνα Μερκούρη και τον Γιάννη Φέρτη. Δεν ήταν μόνο εντυπωσιακό το ότι αυτοί οι τρεις σπουδαίοι άνθρωποι βρέθηκαν από την αρχή στο δρόμο μου, ήταν και ιδανικές οι συνθήκες. Ήταν εκπληκτικοί συνεργάτες. Με αγκάλιασαν και οι τρεις με τις φτερούγες τους.
Έπειτα, εξίσου εκπληκτικές ήταν οι συνεργασίες μου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, με την Τζένη Καρέζη, την Κάτια Δανδουλάκη, τη Νόνικα Γαληνέα και τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Επίσης, τα 15 χρόνια που έπαιζα και σκηνοθετούσα στο θέατρο Λαμπέτη ευτύχησα να συνεργαστώ με αξιόλογους ανθρώπους. Ακόμα και τώρα, στο θέατρο Βρετάνια, τολμώ να πω ότι ξεκινά μια συνεργασία και φιλία με τον θεατρικό επιχειρηματία Κάρολο Παυλάκη. Ένας νέος κύκλος. Θα έλεγα, λοιπόν, πως ελάχιστες είναι οι άτυχες στιγμές, όπου κάποιο άτομο από το θίασο ή από την παραγωγή ή κάποιος εξωτερικός παράγων έκανε τη χρονιά δυσάρεστη. Δεν το λέω για να αποδώσω φιλοφρόνηση προς όλους τους προηγούμενους συνεργάτες. Άλλωστε ήδη έχω παραλείψει δυο-τρεις συνεργασίες. Αν επρόκειτο για φιλοφρόνηση, θα μπορούσα να τις αναφέρω κι αυτές.

Ποιο είναι το χαρακτηριστικό που θυμάστε από την Αλίκη Βουγιουκλάκη ή την Τζένη Καρέζη;

Η Αλίκη ήταν ένα αιώνιο κορίτσι. Όχι μόνο εμφανισιακά αλλά και σαν συμπεριφορά, σαν ψυχή, σαν ταπεραμέντο. Ήταν η δροσιά προσωποποιημένη. Ήταν πολύ καλή φίλη. Όταν είχες ένα πρόβλημα, σε καλούσε στο σπίτι της και το συζητούσε μαζί σου μέχρι το πρωί. Ήταν φοβερά λαμπερό άτομο, με τρομερό χιούμορ κι αυτοσαρκασμό. Ήταν σπουδαίο πλάσμα!
Η Τζένη ήταν πιο «βαριά». Αλλά τα γέλια που μπορούσες να κάνεις μαζί της, σου κόβανε την ανάσα. Είχε πολύ χιούμορ. Δε θα ξεχάσω τη σπουδαία συνεργασία που είχαμε για δύο χρόνια στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ». Επίσης θυμάμαι τα τραπέζια της. Της άρεσε να μαγειρεύει και μας καλούσε στο σπίτι της.

Ποιον από τους ρόλους που ερμηνεύσατε, εξακολουθείτε να κρατάτε στην καρδιά σας;

Τον Τέβιε από το «Βιολιστή στη στέγη», το οποίο το ανέβασα τέσσερις φορές, και τον Οιδίποδα Τύραννο. Ο Οιδίπους ήταν ο ρόλος που με οδήγησε στο θέατρο. Ήμουν στο Γυμνάσιο, όταν πήρα την απόφαση να γίνω ηθοποιός και αφορμή στάθηκε το συγκεκριμένο κείμενο του Σοφοκλή- τότε το διδασκόμασταν στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών. Αργότερα, το 1974, είδα τον «Οιδίποδα Τύραννο» στο Ηρώδειο με πρωταγωνιστή τον Κατράκη και είπα: «Θέλω να παίξω στο θέατρο, για να ασχολούμαι με τέτοια έργα, να παίζω τέτοιους ρόλους!».

Ωστόσο δεν έχετε παίξει πολλές φορές αρχαίο δράμα.

Έχω παίξει τρεις, τέσσερις φορές. Οι συνθήκες, οι προτάσεις, οι υποχρεώσεις δεν το επέτρεπαν…Όταν έχεις ανειλημμένες υποχρεώσεις, όταν πρέπει να αρχίσεις μια συγκεκριμένη περίοδο τις πρόβες, γιατί έχεις κλείσει το χειμώνα να παίζεις θέατρο, δεν μπορείς να κάνεις περιοδεία μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου. Αναγκαστικά λες πολλά όχι το καλοκαίρι, γιατί συνήθως καλοκαιρινές είναι αυτές οι παραστάσεις. Όταν αναλαμβάνεις να λειτουργήσεις ένα θέατρο και να κάνεις πρεμιέρα τον Οκτώβρη, σημαίνει πως η προετοιμασία σου μπορεί να ξεκινήσει και από το Μάιο.

Το επάγγελμα του ηθοποιού μπορεί να πληγώσει κάποιον που το ασκεί ως κύριο βιοποριστικό μέσο;

Είναι μεγάλη ευλογία το να σου αποδίδει χρήματα το «παιχνίδι» σου, να μπορείς να ζήσεις κάνοντας αυτό που αγαπάς. Το επάγγελμα του ηθοποιού μπορεί να σε πληγώσει αν αναγκαστείς να κάνεις καλλιτεχνικούς συμβιβασμούς. Τότε μπορεί να σε οδηγήσει σε εξευτελιστικά επίπεδα, να παίξεις πράγματα που δε σου αρέσουν μόνο και μόνο για να ζήσεις. Βέβαια μικροί συμβιβασμοί πάντα υπάρχουν. Δεν μπορείς να είσαι μέσα στο σύστημα και να μη συμβιβαστείς. Αυτός είναι ο όρος του παιχνιδιού. Παίζουμε απέναντι από τη Βουλή των Ελλήνων. Κρατάμε ένα κεντρικό θέατρο. Πρέπει να συμβιβαστούμε με τους κανόνες της αγοράς, του καταναλωτισμού και ταυτόχρονα να διατηρήσουμε την καλλιτεχνική μας αξιοπρέπεια. Αντίρροπα πράγματα και δύσκολα.

Πώς θα ορίζατε το ταλέντο;

Το ταλέντο είναι ένα θείο δώρο. Είναι μια ροπή προς κάποια τέχνη. Είναι μια ανάγκη έκφρασης, η οποία ενεργοποιεί τα εκφραστικά σου μέσα, είτε αυτά βρίσκονται στο κορμί, οπότε γίνεσαι χορευτής, είτε βρίσκονται στα χέρια, οπότε γίνεσαι εικαστικός, είτε βρίσκονται στην ψυχή, στο μυαλό, στο πρόσωπο και στη φωνή, οπότε γίνεσαι ηθοποιός. Είναι συγγενικές οι τέχνες. Ουσιαστικά εκείνο που θέλουν είναι να ερμηνεύσουν τον άνθρωπο και το περιβάλλον του και μέσα από αυτή την ερμηνεία να τελειωθούν.
Το ταλέντο, θα έλεγα, ότι μπορεί να ξεκινά κι από διάφορες ψυχικές αναπηρίες ή ασθένειες. Μπορεί, δηλαδή, να θέλεις να τελειωθείς σαν χαρακτήρας, σαν άνθρωπος, σαν ψυχισμός, να αισθάνεσαι ελλιπής και μέσω της τέχνης να νιώσεις ότι μπορείς να πας βαθύτερα μέσα στην ψυχή σου για να την ηρεμήσεις. Όλο αυτό σε συνδυασμό με μια ικανότητα έκφρασης, αυτή είναι πάντα απαραίτητη, είναι το ταλέντο.
Βέβαια, το ταλέντο είναι η αρχή. Από εκεί και πέρα πρέπει να διανύσεις πολλά χιλιόμετρα. Αλλιώς θα μαραθεί το ταλέντο. Δεν μπορεί να μείνει πολλά χρόνια νεανικό και φρέσκο, πρέπει να εξελιχθεί και να μεγαλώσει.

