Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕ ΘΕΜΑ «Το θέατρο στην Ποίηση » (Μomentum 2017



 Η δεύτερη παρουσίαση της Ανθολογίας με θέμα «Το θέατρο στην Ποίηση » (Μomentum 2017) πραγματοποιήθηκε στο Βlack Duck ,τη Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018 ,στις 6.30 μ.μ




Την εκδήλωση προλόγισε εκ μέρους των εκδόσεων η Αγγέλα Γαβρίλη.Σχετικά με το βιβλίο εισηγήθηκε η ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας Αννα Αφεντουλίδου.
Στη συνέχεια ,ποιητές του τόμου διάβασαν ποίηματά τους:
Tίτος Πατρίκιος ,Στάθης Κουτσούνης, Ασημίνα Ξηρογιάννη,'Αννα Γρίβα,Χάρης Μελιτάς,Βαγγέλης Αλεξόπουλος,Μαρία Κουλούρη ,Εσμεράλδα Γκέκα και ο κύπριος ποιητής Γιώργος Μοράρης.Διαβάστηκαν ποιήματα των :Σπύρου Βρεττού και Γιάννη Στίγκα.
Τον συντονισμό της εκδήλωσης έκανε η ανθολόγος του τόμου ,ποιήτρια Ασημίνα Ξηρογιάννη.



Τίτος Πατρίκιος /Ασημίνα Ξηρογιάννη


***

φωτό Γ.Ρ.

***
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ « ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ»[ΣΤΟ ΜΟΝΚ,15 Ιουνίου 2017]


ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Διώνη ΔημητριάδουΤο δρώμενο της ψυχής πάνω και κάτω από τη σκηνή, Περιοδικό "Θράκα", 16.12.2017

Απόστολος ΘηβαίοςΛίγη φθορά για γούρι/ Το θέατρο στην ποίηση, www.vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2017

Χριστίνα ΛιναρδάκηΤο θέατρο στην ποίηση, "Fractal", Οκτώβριος 2017

Κατερίνα ΘεοδωράτουΤο θέατρο στην ποίηση, diastixo.gr, 5.7.2017

Στέφανος ΞένοςΗ ποίηση στο θέατρο, www.diavasame.gr, Ιούλιος 2017


****





Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ



                                    
Lewis A. Ramsey -father and son



Επιμέλεια:Aσημίνα Ξηρογιάννη




Σέιμους Χήνι

 Ο αγρότης πατέρας μου


“Ο πατέρας μου δούλευε με άλογο τ’ αλέτρι
οι ώμοι του φούσκωναν σαν ανοιχτά πανιά
ανάμεσα στις λάμες και τ’ αργασμένο χώμα.
Τα άλογα τεντώνονταν με της γλώσσας του το πρόσταγμα.

Πεπειραμένος. Έστηνε το φτερό
και ταίριαζε τη λαμπερή ατσάλινη λάμα.
Ο χορτόπλινθος κυλούσε χωρίς ποτέ να σπάει.
Στην ξερολιθιά, μ’ ένα μόνο τράβηγμα

στα χαλινάρια κι η ιδρωμένη παρέα έκανε στροφή
και πίσω πάλι στο χωράφι. Το μάτι του
μισόκλεινε και κάρφωνε τη γη μ’ ακρίβεια
σχεδιάζοντας το όργωμα σαν χάρτη.

Σκόνταφτα στα χνάρια του, σημαδεμένος από σόλες καρφωτές
έπεφτα καμιά φορά πάνω σο γυαλισμένο χορτόπλινθο
κι άλλη φορά με σήκωνε στην πλάτη
όπως βούταγα και σηκωνόμουνα πάνω από το μόχτο του.

Ήθελα να μεγαλώσω να οργώσω
να κλείσω το ένα μάτι, να τεντώνω το μπράτσο.
Το μόνο που έκανα ποτέ ήταν να τον ακολουθώ,
χωμένος στη φαρδιά σκιά του, πάνω κάτω στο κτήμα.

