Translate

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

AΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ /// ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΤΣΗ

 


Ιανουάριος. Δεν είναι ακριβώς ότι επιστρέφω. Είναι ότι δεν έχω πού να πάω. Είμαι κάτι σαν μητέρα. Όσο τακτοποιώ την ζωή μου, γίνομαι θάλασσα.

Φεβρουάριος. Πουλιά χωρίς σχέδιο πτήσης. Δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος ανησυχίας. Ακόμα κι αν ανοίξουν οι ουρανοί, γυμνοί θα εξέλθουμε μια μέρα.

Μάρτιος. Ό,τι υπάρχει στα βιβλία δεν αξίζει όσο μια γουλιά πικρού εσπρέσο μαζί μ’ ένα τσιγάρο. Κάθε μέρα πιο αφόρητος ο κόσμος. Δεν πεινάω. Μόνο νυστάζω. 

Απρίλιος. Ψιλόβροχο στην Αρχαγγελιώτισσα. Αναπνέω και το τοπίο διαστέλλεται. Δεν ξέρω αν στέκομαι ή αν κρεμιέμαι απ’ το έδαφος.

Μάιος. Η άνοιξη, ένα δώρο που θα χρειαστεί κάποτε να το επιστρέψεις. Χωρώ ακριβώς μες στις συνήθειές μου. Δεν περισσεύει τίποτα.

Ιούνιος. Φυτά συνωστίζονται στο έδαφος, όπως πυκνώνουν στο νου οι σκέψεις. Κάθε τι καρπίζει και χάνεται. Ή χάνεται πριν καρπίσει. Όλα κατά βάθος είναι γη.

Ιούλιος. Το σώμα μου στα ριζά του Ίταμου. Η ίδια αλήθεια όπου κι αν στρέψω το βλέμμα. Κάθε τι αναγκαίο μοιάζει άχρηστο. Σπουδαία λύση κάποτε η μοναξιά.

Αύγουστος. Οι μέρες μας μετρημένες, οι νύχτες μας σκοτεινές. Η ομορφιά, ον ανθρωποφάγο. Με διασώζει, δολοφονώντας με. Πρέπει να εξομολογηθούμε ως και τις αμαρτίες των άλλων.

Σεπτέμβριος. Θυμώνω με την ευκολία του εικοσιτετραώρου. Ό,τι φτάνει στο αυτί μου ως ήχος δεν είναι παρά εικόνα. Θα σε φιλώ μέχρι να βραδιάσει.

Οκτώβριος. Το μάταιο του κόσμου και τα μάτια σου. Όσα κάποτε διδάχτηκα, πήγαν στράφι. Πεθαίνουμε αφού πρώτα τρελαθούμε.

Νοέμβριος. Μοιάζει αδιάφορα ελκυστικός ο κόσμος. Είμαι γεμάτος νερό που λιγοστεύει. Δεν είναι ζωή. Είναι δίψα και πνιγμός.

Δεκέμβριος. Η ανήθικη χρησιμότητα της ζωής. Υποστηρίζω με θάρρος το παράλογο της σκέψης. Να αντικρίσω από ένα σημείο όλα τα σημεία.

***

ΠΗΓΗ:apotypoma.blogspot.com

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ /// Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη




(Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό CultureBook)


  Ένα ερώτημα φλέγον πάντα που έχει απασχολήσει τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας είναι το εξής: «Ποια η σχέση της λογοτεχνίας με την κοινωνική πραγματικότητα». Θα θέσουμε κι ένα δεύτερο ερώτημα που θα δίνει όμως το στίγμα της απάντησης για το πρώτο. Eίναι δυνατόν ένας συγγραφέας ή ποιητής να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στα ερεθίσματα που του δίνει η εποχή μέσα στην οποία ζει και κινείται; Σίγουρα δεν μένει και δεν πρέπει να μένει κλεισμένος στον γυάλινο πύργο του, αδιαφορώντας για όσα συμβαίνουν γύρω του. Όντας πάντοτε σε εγρήγορση κάνει τέχνη με κοινωνικό πρόσωπο, τέχνη που έχει απεύθυνση στον άνθρωπο. Στις ανάγκες που αυτός έχει και τις ανησυχίες που τον διακατέχουν. Έτσι συχνά ο ποιητής συνδέει το ποίημα με την εποχή και όλα όσα αυτή κουβαλά: κρίση οικονομική, κοινωνική παθογένεια, πτώση των αξιών, έμφυλη βία, επίδραση του διαδικτύου και άλλα παρόμοια.

