Translate

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

18 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ



κολάζ :Aσημίνα Ξηρογιάννη


ΕΠΙΛΟΓΗ:Θεοχάρης Παπαδόπουλος


Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.
Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ' αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ' το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

***

Ντέμης Κωνσταντινίδης

Kαταξίωση

Απόψε θα σας ρίξω λάσο
Τίτλο-θηλιά ατακαδόρικο
Φωτό απ’ το φοιτητικό μου πάσο
Με ύφος ζόρικο.

Οράματος ιδιωτικού ντελάλης
Μελοδραματικός, και κάπως πέρα…
Συνάμα και παιδί της βιοπάλης―
Τσέπης παντιέρα!

Εύκολα θα σας ξεμπροστιάσω
Καμώνοντας τον γοητευμένο―
Φύκια, κορδέλες έχω, κι έναν άσσο
Σιγουρεμένο.

***

Κώστας Καρυωτάκης

Είμαστε κάτι

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.
Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

***

Ασημίνα Ξηρογιάννη

'Eνα τραγούδι

Η γυναίκα πετάει

Γράφει
Ποιήματα κόκκινα

Ερμηνεύει
Κίτρινα όνειρα

Γέρνει
Στα χέρια γαλάζιων εραστών

Ερωτεύεται
ροζ λέξεις

Ακούει
πορτοκαλί ήχους

Αντέχει

Τα ποιήματά της όμως
Έχουν πόνο
Παρά το κόκκινο

Καφέ μέρες
Ζει

Μωβ παραμύθια
Λέει στα παιδιά της

Κρεμιέται
Από την γκρίνια της

Καταλύει αντιστάσεις
Μοιραίων ανδρών

Γράφει
Ποιήματα κόκκινα
Τα ποιήματά της όμως
Έχουν πόνο
Παρά το κόκκινο

Κολυμπάει
Μέσα στα λαχανί παπούτσια της
(τα παπούτσια είναι πάντα λαχανί)
Τα ποιήματα πάντα κόκκινα

Κ ό κ κ ι να

Με πόνο κόκκινο
Με κόκκινο πόνο

Με πόνο.

***

Αργύρης Χιόνης

Η ποίηση πρέπει να ' ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα 'χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου.

***

Ανδρέας Εμπειρίκος


Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος* ποδηλάτου. Μέσα της
όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν.
Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

***

Ειρηναίος Μαράκης

Μανιφέστο

Σεφέρης, Ελύτης, Εμπειρίκος
ανανέωση στην ποίηση με (μικρο)αστικά κριτήρια
το Αιγαίο Πέλαγος, ο καημός της Ρωμιοσύνης
μια λανθάνουσα έκρηξη ερωτισμού
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
κι η αντίδραση να χορεύει στολισμένη
με μαγιάτικο στεφάνι
όχι, ποίηση χωρίς καταστροφή δε γίνεται
όλα τ’ άλλα είναι υπερβολή
η επιστροφή στη φύση
υπερβατικές πολιτείες χωρίς κοινωνική συνείδηση
γυμνά κορμιά στη φωτιά της Ενδοχώρας
και αναμνήσεις γέρων διπλωματών
ανατροπή, λοιπόν
σε ποιήματα και λέξεις
που γεννήθηκαν νεκρά
όπως αυτό εδώ, το ανάπηρο

***

Νίκος Εγγονόπουλος

ΝΕΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ
ΛΟΡΚΑ

Η Τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε
περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών
μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει πως
από καιρό τώρα
—και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα—
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς

***

Κατερίνα Ζησάκη

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ’ τις κόλλες
πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας
τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που “σύντροφοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σόλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος
ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα

***

Μιχάλης Γκανάς

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

Κι εσύ που ξέρεις από ποίηση
κι εγώ που δεν διαβάζω
κινδυνεύουμε.
Εσύ να χάσεις τα ποιήματα
κι εγώ τις αφορμές τους.