Ήμουνα βάσανο, όπως σκόνταφτα, έπεφτα,
κλαψούριζα συνέχεια. Όμως σήμερα
είναι ο πατέρας μου που στραβοπατάει
είναι πίσω μου και δε λέει να φύγει.”


( «Τα ποιήματα του βάλτου»Εκδ.Καστανιώτη,Ανθολόγηση-Μετάφραση,Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ 2013)


_________________________


Σύλβια Πλαθ

 
Daddy

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια
Παλιό παπούτσι
Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει
Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό,
Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.

Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά
Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει–
Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό,
Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο
Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό
Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό
Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ.
Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος

Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μία ή δυο.
Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω
Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν
Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω.
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.

Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα.
Ιch, ich, ich, ich,
Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή.
Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα είναι αισχρή

Μια μηχανή, μια μηχανή
Που με μασούσε σαν Εβραίο.
Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ.
Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιένης η διάφανη μπίρα
Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά.
Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό
Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό
Ίσως και να 'μαι λιγάκι Εβραία.

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν
Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημα σου.
Το τακτικό μουστάκι σου
Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά.
Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ —

Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα
Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα,
Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά
Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα.

Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που κρατώ,
Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι,
Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι' αυτό,
Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα

Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο.
Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο.
Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ.
Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλα σου να αρκεστώ.

Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο
Και με κόλλα με ένωσαν ξανά.
Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια.
Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα,
Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf

Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων.
Και είπα δέχομαι, δέχομαι.
Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο,
Και οι φωνές δε φτάνουν μέχρι εδώ.

Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο–
Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα
Και μου 'πινε ολοχρονίς το αίμα,
Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις.
Ησύχασε τώρα, μπαμπά.

Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά,
Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ.
Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν.
Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ.
Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.


(Μετάφραση Κατερίνα και Ελένη Ηλιοπούλου)

 ______________________________


 Tσέσλαφ Μίλος


Φόβος
 

''Πατέρα, πού είσαι; To δάσος είναι άγριο,
Υπάρχουν πλάσματα εδώ, οι θάμνοι κουνιούνται.
Οι ορχιδέες εκρήγνυνται με δηλητηριώδη φωτιά,
Ύπουλα χάσματα παραμονεύουν σε κάθε βήμα.

''Πού είσαι, Πατέρα; Eίναι ατελείωτη η νύχτα.
Το σκοτάδι θα είναι αιώνιο.
Οι ταξιδιώτες είναι άστεγοι, θα πεθάνουν από πείνα,
Το ψωμί μας είναι πικρό, και σκληρό σαν πέτρα.

''Η καυτή ανάσα του φρικτού θηρίου
Έρχεται όλο και πιο κοντά, ξερνάει τη μπόχα της.
Πού έχεις πάει, Πατέρα; Γιατί δεν λυπάσαι
Τα παιδιά σου που είναι χαμένα σ' αυτό το ζοφερό δάσος;


 Mετάφραση,Ασημίνα Ξηρογιάννη,
http://www.vakxikon.gr/content/view/2169/11463/  


                                         
giovanni battista moroni - father and son



ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ


74


'Oταν έγραφες ένα χρόνο πριν το σονέτο 47,ζούσε ακόμη.
Χθες πέθανε.Οι γιατροί απλώς αρνήθηκαν να τον επαναφέρουν.
Επί δεκατέσσερις μήνες κοιτούσε τους γυμνούς τοίχους του θαλάμου του
συνομιλώντας μόνο με τον εαυτό του.Κοιτούσε και κοιτούσε.
Το πρωί που ξύπνησες βρήκες ένα  SMS από τον αδελφό σου:
''Call me immediately!Our father...''
[Τα αγγλικά είναι η κοινή σας γλώσσα,κι αυτά σπασμένα ,όπως η σχέση σας.]
'Ωρα Βραζιλίας 14.00.'Εκλεισε τα μάτια του καθώς εσύ άνοιγες τα δικά σου.
Τώρα είσαι πλέον ορφανός.
Φθινόπωρο έφυγαν και οι δύο,με δύο χρόνια διαφορά .   
Οι στάλες της βροχής  στο τζάμι συντονίζονται μ ετη οδύνη σου-
κυλάνε αργά όπως τα δάκρυά σου.
Τον αγαπούσες όσο πίστευες;Σε αγαπούσε όσο ήθελες;
Συνέχισε να ρωτάς.Οι δικοί σου τοίχοι έχουν ακόμα πολλά να πουν.
     