   Συχνά οι ποιητές μας μίλησαν για ανθρώπινα βιώματα, καταστάσεις σε δύσκολους καιρούς σε άγονες κοινωνικές περιόδους σε «πέτρινα χρόνια». Αναφέρω χαρακτηριστικά τους εξής: Αναγνωστάκη, Εγγονόπουλο (μάλιστα σε γόνιμο ποιητικό διάλογο μεταξύ τους), Λειβαδίτη, Ρίτσο και Σαχτούρη.
   Δεν ξέρω αν οι στίχοι μπορούν να βάλουν φωτιά, και να ανατρέψουν καθεστώτα ή να αποτρέψουν συμβάντα. Μπορούν σίγουρα να αφυπνίσουν, να ξεσηκώσουν, να διεγείρουν την διανοητική συγκίνηση και να ξυπνήσουν την αισθητική ηδονή που έχει ανάγκη ο άνθρωπος για να αντέξει την εκάστοτε σκληρή πραγματικότητα και να υπάρξει. Πάντα άλλωστε η τέχνη -σε όλες τις μορφές της- διαθέτει εκείνη τη μαγική κίνηση να κάνει την ουσιαστική, την μοναδική παρέμβασή της στην κοινωνία. Να αντιτάξει τον δικό της κόσμο στον ήδη υπάρχοντα, να επιβάλλει την ομορφιά στην ασχήμια. Να πετύχει τα αδύνατα, ακόμα και τις πιο παράλογες συνυπάρξεις, αλλά και τις πιο δημιουργικές συνάξεις σε μια κοινωνία που είτε νοσεί είτε βάλλεται από παντού διαρκώς.
   Η κοινωνία χρειάζεται την τέχνη για να πετύχει μια λειτουργική ενδυνάμωση, για να ανθίσει, για να προάγει το αγαθό. Κι αν ο ποιητής καταφέρει να γίνει πρότυπο για τους νέους, τα αποτελέσματα θα είναι ευεργετικά.
   Συνεχίζουμε για να βάλουμε τώρα μια άλλη παράμετρο στην κουβέντα μας αυτή. Σήμερα δεν νοείται κοινωνία χωρίς επικράτηση του διαδικτύου και την σύνδεσή του με διάφορες εκφάνσεις της ζωής του ανθρώπου. Διανύουμε άλλωστε τα λεγόμενα διαδικτυακά χρόνια, λοιπόν, είναι αλήθεια. Ο Καναδός δημοσιογράφος Μάικλ Χάρις (Μichael Ηarris) στο βιβλίο του 'Το τέλος της απουσίας', γράφει: 'Πολύ σύντομα κανείς δεν θα θυμάται τη ζωή πριν από το διαδίκτυο'. Ποια είναι η σχέση των ποιητών, των πεζογράφων και άλλων με αυτό το μέσο; Yπάρχει άραγε κάποια γέφυρα, κάποια διασύνδεση; Κι όμως οι λογοτέχνες στην πλειοψηφία τους (ακόμα και οι μεγαλύτεροι στην ηλικία), έχουν λογαριασμό στο facebook και συνομιλούν μεταξύ τους, αλλά και με τους αναγνώστες. Ανταλλαγή φιλοφρονήσεων, διάλογοι, κοινωνικότητες στο facebook και άλλα παρόμοια. Ακόμα και ποιητές μιας άλλης γενιάς, που παριστάνουν τους "δύσκολους" ή έχουν κάποια μεγάλη πορεία στο χώρο της ποίησης, καταξιωμένοι και αγαπητοί στο ευρύ κοινό, φαίνεται πως κι αυτοί έχουν πάθει την εξάρτησή τους από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Άραγε ο Ελύτης, ο Σεφέρης και ο Καβάφης, αν είχαν αυτή τη δυνατότητα στην εποχή τους, θα χρησιμοποιούσαν ποτέ το facebook για να προβάλουν την «ποιότητά» τους; [1] Δεν νομίζω. Αλλά δεν ξέρεις ποτέ. Διότι, όπως ειπώθηκε, ο κόσμος αλλάζει και είναι φυσικό κι επόμενο η κοινωνία να υποβάλλει τους ρυθμούς της και να προτείνει νέα πράγματα, που μοιραία κάποιοι θα ακολουθήσουν - μέσα σε αυτούς και ποιητές.

   Γεγονός πάντως είναι ότι η λογοτεχνία πορεύεται ακάθεκτη μέσα στους αιώνες και αντανακλά σε πολλές περιπτώσεις την κοινωνία μέσα την οποία γεννήθηκε. Και αντίστροφα, μέσω της κοινωνικής πραγματικότητας μπορούμε να ερμηνεύουμε λογοτεχνικά κείμενα, πεζά και ποιητικά. Ή ακόμα να ρίχνουμε φως στα κίνητρα, τις πράξεις, τις σκέψεις των ηρώων. Ακόμα, μέσα από την εμπειρία των κειμένων μπορούμε να προσεγγίζουμε και να αναλύουμε συμπεριφορές που συναντάμε στην εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα στην οποία έχει αναφορά το έργο που εξετάζουμε.
   Εκείνο που έχει σημασία να εξετάζουμε είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο ο κάθε ποιητής φιλτράρει εντέχνως όσα συμβαίνουν μέσα του και γύρω του. Άραγε τα φιλτράρει τα ερεθίσματα που του δίνει η εποχή του με τρόπο που να μας αφορά; Ή γράφει κάτι εντελώς αδιάφορο για τον απαιτητικό αναγνώστη, o οποίος διψάει για συνδέσεις που, αφενός μεν θα πάνε τη σκέψη του πιο πέρα, αφετέρου θα διεγείρουν τη συναισθηματική του νοημοσύνη; Τροφή για σκέψη ας αποτελέσουν όλα αυτά που θίγονται εδώ.
   Ας μου επιτραπεί, να κλείσω με κάποια δικά μου ποιήματα που θεωρώ ενδεικτικά και που αισθάνομαι ότι βρίσκονται σε διάλογο με το αντικείμενο τούτου του κειμένου. Αυτά εμπεριέχονται στο βιβλίο μου «Εποχή μου είναι η ποίηση» (Γαβριηλίδης 2013)[2] το οποίο κυκλοφορεί ολόκληρο στη Γαλλία μεταφρασμένο από τον Μισέλ Βόλκοβιτς.[3]Το εν λόγω βιβλίο λοιπόν έχει ως θέμα του ακριβώς τη σχέση λογοτεχνίας-εποχής. Αναφέρεται στο ρόλο του δημιουργού μέσα σε μια δύσκολη εποχή και σε μια δυστοπική πραγματικότητα που δεν ευνοεί τις τέχνες.

Dans des temps difficiles
nous nʼavons pas recours
à la grande poésie
mais à lʼurgente.

`

Σε δύσκολους καιρούς
δεν αναζητούμε
τη μεγάλη ποίηση
αλλά την επείγουσα.


*


Poétique nouvelle

Associe le mot
à lʼépoque.
Associe le poème
au visage humain.
Crée une poétique nouvelle.

`

ΝΕΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Σύνδεσε τη λέξη
με την εποχή.
Σύνδεσε το ποίημα
με το πρόσωπο του ανθρώπου.
Φτιάξε μία νέα ποιητική.