Κατά τις διαρκείς μεταμορφώσεις νιώσατε ποτέ να χάνετε στιγμές της αληθινής ζωής, ότι παραμερίζετε, δηλαδή, την προσωπική σας ζωή;

Ναι, αλλά δε μ’ ένοιαζε, γιατί ζεις πιο πλούσια μέσα στο θέατρο. Δε σε νοιάζει που θα χάσεις ένα Σαββατοκύριακο μια εκδρομή ή τα Χριστούγεννα. Ζεις πιο συναρπαστικά εδώ μέσα. Κι είναι ωραίο να έχεις διαφορετικά ρεπό από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Δεν υπάρχει και μποτιλιάρισμα στα…«διόδια»,τα όποιας μορφής διόδια.

Η καλλιτεχνική σας πορεία ξεκινά το 1980, οπότε και αποφοιτήσατε από τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Από τότε παίζετε αδιάκοπα. Υπάρχουν φορές που αισθάνεστε ρουτίνα και πώς καταφέρνετε να το ξεπερνάτε;

Στην υποκριτική μαθαίνεις με το πέρασμα των χρόνων να χρησιμοποιείς λιγότερη ενέργεια. Σ’ αυτό βέβαια βοηθά και η τεχνική. Χρησιμοποιείς λιγότερη ενέργεια και έχεις μεγαλύτερη απόδοση. Γίνεσαι υβριδικός. Η ίδια η ζωή είναι έτσι. Αν δεις τους μεγάλους ανθρώπους, είναι πιο ήρεμοι αλλά κατέχουν περισσότερα πράγματα, ξέρουν τον τρόπο να τα κερδίζουν, να φτάνουν πιο γρήγορα στο στόχο, να αφαιρούν. Αφαιρούν πολύ, αυτό είναι το ζητούμενο και στην υποκριτική. Όσο μεγαλώνεις και προχωράς, αφαιρείς και γίνεσαι πιο δυνατός. Αυτά που μένουν είναι πιο δυνατά και είναι και τα χρήσιμα, είναι τα κομβικά σημεία του ρόλου ή του έργου. Κρατάς τις κορυφές, τα κορυφαία σημεία.
Όταν, λοιπόν, φτάσεις στο σημείο που νιώθεις πως έχεις κατακτήσει, πως έχεις κερδίσει το ρόλο και τον ελέγχεις πια, περνάς σ’ ένα στάδιο όπου η επανάληψη σε σκοτώνει. Τότε πρέπει να βρεις μέσα σου καινούργιο καύσιμο. Αλλιώς μπορεί να αυτοκτονήσεις πάνω στη σκηνή. Πλήττεις αφόρητα. Έτσι ανοίγεις και φωτίζεις άλλες γωνίτσες, άλλα παραθυράκια. Εγώ καμιά φορά παίρνω δύναμη για τον υπάρχοντα, το τρέχοντα ρόλο από το μελλοντικό. Μπορεί, δηλαδή, αρχίζοντας να δουλεύω τον επόμενο ρόλο να πάρω καύσιμο και για τον τωρινό. Να μου φωτίσει άλλα σημεία του και να μου τον «ξεσκονίσει», να μου «ξεσκονίσει» την κατακαθισμένη μου τεχνική και υποκριτική. Καθένας έχει τη τεχνική που τον βολεύει στο θέατρο!









Ποιο είναι το στοιχείο του επαγγέλματός σας που σας απογοητεύει ή σας θυμώνει;

Με απογοητεύει το ότι πολλές φορές τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αντικατοπτρίζοντας τον τρόπο που λειτουργεί το καταναλωτικό σύστημα μπερδεύουν διάφορα ανομοιογενή πράγματα. Λέγοντας «θέατρο» εννοούν ό,τι κινείται και περιφέρεται γύρω από τη θεατρική τέχνη ή γύρω από τις αθηναϊκές σκηνές. Κάποιες φορές βλέπω άτομα να χρίζονται ηθοποιοί είτε από «δημοσιογράφους» είτε από τον «Τύπο», επειδή κάποιοι έτσι αποφάσισαν. Επίσης, με εκνευρίζει που πολλές φορές το θέατρο γίνεται μέσο ή σκαλοπάτι για άλλους στόχους.

Και τι είναι αυτό που σας συναρπάζει;

Το ότι η ενασχόληση μ’ αυτή τη τέχνη σου ανοίγει την καρδιά και το μυαλό. Μπορείς να ξεπεράσεις τη μοίρα σου και τη φύση!

Τι ακριβώς εννοείτε λέγοντας «να ξεπεράσεις τη μοίρα και τη φύση σου»;

Η επιστήμη λέει ότι ο άνθρωπος εξελίσσεται μέχρι την ηλικία των 3 ή 4 ετών. Εγώ πιστεύω πως μέσα από το θέατρο αυτό ξεπερνιέται. Η τέχνη του θεάτρου μπορεί να σε κάνει να εξελίξεις τον εαυτό σου και πέρα από αυτή την ηλικία, μέχρι τα βαθιά σου γεράματα. Σε κάνει να προχωράς συνέχεια. Επίσης, μέσα από το θέατρο μπορείς να αλλάξεις τη μοίρα σου. Γιατί ενώ η τύχη σ’ έχει τάξει, σ’ έχει τοποθετήσει σ’ ένα κοινωνικό και πνευματικό στρώμα «Α», μέσω της τέχνης είναι δυνατόν να περάσεις σε άλλα επίπεδα και σ’ άλλα στρώματα, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι θ’ αλλάξει και το περιβάλλον σου, δηλαδή ότι θα γίνεις εκατομμυριούχος ή ότι θα φύγεις από την παλιά σου γειτονιά και θα μένεις σε μια βίλα στην Εκάλη. Όχι. Ζώντας στον ίδιο περίγυρο μπορεί κανείς να αλλάξει επίπεδο, πνευματικά και κοινωνικά.

Με ποια κριτήρια επιλέγετε κάθε φορά έργο;

Μ’ ενδιαφέρει το έργο να αφορά στον κόσμο, να έχει να κάνει με προβλήματα που λίγο ή πολύ απασχολούν όλους, να νιώθουν, δηλαδή, ότι το θέμα εν δυνάμει τους απειλεί κι αυτούς, ότι θα μπορούσαν να είναι οι ήρωες του έργου. Ότι είναι οι ήρωες του έργου, απλώς οι συνθήκες αυτή τη στιγμή είναι τέτοιες και είναι ενδεχομένως σε καλύτερη μοίρα από αυτούς, αλλά αύριο μπορεί αν είναι στη θέση τους.

Φέτος σκηνοθετείτε και πρωταγωνιστείτε στο έργο «Ψηλά από τη Γέφυρα». Πρόκειται για ένα πραγματικό γεγονός που έχει δραματοποιηθεί από τον Άρθουρ Μίλλερ. Αυτό αυτόματα δε το καθιστά διαχρονικό;

Ναι. Το θέατρο είναι μια ανθρωποκεντρική τέχνη. Ασχολείται με ανθρώπινα, αιώνια αναπάντητα ερωτήματα, με ανθρώπινα βάσανα, στα οποία προσπαθεί να δώσει λύση. Εκείνο που είναι συναρπαστικό στο «Ψηλά από τη Γέφυρα» είναι ότι το θέμα του δεν είναι το εξωτερικό του περίβλημα, ο περίγυρος του έργου, των ηρώων, αλλά το εσωτερικό τους, η ψυχή τους. Το έργο καταδεικνύει πόσο δημιουργικός ή πόσο καταστροφικός μπορεί να αποβεί ο έρωτας στη ζωή μας ανάλογα με το πού θα μας βρει και ποιες είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να ανθίσει ή να μαραθεί.