(Σονέτα της Συμφοράς,Πατάκης 2011)

___________________________

Χρίστος Λάσκαρης

 Πάλι ο πατέρας μου


“Απόψε είδα πάλι τον πατέρα μου.
Τριαντατρία χρόνια πεθαμένος
και δεν κουράστηκε να μ’ επισκέπτεται.

Φορούσε το καπέλο του πως θα ταξίδευε.
Η μητέρα μου μπάλωνε στη γωνιά.
«Κάτσε», του λέει, «πού ήσουνα»”.


(Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, Καστανιώτης)


 __________________

 Θανάσης Κωσταβάρας,

Στο σπίτι του πατέρα 


Είμαι στο σπίτι του Πατέρα.
Κρύος αέρας περνάει μέσα από τις ραγισμένες πόρτες.
Κι έξω στον κήπο, μαύρο ξεσέλωτο άλογο
γδέρνει με την οπλή του το χώμα.
Ανεβαίνει την πέτρινη σκάλα χρεμετίζοντας.

Κι εγώ είμαι μόνος στο σπίτι.
Τόσο μόνος όσο δεν ήμουν ποτέ μου.

Ξάφνου, Άγγελος Κυρίου στέκει αντίκρυ.
Ταξιδεμένος Άγγελος στέκει και με κοιτάζει θλιμμένος.

Κι ανάμεσά μας περνούν άσπρα φύλλα του φθινοπώρου.
Άσπρα φύλλα του φθινοπώρου και του χειμώνα περνούν
τα περασμένα μου χρόνια.
Τα κερδισμένα και τ’ άλλα, τα πριν από σένα, τ’ αόριστα.

Στέκω και τον κοιτάζω. Και μέσα στο πρόσωπό του
απορημένος βλέπω το πρόσωπό σου,
μπορώ πίσω από το φόβο να ξεχωρίσω το ωραίο σου
πρόσωπο.

Δεν λέω τίποτα.
Σε κοιτώ μόνο, σαν να ‘σαι το τελευταίο πρόσωπο
που πρόκειται ν΄αντικρίσω.

Κι όπως πέφτει το βράδυ κι ο ίσκιος σου χάνεται
γέρνω στο φευγαλέο μου όνειρο
κι απελπισμένος κλαίω.



( Από τη συλλογή Στο βάθος του χρώματος, 1993)

 ______________


Τίτος Πατρίκιος,


 «Μνημόσυνο I» 

«Δύσκολα χρόνια φτώχειας και κατατρεγμού
μαζί τα ζούσαμε κυλούσαν σα νερό
έπειτα άνοιξα μια πόρτα στο βοριά
κι όλοι σκορπίσαμε σαν ξεραμένα φύλλα.

Όμως πατέρα τώρα σε γνωρίζω από κοντά
βλέπω όσα δεν άγγιξαν τη ζωή σου
άχρηστα λόγια σαλιάρικη ευτυχία
τώρα που η παρουσία σου όλο λιγότερο με βαραίνει.»


 «Μνημόσυνο II»

«Σαν έφυγες πατέρα άνοιξε ένα φαράγγι
και φάνηκαν όλα τα περασμένα χρόνια
σα στρώματα γεωλογικά γυμνά κι απρόσιτα
στην όψη κάθε αντικριστής πλαγιάς.

