Translate

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Η Κική Δημουλά απαντά αποκλειστικά στο maga.gr///





 πηγή: maga.gr ///Δημοσιεύθηκε στις 7 / 5 / 2013



Δημήτρης Παπαδημητριάδης, MD MSc, ιατρός, maga.gr CEO


Το γύρο του διαδικτύου κάνουν οι δηλώσεις που φέρεται να έκανε η ποιήτρια Κική Δημουλά. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα, στη διάρκεια εκδήλωσης των Atenistas στην Κυψέλη , η ποιήτρια φέρεται να είπε ότι “δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη μιας και είναι τόσοι πολλοί που πιάνουν τα παγκάκια και δεν μπορεί να κάτσει κανείς στην πλατεία”. Ενας άνθρωπος που στεναχωριέται για τη μοίρα του ανθρώπου δύσκολα λειτουργεί ρατσιστικά, σκέφτηκα και επικοινώνησα μαζί της.


Τη ρωτάω τι έχει συμβεί με την Κυψέλη. Είναι θυμωμένη και στενοχωρημένη. Μου απαντά ότι την κυνηγούν για δηλώσεις, αλλά η ίδια δεν θέλει να απολογηθεί. “Δεν θα κάνω δήλωση να πείσω ότι δεν αποκάλεσα όλους τους κλέφτες δολοφόνους. Είπα μια περίπτωση που συνέβη μέσα στην οικογένειά μου και χρειάστηκε να φτάσουμε στο νοσοκομείο και εννοούσα πόσο τρόμο μου δημιουργεί αυτό το πράγμα.”. Πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να βγει σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις για να εξιλεωθεί στους επιτιθέμενους.