Πόσο εύκολο ήταν να ενσαρκώσετε το ρόλο; Βρήκατε κοινά σημεία με τον εαυτό σας;

Όχι, ήταν δύσκολο. Αυτός ο ήρωας έχει διαφορετική συμπεριφορά από μένα. Από παρατήρηση και μόνο «έπιασα» το ρόλο, επειδή ο ηθοποιός έχει τη συνήθεια να παρατηρεί τους ανθρώπους.

Σκηνοθετείτε τα τελευταία 20 χρόνια. Η ουσιαστική δουλειά ενός σκηνοθέτη έγκειται στο πώς προσεγγίζει τον ηθοποιό;

Όχι, στο πώς προσεγγίζει το έργο. Από ‘κει και πέρα είναι η ικανότητά του να εμπνεύσει τον ηθοποιό υποκριτικά, καμιά φορά και να του υποδείξει κάποια πράγματα ώστε να φτάσει στο ρόλο, πάντα μέσα στο πλαίσιο που έχει προκαθοριστεί και πάνω στη γραμμή που έχει καθορίσει η σκηνοθεσία.

Πόση ελευθερία αφήνετε στους ηθοποιούς για το χτίσιμο του ρόλου;

Μεγάλη ελευθερία. Η σκηνοθεσία είναι ανάλυση και σύνθεση. Στην αρχή αναλύουμε το έργο, τους ρόλους και χαράζουμε τη γραμμή που θα ακολουθήσουμε. Αν κάποιος μέσα σ’ αυτά τα καλλιτεχνικά πλαίσια προτείνει κάτι, δεν είναι απλώς ευπρόσδεκτο, δίνω και πριμ, όπως δίνουν στους ποδοσφαιριστές όταν βάλουν γκολ. Το «γκολ» είναι μια λέξη που χρησιμοποιώ συχνά στην πρόβα θέλοντας να σηματοδοτήσω κάποιο στοιχείο του έργου, συγκινησιακό ή κωμικό, που πρέπει να αναδειχθεί: «Εδώ έχει γκολ, παιδιά, κοιτάξτε να το βάλετε!».

Κατά τη γνώμη σας, η υποκριτική είναι περισσότερο θέμα τεχνικής ή συναισθήματος.

Και τα δύο. Ο ηθοποιός σκέφτεται με την καρδιά κι αισθάνεται με το μυαλό.

Σας ευχαριστώ πολύ!












Θέατρο Βρετάνια, «Ψηλά από τη Γέφυρα»
Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Βαλτινός
Πρωταγωνιστούν: Γρηγόρης Βαλτινός, Κερασία Σαμαρά, Πέτρος Φυσσούν, Θανάσης Κουρλαμπάς, Βίκυ Παπαδοπούλου, Νίκος Πουρσανίδης, Μιχάλης Σακκούλης, Νικόλας Μιχάκος.

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ-ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ-ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΣΕΛ11-13,[απόσπασμα]

Τριγυρίζω μέσα σ΄ένα σπίτι άδειο.Μόνη.Σέρνομαι από δωμάτιο σε δωμάτιο,ψηλαφίζοντας μνήμες.Κλείνω τα μάτια.Αφήνομαι στο σκοτάδι.Προσπαθώ ν΄αυτοσυγκεντρωθώ ,μήπως και ανακαλέσω λίγη χαρά από το παρελθόν.Δεν τα καταφέρνω.Φαίνεται πως τα κύταρρά μου έχουν πια νεκρωθεί.Ανεπανόρθωτα.Ο εγκέφαλός μου αχρηστεύθηκε ερήμην μου.Γερνάει και αυτός ,όπως και γω.Φθίνω,γιατί δεν μπορώ να νικήσω τον χρόνο που με υπερβαίνει.Το σώμα μου έχει αλλάξει σχήμα,έχει βαρύνει.Κι όμως,κοίτα που θα κατοικώ μέσα σ΄αυτό μέχρι το τέλος της ζωής μου!Είμαι σαράντα χρονών.Και θα συνεχίσω να υπάρχω και να συναναστρέφομαι φαντάσματα.Όποιος έχει γευτεί την ευτυχία και την ομορφιά,αρνείται μετά να συμβιβαστεί με την δυστυχία και την ασχήμια.Δεν έχω μάθει να συγκατατίθεμαι στη μιζέρια.Μα θα αναγκαστώ να πορευτώ όπως μπορώ,να μαζέψω τα κομμάτια μου,να βουλιάξω μέσα σε ένα αδιάφορο παρόν.Διαφορετικά θα χάσω εκείνη.Θα μου την πάρουν άνεμοι μακριά,θεριά θα την κατασπαράξουν ,αν την αφήσω...Είναι τόσο μικρή και ανέμελη,τόσο τρυφερή.Νοιώθω βρώμικη κάθε που την ακουμπώ,που κρατώ το χέρι της...Φοβάμαι,μήπως άθελά μου της μεταδώσω θλίψη.Δεν θέλω η κόρη μου να φέρει το στιγμα της λύπης.Δεν της αξίζει αυτή η μοίρα.Το χαμόγελό της κλείνει όλη την ουσία του κόσμου τούτου.Το κορμί της λιτό,άυλο σχεδόν,λικνίζεται σε μουσικές ουράνιες.Αβίαστα ζωγραφίζει αρμονικές κινήσεις και ξεχνιέται σε αέναους ρυθμούς.΄Εχει μέσα της μια περιουσία κλειδωμένη καλά σε κάθε της ίνα,σε κάθε ιστό...Φέρει το σπέρμα ενός ατέρμονου κάλλους.Μια άγια τράπεζα το σώμα της.'Ενα θησαυροφυλάκιο το είναι της.Τρομάζω στη σκέψη ότι εκείνη το αγνοεί.Ασυναίσθητα κάνω γκριμάτσες αποδοκιμασίας.Τα μάτια μου πρέπει να έχουν πάρει παράξενη έκφραση.Ψάχνω να βρω καθρέφτη.Μα είναι σκεπασμένοι όλοι με λευκά σεντόνια.΄Ασπρα υφάσματα καλύπτουν τα έπιπλα.Σα φαντάσματα κοιμισμένα ή σε νάρκη.Λες,να βγω γρήγορα έξω,μήπως και ξυπνήσουν και μ΄αρπάξπυν ,και δεν μ΄αφήσουν ν΄αποτινάξω το παρελθόν...Το κακό παρελθόν...Το καλό,ας το θυμάμαι...Αν δεν έχω μνήμη ,θα πεθάνω νωρίς.Εγώ είμαι η μνήμη μου...Η μνήμη μου παραπέμπει στην ύπαρξή μου...Της δίνει υπόσταση,της δίνει Λόγο.Η σκέψη μου είναι μπερδεμένη.Αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μονοπάτια άγνωστα,σε μυστικές ροές και ξεχασμένα περάσματα.Η σκέψη μου νοσεί,το μυαλό μου πονάει.Μου΄ρχεται ν΄άνοίξω την πόρτα,να πάρω τους δρόμους,τα λιμάνια ,τους σταθμούς,να εξαφανιστώ,να αράξω κάπου στην ακρη του κόσμου,σε μια μικρή γωνιά ξεχασμένη,να κουρνιάσω ανάμεσα σε αγνώστους,να περιμένω τον θάνατο να΄ρθει.Και θα΄ρθει.Γιατί θα παρακαλώ μέρα νύχτα.Κι αν υπάρχει θεός,θα μου τον στείλει,για να με λυτρώσει,να με αδειάσει απ΄το βαρύ φορτίο,αυτό το μολύβι που εγκαταστάθηκε στη ψυχούλα μου.Θα κάνω φτερά,θ΄ανεβώ ίσως ως τον ουρανό,θα γίνω πανσέληνος και θα εμπνέω στους ποιητές στιχάκια για τον ειλικρινή και ατελείωτο έρωτα.Σαν ολόκληρο φεγγάρι που θα είμαι,όλοι θα με σέβονται και θα με υμνούν.΄Αλλοι θα ζηλεύουν ,γιατί θα είμαι αθάνατο:δεν θα ανήκω στην χορεία των ταπεινών και απλών και γήινων και ασήμαντων πραγμάτων...

Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω.Από στιγμή σε στιγμή θα πεταχτώ στη μαύρη άσφαλτο και,καθώς ξημερώνει,θα με ρουφήξει η ανατολή και θα με στείλει πολύ μακριά.Μα δεν κουνιέμαι.Προσηλωμένη,βλεπω την ψυχή μου να πετά,ενώ το σώμα μου είναι καθηλωμένο στο ξύλινο πάτωμα του τεράστιου σπιτιού μου.Ακούω τις φωνές της μικρής στ΄αυτιά μου,τα τραγούδια,τις μουσικές,τους κύκνειους χορούς της.Βλέπω τα τεράστια μάτια,το λευκό της δέρμα,τα ρόζ χειλάκια που χαμογελούν.Δεν έχω περιθώρια.Θα μείνω.
Αυτός ο δρόμος είναι μονόδρομος.

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

ΤΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΤΗΣ ΜΑΤΣΗΣ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ-από την Ασημίνα Ξηρογιάννη

<Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.>
Η ευαίσθητη ποιήτρια από τη Θεσσαλονίκη.Η αιώνια ερωτευμένη με τον Αντρέα Εμπειρίκο,στον οποίο σταθερά αναφέρεται σε όλο της το έργο,αφού αυτός φαίνεται να αποτελεί την αιτία της ποιητικής της παραγωγής ,καθώς και το ποιητικό της Υποκείμενο.
Αυτή που<απλώνει την αγκαλιά της και συνάζει όλα τα μάτια,και τους καημούς,τα βράχια κια τα ακρογιάλια>.Συνάζει τον λυρισμό όλου του κόσμου- κι ας την κατατάσσουν οι κριτικοί στον υπερρεαλισμό-χωρίς να τον τσακίζει από εμμονές.Οχι πως αυτές της λείπουν:<Θα΄θελα μα πόσο θα΄θελα ναι θα΄θελα αμέσως τώρα τώρα/θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο την σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως/έμαθα στο Παρίσι/εσένα σ΄εχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς/εσένα σ΄έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τα΄ωρίμασε η θάλασσα/σ΄ερωτεύω/σε ζηλεύω/σε γιασεμί.../[Αντίστροφη Αφιέρωση>,Ποιήματα,εκδ.Ικαρος,1989].Απλά ξεπερνά τις εμμονές της τελικά και μιλά θαρραλέα για τον έρωτα:<...Σκέπτομαι μια ζωή που θα΄τανε βαριά σαν σήμερα,/Μονάχα αν έλειπες ταξίδι.Το πρωί σκέπτομαι τα μέλη σου σφιχτοδεμένα-εκεί κάπως εντοπίζω/Την αγκαλιά σου.Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν/Το δαγκωμένο φρούτο.../Ελα η μέρα είναι τόσο ωραία-τα ποιήματα που/Αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου...>[Μάης ,Ιούνης και Νοέμβρης]
Η Μάτση και η Δραματικότητα.Η Δραματικότητα δια μέσου της Μάτσης.Η ανάγκη για απεύθυνση στο ΣΕ, στο άλλο πρόσωπο που την έχει αγγίξει ψυχικά και την εμπνέει.
<Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή
Σε περιέχω όπως τ΄αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες τα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ΄αγροικώ με την ίδια διάθεση που ο ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω,για να ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου..>
<Ζωή μου ,δίπλα σου βλέπω την αναπνοή και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων>
<Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια..>
<Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες,μαβιές και άσπρες,θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου,που΄ ναι σαν χόρτα στην άκρη του ποταμού.>
Μια τρυφερότητα νοσταλγική και <ζωντανή> μαζί.Που σε παει πέρα,σε ένα άχρονο ερωτικό παρόν.Το εδώ και τώρα του έρωτα.Η ίδια η ποιήτρια κραυγάζει το ΣΕ της:<Σήμερα νομίζω τελευταία φορά θα σε τραγουδήσω γιατί εσύ είσαι ο οίστρος και ο σφιγμός κι η βραχνή φωνή του έρωτα...> Και το πρόσωπο αυτό είναι το ιδανικό για αυτήν<υπάρχουν ανάμεσά μας χρόνοι τέτοιας πληρότητας που μου είπες οι αρμοί των στιγμών χάσκουνε..>
Η Μάτση η αέρινη που <καταπίνει τα χαμόγελά του> και τα σκορπά γενναιόδωρα μέσα στο ποιητικό της έργο .Ζητάει πάντα πιο πολλά από αυτά που της δίνονται:<μα αλίμονό μου αγαπάω τα μαλλιά σου χωρίς να μαι η χωρίστρα σου ούτε για μια μέρα...>΄Εντιμα ερωτευμένη,γλυκιά καρτερική και σίγουρη για τα δικά της αισθήματα μόνο,παραπέμπει σε εικόνες εκστατικής γαλήνης και αρμονίας.Κάτι μέσα της παντα σιγοβράζει μα το ελέγχει και έτσι αυτό ποτέ δεν γίνεται πυρκαγιά ,αν και έχει κάθε προδιαγραφή.
< Eσύ που το μάτι σου είναι χείλι
.................................
αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια της λεύκας
...............................
τα χάδια σου μυρίζουνε γαρύφαλο
................................
ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου
...........................
πόσο κάθετος είσαι
..............................
μ΄έχεις γοργόνα ακρόπλωρη
..............................
χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου>

Μακριά από κυνισμούς και <δηθεν-ισμούς>.
Ποιητική κατάθεση αυτού που είναι:μια ερωτευμένη γυναίκα πρώτα.

ΑΣΗΜΊΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΗΛΗ : THE ARTMANIACS /// ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ //// ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΩΝ

Με αφορμή την συνέντευξη που παραχώρησε στο varelaki o Γ.Παναγιωτίδης ΑΝΑ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΥΜΕ από το blog του το http://yiorgospanagyiotidis.blogspot.com/t 4 αποσπάσματα από το έργο του Ερώτων και Αοράτων.




Ερώτων και αοράτων
μυθιστόρημα[βραβείο περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ 2008]


εκδόσεις Γαβριηλίδης 2007



τέσσερα αποσπάσματα

α.

...Ύστερα σφύριξε το τρένο δυο τρεις φορές και πάλι κύλησε πάνω στις ράγες. Ο σιδηρόδρομος χανόταν μετά από μια στροφή μέχρις εκεί που μαύριζαν των βουνών οι ράχες κι όλο ανηφόριζε, πότε κάνοντας ατελείωτες στροφές κυκλώνοντας κάποια πλαγιά και πότε περνώντας μέσα από κάποια άλλη. Το φεγγάρι λιγοστό κι η νύχτα σκοτείνιαζε τον τόπο και μόνο όπου περνούσε το τρένο φωτίζονταν λίγο τα γύρω μέρη, βράχια τραχιά, ακίνητα μεγάλα δέντρα, γκρεμνά, στοές μακριές κι αναγνωρίσιμες με την αντήχηση της μηχανής και πηγαίναμε.