Τώρα όμως κλείνει σιγά σιγά το χάσμα
μεγαλώνουμε τις αρετές σου ξεχνάμε τα ελαττώματα
σε αλλάζουμε σε σύμβολο να σκέπει και να θάλπει
όπως οι πρώτοι άνθρωποι φτιάχναν το Θεό.»



(από το «Τίτος Πατρίκιος – ΠΟΙΗΜΑΤΑ, II (1953-1959)», Κέδρος)






Λευτέρης Ξανθόπουλος, «Ο πατέρας παντού» Άνοιξε το ντουλάπι της κουζίνας και βγήκε από μέσα ο πατέρας κρατούσε δίχτυ με ψώνια πατάτες μακαρόνια μοσχαρίσιο κιμά τυριά από τον Ζαφόλια 50 δράμια καφέ˙ σας έφερα να φάτε είπε ακούμπησε το δίχτυ στο τραπέζι και βγήκε. Έπειτα ήρθε η μυρωδιά του καπνού από το μπάνιο από το χολ απ’ το υπνοδωμάτιο από το σαλόνι απ’ το φωταγωγό από τον κήπο.

Πηγή : Andro.gr [ http://www.andro.gr/empneusi/top-5-poiimata-gia-ton-patera/ ]

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

notationes /// 'ANOIΞΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2015 /// ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ /// ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

ΑΝΑΣΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ FRACTAL


ΓΡΑΦΕΙ  Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ





Patrikios_peirasmos_cover-2 






«Ο πειρασμός της νοσταλγίας» του Τίτου Πατρίκιου. Εκδ. «Κίχλη»