Ένιωσε λοιπόν αυτόματα την ανάγκη στην κουβέντα μας να μου εξηγήσει τον θυμό της. “Δεν μπορώ εγώ να απολογηθώ για ό,τι συμβαίνει. Δεν είπα ότι βγήκα στην πόρτα μου και άκουσα ουρλιαχτά από μια γυναίκα που της είχαν αρπάξει τον σταυρό από τον λαιμό της. Είπα ότι η αδελφή μου ετών 70 και ο άντρας της ετών 75 δέχτηκαν επίθεση. Τους χτύπησε την πόρτα κάποιος, του άνοιξαν, μπήκαν δύο μέσα, τους φίμωσαν το στόμα, τους έκλεισαν στο μπάνιο και επί δυόμισυ ώρες ανενόχλητοι δεν άφησαν τίποτα. Ξάφρισαν όλο το σπίτι. Κατέθεσαν στην αστυνομία, ήρθαν οι αστυνομικοί και πήραν αποτυπώματα και φυσικά δεν έγινε τίποτα. Και τη δεύτερη φορά, ένας έξω από την πόρτα της αδελφής μου, επειδή δεν του έδωσε το κλειδί να μπει μέσα στο σπίτι της, την χτύπησε και πήγαμε στο νοσοκομείο.”
Η Κική Δημουλά, αισθάνεται πληγωμένη από τον τρόπο που την αντιμετωπίζουν εκείνοι που βρίσκονται απέναντι. “Αυτή είναι μια εχθρικότητα εναντίον μου άνευ προηγουμένου, την οποία έχω συναντήσει σε πάρα πολλές φάσεις.” Την ρωτάω γιατί δέχεται συχνά επιθέσεις τον τελευταίο καιρό. “Ποιός ξέρει. Κάποιοι έκαναν το λάθος να πουν ότι είμαι υποψήφια για το Νόμπελ, για το οποίο είναι υποψήφιοι 150 άνθρωποι κάθε χρόνο, και ίσως αυτό ενοχλεί. Δεν έχω άλλη εξήγηση γιατί εγώ δεν ενοχλώ πραγματικά κανέναν.”.
Και συνεχίζει με έκδηλη απογοήτευση στη φωνή. “Μπήκα στον στόχο. Αρχίζω να αισθάνομαι ότι πρέπει να μεταναστεύσω σε άλλη χώρα. Μάλλον δεν με θέλει η Ελλάς εδώ πέρα, έτσι φαίνεται. Εγώ δεν έχω καμία σχέση με αυτές τις διαφορές των φυλών. Οι Πακιστανοί που βρίσκονται τουλάχιστον στα φανάρια θα μπορούσαν να έρθουν μάρτυρες υπερασπίσεώς μου. Λυπάμαι πάρα πολύ τους ανθρώπους που υποφέρουν. Δεν είμαι υποχρεωμένη, ως μη ρατσίστρια, να λυπάμαι και τους φονιάδες όμως. Δεν είμαι. Δεν έψεξα κανέναν, δεν κατηγόρησα κανέναν, δεν αντεπιτέθηκα σε αυτούς που μου επιτέθηκαν.” Νιώθει την ανάγκη να μου απολογηθεί για τον θυμό της “Με συγχωρείτε που θυμώνω. Το λάθος μου είναι ότι πήγα σε αυτή την ιστορία της Κυψέλης. Τελικά πρέπει κανείς να κάθεται μέσα στο σπίτι του και να μην ομιλεί.”
Τη μαλώνω διακριτικά: η σιωπή δεν βοηθάει. “Αν πρέπει να λέμε μόνο ό,τι δεν μας προκαλεί και δεν μας εκθέτει ή πρέπει να προβλέπω πότε θα μου επιτεθούν και πότε δεν θα μου επιτεθούν; Αυτό δεν μπορώ να το κάνω, είμαι μεγάλος άνθρωπος και σε απόσυρση, ας με αφήσουν λίγο ήσυχη. Εγώ έχω καθαρή συνείδηση. Αν μου σπάσουν τα μούτρα θα νιώσω μίσος απερίγραπτο για αυτόν που μου τα έσπασε, όχι για τον ξάδελφό του που είναι εργάτης και πεινάει. Διαχωρισμένα τα πράγματα.”
Συμπεραίνει ότι οι επιθέσεις απέναντί της έχουν πολύ σκοτεινά κίνητρα. Τη ρωτάω χωρίς δεύτερη σκέψη αν νιώθει ότι αυτές οι επιθέσεις έχουν και πολιτικό κίνητρο. Της λέω ότι τα κόμματα παίρνουν θέση υπέρ και εναντίον των μεταναστών και της φέρνω ως παράδειγμα τη Χρυσή Αυγή. Περιμένω με αγωνία το σχόλιό της. “Βέβαια, αυτό φυσικά. Τώρα βρήκαν την ευκαιρία. Να ήξεραν από μέσα τους πόσο είμαι με το μέρος των μεταναστών. Να το ήξεραν μόνο. Είναι τρομακτική η κατάσταση. Η υποκρισία του ανθρώπου είναι άλλο πράγμα. Άλλο είναι η επίδειξη συμπόνοιας για τους αδυνάτους με αυτόν τον τρόπο. Πρόκειται για ό,τι πιο ψεύτικο υπάρχει.”
Κάνει μια μικρή παύση και νιώθω τον θυμό της να φουσκώνει τις φλέβες της. “Τη Χρυσή Αυγή θα ήθελα να τη σκοτώσω γιατί σκοτώνει αυτούς τους ανθρώπους. Ειλικρινά σας λέω με πιάνει ρίγος που τη βλέπω. Εκεί ναι, θα μπορούσα να τους πυροβολήσω που επιτίθενται σε φτωχούς κακομοίρηδες. Άκουσα για το επιλεκτικό συσσίτιο. Μου σηκώθηκε η τρίχα. Και λένε ότι είμαι εγώ ρατσίστρια;”
Επανέρχεται στην επικαιρότητα των δηλώσεών της και στην απογοήτευσή της για την ερμηνεία που δόθηκε σε αυτές. “Η κακοήθεια πρέπει να έχει τροφή αλλιώς πεθαίνει. Άμα τους τη δίνω εγώ αυτή την τροφή, τι να κάνω; Μάλλον κάνω άλλη μια ευεργεσία. Συγχύστηκα ειλικρινά. Δεν το περίμενα αυτό καθόλου. Έδωσα μια ουδέτερη εικόνα, είπα ότι παρά ταύτα αν ήμουν ρατσίστρια θα έφευγα από την Κυψέλη. Τα παιδιά μου έχουν πάει αλλού κι έχω σπίτι να μείνω εκεί που βρίσκονται. Κι όμως, εγώ κάθομαι μόνη, 82 χρονών σε αυτό το σπίτι.”