Ένα μεταλλικό σκουλήκι, αφύσικου μεγέθους, έσκαβε στα βουνά τις τρύπες του ακούραστο, έτρωγε το χώμα και γίνονταν από το χώμα άνθρωποι που φαίνονταν να κάθονται και να σκέφτονται μέσα στη διαφανή κοιλιά του. Σκύβω κι εγώ να δω αν κάτι φαίνεται έξω, πέρα από το φως του τρένου, απόλυτο σκοτάδι κι όσο κι αν πηγαίναμε ατελείωτο. Λες κι ήταν δίχως έξοδο η τελευταία στοά που μπήκαμε πριν από πόση ώρα και μας κατάπινε ο οισοφάγος του βουνού στο χωματένιο του στομάχι. Μύρισαν τα βαγόνια από της γης το μέσα, ασφυξία και αποσύνθεση που ζωντανεύει πλάσματα καταχθόνια κι απλώνουν μέσα της τα ξύλινα πλοκάμια τους τα δέντρα. Σπρώχνω το μαλακό παράθυρο με του προσώπου μου την αγωνία, να δω ίσως καλύτερα και βλέπω αντί για πέτρες πως είναι η στοά χτισμένη από κόκαλα και κρανία και μέσα στις μαύρες κόχες τους βλέπω τα παλαιά τους μάτια να με κοιτούν με θλίψη ακίνητη. Κάποτε πολεμιστές που έσκαβαν τάφρους πολέμου, αγρότες που άνοιγαν ακούραστοι σειρές σειρές αυλάκια, παιδιά που έσκυβαν σε λάκκους για να παίξουν κι εργάτες που παίδευαν σε ορύγματα τη ζωή τους, τώρα οστά, κάποτε όμορφα και λευκά με σάρκα τρυφερή ντυμένα και τώρα από της γης τη χώνεψη κιτρινισμένα. Πόσοι επί πόσων άνθρωποι στο χώμα μέσα κι ακόμα πόσες σκέψεις από την κούραση του ταξιδιού, στου κεφαλιού μου την τόση ταλαιπωρία μέσα. Μονάχα τους τα μάτια μου έκλειναν κι άλλοτε νόμιζα ακίνητο το συρμό και το τοπίο να περπατάει κι άλλοτε πάλι δεν ήξερα αν πηγαίναμε εμπρός ή πίσω, αν στρίβαμε δεξιά, αν ήταν αλήθεια ανηφόρα, όλα τούτα τα κάποτε δεδομένα μπερδεύονταν πια με του μυαλού μου τη ναυτία.

β.

...Θέλαμε παραπάνω από ώρα έως το σταθμό του προορισμού μας. Έτσι αφήσαμε τη ζάλη και μας πήρε, ανάμεσα στον ξύπνιο και τον ύπνο κι όπως πολέμαγα με τη νύστα και του συρμού το πέρα δώθε, αναίτια σταμάτησε το τρένο καταμεσής στα όρη. Σταθμό δεν είχε εκεί κοντά κι η μηχανή ακουγότανε σα να τραβούσε ακόμα. Όλοι κοιμόντουσαν πλην από μένα γιατί άμα κατέβηκα να δω τι γίνεται, βρέθηκα μόνος κι ούτε άλλον περίεργο επιβάτη είδα ούτε οδηγό ή μηχανικό να ψάχνουν για κάποια βλάβη. Τότε προβάλλει πίσω από τα δέντρα ένας νέος γυμνός πάνω σ’ άλογο ανήμερο κι ήταν των οπλών η πλαταγή όπως κτυπούσανε το χώμα που μ’ έκανε να το νομίσω έτσι, κοιτάζοντας τα πόδια του ζώου πρώτα μα γρήγορα ανακάλυψα πως η νύχτα ήθελε να με συγχύσει. Ο αναβάτης αχώριστος με τ’ άλογο, ήταν μέχρι τη μέση άνθρωπος και είχε αλογίσιο σώμα. Σκύβει και με παρατηρεί. Σφιχτοδεμένος κι όμορφος με μακριά μαλλιά αχτένιστα και λίγα γένια. Κινιότανε απότομα κι όμοια στρεφόταν το κεφάλι του εδώ κι εκεί σα να το τίναζε. Ύστερα λες και πάλευε με το δισταγμό του θέλοντας κάτι να μου πει, με πλησίαζε κι απομακρυνόταν, μια στα δεξιά και μια στ’ αριστερά μου, σα να χόρευε μα δεν τον άκουγα πια κι ούτε μουσική ή θόρυβος άλλος έφτανε στα αυτιά μου, λες κι ήταν έδαφος ο αέρας ή όλα γύρω μας αέρας πια κι η γη παρμένη από τα πόδια μας.

γ.

...Εμείς, λέγανε τα δέντρα, πιασμένοι στης γης το χωματένιο δέρμα, εμείς που δίχως ν’ ανασαίνουμε ολόκληρους βαρείς χειμώνες δίνουμε στα ζωντανά όλες τους τις ανάσες, εμείς που μαλακώνουμε στων ημερών τη ράχη το δύσκαμπτό μας σώμα, εμείς που βλέπουμε μαζί τα υποχθόνια ν’ ανοίγουνε ανάμεσα στις ρίζες μας ανάερες διόδους και τα φτερωτά καθώς ξαπλώνουνε στα στρώματα του αέρα που λούζουνε τα κλαδιά μας, εμείς που βλέπουμε τα χρόνια γύρω μας να γονατίζουνε νικημένα το ένα μετά το άλλο, εμείς οι αγέρωχοι επί της γης κι απ’ όλους πιο ψηλά ορθωμένοι, σα νιώθουμε το θάνατο, σα βλέπουμε να ξεραίνονται σώματα ζωντανά, ν’ αδειάζουνε την ουσία τους, να επιστρέφουνε το γλυκό χυμό τους, τότε λυγίζουμε και μέσα μας ραγίζουνε οι πράσινές μας φλέβες.

Στάθηκα τότε για μια στιγμή να δω στα δεξιά μου, τα διπλανά του δρόμου δέντρα κι όπως στρίβονταν με βάσανο οι κορμοί τους κι όπως έτειναν τα μακριά τους χέρια, μου έμοιασαν μ’ ανθρώπους κακόσχημους, φτιαγμένους από ξύλο κι είδα που ακουμπούσανε με τ’ ακρινά τους φύλλα τους ώμους των ανθρώπων κι άκουσα καθαρά τα όσα λέγαν. Πλησίασα μετά και είδα πάνω τους τις κάμπιες που σέρνονταν σαλιώνοντας τους τρυφερούς βλαστούς κι άλλες που κάθονταν πιασμένες στα νέα φύλλα με τα πολλά τους πόδια κι ακόμα τους μικρούς άρπαγες, όσους φτερούγιζαν γύρω από τα δέντρα, είδα όλα τούτα τα πλάσματα τα ελάχιστα να έχουν στρέψει τα κεφάλια τους κι ασάλευτα να κοιτούν την κάσα όπως πήγαινε στις πλάτες των χωρικών φορτωμένη κι είχε η στάση τους, το βλέμμα τους μες στα μικρά τους μάτια, κάτι σα σεβασμό να δείξει στο θάνατο τον εγκιβωτισμένο, στα λυπημένα βήματα που έσερνε η μαύρη του συνοδεία. Ξεχάστηκα κι έτσι τάχυνα να φτάσω πάλι τους χωρικούς που είχανε στο μεταξύ μακρύνει.

Κι ακολουθώντας τη ζοφερή των ζωντανών με το νεκρό συνοδοιπορία, συνέχιζα την ίδια ώρα να ρίχνω λοξές ματιές στους πράσινους κατοίκους αυτού του τόπου και προς στιγμή μου φάνηκε πως απευθύνανε τις ερωτήσεις τους σε μένα. Τούτο το περιδιάβασμα είναι λοιπόν ο ύστατος ρεμβασμός του πεθαμένου ανθρώπου; Κι αν τού ’μεινε στο στόμα από το σάλιο του μια σταλιά που δεν κατάπιε, το αχ μες στα πνευμόνια του δίχως να το εκπνεύσει, στα χέρια του που έσφιξε ιδρώτας παγιδευμένος, η αίσθηση ενός φιλιού πάνω στο μέτωπό του, μέσα στη μύτη του η μυρωδιά του σώματός του την ώρα που καταρρέει, το πιο ασήμαντο που πρόλαβε να δει ακίνητο μες στο μυαλό του, κι αν σκάλωσε τ’ όνομά του που κάποιος φώναξε στο βάθος των αυτιών του και πίσω από τα σφαλισμένα μάτια του αν έμειναν δυο δάκρυα τελευταία που δεν προλάβανε να τρέξουν; Τα παίρνει το σώμα τούτα τα λιγοστά μαζί του ή του τα κλέβει η ψυχή να τά ’χει για να θυμάται;

δ.

...περίμενε κοιτώντας το γαλάζιο θεραπευτήριο, τη ζωντανή θάλασσα που σα να της μίλαγε με του νερού της το περπάτημα, το πάνω κάτω, το μέσα έξω και του αφρού της την καθησυχαστική επανάληψη, της έτυχε τότε να σταθεί δίπλα της η πεθαμένη μάνα της. Σχεδόν μίση, όπως τη θυμόταν από το νοσοκομείο όταν την είχανε πάει για τελευταία φορά, τότε που είχε κάμει τον τελευταίο περίπατό της με πόνους όμως να την ραπίζουν και ξάπλωσε στο κρεβάτι όπου θα την έτρωγε ο θάνατος για να τη σβήσει. Έτσι την είδε πάλι τη μάνα της. Αδύνατη πολύ και με μαλλιά αραιωμένα, σκυφτή, με το δέρμα της άνυδρο τόπο και κάπως χαλασμένο, σα να της θύμιζε μ’ αυτό πως ήταν πεθαμένη κι ας στεκόταν όρθια δίπλα της με το οικείο βλέμμα της όπου ήταν μαζί μπερδεμένες η κούραση κι η αγάπη.

Τι θέλεις μάνα μου και με κατατρέχεις, αναρωτήθηκε από μέσα της και μέσα στο βουβό λυγμό της, άπλωσε τα χέρια και μάζεψε τα δικά της τα ξερακιανά και κρύα χέρια και τά ’βαλε στο κεφάλι της πάνω όπως τ’ ακούμπαγε η μάνα της για να τη χαϊδέψει όταν ακόμα ζούσε. Κι όπως από το έρεβος είχε ανοίξει μια πόρτα κι ήρθε η πεθαμένη και σα να έφεγγε η ωχρότητά της μέσα στο σκοτάδι που ήτανε ντυμένη, έτσι λες και κουβάλησε μαζί της λίγο από τον κάτω κόσμο κι ο τόπος συννέφιασε ολόγυρά της, σκοτείνιασαν και τα ρούχα της κόρης της, μαύρισαν πάλι όπως μαύρα ήταν τόσα χρόνια. Ποιος άραγε Θεός το θέλει ν’ ανακατεύεις με το χώμα τη μήτρα που σ’ έφερε από το πουθενά, να την εγκαταλείπεις στη βουλιμία της αποσύνθεσης και να κάνουν γιορτή στο ναό της γέννησής σου σκουλήκια και πλάσματα ζοφερά να καταλύουν τη Θεά αυτή που σ’ έπλασε από τα σπλάχνα της και τώρα χάνεται και μόνο τα κόκαλά της ασπρίζουν πια μέσα στη σαπισμένη της σαρκοφάγο.

Θα καθίσω κοντά σου, της είπε η μάνα της, γιατί είσαι μόνη κι εδώ που απέμεινες μόνο τα δέντρα σ’ ακουμπούν και μόνο τα σύννεφα χαϊδεύουν τη ψυχούλα σου μικρή μου κόρη, ερειπωμένη μέσα στο μέγα πλήθος του κόσμου τούτου όπου φουσκώνουν υπερφίαλες οι πόλεις του κι υψώνουν τα σπίτια τους πάνω από τους ανθρώπους και φεύγουν οι δρόμοι τους πέρα από τους τέσσερις ορίζοντες, τόσοι και τόσοι άνθρωποι, φιάλες αδειανές κι όλοι τους σ’ αγνόησαν καλή μου, μονάκριβή μου θυγατέρα. Μα εγώ σε γέννησα να χαίρεσαι, η σάρκα σου είναι σάρκα μου κι οι πόθοι σου παρηγοριά μου, εγώ που μ’ έμελε ν’ αποστραφώ το κρέας και πόνεσε η κοιλιά μου τρεις φορές στη μια ζωή μου, για τα παιδιά μου δυο κι ύστερα απ’ την αρρώστια, ίδια πονά η ψυχή μου τώρα με την ήσυχη ζωή σου. Γιατί μπορούσαν λιγάκι να σ’ αγαπήσουν κι αυτοί δε γύρισαν ούτε να σε κοιτάξουν μια φορά και σ’ άφησαν μονάχη να παλεύεις με το θηρίο της μοναξιάς και της ανεραστίας το τέρας να σε πατά στο στήθος. Έλα να κάτσεις στα πόδια μου να σε ταχταρίσω όπως παλιά και να φιλήσω τα χεράκια σου όπου μου κάνανε αγκαλιές και χάδια όταν σ’ ανάθρεφα, όταν ετραβολόγαγαν τους δυο μαστούς μου και γέλαγα καθώς γέμιζες το στοματάκι σου με το γάλα μου, νέκταρ και αμβροσία.

Παραδομένη σε τούτα τα καλέσματα, έγειρε η Ερημιά σα παιδί βυζανιάρικο στο στήθος της κι έκλεισε τα μάτια της μ’ έναν ανασασμό που τράβηξε από μέσα της το συνοδό της πόνο. Έχω εσένα μάνα μου, της απάντησε κι όσο ζω θα δέρνεσαι μαζί μου πάνω σ’ αυτή τη γη κι εγώ απ’ την αγάπη σου θα τρέφομαι να στέκομαι στα δυο μου πόδια και θά ’σαι και ουρανός και γη για μένα και με τα λόγια αυτά ησύχασε η μάνα της και σα να χαμογέλασαν τα σκοτεινά της μάτια. Τώρα θα φύγω της είπε μετά με τόνο κατευναστικό να μη τη συνεπάρει φόβος, τη φίλησε στο μέτωπο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα του παραδείσου. Έμεινε η Ερημιά γαληνεμένη σα τη θάλασσα του πρωινού κι έτσι ξημέρωσε μέσα της κι η συννεφιά που ήταν σκυμμένη πάνω απ’ τα κεφάλια τους ταξίδεψε μακριά απ’ το μικρό κοτρόνι όπου καθότανε αγναντεύοντας πέρα απ’ της θάλασσας το τέλος, τη θάλασσα της ψυχής της.

γιώργος παναγιωτίδης

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Φιλοξενούμενος στη στήλη <ΤΗΕ ΑRΤΜΑΝΙΑCS > o Γ.Παναγιωτίδης....



