Translate

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Δεληβορριάς Άγγελος, 1937-2018




Ο Άγγελος Δεληβοριάς γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα. Σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία (1956) στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Ξεκίνησε τις μεταπτυχιακές του σπουδές το 1964 στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ/Μπραϊσγκάου και το 1965, έπειτα από επιτυχή διαγωνισμό, διορίστηκε στην Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Υπηρέτησε αρχικά στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας υπό την καθοδήγηση του Χρήστου και της Σέμνης Καρούζου και αργότερα ως επιμελητής στις Εφορείες Αρχαιοτήτων Αχαΐας και Αρκαδίας-Λακωνίας.
Το 1969, με υποτροφία της Alexander von Humboldt Stiftung, άρχισε τη μελέτη της διδακτορικής του διατριβής στο Πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν, την οποία και ολοκλήρωσε το 1972. Κατά το διάστημα 1972-1973 συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην Ecole Pratique des Hautes Etudes. Από το 1973 έως και το 2014, για 41 χρόνια, διηύθηνε το Μουσείο Μπενάκη, τη ριζική ανάπλαση του οποίου ανέλαβε και ολοκλήρωσε τον Ιούνιο του 2000. Για την οργάνωση των νέων εκθεσιακών χώρων έτυχε διεθνούς αναγνωρίσεως και τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1992 εξελέγη καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1998 έως το 2003 διετέλεσε διευθυντής προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών στο ίδιο Τμήμα. Το 2005 αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο ως ομότιμος. Άρθρα και εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε πολλές ελληνικές και διεθνείς εκδόσεις.
Έφυγε από τη ζωή στις 24 Απριλίου 2018, σε ηλικία 81 ετών.


Πηγή:biblionet


***




ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΔΕΛΗΒΟΡΡΙΑ

(Αναδημοσίευση//2018-05-01 18:12:00/// ///από «ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ» με τον τίτλο «Ο Άγγελος της αγκαλιάς»)