Επιμένω στην ερώτησή μου περί της σιωπής. Της λέω ότι οι νέοι άνθρωποι αισθάνονται πως οι περισσότεροι πνευματικοί άνθρωποι σιωπούν για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Την εξοργίζω. “Ποιός είναι ο πνευματικός άνθρωπος;” με ρωτάει έντονα. Μου μιλάει για έναν ιδιότυπο ρατσισμό υπέρ των πνευματικών ανθρώπων. “Να συζητήσουμε αυτή τη γελοία παρανόηση και μεγαλοποίηση του όρου πνευματικός άνθρωπος; Τί είναι αυτός ο πνευματικός άνθρωπος που από έναν πάσχοντα ξέρει περισσότερα; Γιατί; Είναι έξυπνος; Έλυσε κανένα πρόβλημα της χώρας του ο πνευματικός άνθρωπος; Έχει καμία εξουσία; Ή μήπως γιατί βγαίνει κάθε τόσο σε μια εφημερίδα ή σε ένα κανάλι και αποφαίνεται; Δεν μπορώ να το δεχτώ. Αυτό είναι ο ρατσισμός, να θεωρούμε τους πνευματικούς ανθρώπους αξιότερους να εκφράζονται και να επηρεάζουν περισσότερο από ό,τι οι ίδιοι οι δεινοπαθούντες.”.
Είναι κατηγορηματική. “Δεν έχουν όμως καμία δύναμη οι πνευματικοί άνθρωποι και δεν πρέπει να τους ανεβάζετε σε βαθμό εξουσίας, ωσάν όλοι οι άλλοι άνθρωποι να είναι ηλίθιοι. Δεν είναι ηλίθιος κανένας. Όλοι ενστικτωδώς γνωρίζουν τι είναι το συμφέρον και τι το βλαβερό. Δεν είναι ανάγκη να έχουν σπουδάσει, δεν είναι ανάγκη να έχουν γράψει ποιήματα. Το ωραίο και το άσχημο, το δίκαιο και το άδικο, τα μυρίζεται κανένας, χωρίς να είναι καλλιτέχνης, ζωγράφος ή ποιητής. Αυτά είναι μια κρούστα εξευγενίσεως και αυτή η κρούστα δεν είναι τόσο στέρεη. Καμιά φορά αν σπάσει, χύνεται από μέσα και λερωμένο περιεχόμενο”, μου λέει με νόημα.
Είναι σειρά μου να κάνω μια παύση. Την ακούω με προσοχή τόση ώρα και σκέφτομαι κάπου εδώ το θέμα της έκθεσης που έγραψα κάποτε στις πανελλαδικές εισαγωγικές εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο “Ποιά είναι τα πρότυπα που πρέπει να έχουν οι νέοι”. Η απάντησή μου τότε πρέπει να μου είχε στοιχίσει αρκετούς βαθμούς. Είχα γράψει ότι οι νέοι πρέπει να δημιουργούν δικά τους πρότυπα και να κάνουν πρότυπο τον εαυτό τους. Συνομιλώ λοιπόν με την Κική Δημουλά που διαβάζω από μικρός και αγάπω όσο λίγους σύγχρονους ποιητές. Ποιόν να ακούνε οι νέοι άνθρωποι; “Τη συνείδησή σας και τη σοφία σας που αποκτάτε από τις εικόνες που έχετε στο δρόμο. Δεν μπορεί να μην γίνεστε σοφός ζώντας ανάμεσα σε κόσμους και σε ανθρώπους ετερόκλητους. Ξέρετε ότι οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους. Ένας πνευματικός άνθρωπος έχει μικρότητες όπως και ένας μη πνευματικός άνθρωπος. Έτσι νομίζετε εσείς, ότι η ποίηση εξαγνίζει. Η ποίηση είναι άλλο αγαπητέ μου και ο χαρακτήρας μας είναι άλλο.”
Ξέρω τι μου λέει. Αλλά ως ψυχίατρος έχω ελάχιστες αμφιβολίες ότι και η ίδια η “συνείδηση” δεν μπορεί να χειραγωγηθεί από εκείνον που γνωρίζει καλά την τέχνη. Συμφωνεί με αυτό. “Βεβαίως χειραγωγείται. Αλλά να θυμάστε πάντοτε, το χάρισμα, αν υπάρχει και αν πρόκειται για χάρισμα είναι ανεξάρτητο σημείο από τον χαρακτήρα. Έχω δει εξαίσιους ποιητές να είναι δολοφόνοι και προδότες. Το γράφει άλλωστε η ιστορία. Τι ανάγκη έχετε εσείς να σας πω εγώ τι να κάνετε;”. Με ρωτάει “Αυτοί που μας κυβερνούν, δείχνουν να λογαριάζουν τους πνευματικούς ανθρώπους;”. Έχει δίκιο. Στις μέρες μας δεν φαίνονται να τους φοβούνται. Και συνεχίζει “αυτό σημαίνει ότι οι πνευματικοί άνθρωποι είναι μια φούσκα ως έννοια που δεν τρομάζει κανέναν. Πιστέψτε με. Έπρεπε να έχει πάρει ο Σεφέρης το Νόμπελ και ο Ελύτης το Νόμπελ για να πουν μια κουβέντα η οποία να γραφτεί στην ιστορία. Ο Σεφέρης μίλησε για τη Χούντα. Γράφτηκε στην ιστορία… Μία κουβέντα.”


Τη ρωτάω αν αυτό είναι οξύμωρο με τη δική της περίπτωση. Η ίδια πιστεύει πως δέχεται επίθεση. Κάποιον τρομάζει λοιπόν. Αστειεύεται, καταφατικά “Εγώ είπα μια φορά καλημέρα σας στον Ηλία Ψινάκη και ξεσηκώθηκε ο τύπος και οι πνευματικοί άνθρωποι ότι τάσσομαι πολιτικά με τον Ηλία Ψινάκη. Ε λοιπόν δεν έχω σωτηρία. Μόνο όταν πεθάνω θα ησυχάσουν. Δεν έχω καμία αντίρρηση να πεθάνω, αν και μισώ τον θάνατο. Αλλά δεν μπορώ πια να είμαι το κόκκινο πανί όλων αυτών των ανθρώπων που δεν ξέρω τι συμπλέγματα τους κυνηγούν επιτέλους.”
Μου προτείνει εμφατικά ότι οφείλουμε να υποπτευόμαστε τους πνευματικούς ανθρώπους. “Γιατί είναι φιλόδοξοι. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω, αλλά πραγματικά είμαι πολύ προσεκτική. Φαίνεται όμως η φιλοδοξία μου στο ότι αποφάσισα να λέγομαι ποιήτρια. Κανέναν να μην εμπιστεύεστε και να ακούτε αυτό που βλέπετε. Τι βλέπετε σήμερα.” Μου εξηγεί ότι η ίδια μπορεί να καταλάβει κάποιον που μπορεί να ψέξει την πολιτική, τις αποφάσεις που λαμβάνονται, κάποιον που να μπορεί να υπερασπιστεί “αυτούς τους ανθρώπους που αυτοκτονούν από την πείνα και τη δυστυχία”. Εντοπίζει όμως αυτή τη σημαντική διαφορά: “Δεν χρειάζεται να είναι πνευματικός ο άνθρωπος για να τους υπερασπιστεί. Η ίδια η πράξη της αυτοκτονίας ζητάει υπεράσπιση.”
Ανακαλώ ξανά στο μυαλό μου τη βόλτα της με τους Atenistas στην Κυψέλη, πρόσφατα, και τη διάσταση που πήραν οι δηλώσεις της. Οι δημοσιογράφοι έχουν ευθύνη εδώ; “Αλήθεια δεν ξέρω. Βέβαια δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα αυτό που ελέχθη από εμένα και τον Κουμανταρέα και από εκεί και πέρα, ποιός το πήρε και τι το έκαναν… δεν νομίζω ότι φταίνε οι δημοσιογράφοι.” Έχει τη γνώμη ότι οι εφημερίδες αν δεν αρπάξουν τέτοιες ευκαιρίες δεν γεμίζουν. Ότι πρέπει να εξασφαλίζουν την ύλη τους. Η ίδια νιώθει ότι οι αντίπαλοί της είναι μια ομάδα ανθρώπων πολύ διαφορετική. “Άνθρωποι που είναι ποιητές, που δεν έχουν αναγνώριση, που θεωρούν ότι εγώ βρέθηκα παραπάνω χωρίς να το αξίζω. Κι όμως δεν επεδίωξα εγώ να μπω στην Ακαδημία Αθηνών. Έχω ακούσει πάρα πολλά. Έχει κουραστεί το αυτί μου. Ούτε την ηλικία μου σέβονται. Ποιόν ποιητή ή ποιόν συγγραφέα ενόχλησα εγώ ποτέ; Ακούστηκε ποτέ να έχω κακολογήσει ομότεχνό μου; Βέβαια δεν είμαι ικανή εγώ να κατακρίνω. Δεν είμαι τόσο καθαρή και άμεμπτη ώστε να μπορώ. “