Ένα καινούργιο βιβλίο του Τίτου Πατρίκιου από τις εκδόσεις Κίχλη. Δεν περιέχει ποιήματα με τη συμβατική έννοια του όρου. Περιέχει σημειώσεις καθημερινότητας σκέτα ποιήματα. Σκέψεις, στοχασμοί, αναστοχασμοί, παρατηρήσεις, ερεθίσματα που μπορούν να αποτελέσουν το έναυσμα για ποιητική δημιουργία και που γράφτηκαν την περίοδο 1980-2014.Όλα τα παραπάνω αφορούν στην κοινωνική ζωή, στην πολιτική, στην χώρα μας, στον θάνατο, στην τέχνη γενικά, στην τέχνη της ποίησης ειδικά, στην γνώση, στον άνθρωπο και στα έργα ,τα ήθη ή τα πάθη του. H ψυχή ξαγρυπνά διαρκώς. Ο νους ξαγρυπνά κι αυτός. Η πένα αποτυπώνει τα σημάδια αυτής της αγρύπνιας. Ενώνει τις άκρες του κόσμου, μας ταξιδεύει στις ιδέες, χαιδεύοντας συνάμα την υφή της πραγματικότητας. Γλώσσα απλή, καθαρή και λειτουργική. Δεν έχει ως στόχο του να προσφέρει στον αναγνώστη αδιαμφισβήτητες αλήθειες ή αδιαφιλονίκητα ρητά. Αντίθετα είναι εμφανές ότι η σκέψη του ρέει , κινείται, γυρίζει και στριφογυρίζει, εκκινώντας σχεδόν πάντα από προσωπικά βιώματα και καταστάσεις. Τα καθολικεύει αυτά τα βιώματα, όμως με τρόπο διακριτικό και ουσιαστικό έχοντας πάντα κατά νου την υποκειμενική υφή των πραγμάτων, καθώς και το ότι η σκέψη του ανθρώπου δεν ταυτίζεται σχεδόν ποτέ ή ελάχιστα με την πραγματικότητα. Νιώθουμε ότι συμβαίνει και στο βιβλίο ακριβώς αυτό που ο ίδιος έχει πει σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Μάκη Προβατά στο Βήμα (http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=693656) :
«Στη ζωή μου κυριαρχεί η βαθμιαία απόρριψη των βεβαιοτήτων». Και συνεχίζει: «Ανήκω σε μια γενιά που ξεκίνησε με απόλυτες και οριστικές βεβαιότητες». Ευκρινής, σκεφτόμενος, ανθρωπιστής και διαλεκτικός εμφανίζεται ο ποιητής εξερευνώντας τις ποικίλες όψεις των πραγμάτων. «Μέσα σε τί ερημιά ζούνε αυτοί που πιστεύουν πως έχουν πάντα δίκαιο. Και σε τί κατάθλιψη βυθίζονται εκείνοι που φοβούνται πως έχουν διαρκώς άδικο.», γράφει στη σελίδα 48. Προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη σε γόνιμο διάλογο. Οι λέξεις που γεννούν τις άλλες λέξεις. Οι σκέψεις που γεννούν τις άλλες σκέψεις. Δραματικές επισημάνσεις, ερωτήματα που αιωρούνται, ανάπλαση και παραλλαγή αναμνήσεων, απολαυστικές διαπιστώσεις επεξεργασία παλαιότερων σημειώσεων, δραστικά σχόλια που αφορούν συγγραφείς και αναγνώστες, απόπειρα ορισμού των πραγμάτων, αναστοχασμός παλαιότερων βιωμάτων και αυτοβιογραφικών στοιχείων ,όλα αυτά τα συναντάμε στο νέο βιβλίο του Πατρίκιου:
«To παρελθόν δεν θα μπορούσε να υπάρξει αν δεν το τροφοδοτούσε μια συνεχής ροή παρόντος» (σελ.17)
«Για να κρατήσει μια πίστη χρειάζεται να απειλείται συνεχώς από απιστίες» (σελ.23)
«Η γραφή για να προκαλέσει έστω τον ελάχιστο φόβο στην εξουσία, θα πρέπει πρώτα να τρομάξει αυτόν που γράφει.»(σελ. 107)
«Η τέχνη είναι τεχνούργημα. Όσο πιο τεχνουργημένη είναι, τόσο πιο φυσική φαίνεται». (σελ.138)
«Η ποίηση ξεκινά σαν αυτοβιογραφία του ποιητή και ολοκληρώνεται σαν αυτοβιογραφία του αναγνώστη». (σελ .172)
«Με τη Ρένα δεν είπαμε ποτέ κουβέντες μεγαλόστομες. Όπως «μόνο ο θάνατος μπορεί να μας χωρίσει». Και να που τώρα αυτό που ποτέ δεν είπαμε βγαίνει αληθινό.» (σελ.182)
«Κλασικός είναι ένας μοντέρνος που δεν παλιώνει ποτέ» (σελ.215)
Αφηγήσεις είναι και αυτές τρόπον τινά. Τρόποι και μέσα να διοχετεύσει ο Πατρίκιος το ανοίκειο βλέμμα του και να το μοιραστεί με τον κόσμο, με τον «άλλο», αναμετρούμενος γοητευτικά με μικρές ή μεγάλες αλήθειες, καθώς και με δικές του αποτυχημένες ή πετυχημένες τυχόν ενδοσκοπήσεις. Κλείνω τούτο το κείμενο με τα λόγια του από την «Πρωθύστερη σημείωση» στην αρχή του βιβλίου (σελ.7): «[...]…προσπαθώ να κρατήσω στην επιφάνεια τα όσα ζήσαμε, τα όσα έζησα, ακόμα ως προχτές. Κι ασήμαντα αν είναι, ρίχνουν κάποιο φως στα σημερινά. Πάντως, όταν τα αφηγούμαι, τα πιο μύχια τα λέω κάπως παραλλαγμένα. Τα πιο επικίνδυνα τα κρατάω για μένα.»