*


Μon époquecʼest la poésie

Tu dis « Mon époque, cʼest la poésie »
et tu tʼenfonces dans les mots
tu traces des métaphores sur lʼimpasse du présent
et ton crayon absorbe la tristesse de ces lieux
connus de toi comme étant ta patrie.
Tu dis « Mon époque, cʼest la poésie »
et tu sombres dans des figures de style
et tes vers atterrissent
sur la page blanche.
Tu dis « Mon époque, cʼest la poésie »
et tu fais de tes angoisses une chanson
tu construis ton propre labyrinthe
pour tʼisoler.
Tu dis « Mon époque, cʼest la poésie »
comme ça pour te consoler
de ce que ton époque te renie
et te faire pardonner
de la renier à ton tour.

`

ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και βουλιάζεις μέσα στις λέξεις
αποτυπώνεις μεταφορές για το αδιέξοδο παρόν
και ρουφάς με το μολύβι σου τη θλίψη αυτού του τόπου
που τον ήξερες για πατρίδα σου.
Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και βυθίζεσαι σε σχήματα λόγου
γειώνεις τους στίχους σου
σε λευκό χαρτί.
Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και κάνεις τραγούδι τις αγωνίες σου
φτιάχνεις τον δικό σου λαβύρινθο
για να απομονωθείς.
Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
έτσι για να παρηγορηθείς
που η εποχή σου σε απαρνιέται
και να εξιλεωθείς
που την απαρνιέσαι και συ.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η λογοτεχνία συναντά τη σύγχρονή μας πραγματικότητα -Άρθρο της Ασημίνας Ξηρογιάννη
https://www.vakxikon.gr/%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%ac-%cf%84%ce%b7-%cf%83%cf%8d%ce%b3%cf%87%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%82-%cf%80/
[2] Τώρα εμπεριέχονται και στον τόμο «Ποιήματα 2009-2017», εκδόσεις Βακχικόν 2021.
[3]Κυκλοφορεί στα γαλλικά από τις εκδόσεις Le miel des anges,με τίτλο: «Mon époquec'est la poésie».
 


*****

https://www.culturebook.gr/afieromata/afieromata-2022-menu-separator/logotexnia-kai-koinoniki-pragmatikotita/asimina-xirogianni-h-logotehnia-porevetai-akathekti-mesa-stous-aiones-kai-adanakla-se-polles-periptoseis-tin-koinonia-mesa-stin-opoia-gennithike.html

https://www.culturebook.gr/afieromata/afieromata-2022-menu-separator/logotexnia-kai-koinoniki-pragmatikotita.html

*Η φωτό είναι παρμένη από το pixabay

Η φω

Η


***

Η φωτό

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2022

ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΩΝΕΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ /// ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ: NTINA ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ





ΚΟΥΛΑ  ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

διαφυγή – μια απόπειρα


Νύχτα σημαδιακή.

Η άμμος υγρή

έβγαλε τα παπούτσια και περπάτησε, αναρρίγησε.

Στην προκυμαία βρήκε μια βάρκα φιλόξενη

μπήκε κι ανοίχτηκε, πέρα απ’ το μάτι.

Στο σπίτι εκείνος ανησύχησε

οι άλλοι στο μέσεντζερ περίμεναν το χαμόγελό της

σίγησαν οι ευχές  φωνές και τα τραγούδια.

Ο δρόμος του φεγγαριού στάθηκε βολικός

πάτησα πάνω του

τη βρήκα

γύρισα την πλώρη

κάθισα μέσα

την οδήγησα στον γιαλό

τη συνόδεψα ως την είσοδο.

Μέσα είχε ζέστη

Αλλά το δέντρο είχε γύρει το κεφάλι του στη θλίψη.

Ωστόσο έξω αναβόσβηναν φωτάκια.

Έπηζε η αρμύρα στα μαλλιά και στο σώμα της.

Με κράτησε σφιχτά στην παγωμένη χούφτα της και μου ’πε

δεν γυρεύω πλέον τη φυγή

είναι καιρός να αναμετρηθώ με το δικό μου βάθος.


(Από την υπό έκδοση συλλογή «Ο δρόμος της επιστροφής είναι απόκρημνος»)


****


ΠΟΛΑ ΒΑΚΙΡΛΗ


Η γέννηση


Χαρά που γεννιέται απ'της ζωής το κέλυφος

καθώς όταν σπάει κι έρχονται στο φως

τα πρώτα σκιρτήματα

Σπαργανωμένη σε δέχτηκε η αγάπη της μάνας σου

άδολη αγάπη ,αληθινή όσο καμμιά άλλη

Φωτίστηκε το πρόσωπό της από το φως

του αστεριού που στάθηκε σηματωρός

πάνω απ’ τον φτωχό το σταύλο

Κι έλαμψε το δάκρυ στην άκρη των βλεφάρων

καθώς η αγκαλιά της γέμισε απ' το μικρό σου σώμα

Και τα χέρια της με τις αδέξιες κινήσεις της πρωτότοκης ,

στοργικά σε τυλίγαν

Λύτρωση είπανε τον ερχομό σου απ' το προαιώνιο κακό

που το γένος των ανθρώπων εβάραινε

Κι ο βασιλιάς σκιάχτηκε για το σκήπτρο του

και τον αφανισμό σου διέταξε

Όμως εσύ ερχόσουν μόνο την ελπίδα να φέρεις,

την αγάπη να φυτέψεις όπως το λουλούδι στο χώμα,

στις καρδιές των ανθρώπων, δίχως σήματα εξουσίας,

μεγαλόσχημες υποσχέσεις και λόγια φουσκωμένα

Απλά, λιτά κι απέριττα όπως το χιόνι

κύλησες στην αγκαλιά της μάνας

και τα άχυρα γίναν χρυσάφι τους φτωχούς να χορτάσουν!