ΣΤΗΛΗ///ΤΗΕ ΑRTMANIACS///EΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ



...συνέντευξη στην ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ




Κυρία Γκίκα ,σας ευχαριστώ,σας καλωσορίζω στο Varelaki  και ξεκινώ...
Η γραφή ολόκληρη η ζωή σας! Θα σας γυρίσω χρόνια πίσω! Πώς ξεκινήσατε; Με ποια αφορμή; Ποιοι σας επηρέασαν;


Γράφω απ’ όταν πρωτοφοβήθηκα. Επτά χρονών, όταν αρρώστησε η μαμά μου. Αφηγούμαι ιστορίες στον εαυτό μου απ’ όταν πρωτομίλησα, μοναχοπαίδι και ήταν το παιχνίδι μου. Από τότε γνώρισα έναν παράλληλο κόσμο που διαρκώς μου αποκάλυπτε: τον γρίφο που δεν έβλεπα, το αίνιγμα που άλλαζε πρόσωπα, τη ζωή μου, τους άλλους, κι εμένα την ίδια. Ζούσα σε μια γειτονιά αλλόκοτη, με θαύματα. Στο μικρόκοσμό της συνέβαιναν και συμβαίνουν όλα. Τα βιβλία ήταν από παιδί για τη ζωή μου, πραγματικότητα. Απτή και παρούσα, πιο πραγματική από την καθημερινότητά μου. Όλα είναι ένα σύμπαν σήμερα, εκείνο που ζω κι εκείνο που φαντάζομαι, αυτά που διάβασα κι εκείνα που έζησα, το θεικό παρόν και το μαγικό αεί μεταβαλλόμενο παρελθόν μου. Διαβάζω και γράφω δηλαδή ζω, δεν έχω συνηθίσει σε κάτι άλλο. Όταν αυτά μου συμβαίνουν, αισθάνομαι να είμαι στο δρόμο μου.