Από τον Ιωσήφ Βιβιλάκη*
Τζην, γαλαζωπό πουκάμισο, κόκκινο μπουφάν. Αυτά τα τρία καθημερινά ρούχα του Άγγελου Δεληβορριά νικούσαν την ακαδημαϊκή αλλά και την κοσμική σοβαροφάνεια. Και έτσι ο γοητευτικός Άγγελος, σε κοιτούσε στα μάτια, ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του για να σε χαιρετίσει. Με μια αγκαλιά ερχόταν κοντά σου. Στο θέατρο, στο δρόμο, στο πανεπιστήμιο, σε μια γκαλερί, σε ένα ουζερί, σε ένα υπόγειο ταβερνείο, στο γραφείο του στην Κουμπάρη. Μάτια που πετούσαν σπίθες σε κάθε λέξη που τόνιζε: γενιά του '30, Θεόφιλος, Τσαρούχης, Κουν, Πολύκλειτος, Αφροδίτη, Πουλάκης, τέμπλο, Σπαθάρης, Καραγάτσης, Ελύτης, Γκίκας, κόσμημα, Πάτμος, Μικρασία, Ελλάδα, Ανατολή. Αυτός ο άνθρωπος που ζούσε μέσα στις ελληνικές τέχνες μου είχε εκμυστηρευθεί ότι ξεκουραζόταν βλέποντας στο σινεμά ταινίες αστυνομικές, με δράση, ταινίες εμπορικές για τις οποίες δεν έβρισκε συχνά παρέα να τον ακολουθήσει.Δεν θα ξεχάσω μια μεταμεσονύχτια φιλική ξενάγηση στο Μουσείο Μπενάκη, προτού ανοίξει τις πύλες του. Στεκόταν πλάι στο κάθε έκθεμα και άρχιζε να λέει την ιστορία του και εσύ ένιωθες αιχμάλωτος στη σαγήνη της αφήγησης. Γιατί ο Άγγελος με τις λαμπρές σπουδές σε Ελλάδα και εξωτερικό, με τις πολλές διακρίσεις και βραβεύσεις, με τις επιτυχίες και την αποδοχή από τους πάντες, κατά βάθος ήταν ένας καλλιτέχνης που ήθελε να δημιουργεί ιστορίες και αυτές τις ιστορίες να τις δείχνει. Το όραμά του για το Μουσείο Μπενάκη με τη διαχρονία του ελληνικού πολιτισμού τι άλλο είναι παρά ένα δράμα που ιστορεί την πορεία και τις περιπέτειες ενός λαού από την αρχαιότητα μέχρι τον 20ό αιώνα. Θυμάμαι σε αυτή την πορεία πόσο ήθελε να έχει σε μια περίοπτη θέση ένα έργο του Φώτη Κόντογλου και είχε επιλέξει τον πίνακα με το ζωγράφο και την κόρη του Δέσπω. Δεν κατάφερε να τον αποκτήσει, όμως του πρόσφερε, τελικά, ο αείμνηστος ψυχίατρος και φιλότεχνος Θάνος Κωνσταντινίδης μια εικόνα με έναν άγγελο του Κόντογλου που πήρε μια θέση στο Μουσείο.Όσες φορές τον είχα επισκεφθεί στο γραφείο του συχνά ήταν αγχωμένος με τα θέματα των κρατικών επιχορηγήσεων, ενώ ήταν πάντα επάνω από κάποιο γραπτό κείμενο που διάβαζε και διόρθωνε. Τον απασχολούσε διαρκώς το θέμα της γλώσσας και του χειρισμού της. Και θα θυμάμαι πάντοτε τη συμβουλή του: ο λόγος πρέπει να λουλουδιάζει. Σε άλλα σημεία του γραφείου του υπήρχαν σπαράγματα από γλυπτά, ένα σχέδιο ή ένα ανάγλυφο, όπου αναζητούσε να ταυτίσει τις εικονιζόμενες μορφές. Αυτή η αναζήτηση ήταν διαρκής στον Δεληβορριά. Αναφέρω ενδεικτικά το ενδιαφέρον του για τα ρευστά όρια στην τέχνη χριστιανών και παγανιστών, κεντρισμένος από το καβαφικό «εν μέρει εθνικός/κι ἐν μέρει χριστιανίζων».Ο κλασικός αρχαιολόγος δεν αξιοποιήθηκε από κάποιο πανεπιστημιακό Τμήμα αρχαιολογίας ή ιστορίας της τέχνης. Τον υποδέχθηκε, όμως, ευφρόσυνα το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών που ίδρυσε ο τότε πρύτανης, καθηγητής Μιχάλης Σταθόπουλος. Στο Τμήμα μας ο Δεληβορριάς βρήκε το γόνιμο έδαφος για τη σπορά του ελεύθερου λόγου του. Και μεις τρέχαμε να ξεδιψάσουμε από τα αμφιθέατρα συναντώντας τον στις αίθουσες του 6ου ορόφου, μετά τον Ευαγγελάτο, τον Πούχνερ, τον Πλωρίτη, τον Σπάθη, τον Γεωργουσόπουλο, τη Βαροπούλου, την Παπαντωνίου και τον Βαγενά. Τρέχαμε να τον ακούσουμε να αναρωτιέται για την παιδεία, να προβληματίζεται για τα αρχαία γλυπτά, να εξαίρει τη σημασία των ρωμαϊκών αντιγράφων, να οργίζεται με τα χάλια της σύγχρονης Ελλάδας και να εκστασιάζεται από το κάλλος των μορφών. Στο πρόσωπό του αναγνωρίζαμε τον κοσμοπολίτη και τον ελληνολάτρη, τον ιδανικό καθηγητή που θα μας μυούσε στα μονοπάτια της τέχνης.