****



ΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Από το τέλος στην Αρχή

Το τέλος του χρόνου είναι αυτοσχέδια ρολόγια
που μετρούν πολύτιμα αποθηκευμένα,
η αμέριμνη μέτρηση του χρόνου σε κοινή θεα
τα αλμυρισμένα λεπτά με τα διττά συναισθήματα
τα μελαγχολικά μάτια της υδρογείου
τα παιχνίδια που δεν ξόφλησαν
η άγνοια αν έχουν τελευταίο σταθμό
τα χέρια με φαντασία που δούλεψαν παραμύθια,
ο αέναος έρωτας που τα καταδιώκει
οι συνταξιδιώτες με τους γήινους αγγέλους
η αμηχανία του άγνωστου
οι ναυαγισμένες διαδρομές .
Το τέλος του χρόνου είναι η ποίηση
που χτυπά ρυθμικά τις ρυτιδες των ονείρων .
Οι αθόρυβοι μύθοι του παρελθόντος και του παρόντος
που αδιαφορούν στη μυρωδιά νέων άοσμων θεωριών
και με δυσάρεστο τρόπο επιθυμούν να γίνουν
βιομηχανία μνήμης του μέλλοντος.
Το κρύο που ζεσταίνεται από τη μουσική
σαν εύχεται στην ομορφιά του κόσμου.
Μια Τετάρτη και μια ώρα τα πολλά ερωτεύσιμα ταξίδια
χωρίς το μικρόφωνο να κάνει βόλτα σε φίλτρα
τραγουδά με πάθος την αιωνιότητα της στιγμής.


***



ΞΑΝΘΙΠΠΗ  ZΑXΟΠΟΥΛΟΥ

Μακρινά Χριστούγεννα


Γυρεύεις ένα χέρι

σώθηκαν πια τα Χριστούγεννα

στολίδια χέρια μαραίνονται στα δέντρα

και τα λαμπάκια αυξάνουν με τα χρόνια

λες κι η Ζωή είναι θέμα ηλεκτρικού ρεύματος

και το νιογέννητο ρομπότ με καλώδια

Κράτα την καρδιά

ν΄αντέξει να δει τη φυλακή της

μη στις γιρλάντες δει την αυτοχειρία της

και δεν υψωθεί να βρει τον ουρανό της.


***



ΝΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Χριστούγεννα στο καφενείο


Χριστούγεννα στο καφενείο 

Έπεσε βαρύς ο στολισμός

Πικρό το καφενείο

Ο ένας παίζει την τύχη στα χαρτιά

Ο άλλος μόνος ξενυχτά

Ο τρίτος παρακολουθεί περαστικούς

Κι ο τέταρτος τις λέξεις του καπνίζει

Έπεσε βαρύς ο στολισμός

Λαμπιόνια αστέρια και κορδέλες

Μοιάζουν στα μάτια τους μικρές φωτιές


Του χρόνου του παλιού μετρούν

Τις άδειες τους τις μέρες.


 ( πρώτη δημοσίευση)


****


ΚΑΤΕΡΙΝΑ  ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ 

Η παράλειψη ή Το εορταστικό τραπέζι


Καλά, βρε Τζον, να μην αναφερθείς καθόλου στο εορταστικό τραπέζι χρονιάρες μέρες; Σ’ εσάς στο Αμέρικα δεν είναι υψίστης σημασίας; Γιατί εδώ, στας Ευρώπας, είναι έθιμο χριστουγεννιάτικο να τρέχεις στα supermarket και να τρέχεις στις αγορές και να γεμίζεις καλάθια και να κουβαλάς σακούλες και να φορτώνεις το πορτμπαγκάζ και να ξεφορτώνεις το πορτμπαγκάζ και ν’ αποθηκεύεις τρόφιμα σε ράφια και ντουλάπια και να μπουκώνεις ψυγεία και καταψύκτες και να μαγειρεύεις αποβραδίς και να βγάζεις κατσαρόλες και κατσαρολάκια, ταψιά και λαμαρίνες και να ανακατεύεις και να δοκιμάζεις και να βλέπεις με την άκρη του ματιού σου τον νεροχύτη να ξεχειλίζει και να τρέχεις να στρώσεις το εορταστικό τραπέζι και να αναθεματίζεις που ξέχασες μέσα στον πανικό να πάρεις χαρτοπετσέτες με καμπανάκια και γκι (δεν πειράζει, όμως, κανείς δεν θα το προσέξει) και να στρώνεις το εορταστικό τραπέζι και να απλώνεις τα μαγειρεμένα εκθέματά σου και να ξεστρώνεις το εορταστικό τραπέζι και να πέφτεις κατάκοπος στον καναπέ με φρικτό φούσκωμα και φρικτές καούρες και δυσπεψία και δυσεντερία και να θυμάσαι που σου το είχε πει ο γιατρός, να μην το παρακάνεις φέτος στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, και, με τελευταία σου τη σκέψη πως κάποιος θα πρέπει να κατεβάσει τα πολλά σκουπίδια, να γέρνεις στη λεκάνη για αναπάντεχες εξαγωγές.


Κατερίνα Λιάτζουρα, Οι δώδεκα φρίκες των Χριστουγέννων και μια παράλειψη [μια

black humor συνομιλία], Χαλκίδα, 2021


Οι δώδεκα φρίκες των Χριστουγέννων συνομιλούν με το βιβλίο του John Updike «The

twelve terrors of christmas» που εκδόθηκε το 1993 από τις εκδόσεις Gotham Book

Mart, New York.


***



ΑΣΗMΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Προσευχή και είναι Χριστούγεννα


Θέλω τα μάτια σου

Θέλω τα χείλη σου

Την υπόσχεση

Τώρα

Πως μπροστά υπάρχει  δρόμος

Πως μια γέφυρα εκεί υπάρχει

Ολόκληρη δική μας.


Είναι οι εικόνες γιορτινές

Του κόσμου

Τα τραγούδια

Περιμένουν τη φωνή μας


Ακούς που σου μιλώ;

Αισθάνεσαι τη σκέψη μου

τρυφερά να σε ανιχνεύει;


Mέσα στη δική μου καρδιά

υπάρχει ένα δωμάτιο για σένα

γεμάτο ευχές, φωτάκια και μπαλόνια

κι ένα σύννεφο-καράβι-κόκκινο-

που είναι έτοιμο

στον κόσμο να μας ξεναγήσει


Γι΄ αυτό και γω

-γνωρίζοντας πόσο έχεις αργήσει-

Ψιθυριστά σου λέω:

«’Ελα».

                  «’Ελα»


[Πρώτη δημοσίευση]


***


MAΡΙΑ ΣΤΡΙΓΚΟΥ

 Χριστούγεννα


Κάθε πέρσι είναι Χριστούγεννα.

Το σπίτι ετοιμάζεται, τα παραθυρόφυλλα του κοκκινίζουν.

Υπάρχει ένα όνειρο που τριγυρνά στο μπαλκόνι με χιλιάδες φωτάκια.

Δεν ξέρει αν θα έρθει ο Αϊ Βασίλης, ξέρει μόνο να περιμένει.

Ανάβει το τζάκι, ζεσταίνει το μέλι, γλυκαίνεται.

Πίσω από το βουνό γεννιέται ένας μικρός Χριστός, που πεινάει και κρυώνει.

Ο ήλιος είναι λίγος και δεν φτάνει.

Ξεφλουδίζει την σάρκα του για να τον ζεστάνει,

δεν πίνει γάλα, δεν τρώει ψωμί.

Ταΐζει ό,τι πείνασε κι ό,τι πόνεσε πολύ.

Στρώνει φιλόξενο κρεβάτι,

βγάζει την καρδιά του και τη χαρίζει απερίσκεπτα για χάρη της γιορτής.

Ύστερα νυχτώνει και τ' άστρα είναι ρεζερβέ.

Το ίδιο είναι και το φεγγάρι ή έστω ό,τι απόμεινε απ' αυτό.

Ανακατεύει τις στάχτες και ξαπλώνει στη γωνιά.

Αρχίζει να μετράει απ'  την αρχή.

364 μέρες απ' τα Χριστούγεννα.

Του τάξανε κάποτε ένα παραμύθι και μια γιορτή.

Κάθε χρόνο περιμένει υπομονετικά ενώ φροντίζει τους άλλους.

Χριστός γεννάται πάντα.

Μα εκείνος κάθε μέρα λύπη





*Oι φωτογραφίες είναι παρμένες από το pixabay.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ /// Η ΓΙΑΣΜΙΝ Ο ΑΧΜΕΝΤ ΚΑΙ ΙΖΑΡ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΤΟΥΣ ΓΙΟΣ


 

Η Μικρή 'Αρκτος σας προσκαλεί 

στην  παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής

της Γιολάντας Σακελλαρίου

«Η Γιασμίν ο 'Αχμεντ και Ιζάρ ο μικρός τους γιος»

την Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022

στις 20:00 στο Αθηναϊκή Καφεθέατρο.


Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Μαρία Κουλούρη, ποιήτρια

Νίκος Φιλντίσης, ποιητής

και η Μαρίνα Βαμβακά.


Θα χαρούμε την παρουσία σας.


Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Για την ΕΡΤ “Παιχνίδι” και ”Η άρνησή σου” Ασημίνα Ξηρογιάννη








Για την ΕΡΤ “Παιχνίδι” και ”Η άρνησή σου” Ασημίνα Ξηρογιάννη 


“ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΙΗΣΗΣ”
Επιμέλεια – Παρουσίαση:
Χριστίνα Λαμπούση

Τεχνική επιμέλεια-μοντάζ ηχητικών:
Τεχνικοί της ΕΡΑ Τρίπολης

«Το τραύμα ως ζωντανός οργανισμός, όπως αναδύεται μέσα από μαρτυρίες των προσφύγων και κείμενα για το ’22»

«Το τραύμα ως ζωντανός οργανισμός, όπως αναδύεται μέσα από μαρτυρίες των προσφύγων και κείμενα για το ’22»

της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Η ίδια η Ιστορία μάς αποδεικνύει συνεχώς πως επαναλαμβάνεται. Όταν αναφερόμαστε στη Μικρασιατική Καταστροφή ή σε οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός, σημασία έχει να εξετάζουμε γιατί μας αφορά, ποιες είναι οι αντιστοιχίες με το σήμερα και αν έχει κάτι να μας πει. Σημαντικό επίσης είναι να βλέπουμε πώς φιλτράρουμε συναισθηματικά και νοητικά το εκάστοτε γεγονός και για ποιους λόγους.

Πρόσφυγες δεν συναντήσαμε μόνο το 1922, αλλά σε ποικίλες ιστορικές φάσεις και περιόδους. Πηγαινοέρχονται μέσα στους αιώνες κουβαλώντας στους ώμους όχι μόνο τα μπαγκάζια, αλλά και τα τραύματά τους. Η δίωξη του ελληνισμού, η ύβρις κατά της θρησκείας, το σπαρακτικό ξερίζωμα, οι βιαιοπραγίες των Τούρκων, οι αναστεναγμοί της Σμύρνης, την οποία ο Παλαμάς προσφωνεί «πάντα εσύ μαργαριτάρι στα μαλλιά της νεράιδας Μικρασίας!» (Τα Δεκατετράστιχα, Πέμπτη Σειρά, 49), το μεγάλο φονικό κατά της Ελευθερίας, είναι αγιάτρευτες πληγές, που ακόμα διατρέχουν τις συνειδήσεις των Ελλήνων. Η απώλεια, ο πόνος, η καταστροφή αποτυπώνονται συχνά σε ποιήματα και τραγούδια που γράφονται για τη Σμύρνη, για τη μοιραία νύχτα με τις φωτιές, για την απώλεια των αγαπημένων ανθρώπων, των περιουσιών, της συνείδησης, της αξιοπρέπειας. Ο Άγγελος Σημηριώτης είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός σε ένα τετράστιχο με τίτλο «Σμύρνη»:

Καλή μου, όταν λαμπάδιασε τ’ ωραίο κορμί σου ως τ’ άστρα,
δε βρέθη Θεός, να σου σταθεί μήτ’ άνθρωπος εσένα,
μόν’ κοίταζ’ η μέρα βουβή κ’ η νύχτα αναγελάστρα,
γιατί οι ανθρώπ’ ήταν θεριά κ’ έλειπε ο Θεός στα ξένα.
[Ανθολογία Μαγγανάρη, Θρήνοι και παινέματα για τις χαμένες πατρίδες, Λιβάνης 1998]

Από την Ανατολή ξεκινά ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων. Στάχτη έγιναν τα όνειρα και οι ελπίδες, ερήμην οι ανατροπές, μια κινούμενη άμμος, μια καταλυτική προαιώνια έχθρα και στη δίνη όλων αυτών οι άνθρωποι που πάσχουν καθώς μπαίνουν αμέσως σε συναγερμό και βιώνουν στο πετσί τους τη διάλυση. Οι βουβές κραυγές γίνονται τραγούδια:

Κ.Χ. Μύρης [Κ. Γεωργουσόπουλος], «Η στάχτη που ταξίδευε» (1992)

Τις πρώτες μέρες, τρυπώσαμε στα σπίτια πανικόβλητοι.
Κατεβάσαμε τα παντζούρια, μανταλώσαμε τα παράθυρα,
Σφραγίσαμε με κουρέλια τις ρωγμές των τοίχων,
Βάλαμε στους ρόζους κερί,
Κολλήσαμε σταυρωτές ταινίες στα ραγισμένα τζάμια,
Γυρίσαμε και δυο και τρεις φορές
Το κλειδί στην κλειδαρότρυπα.
Του κάκου.
Γέμισαν τα δωμάτια καπνό και στάχτη.
Η πόλη καιγόταν απέναντι.
Τον Αύγουστο με το μελτέμι,
Ταξιδεύουν οι εφιάλτες ταχύπτεροι.
Ο καπνός και η στάχτη
Ποτίζαν τους τοίχους,
Καθίζαν πάνω στα έπιπλα,
Θολώναν τους καθρέφτες,
Κρέμονταν στα δοκάρια
Και κατοικούσαν στις χαραμάδες.
Ο καπνός και η στάχτη
Τρυπώναν στο κατώι,
Κατασταλάζαν στα γεννήματα
Πήρε μια γεύση στυφή το κρασί,
Τ’ αλεύρι πίκριζε
Και το ψωμί στο στόμα λάσπωνε.
Πού και πού, η γλώσσα μας
Ανίχνευε τη στάχτη
Κι ανάμεσα στα δόντια
Ξεφύτρωναν μικρά κάρβουνα. […]
Η πόλη που κάηκε
ξαναγεννήθηκε στην άλλη όχθη…
Ένα με το κορμί μας,
κυλάει μες στο αίμα μας.
Κι όταν ονειρευόμαστε,
περιδιαβάζουμε στα περιβόλια της
και σεργιανάμε στις πλατείες.
Κάθε φορά που πιάνουμε τραγούδι,
είναι τα λόγια μας σταχτιά
κι η μουσική παράπονο,
σαν πυρκαγιά, που κουβαλάει το μελτέμι.
Η πόλη της Ανατολής
μας κατοικεί
Κι εξήντα τώρα χρόνια
μας δικάζει.

Κατά τη διάρκεια του ξεριζωμού, πολλοί πρόσφυγες πέθαναν από κακουχίες και ασιτία. Τύφος, φυματίωση, ελονοσία. Έφτασαν στην Ελλάδα καταπονημένοι 900 χιλιάδες πρόσφυγες περίπου. Αλλά και στην Ελλάδα άθλιες ήταν οι συνθήκες διαβίωσης, ειδικά τον πρώτο χρόνο, οπότε υπήρξαν κι άλλοι θάνατοι. Εκτός από αυτά, είχαν να αντιμετωπίσουν και τις αντιδράσεις των Ελλήνων και την επιφύλαξη, την αποστροφή και τον ρατσισμό.

Έχουν αξία τα λόγια τους, γιατί αντανακλούν τις συνθήκες μιας δύσκολης εποχής. Και δεν μπορώ εδώ να μην κάνω τον παραλληλισμό με τον Μακρυγιάννη, που επί τούτου έμαθε γραφή και ανάγνωση προκειμένου να γράψει ο ίδιος για την Επανάσταση. Έχουν αξία τα λόγια του, είναι γνήσια, άμεσα, αυθεντικά. Έτσι και τα δικά τους λόγια – δεν είναι στο «εγώ», αλλά στο «εμείς». Τα λόγια των προσφύγων τα διαπνέει ένας αέρας συλλογικότητας, οδηγούν στη διαμόρφωση ενός κοινού αισθήματος για το προσφυγικό, συντελούν στη δημιουργία ενός κοινού βιώματος που συνταράσσει, αναστατώνει, διεγείρει τη σκέψη του σύγχρονου ανθρώπου.

Στη Μερσίνα μείναμε μια βδομάδα στα σύρματα… ύστερα ήρθε το βαπόρι και μας πήρε. Στο ταξίδι έκανε φουρτούνα και οι γυναίκες λιγοθυμούσαν από το φόβο τους. Άκουγες φωνές, κλάματα. Εγώ είχα μαζί μου τον άντρα μου, τη μάνα μου και τα τρία παιδιά μου, το Χαράλαμπο, το Δημήτρη και τη Μαρίκα, από ένα ως έξι χρονώ. Ευτυχώς δεν έπαθα τίποτε, άφησα τα παιδιά σε μια γωνιά του βαποριού κοντά στη μάνα μου και κουβαλούσα νερό στις λιπόθυμες γυναίκες. Μερικοί άνθρωποι δε βάσταζαν από τα βάσανα που τράβηξαν και πέθαναν στο βαπόρι, τους έδεσαν με σίδερα και τους πέταξαν στη θάλασσα. Επιτέλους φτάσαμε στον Πειραιά. Άλλοι κατέβηκαν και μεις συνεχίσαμε το ταξίδι για την Καβάλα. Μας πήγαν στο Τσινάρ Ντερέ, κοντά στη σημερινή Νέα Καρβάλη. Δύο χρόνια μείναμε εκεί, κάτω από τα τσαντίρια. Ο κόσμος αρρώσταινε και πέθαινε κάθε μέρα. Πέθανε ο άντρας μου, πέθανε και το παιδί μου ο Χαράλαμπος. Τη νύχτα έρχονταν τα τσακάλια, σκάβανε τους τάφους και τρώγανε τους πεθαμένους.
[Δέσποινα Συμεωνίδου, από το χωριό Κενάταλα της Καππαδοκίας, κοντά στο Γκέλβερι]

Διαβάζοντας αφηγήσεις ανθρώπων που ήταν παρόντες ή αφηγήσεις προσφύγων, βλέπουμε πώς προσεγγίζουν τις δυνατές προσωπικές τους εμπειρίες. Ο τρόπος με τον οποίο διηγούνται, οι εκφράσεις που χρησιμοποιούν, οι πλούσιες εικόνες που περιγράφουν, όλα είναι εκεί να μας θυμίζουν ξανά και ξανά πως οι άνθρωποι αυτοί υπέφεραν. Μέσα από τα λόγια τους αποκαλύπτονται και δίνονται ανάγλυφα οι βαναυσότητες των Τούρκων και οι υπερβάσεις των ορίων από μέρους τους. Επίσης, φανερώνεται πώς η μοίρα στάθηκε άδικη με αυτούς τους ανθρώπους, αλλά αυτοί πάλεψαν να σταθούν στα πόδια τους και να κερδίσουν τη ζωή τους ξανά στο μέτρο που ήταν αυτό εφικτό.

Παραθέτω τώρα ένα απόσπασμα από τις αφηγήσεις του Μητροπολίτη Εφέσου:

Βρέθηκα κι εγώ μέσα στο πλήθος και κατέβηκα παρασυρμένος από το ρεύμα μέχρι την Προκυμαία. Εκεί παραβρέθηκα στις πιο τραγικές σκηνές. Άνδρες και γυναίκες προσπαθούσαν να φύγουν με τις βάρκες, για να βρουν καταφύγιο πάνω σε κάποιο ατμόπλοιο ή θωρηκτό από αυτά που βρίσκονταν μέσα στον κόλπο. Αλλά το πλάτος της Προκυμαίας ήταν σχετικά στενό, φρακαρισμένη καθώς ήταν από τις αποσκευές και τα ζώα. Έτσι, οι στρατιώτες του Κεμάλ, αφού απώθησαν αρχικά το πλήθος, άρπαξαν έπειτα τα νέα κορίτσια και τις γυναίκες για να τις ατιμάσουν και τέλος να τις θανατώσουν ανελέητα. Στη συνέχεια έκαψαν τον κόσμο με τη βοήθεια πετρελαίου και βενζίνης που είχαν πετάξει προηγουμένως πάνω σε ανθρώπους και αποσκευές.

Τότε ήταν, όπως είδαμε, που ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων ρίχτηκε στη θάλασσα για να φτάσει κολυμπώντας στα αγκυροβολημένα πλοία. Στις βάρκες εισέβαλλαν μαζικά αυτοί που κατάφερναν να γραπωθούν. Είδα να σέρνουν από τα μαλλιά γυναίκες που προσπαθούσαν να τις σώσουν μ’ αυτό τον τρόπο, γιατί δεν είχαν καταφέρει να ανέβουν πάνω στις βάρκες, ενώ τα κορμιά τους ακολουθούσαν μισοβυθισμένα στο νερό. […]

Οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του τουρκικού στρατού άρχισαν να εισδύουν στους χριστιανικούς καταυλισμούς που βρίσκονταν στην εν λόγω ζώνη για να απαγάγουν τις ωραίες γυναίκες και τα όμορφα κορίτσια. […]

Η φρίκη από τις σκηνές που διαδραματίστηκαν είναι πέρα από κάθε φαντασία – πολλές από αυτές τις άμοιρες παραμορφώνονταν, για να φαίνονται άσχημες, άλλες που αντιστέκονταν θανατώθηκαν από αυτά τα τέρατα, άλλες κρύβονταν στους τάφους και στα μαυσωλεία του νεκροταφείου των Ορθοδόξων, άλλες τις πήραν μαζί τους αυτά τα κτήνη. Πολλοί άνδρες που θέλησαν να προστατέψουν τις γυναίκες τους, τις αδελφές ή τις συγγενείς τους από τις επιθέσεις των Τούρκων, σκοτώθηκαν επί τόπου.

Σε μια άλλη μαρτυρία που έχει καταγραφεί (12.9.1962) [Η έξοδος, εισαγωγή-εποπτεία: Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, επιμέλεια: Γιάννη Μουρέλου, Καθημερινή, σελ. 75] διαβάζουμε:

Κουρέψανε με το ζόρι τα μαλλιά των γυναικών. Έπεσε ξύλο άφθονο. Λιποθυμούσαν οι γυναίκες απ’ τη στενοχώρια τους. Ξέρεις τι σημαίνει να κόψουν με το ζόρι τις μακριές κοτσίδες των γυναικών; Μην κοιτάζεις τώρα τη μόδα. Τότε ήταν μεγάλη προσβολή. Ας είναι…

Υπάρχει ανάγκη να μιλήσουν, να περιγράψουν, να ανιχνεύσουν τον πόνο, να βγουν από μέσα τους, να ανακουφιστούν. Οι μαρτυρίες τους είναι ντοκουμέντα από μόνες τους, έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, άθελά τους αυτοί οι άνθρωποι παράγουν ένα είδος αυτοεθνοβιογραφίας. Βρίσκονται σε γόνιμο διάλογο με αυτά που περιγράφονται ως Ιστορία. Και αν συγκρίνει κανείς τις μαρτυρίες των ανθρώπων, θα καταλήξει πιθανότατα σε ασφαλή συμπεράσματα για θέματα που τους αφορούν. Κοινή μοίρα τους ο πόλεμος, οι αλλεπάλληλες συμφορές, η ανέχεια, η πείνα, το άγνωστο του μέλλοντός τους. Επικαλούμαι το έργο της Διδώς Σωτηρίου Οι νεκροί περιμένουν, όπου γράφει:

H προσφυγιά κίνησε κι απλώθηκε σε όλη την έκταση της Ελλάδας σαν το ποτάμι που ξεχείλισε κι έχασε τη στράτα του, σαν το πεινασμένο κοπάδι που αναζητάει βοσκή. Οι καταυλισμοί και οι περιμαντρωμένοι χώροι πια δεν την χωρούσαν και δεν την κρατούσαν. Ενάμισυ εκατομμύριο πεινασμένα στόματα… ενάμισυ εκατομμύριο φθηνά χέρια, ενάμισυ εκατομμύριο διψασμένοι άνθρωποι, για δουλειά, για γαλήνη, για ελπίδα, τριγυρνούσαν στους δρόμους της Ελλάδας με τα χέρια στις τσέπες της ανέχειας. Έβγαλε ο πρόσφυγας τη ζωή του στον πλειστηριασμό της φτώχιας όσο όσο. Για ένα μεροκάματο στο εργοστάσιο. Για μια χούφτα καλαμπόκι στα χωράφια. Κι ήταν κι άλλες χιλιάδες που τράβηξαν κατά τα έλη, ατελείωτα έλη και μιλιούνια κουνούπια. Είχαν γίνει οι άνθρωποι σαν την κίτρινη φυλή. Σωστοί κούληδες. Και τα «εγγειοβελτιωτικά έργα» και η «αποξήρανσις των ελών» κουδούνιζαν σε κάθε εκλογική περίοδο, το ίδιο κούφια κι άκαρπα, «όπως και η αστική αποκατάστασις των προσφύγων».
[Ιστορία Νεώτερη και Σύγχρονη Γ’ Τάξης Ενιαίου Λυκείου, τεύχος Γ’ (1997), Αθήνα ΟΕΔΒ, σελ. 197]

Ακόμα, οι μαρτυρίες των ανθρώπων και η γνώση της Ιστορίας είναι τα καλύτερα αντίδοτα για την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης για το προσφυγικό σήμερα, αλλά και για την αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.

Αλλά κι αφού ήρθαμε στας Σέρρας, οι ντόπιοι δεν μας θέλανε. Πήγαινε ο θείος να πάρει ζάχαρη και τσάι και δεν του ’διναν. Κάρβουνα δεν δίναν σε πρόσφυγα! Να ο ρατσισμός πώς ήταν! Εγώ μέχρι που τελείωσα το σχολείο, στην Ελλάδα, βιβλία δεν είχα, εκτός από το αναγνωστικό και ένα βιβλίο φυσικής! Η ιστορία ήταν ένα τεύχος σαν κόμικς, ούτε γραμματική είχα, τα μαθηματικά μας τα ’λεγαν προφορικά και τα σημειώναμε. Κι εγώ έπαιρνα και διάβαζα από τα βιβλία των αγοριών, που τα είχαν φέρει από την πατρίδα, γιατί εκεί είχαν όλα τα βιβλία, είχαν και σάλπιγγες και κάνανε μουσική! Μόνο τις σάλπιγγες δεν μπόρεσαν να φέρουν! Όλα τα είχαμε στην πατρίδα!
[Ευάγγελος Γκάλας, από το χωριό Κόλντερε, κοντά στη Μαγνησία]

Κλείνω τούτο το κείμενο μνήμης με το γνωστό ποίημα του Σεφέρη:

[…]
Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.
Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς
με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης
με τ’ αυλάκι του τιμονιού
με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους.
Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ’ ακρογιάλι.
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.
[Γιώργου Σεφέρη, Μυθιστόρημα (1935),  Δ’ «Αργοναύτες»]

Και να πω πως οι άνθρωποι δεν μπορούν και δεν πρέπει να ξεχνούν. Και σίγουρα όσοι βιώνουν τραύματα, μοιραία φοράνε ενδύματα της μνήμης και μαθαίνουν να πορεύονται μαζί τους. Στριφογυρνάνε γύρω από αυτά και συνειδητά ή ασυνείδητα γλείφουν τις πληγές τους.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, ποιήτρια, θεατρολόγος και φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ– Ιστορία Νεώτερη και Σύγχρονη Γ’ Τάξης Ενιαίου Λυκείου, τεύχος Γ’ (1997), Αθήνα ΟΕΔΒ
– Η Έξοδος, Μαρτυρίες από τις επαρχίες της κεντρικής και νότιας Μικρασίας, Τόμος Δ’
– «Το δράμα των προσφύγων του 1922», άρθρο του Γιώργου Θεολογίτη στον ηλεκτρονικό Ημεροδρόμο https://www.imerodromos.gr/prosfyges-1922/ [ 22/10/2022]
 Η μεθοδολογία κριτικής προσέγγισης και επεξεργασίας των ιστορικών πηγών – Συνοδευτικό εκπαιδευτικό υποστηρικτικό υλικό για την Ιστορία κατεύθυνσης Γ’ τάξης Γενικού Λυκείου (Ο.Π.Α.Σ.) –Ιστορικά γεγονότα και σχετικά λογοτεχνικά κείμενα: Σώμα λογοτεχνικών κειμένων με βάση τα σχολικά βιβλία, τόμος ΙΙ, συγγραφή: Ειρήνη Αϊλαμάκη, φιλόλογος Γενικού Λυκείου Σητείας, και Αθανάσιος Κορνηλάκης, φιλόλογος – υποδιευθυντής Γενικού Λυκείου Νέας Αλικαρνασσού Ηρακλείου https://www.pdekritis.gr/www/wp-content/uploads/2021/12/2.-Διδακτική-της-Ιστορίας-Β΄-Τόμος.pdf
– Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1998, 19η έκδ., σσ. 46-47

Πηγή : ΔΙΑΣΤΙΧΟ : https://diastixo.gr/epikaira/552-mikrasiatiki-katastrofi/19431-travma-zontanos-keimena

ΣΤΟ  Μεγάλο αφιέρωμα: Η επίδραση της Μικρασιατικής Καταστροφής στην ελληνική λογοτεχνία του 20ού και 21ου αιώνα https://diastixo.gr/epikaira/mikrasiatiki-katastrofi