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Αν σου έλεγαν να αλλάξεις κάτι από την σημερινή<λογοτεχνική πραγματικότητα>...τί θα ήταν αυτό;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ: Πιστεύω στους νόμους της αγοράς. Η προσφορά ως επακόλουθο της ζήτησης ισχύει και στη λογοτεχνία. Μας χρειάζονται όλα τα κείμενα, ακόμα και τα μέτρια ή τα δεύτερα - αυτά της "υποκουλτούρας" όπως τα αποκαλούν κάποιοι. Το ζήτημα είναι πώς κερδίζει κάποιος τους αναγνώστες του. Κι αυτό το κάνει ιδιαίτερα δύσκολο η αντιμετώπιση της λογοτεχνίας στα σχολικά προγράμματα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η λογοτεχνία στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι αντιπαθητική από τον πολύ κόσμο γιατί είναι συνυφασμένη με άχαρες σχολικές αναλύσεις και επιπλέον γιατί χρησιμοποιείται ως αφορμή για γραμματικές και συντακτικές ασκήσεις. Οι δάσκαλοι και οι φιλόλογοι δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Και αυτό το λέω όντας δάσκαλος.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Δικές σου λογοτεχνικές επιρροές....και πρότυπα. ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Ο λόγος είναι ένας, ενιαίος ζωντανός οργανισμός. Πρότυπα δεν έχω. Διαβάζω τα πάντα. Από το Διονύσιο Σολωμό μέχρι τον Εμπειρίκο. Από τον T.S. Eliot έως τον Charles Bukowski. Θεωρώ μάλιστα αποτυχημένο το "από... έως". Όσοι γράψαν στο παρελθόν, όσοι γράφουν και όσοι θα γράψουν στο μέλλον υπηρετούν όλοι μαζί το Λόγο.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Λογοτεχνία και Διαδίκτυο.Για πες... ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Το Διαδίκτυο έχει επαναφέρει μια λογοτεχνικότητα και μάλιστα πιο ανοιχτή στο προσκήνιο. Υπάρχει μια δυναμική που δεν έχει μάλιστα δείξει ακόμα τα δόντια της. Πιστεύω οι άνθρωποι γράφουν περισσότερο στην εποχή μας χάρη στο Διαδίκτυο, περισσότερο από κάθε προηγούμενη εποχή. Ο παθητικός δέκτης της τηλεόρασης και η τηλεόραση νομίζω πως είναι είδη προς εξαφάνιση.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Η γνώμη σου για το ηλεκτρονικό βιβλίο... ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι το μέλλον του βιβλίου. Καθώς εξελίσσεται η τεχνολογία, κάποια στιγμή θα είναι σίγουρο περισσότερο εύχρηστο και λιγότερο δαπανηρό από το έντυπο. Βέβαια εμείς μεγαλώσαμε με τα έντυπα και εδώ υπάρχει συναισθηματική εμπλοκή. Για τις γενιές που έρχονται όμως δε νομίζω πως θα τίθεται θέμα.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιά άλλη μορφή τέχνης σε γοητεύει.... ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Η τέχνη με γοητεύει σε κάθε της μορφή. Ομολογώ πάντως ότι πολλές φορές έχω ζηλέψει τους μουσικοσυνθέτες. Η μουσική έχει ομολογουμένως μια πολύ μεγάλη αμεσότητα και μαζικότητα συγκριτικά με κάθε άλλη μορφή τέχνης. Εξάλλου θεωρώ ευτυχισμένη την ποίηση που είχε την τύχη να μελοποιηθεί και να τραγουδηθεί. Μ' αυτόν τον τρόπο άγγιξε και αγγίζει περισσότερους.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Διαβαζουν οι Ελληνες σήμερα ή ειναι τόσο βαθιά χωμένοι στα <προβλήματά τους> που το διάβασμα μοιάζεi ονειρο θερινής νυκτός; ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Αν δε διαβάζουν οι Έλληνες νομίζω ότι μερίδιο ευθύνης έχουν και οι γράφοντες. Η ανάγνωση εξάλλου δεν είναι άλλο ένα πρόβλημα. Είναι ένα καταφύγιο που μάλιστα όχι μόνο δεν μας απομακρύνει από τα προβλήματά μας αλλά μπορεί ίσως να μας προσφέρει και λύσεις. Πάντως επαναδιατυπώνοντας το συγκεκριμένο ερώτημα θα έλεγα πως οι γυναίκες διαβάζουν σίγουρα και μαζί με τα παιδιά αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό του αναγνωστικού κοινού. Οι άντρες δεν ξέρω γιατί δεν διαβάζουν. Ίσως δεν το θεωρούν "ανδροπρεπές".


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Γράφεις κάτι τώρα;Aμεσα σχέδιά σου ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Γράφω συνεχώς. Έχω ένα μυθιστόρημα για το οποίο δουλεύω πάρα πολύ. Η βράβευση του προηγούμενου με έκανε ν' ανεβάσω τον πύχη ψηλότερα. Είναι προσωπικό κατ΄ αρχήν το στοίχημα. Πιστεύω πως ο καθένας που δημιουργεί θα πρέπει ν' ανταγωνίζεται ανηλεώς τον ίδιο του τον εαυτό κάθε φορά με σκοπό να τον ξεπερνάει. Έχω και μια ποιητική συλλογή έτοιμη προς έκδοση. Πατώ βλέπεις το ίδιο επίμονα τόσο στον πεζό όσο και στον ποιητικό λόγο.

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ-της Ασημίνας Ξηρογιάννη

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ,απόσπασμα ΣΕΛ:58-59
Απρίλιος 1987.Νύχτα.
Κάποιοι άνθρωποι έχουν αστέρι.Είναι στη μοίρα τους να ζουν αιώνια στις συνειδήσεις των ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν,όπως τα φύλλα των δέντρων που κιτρινίζουν και πέφτουν και χάνονται.Είναι μακάριοι όσοι απέκτησαν δόξα παντοτινή,κι ας μην κυκλοφορούν η σάρκα και τα οστά τους πάνω στη γη για να την απολαύσουν.Ψηλαφίζω το κορμί μου,ακούω τους κραδασμούς του,έχω τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος δεν θα το σεβαστεί κι αυτό με πληγώνει.Ειμαι γυμνός...Αφόρητα ευάλωτος απέναντι στον χρόνο.Φέρνω συχνά στο μυαλό μου τον Φάουστ.Μπαίνω στη διαδικασία να σκεφτώ τί θ΄απαντούσα σε μια πιθανή <ανήθικη > πρόταση κάποιου Μεφιστοφελή.Η νεότητα είναι ανυπέρβλητο θέλγητρο και ,στην κατάστασή μου,μπορεί και να υπέκυπτα.Κι όμως,τούτοι οι συλλογισμοί,αν και τολμηροί,με αθωώνουν.Είμαι μια ανίσχυρη ψυχή που τρέμει μη φθαρεί ολοσχερώς και τότε θα΄ναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.Είμαι ένα τόσο δα συρρικνωμένο σωματάκι,που απεγνωσμένα αναζητεί την συνέχεια,την γαλήνια εκείνη ολοκλήρωση που υπερνικά την ασχήμια.Μέχρι τώρα τίποτα άλλο δεν γνώριζα ,μόνο ν΄αγωνίζομαι για την ομορφιά και την αρμονία.Μα σε λίγο αποδεικνύομαι μικρός και ασήμαντος για έναν τέτοιο αγώνα.Κι αυτό με πικραίνει,γιατί θα σημάνει την ακινησία,τον θανάσιμο εχθρό μου για τη ζωή.Αποκτώ ικανή υπόσταση μονο όταν χορεύω πάνω στη σκηνή.Αλλιώς,μοιάζω με ψάρι έξω από το νερό.
Ένας εφιάλτης με ξυπνά βίαια τα βράδυα:κατά τη διάρκεια μιας παράστασης φορώ κόκκινο ένδυμα και οι διαστάσεις μου αλλάζουν ραγδαία και αλλόκοτα όπως σε παραμορφωτικό καθρέπτη.Ξαφνικά τα ούλα μου ματώνουν,τα δόντια μου αρχίζουν ανα πέφτουν το ένα μετά το άλλο κι εγώ σκύβω μέσα σε μια λεκάνη,σαν να κάνω εμετό.Είμαι ολόκληρος ένα πύρινο αίμα,μια μάζα από ούλα και δόντια κόκκινα,και γίνομαι φωτιά,ενώ μάτια ξεφυτρώνουν από παντού και με παρακολουθούν με αγωνία,μου ψιθυρίζουν,μου φωνάζουν μανιασμένα,με εκλιπαρούν και μ΄αποστρέφονται.Και γω θέλω πολύ να πιάσω το κεφάλι μου που στριφογυρίζει,αλλά δεν έχω χέρια,μόνο ένα κόκκινο τεράστιο στόμα,μια πληγή.Πετάγομαι λουσμένος στον ιδρώτα.Περνά λίγη ώρα μέχρι να ξαναβρώ τις αισθήσεις μου.Η γλυκιά ΄Ελσα πάντα δίπλα μου...
-Πάει πέρασε πια..πάει ..μου ψιθυρίζει.
Εκείνες τις ώρες η φωνή της είναι το γιατρικό μου...
-Πάει...πέρασε...πάει...

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ της Ασημίνας Ξηρογιάννη[απόσπασμα]



                                                   



....απόσπασμα,σελ:53-56[προδημοσίευση]

Mάιος 1987,Νύχτα.

Απαρνήθηκα τον έρωτα,ασφαλίστηκα στην αγάπη.Τώρα είμαι σχεδόν σίγουρος.Μού ήταν αδύνατο να απαρνηθώ την Τέχνη.Για χάρη της ξεπούλησα τη ζωή,τους μικρούς καθημερινούς πόνους,το πάλεμα με τις άλλες ανθρώπινες ψυχές και τα σώματα που τις ντύνουν...Αφέθηκα στην Έλσα μου,στα μάτια της διέκρινα,από την πρώτη στιγμή,μια μοναδική στωικότητα και τρυφερότητα που ξεπερνούσε αυτήν της μητέρας,αλλά την εμπεριείχε κιόλας.΄Ηταν ο άνθρωπός μου και τον κράτησα καλά,να μην μου φύγει...Τώρα που κάθε ανατολή με βρίσκει ξύπνιο να κάνω την ηλίθια και καθυστερημένη πια αυτοκριτική μου,μέσα στο διχασμένο μου μυαλό δεσπόζει η ίδια ερώτηση,απέραντα βασανιστική:γιατί να ζεις,αφού όλα τελειώνουν με τον θάνατο;Πάνω στην απόγνωσή μου λέω πως ακόμα κι η Τέχνη πεθαίνει.Αυτοστιγμεί το αναιρώ πάλι.Τελείωσα μαζί της οριστικά,γι΄αυτό είμαι απαρηγόρητος και πικραμένος.Κάθε ξημέρωμα ήρεμα ζυγίζω την παράξενη διαφορά που χωρίζει την Τέχνη από τη ζωή και συμπεραίνω ότι η Τέχνη είναι ένας σκληρός κυρίαρχος που απαιτεί τα πάντα,ενώ ο ερωτευμένος άνθρωπος παραιτείται από όλα στη ζωή.Όπως και να΄ναι ,βρίσκομαι εδώ χωρισμένος και ακινητοποιημένος,μακριά από την τέχνη μου και σκέφτομαι πως μόνο μορφίνη μού χρειάζεται για να με ανακουφίσει από τους πόνους της ψυχής,γιατί γρήγορα θα απλωθούν σε όλο το σώμα μου και θα με διαλύσουν.Νόμιζα πως, αν η τέχνη μου ήταν ένας σκληρός τύραννος,ήταν ωστόσο,εκατό φορές πιο ευχάριστος άπ΄τους ανθρώπους,γι΄αυτό και τον προτίμησα.Και τώρα που τον χάνω,είναι σαν να μην έζησα,σαν η θυσία μου να εξανεμίστηκε και στα σαράντα μου πρέπει ν΄αρχίσω από την αρχή.Απέφυγα τις ευθύνες που γεννούν οι στενές ανθρώπινες σχέσεις,επιδερμικά τις άγγιξα μόνο,και σήμερα,που η Τέχνη με παρατά,γιατί αποβάλλει τα γέρικα στοιχεία και κρατά μόνο τα νέα και υγιή,είναι σαν αν κάνω βουτιά στο κενό.΄Ισως το μέλλον να είναι ένας μακρύς δρόμος που φοβάμαι να περπατήσω ,γιατί δεν είμαι εξοικειωμένος.Πώς είναι η ζωή όταν δεν χορεύεις;Μια παράξενη κατάθλιψη με κυριεύει,ένα είδος απαίσιου προαισθήματος με ξυπνά τη νύχτα και αρχίζω να φοβάμαι.Δεν έχω πια τις ελπίδες του καλλιτέχνη,κι ας είναι σχεδόν πάντα αυτές όνειρα απραγματοποίητα.Ξέρω ότι δεν έχω πια τη δύναμη να δημιουργήσω ομορφιά,επειδή άσχημα ένστικτα με έχουν κυριεύσει.Η ζωή μου υπήρξε σκοτεινή,μελαγχολική,τραγική,αλλά έδωσε το φωε,το άσπρο μάρμαρο,απ΄όπου ξεπηδάνε οι υψηλόφρονες επιδιώξεις του ανθρώπου.Και τώρα;Ποιά ζωή θα έχω;Tί θα είμαι;Ένας απόμαχος καλλιτέχνης που θα καταλήξει να γίνει δάσκαλος,επειδή το σώμα του θα φθίνει μέχρι που κάποτε θα σαπίσει;Δεν παραγνωρίζω τη σπουδαιότηατ των δασκάλων ,αλλά εμένα αυτός ο ρόλος δεν μου ταιριάζει.Με απωθεί η ιδέα και μόνο.Δεν μπορώ να σχεδιάζω την τέχνη,αν δεν την περνλω εκστατικά μέσα από το σώμα μου,όσο εγωιστικό κι αν φαίνεται
αυτό.Τελικά,ποιό το λάθος που αδυνατώ να συλλάβω;Υποτίμησα τη ζωή ή υπερεκτίμησα την τέχνη;Και γιατί δεν μπορώ να βρω ησυχία;Ίσως δεν έχω τη δύναμη,τώρα που θα χάσω την τέχνη ,ν΄αντιμετωπίσω το χάος και την παραφωνία της ζωής.΄Ισως πάλι,ακριβώς αυτά να νοσταλγώ,επειδή δεν ξοδεύτηκα,δεν έγινα ένα με το πλήθος,δεν γεύτηκα κοριτσίστικα σώματα και γυναικεία χάδια.Γνώρισα πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες,αλλά ούτε έναν που να μπορείς να τον πεις ευτυχισμένο,αν και μερικοί μπορεί να με εξαπάτησαν.Μπορεί και να μην υπάρχει ευτυχία.Στιγμές μόνο...Συνάντησα κι άλλους εραστές του ίδιου υψηλού ιδανικού,μεθύσαμε μαζί,μα χαθήκαμε μες στα οράματά μας.
Τα βράδυα έχω την τάση να βγαίνω έξω,να περπατώ στους δρόμους,να μπλέκομαι στην κίνηση,ν΄ακούω ξέφρενες μουσικές και ρυθμούς αλλόκοτους.Προσπαθώ να αισθανθώ λίγο άνθρωπος,βυθίζομαι στο ποτό και χαλαρώνω με τα θολά φώτα των μπαρ.Δεν είμαι για λίγο ο καλλιτέχνης που όσο αγωνιά,τόσο ψηλότερη έκσταση νοιώθει,που βυθίζεται στονπόνο ,για να πετάξει έπειτα ψηλότερα στη χαρά.Είμαι ο άνδρας που μαγεύεται άπ΄τα γυναικεία κορμιά που λικνίζονται.Και τα ανδρικά σώματα διεγείρουν την συγκίνησή μου.Ίσως κρύβω και γω τη θηλυπρέπεια που χαρακτηρίζει τους πιο πολλούς του είδους-σε μικρές δόσεις.Αλήθεια πάλι,τί μυστήριο η αίσθηση της ζωής του κορμιού μας σ΄αυτό το αλλόκοτο ταξίδι πάνω στη γη!Εγώ δεν το άφησα να με ταξιδέψει στον κόσμο του αισθησιασμού.Το περιχαράκωσα μέσα σε μια καθαρότητα,το θυσίασα στον βωμό της τέχνης που την τοποθέτησα πιο ψηλά και από τη ζωή.Η άλλη φωνή μέσα μου μουρμουράει ότι καλώς έπραξα.Αυτή η αμφιταλάντευση μόνο σε ένα τέρμα οδηγεί.

[Από το Ημερολόγιο του ΄Αγγελου]