Σε όσα έλεγε στα μαθήματα συχνά αναφερόταν στους δασκάλους του. Ο Δεληβορριάς τιμούσε εξαιρετικά όσους τον διαμόρφωσαν πνευματικά και συχνά μιλούσε για την καθοδήγηση του Χρήστου και της Σέμνης Καρούζου, όταν εργάστηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας το 1965. Λαχταρούσαμε να τον ακούσουμε να αφηγείται τις ιστορίες των μορφών που πρόβαλαν από το φως της μηχανής με το καρουσέλ των διαφανειών που είχε ετοιμάσει. Εγώ από το τελευταίο θρανίο στη δεξιά γωνία της 638, ενώ χειριζόμουν τη διαδοχή των διαφανειών παρατηρούσα τα πάντα. Όλοι κρεμασμένοι από τα χείλη του. Οι σημειώσεις της παράδοσης γράφονται από τα χέρια μας δίχως το βλέμμα στο χαρτί. Τα μάτια είναι καρφωμένα στα έργα τέχνης που ζωντανεύουν με τον λόγο του στην οθόνη της αίθουσας. Το αινιγματικό χαμόγελο των Κούρων γίνεται ακόμη πιο μυστηριακό, η Αφροδίτη της Κνίδου γίνεται ένα μυθικό πλάσμα, ένα υπερφυσικό κεφάλι γυναίκας από το Ξηροκάμπι, κοντά στη Σπάρτη, μεταδίδει μια ιδιότυπη γοητεία και ο στεφανωμένος Απόλλων από το Γκετί του Μαλιμπού συνομιλεί με τον Απόλλωνα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας και τον αντίστοιχο της Νέας Υόρκης, ενώ ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου στη Λέσβο μας πηγαίνει στις ρίζες πανάρχαιων λατρειών και συνδέεται σε τοπικές τελετές θυσιαστικού χαρακτήρα με την παράδοση της προσφοράς ταύρων.Και από εκεί βρίσκεσαι ήδη στην κοσμική τέχνη των μεταβυζαντινών χρόνων. Σε περιοχές ανέγγιχτες για ανθρωπολόγους και λαογράφους, για να ανιχνεύσει ο Δεληβορριάς τον ερωτικό λόγο όπως αποκαλύπτεται σε ανδρικές και γυναικείες μορφές, στις στάσεις και τις χειρονομίες των σωμάτων, για να αποκαλύψει μέσα από τον εικονισμό νοοτροπίες και αξίες των ανθρωπίνων σχέσεων. Μέσα σε ένα κέντημα από την Κρήτη, σε ένα ζωγραφισμένο σεντούκι από τη Μυτιλήνη, σε μια κασέλα από τη Μάνη, σε ένα υπέρθυρο ανάγλυφο της Αμοργού, σε νυφιάτικα σεντόνια, σε ένα ζωγραφισμένο ξύλο από τη Ρόδο ή την Πάτμο εντοπίζει κανόνες ιεραρχίας και στάσεων σε όρθιες και καθισμένες μορφές, αποκωδικοποιεί την ευτυχία όπως δηλώνεται σε χειρονομίες και κινήσεις, σε γιορτές, σε χορούς, στην ασφάλεια του σπιτιού ή στην ηρεμία της ειδυλλιακής εξοχής. Μιλάει με άλλα λόγια για τη θεατρικότητα που δημιουργούν στις συνθέσεις τους οι ανώνυμοι καλλιτέχνες για να ιστορήσουν τις σχέσεις των δύο φύλων, να εικονοποιήσουν την ιστορία της ανθρώπινης ζωής. Ακριβώς, εδώ αναγνωρίζεις το χαρισματικό δάσκαλο που τεκμηριώνει με γνώση μια άποψη, δίχως να εξαντλείται σε ένα κουραστικό και δυσνόητο λεξιλόγιο, αλλά αισθάνεσαι αυτό που συμβαίνει στη γνήσια αφήγηση: εκείνη τη στιγμή δημιουργείται η ιστορία που ακούς, και για αυτό είναι συναρπαστική.Σκέπτομαι αυτό που λέει ο Σεμπαστιάο Σαλγάδο για τη φωτογραφία πως «Ο μόνος τρόπος να αφηγηθείς μια ιστορία, είναι να επιστρέφεις στο ίδιο μέρος πολλές φορές». Αν δω αυτή την επιστροφή μέσα από την εργασία και τη διδασκαλία του Άγγελου Δεληβορριά δεν μπορώ παρά να σταθώ στην εξερεύνηση του ανθρώπινου τοπίου, και εννοώ την περιπέτεια της ανθρώπινης μορφής. Και θυμάμαι ότι στην αφήγησή του η διαχωριστική γραμμή που έθετε ήταν η εικονομαχία. Ότι δηλαδή με το θρίαμβο των εικονοφίλων ουσιαστικά συνεχίζεται για τον κόσμο του Βυζαντίου έως και τη νεοελληνική τέχνη ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός της τιμής και της λατρείας στο ανθρώπινο σώμα. Η εμμονή του στον ανθρωποκεντρισμό και η αντίληψή του για τη ζωντανή παράδοση στην ιστορία της ελληνικής τέχνης είναι έκδηλη σε όσα πραγματοποίησε και όσα μας άφησε κληρονομιά. Και μας κάνει περήφανους.Με συγκίνηση αποχαιρετώ το μοναδικό δάσκαλο που ευλόγησε και σφράγισε όλους τους φοιτητές του στα δεκατρία χρόνια που δίδαξε στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, από το 1992 έως το 2005.Και τώρα που τον ξανασκέπτομαι χαμογελαστό στον διάδρομο της Φιλοσοφικής να καπνίζει, συνομιλώντας και γελώντας με το φοιτητόκοσμο φοράει πάλι τα υπέροχα ίδια ρούχα: Tζην σαν τη θάλασσα του Αιγαίου, γαλαζωπό πουκάμισο σαν τον ουρανό μας, κόκκινο μπουφάν σαν τις ανατολές της Μυτιλήνης που λάτρεψε. Και στην κορφή το κεφάλι του Άγγελου, σαν ήλιος του Θεόφιλου.
* Ο Ιωσήφ Βιβιλάκης είναι Καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.