Πώς κάθε φορά ξεκινάτε να γράψετε κάτι καινούριο; Με ποιους τρόπους παγιδεύετε μια ιδέα, εγκλωβίζετε ένα αρχικό ερέθισμα;

Με παγιδεύει η ιδέα’ κι εγώ της αφήνομαι! Με εμπιστοσύνη είτε αυτό είναι ο τίτλος ενός βιβλίου που θα γίνει ιστορία μετά από πέντε ή επτά χρόνια, είτε ένας στίχος που θα με βγάλει ή θα με βάλει στα δύσκολα. Είναι σα να ‘ναι η ιστορία εκεί έξω κι εγώ την αγγίζω στην ακρούλα της. Όποτε γίνομαι άξια να την αγγίξω και όσο… Λίγα κάνω, δλδ παραμένω ανοιχτή στο δικό της ενδεχόμενο.  Κι όσο περνούν τα χρόνια η ιστορία όλο και πιο συχνά με καταδέχεται. Το μόνο που χρειάζεται από μένα είναι να ζω και να σωπαίνω όσο γίνεται, να περιμένω. Έχει άλλους χρόνους, θέλει τους χρόνους της. Κι ο εγωιστικός μας χρόνος την απομακρύνει ή την μπερδεύει.

Aγαπημένοι σας συγγραφείς (πεζογράφοι/ποιητές/θεατρικοί συγγραφείς),παλαιότεροι και σύγχρονοι!


Αγαπώ πολλούς και για αλλιώτικους λόγους. Πάντα επιστρέφω στον Μπόρχες και στον Ντοστογιέφσκι, πάντα μαγεύομαι με την Μπλίξεν και απελπίζομαι με τον Καμύ και με τον Κάφκα, ο Μαγιακόφσκι, η Σύλβια Πλαθ, ο Πρεβέρ κι η Ντίκινσον είναι δίπλα από τις φωτογραφίες της οικογένειας, δεν έπαψα ποτέ να αναζητώ τον δικό του χαμένο χρόνο (Προυστ), τα αστυνομικά είναι τα καλοκαίρια μου, τα πατερικά κείμενα οι νύχτες μου, ο Παπαδιαμάντης κι ο Βυζηινός η ψυχή και η τρέλα μου, ο Πεντζίκης και η Γιουρσενάρ οι σοφοί συγγενείς μου. Διαβάζω τα πάντα, από την «Άννα Καρένινα» του Τολστόι ως το «Ένα δικό μου δωμάτιο» της Βιρτζίνια Γουλφ, από το «Ο άνθρωπος που κοιμάται» και το «Ζωή: Οδηγίες χρήσεως» του Τζωρτζ Περέκ ως τον «Παράξενο Τζων» του Στάπλετον, απ’ τον Σομόθα και το «Σπήλαιο των ιδεών» ως το Μπολάνιο και τον Μουρακάμι. Με μαγεύει η Ογκάουα και γενικώς είμαι ανοιχτή ώστε ο άλλος να με μαγεύει. Με ταράζει ο Σαλάμοφ, με ανασταίνει ο Ταρκόφσκι, αλλά τους γρίφους πια μου τους λύνει το άσπρο χαρτί, όταν με καθαρή καρδιά πλησιάζω μια ιστορία ανείπωτη ή χιλιοειπωμένη. Κάθε βιβλίο μια συνάντηση. Κάθε ιστορία, μια μέρα δική μας που δεν πήγε χαμένη.


Αγαπημένα σας βιβλία. Θα είναι σίγουρα πολλά...οπότε μερικούς τίτλους μόνο..

«Έγκλημα και τιμωρία», «Ο ηλίθιος», «Το υπόγειο», «Λευκές νύχτες» και «Οι δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι. Άπαντα του Μπόρχες με την υπέροχη μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη και Δημήτρη Καλοκύρη, «Η σκακιστική νουβέλα» του Στέφαν Τσβάιχ, «Ο παράμεσος», «Άρωμα πάγου», «Ξενοδοχείο Ίρις» της Γυόκο Ογκάουα, «Το σύννεφο με τα παντελόνια» του Μαγιακόφσκι, «Γοτθικές ιστορίες» της Μπλίξεν, «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ, «Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων» σ’ όλες τις μορφές και σ’ όλες τις γλώσσες, «Πικ νικ στην άκρη του δρόμου» (ο υπέροχος Στάλκερ του Ταρκόφσκι) των Μπόρις και Αρκάντι Στρουγκάρσκι, «Σολάρις» και «Η αναζήτηση» του Στάνισλαβ Λεμ, «Η επιστροφή του Νετσάγιεφ» και «Τα σανδάλια» του Χόρχε Σεμπρούν, η «Μοναχούλα» του Πιέρ Πεζύ, η «Ασκητή της αγάπης» της γερόντισσας Γαβριηλίας και τα Πατερικά Κείμενα, το Γεροντικό, ο Άντερσεν, τα ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον, της Σύλβια Πλάθ, του Καρυωτάκη και του Σαχτούρη…

Ένα σχόλιο για την σύγχρονή μας λογοτεχνική πραγματικότητα.


Όσο σκληραίνει η ζωή μας, δυστυχώς, γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρουσα. Αποκτά βάθος, ειδικό βάρος, απορροφά όλους τους κραδασμούς και μας επιφυλάσσει κάπου εκεί στις γραμμές μια καινούργια πραγματικότητα. Εκείνο που αγνοούμε μα ωστόσο μέσα μας λάμπει.

Λογοτεχνία και διαδίκτυο.


Το μέσον αλλάζει. Και αυτό το καινούργιο μέσο τ’ αγαπώ τελικά. Ο αφηγητής και οι ιστορίες παραμένουν οι ίδιες.

Γινεται μεγάλη προσπάθεια για τη διάδοση του ψηφιακού βιβλίου...


Καλώς γίνεται. Όπως καλώς συνεχίζεται και το τυπωμένο βιβλίο ως έργο τέχνης.


Ποιά άλλη μορφή τέχνης σας συγκινεί;

Η γλυπτική. Από παιδί. Ήταν το πρώτο που προσπάθησα. Ο πηλός που ανασταίνεται. Αλλά μια καλοκαιρινή μπόρα μου άλλαξε την πορεία και έκανε golem νεκρό το πρώτο μου σαλιγκάρι… Ο Ροντέν και η Καμίλ Κλωντέλ όμως μπήκαν στην καρδιά μου για πάντα.


Παρακολουθείτε θέατρο;

Έχω υπάρξει από τα πολύ τυχερά πλάσματα. Έκανα και θεατρικό ρεπορτάζ για μια  δεκαετία. Τότε που άνθισαν ΔΗΠΕΘΕ και Πειραματικές σκηνές. Τριακόσιες και βάλε παραστάσεις τον χρόνο. Σχεδόν όλη την Επίδαυρο και το Ηρώδειο… Είδα και χόρτασα, τους αγάπησα κι άνθισα, αρχαίους τραγικούς,  Τένεσι Ουίλιαμς, Ο’ Νηλ, Ιονέσκο, Μπέκετ, Αναγνωστάκη, Βογιατζής, Μιχαηλίδης, Αντύπας, Τερζόπουλος, Χουβαρδάς, Αμόρε, Εμπρός, Ανοιχτό Θέατρο και Απλό, τώρα ζω κάπως απομονωμένη. Αγαπώ την όπερα όμως και μοιάζει πια και να μου αρκεί.


Διαβάζετε κάτι τώρα;

Δεν υπάρχει ημέρα που να μη διαβάσω, διαβάζω αδιάκοπα με λόγο ή και χωρίς λόγο. Διαβάζω για να γράψω, διαβάζω για να περάσω καλά, διαβάζω για να ζήσω. Μόλις τέλειωσα το τρίτο μέρος από το «1Q84» του Μουρακάμι, ξαναδιάβασα πρόσφατα το «Έγκλημα και τιμωρία» σε μετάφραση Ελένης Μπακοπούλου από την «Ίνδικτο», σήμερα διαβάζω τον «Διασυρμό» του Μπαμπασάκη. Μου θυμίζει πράγματα, δρόμους, ανθρώπους, και πονώ και γελώ.


Γραφετε κάτι;

Περιμένοντας να βγει το μυθιστόρημα «Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» και το καινούργιο μου παραμύθι, και τα δυο απ’ τις εκδόσεις «Καλέντη», ναι βρίσκομαι ήδη στην αρχή μιας ιστορίας. Είχα πει «ερωτικό ποτέ ξανά» για να διαπιστώσω ότι είναι το πρώτο ερωτικό μου. Πάω ανάποδα μάλλον… Ερωτικό και μαγικό, βιβλιοφιλικό, ταυτοχρόνως. Με τις αλλόκοτες εκείνες συμπτώσεις που καθορίζουν αμετάκλητα κι ανεπαίσθητα τη ζωή.


Υπάρχουν κάποιοι νέοι λογοτέχνες που ξεχωρίζετε;

Έχουμε εξαιρετικούς νέους λογοτέχνες και σίγουρα αναφέροντας κάποιους, κάποιους άλλους αδικώ, αλλά ας το προσπαθήσω: Γιάννης Γενάρης «Πρίγκιπες και δολοφόνοι», Μαρία Ξυλούρη «Έτσι τελειώνει ο κόσμος», Αγγέλα Γαβρίλη «Iridium”, Διονύσης Μαρίνος, Βαγγέλης Μπέκας, Ευτυχία Παναγιώτου, Στέφανος Ξένος, Γιάννης Παλαβός, Βασιλική Πέτσα, Μαρία Φακίνου, Βάσια Τζανακάρη, Ασημίνα Ξηρογιάννη, ναι έχω διαβάσει ποίησή σας και μ’ αρέσει πολύ…


 Δεδομένης της Κρίσης που διανύουμε ακόμα...διαβάζουν βιβλία οι έλληνες σήμερα;

Μια χαρά διαβάζουν, δηλαδή πάντα όσοι διάβαζαν εξακολουθούν να διαβάζουν και θα διαβάζουν.


Ti θα λέγατε σε έναν λογοτέχνη που τώρα ξεκινάει...;

Να γράφει πάντα έχοντας τη βαριά του σκιά, να μη σκέπτεται ούτε τον αναγνώστη ούτε τη συντεχνία όταν γράφει αλλά το αίνιγμα και την ψυχή του, να γράφει για να σωθεί πρώτα με εκείνα που ξέρει. Και να γνωρίζει πως δίνει σώμα και αίμα για να λάβει ιστορίες, υπάρχει ένα τίμημα και το πληρώνεις αγόγγυστα μόνο όταν για σένα σ’ αυτή τη ζωή δεν έχει άλλο δρόμο… Οι εποχές που έγραφες για δόξα ή για λεφτά, έχουν περάσει πια ευτυχώς ανεπιστρεπτί, τώρα θα γράφουμε, αν γράφουμε, για την σωτηρία της ψυχής μας και για την ψυχή της λογοτεχνίας.


Ti ονειρεύεστε..!Σχέδια για το μέλλον...

Μάλλον διανύω την ηλικία του θεικού παρόντος, χαίρομαι την κάθε ώρα και την κάθε στιγμή με ό,τι έχει προηγηθεί και με ό,τι θα προλάβω ή δεν θα προλάβω να ζήσω. Έχω πάψει να κάνω όνειρα σκηνοθετώντας τη δική μου ζωή, τώρα είμαι ανοιχτή στο μεγάλο σκοτεινό – φωτεινό σκηνοθέτη. Κάθε μέρα υπογράφω «εν λευκώ» στη ζωή. Μεγάλος δάσκαλος, είδατε; η ασκητική της αγάπης. Βέβαια, άνθρωπος είμαι και τρομάζω αναζητώντας τον έλεγχο μιας καθ’ όλα μαγικής και εκτός ελέγχου ζωής, αλλά με το καλό ή με το κακό επανέρχομαι στην μαγεία της και στο δώρο της κάθε στιγμής, κάθε μέρα μαθαίνουμε αυτό που την άλλη ξεχνάμε.


 http://www.biblionet.gr/author/1443/%CE%93%CE%BA%CE%AF%CE%BA%CE%B1,_%CE%95%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7,_1959-_,_%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82