***

Νίκος Καρούζος

«Ποίηση»

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου/ σαν πέφτει η νύχτα.
Ένα πουλί ολάξαφνο/ με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα
εισορμά κ’ ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί.
Ποτέ μου δεν ετόλμησα το φως ν’ ανοίξω
και πάντα λέω τι να ‘ναι το ολάξαφνο πουλί
τι πτέρωμα έχει/ πώς άραγε να συγκινεί η μορφή του…
Πάντως όταν ξυπνώ με της αυγής το σκούντημα
δεν είμαι παρά μόνος στο δωμάτιό
σωματικά στερεωμένος απ’ τον ύπνο
πιο γνώριμος του θανάτου από χτες/ ενώ η ψυχή προσμένει
το καινούριο μήνυμα του ήλιου/ όπως πάντα.
Όμως/ τι ‘ναι το πουλί που ξαφνικά
σαν ερχομός πνοής μέσα στο πνεύμα
σφάζει την ησυχία του δωματίου μου
και το αισθάνομαι κοντά μου;
Ποτέ νομίζω δε θα μάθω
κ’ ίσως να είναι το πουλί αυτό, όλο το μυστικό εδώ πέρα.

***

Μανόλης Αναγνωστάκης

Ποιητική

— Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.
— Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

***


Γιώργης Παυλόπουλος

Τα αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

***

Βύρων Λεοντάρης


[Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν]
Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας.
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη.
Ανάσα και χειρονομιά καμιά μες στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ'  τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους.
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ΄' αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μες στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε.
Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψεκάσαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ' τον πόνο
— αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση... —
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ'; τον πόνο.
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί.
Ό,τι δεν είναι τέχνη μες στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει.

***

Γιώργος Βλάχος

[ΤΟ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ] του Διογένη Γαλήνη

¨Οταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου,
τα ” έγκριτα ” λόγου
και τέχνης περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθ’ όλα κριτικοί
προσεύχονται στο μηδέν,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ ,
αερίζουν τα λόγια τους,
ταΐζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα,
στη Γρενάδα , στο Μάλι.

Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο,
το κέρμα της δόξας,
του διαδικτύου την αναγνώριση,
παραποιούν στίχους,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους,
μέσα απ’ τα κελιά τους
γράφουν
για τ’ απέραντο γαλάζιο,
για έρωτες , κοχύλια
επαναστάσεις, πεταλούδες, θεωρίες
θεωρήματα, τάσεις, υπερτάσεις,
παραστάσεις,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c τους,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε,
για ένα επαίτη

που είδαν μέσα απ’ τη κλειδαρότρυπα,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα,
την άγια νύκτα,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ,
ποτέ,
ποτέ
για το χασμουρητό τους .

***

Γιάννης Πατίλης


[Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία]

Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.
Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μ'  αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μ'  αυτό που υπάρχει.

***


Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος

Τα χειρόγραφα  

Εμβρόντητος κρατούσε τα χειρόγραφα που τού ‘δειξα
κι όχι για λάθη, κάποια πεζότητα των στίχων ίσως.
Πρόσεχε μόνο τα κόκκινα γράμματα,
συστήνοντάς μου αμήχανα κανονικό μελάνι.
Στάθηκε λίγο στην υγεία των ματιών,
στον κίνδυνο των κόκκινων γραμμάτων,
αν και το βλέπαμε κι οι δυο
πόσο κενά ηχούσαν τέτοια λόγια,
καθώς κρατούσε με δέος τα χειρόγραφα
και δάκρυζαν τα μάτια του θωρώντας με ωχρό,
σάμπως να τό ‘χε καταλάβει ξαφνικά
πώς γράφεται η ποίηση.

***

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Ποίηση

Η θλίψη του ήταν μεγάλη
τα μάτια του γέμισαν δάκρυα
που κύλησαν στα μάγουλά του.
Έπεσαν κάτω. Χάθηκαν
μέσα στη σκόνη.
Εκείνος πήρε ένα χαρτί.
Άφησε τα δάκρυα να στάξουν πάνω του.
Όταν σκούπισε τα μάτια του
στο χαρτί ήταν γραμμένο ένα ποίημα.

***

Τα ποιήματα διαβάστηκαν σε ραδιοφωνική εκπομπή  του Θεοχάρη Παπαδόπουλου στο Δημοτικό Ραδιόφωνο του Ηρακλείου Αττικής

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου