Translate

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

ΣΤΗΛΗ ΤΗΕ ΑRΤΜANIACS /// 'ANNA MAΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ



                                   
'Αννα Μανωλοπούλου


Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη


 Θα σας πάω χρόνια πίσω, πώς ξεκίνησαν όλα με τη γραφή;


Όλα ξεκίνησαν πολλά χρόνια πριν. Το 1985, ωστόσο, βγήκαν τα πρώτα μου βιβλία: «ο τελευταίος Σταθμός» του Σεφέρη, μελέτη, από τις εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ και η ποιητική μου σύνθεση, εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ
«ο Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδών
ο βασιλιάς όλων των Ελλήνων και των Ασιατών».
Συνέχισα με άλλα πέντε ποιητικά έργα, σπονδή στου Στοχασμού το νάμα.
Μετά πέρασα στο μυθιστόρημα συνειδητοποιώντας ότι οι λέξεις: Ζωή, θάνατος, Έρωτας, «ο Μέγας δαίμων», κατά τον Πλάτωνα, αφού «κάθε τι το δαιμονικό βρίσκεται μεταξύ θνητού και αθανάτου», μού ενέπνευσαν να περπατήσω καταμεσής στο δάσος των ανθρώπων, ν’ ακούσω τη γλώσσα των πουλιών και των δέντρων και να την αντιγράψω σαν μια αισθητική ενόραση πλοκής και δράσης για την απροφήτευτη ροή του μύθου. Επειδή, πριν γεννηθώ, ακόμα, το DNA της Μοίρας μου ήταν κατάστικτο από Στιγμές σημαδιακές, στιβάδες μνήμης, για το αέναο «γίγνεσθαι», της γραφής μου, αφού η Μοίρα μας, γεννήθηκε πριν από τον Θεό και πριν από τον Χρόνο.
Η γοητεία, εξάλλου, της αφήγησης, μέσα απ’ την πρόζα και την ποίηση, αναβλύζει σαν κρυφή ουσία των πραγμάτων, κάθε λαού στην διαλεκτική κάθε καιρού, να μη χαθούν τα ίχνη του στης Ιστορίας το δρόμο.
Με την γραφή βιβλίων άρχισε να μετρά, για μένα, ο χρόνος, όχι ανώδυνος, μιας και η δημιουργία είναι η επένδυση του Τίποτα που σμίγει ουρανό και γη με του Θεού το νεύμα να… σώσουμε το χρόνο. Να υπάρχουμε!
Όλα, λοιπόν, ξεκίνησαν με την γραφή για το παιχνίδι στην αρένα των ονείρων, όπου νικητές και ηττημένοι, θύτες και θύματα γίνονται Ένα, όμως λίγο σοφότεροι. Γι’ αυτό και οι ρόλοι τους συνέχεια εναλλάσσονται! 


Ποιες οι λογοτεχνικές σας επιρροές; 


Οι επιρροές μου είναι η πραγματικότητα των εικόνων της ψυχής… με διάκοσμο την συνωμοσία του νου και των αισθήσεων για την ολότητα του πολλαπλού με το Ένα στο ακαριαίο, άχρονο παρόν, που κουβαλά στα σπλάχνα του την ιστορία, την παράδοση και του καιρού του τα μηνύματα σαν ηχώ της Μοίρας μας για του
μέλλοντος… την στίλβουσα ελπίδα, που ποτέ δεν είδαμε και ούτε θα δούμε εκτός απ’ της Στιγμής το βίωμα και τον καρπό του.
Νοιώθω, λοιπόν, πως μπολιάζω μέσα μου την αγωνία και την μοναξιά μου με όλους τους λαούς της ΓΗΣ και με του καθενός το ρεπερτόριο της Συνήθειας. Όλη τη γνώση ως την αλαζονεία της άγνοιας. όλους «τους θλίβοντές με» και των θλίψεών τους το άκτιστο φως στου φεγγαριού την άμωμη λιτότητα, μέσα απ’ τα βιβλία, που διάβασα, και δεν μπορώ να απαριθμήσω, ούτε να επιλέξω ποιο απ’ όλα και τί μου χάρισε το συμπόσιο των άστρων, όπου οι λάτρεις της ζωής και οι μέθυσοι του θανάτου το λεν δημιουργία! Εγώ όμως… ονομάζω ποίημα ή μυθιστόρημα το κάλεσμα του Θεού στης Χίμαιρας το δείπνο και του ανθρώπου, στου Έρωτα την προαιώνια, ηδύπνοη, θυσία. Έτσι παρέα με τον Νίτσε έμαθα πως «… ό,τι δεν με σκοτώνει, με δυναμώνει» και πως «… πριν απ’ το Εγώ υπήρχε το Εσύ…». Και από τον Ντοστογιέφσκι, «τον μέγα μάρτυρα των εύθραυστων αμαρτιών», έμαθα, «Να αποσυρθώ στον εαυτό μου» και «… να αφοσιωθώ στο πνεύμα που, όπως φαίνεται, γίνεται, ολοένα, και πιο σπάνιο». 



 Αγαπημένοι σας ποιητές και συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι. 

«Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας» στης ποίησης τη χώρα από τον Όμηρο, τον μέγα δάσκαλο, ως τον Σολωμό, καύχημα καθαρής γραφής στον ειρμό του θαύματος! Από τον Καβάφη, τον μύστη στην τέλεια έκφραση της λιτότητας, ως τον οιστρηλατούμενο Ελύτη και τον βαθυστόχαστο Σεφέρη και από τον Νίκο Καρούζο ως την Κική Δημουλά που καλούν, τους μυημένους στη μυσταγωγία της γλώσσας τους, σε έκσταση! Μήπως, γιατί, γυρεύουν, το όραμα της παλινόστησης στην αθωότητα που καθαγιάζει την δημιουργία σαν ιεροπραξία του Σύμπαντος, στης αιωνιότητας τον όρθρο!
Από τους ξένους ποιητές θα αναφέρω, ενδεικτικά, τον Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ, τον ΜΑΛΑΡΜΕ, τον ΕΔΓΑΡ ΠΟΕ με το «Ελντοράδο» για το «κυνήγι του χρυσού», το συναπάντημά του με τον θάνατο
«Βαθιά μες στο Σύσκιο Λαγκάδι»,
μοναδικό…
«… του Ελντοράδο σημάδι».
Τον Λωτρεαμόν που έπλασε την πιο υπερβατική μορφή του κακού για να αφυπνίσει από το λήθαργο, μιας ψεύτικης και επίπλαστης ηθικής, το υπέρτατο καλό.
Τον Κάρολο Μπωντλαίρ που σε μια ύστατη προσευχή ζητά να βρει την ψυχή του, στη γνώση, εξόριστος απ’ την Εδέμ της γης, κάτω απ’ του πειρασμού το δέντρο. Τον EZRA POUND για την «Ανακωχή που έχουνε κάνει οι θεοί» μαζί του.
Ο πιο αγαπημένος μου, ωστόσο, είναι ο Αρθούρ Ρεμπώ για την λατρεία του σ’ ένα μποέμ Θεό που τον αναζητά στο
«Μια εποχή στην κόλαση» αρμενίζοντας
«… στ’ ολόστρωτο πέλαγος της σοφίας»
για να μας δείξει ίσως το δρόμο:
«Διαμέσου του πνεύματος βαδίζουμε στο Θεό!»
Να μην ξεχάσω, επίσης. τον R. M. PILKE τον ΠΩΛ ΒΕΡΛΑΙΝ και όλους… τους καταραμένους που έσκυψαν στην ενδοχώρα του ανθρώπινου πόνου ν’ ακούσουν τον αμείλικτο αντίλαλο του πεπρωμένου μετουσιώνοντάς τον, σε ποίημα, αιώνιο δώρο, στην ασωτία της λήθης.
Έλληνες συγγραφείς: Θα αρχίσω από την κλασσική αρχαιότητα, τον Πλάτωνα, τον Ηράκλειτο και τους μεγάλους τραγικούς που διάλεξε η αιωνιότητα, σαν άνθη του ουρανού, για την ευημερία των δακρύων μας… αλλά και την δική της δόξα.
Από το πάνθεον της λογοτεχνίας θα σταθώ στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον ασκητή της Σιωπής, που κυνηγά … «… μια μυστηριώδη λάμψη να χορεύει στα κύματα», σαν άνθος του γιαλού ή σαν προσδοκίας δικαίωση «της άλλως ανωφελούς ζωής μας». Τον Νίκο Καζαντζάκη που μετουσιώνει τη σάρκα σε πνεύμα, τον Στρατή Τσίρκα με «τις ακυβέρνητες πολιτείες», τον Καραγάτση, που μεταλλάσσοντας τις χίμαιρες σε τέχνη άφησε κάποια θραύσματα αφθαρσίας στα ερείπια της θνητότητάς μας. Και άλλους πολλούς που δεν μου επιτρέπει ο χρόνος μιας συνέντευξης να σχολιάσω.
Έτσι περνάω στους ξένους, ενδεικτικά πάντα, στον Herman Broch (υπνοβάτες Βιργιλίου θάνατος), με «την πέτρινη ματαιότητα των νικητήριων ιαχών», αλλά και «την ματαιότητα του χθόνιου πάθους των ανθρώπων», την «Άβυσσο» της Γιουρσενάρ, τον Φ. Κάφκα τον Α. Καμύ, τον Ernesto Sabato, τον Ρόμπερτ Μούζιλ, τον Τζους, τον Ζαν Ζενέ… που αγκάλιασαν …το κενό, με μια άγρια διανοητική
πειθαρχία, θύελλας σκάνδαλο, στη νομοτέλεια της ύπαρξής μας. Και ανάμεσά τους θα αναφέρω τον Φ. Ντοστογιέφσκι και τον Φρ. Νίτσε, όχι ως οραματιστές της Αστραπής, αλλά ως Κεραυνό που γεννά την Αστραπή. Όλοι, εξάλλου, ινδάλματα της Ειμαρμένης που δίνει τόπο στην οργή να μείνουν κάποια έργα αθάνατα στη γη. 



 Βάλτε μας μέσα στο λογοτεχνικό σας εργαστήρι πώς δουλεύετε ένα
ποίημα. Η δουλειά είναι διαφορετική όταν πρόκειται για μυθιστόρημα; 


Το λογοτεχνικό μου εργαστήρι είναι απρόσιτο σε κάθε εξωτερική δύναμη που μπορεί να μπει ανάμεσα στη Σκέψη και τα χέρια μου, εκτός από την απόλυτη νηφαλιότητα της μεταμεσονύκτιας ώρας, που με εμπνέει. Έτσι, δουλεύω ένα ποίημα, όταν όνειρα λέξεων, που υψιπετούν σαν τα πουλιά, μού μεταγγίζουν, με τα γαλάζια τους φτερά, την εξουσία του Θεού στο… αίμα μου για να την κάνω ποίημα, χρέος μου, λοιπόν, μετά απ’ αυτή τη δωρεά, να φτάσω στην τελειότητα, που… μπορώ να συλλάβω, με το νου και την καρδιά μου.
Όσον αφορά το ποίημα και το μυθιστόρημα, και στα δύο, θαρρώ, πως χρειάζεται ένα σκίρτημα του έρωτα, ξόρκι της πανδαισίας των αισθήσεων να μη χαθεί το Ωραίο, μέσα από μυστήρια Σιβυλλικά, για να μπορέσει το φθαρτό κορμί μας να γίνει ναός αιωνιότητας για του πνεύματος τη Θεία λειτουργία. Το ποίημα, ωστόσο, είναι αίνιγμα και η λύση του: μέτρο…, λιτότης, αφαίρεση, αρχιτεκτονική, πυκνός λόγος ανένδοτης ενόρασης, το βάρος, ίσως, δίχως απόβαρο μιας απόκρυφης σοφίας που δικαιώνει την εμπειρία και τη γνώση πέρα από τη γνώση. Το ποίημα είναι, προ πάντων, μια ουράνια στέψη της μέθης του Διόνυσου με τη λύρα του Απόλλωνα και στέμμα την διχόνοια όλων των αντιθέσεων για της μελωδίας τους την αρμονία.
Το μυθιστόρημα είναι η πληθωρική αφήγηση του Εφήμερου πριν από την μεταμέλειά μας στον καθρέφτη. Είναι η απολογισμός για την σοδειά από των επιθυμιών μας το χθονοφυές, άχραντο κάλλος, χοές δακρύων ύστατης μετακομιδής του Α ν ε π ί σ τ ρ ε π τ ο υ! Είναι επομένως, ένας μόχθος βιβλικός για μια καινούρια γένεση του κόσμου. Είναι η Προμηθεϊκή οδύνη για την αβεβαιότητα, του Ασήμαντου Εγώ μας, μπροστά στο θάνατο. Είναι η Ελπίδα, για τους ήρωες του μύθου να φτάσουν στον αστερισμό της ντελικάτης Σκέψης και να σμιλέψουν με τη
γλώσσα τους… το Αιώνιο τίποτα για την πλοκή του και τη δράση με σύμβολα και εικόνες των ρόλων που υποδύονται. Γι’ αυτό τους δίνω ελευθερία ιπτάμενη πάνω απ’ το μυστικό ασκηταριό μου, να μ’ οδηγήσουν, κάποτε, σε μονοπάτια που δεν ξέρω, όπου το Άρρητο, ακόμα, βασιλεύει σαν ηλιαχτίδα για τους θησαυρούς που κρύβει το σκοτάδι στα ιλιγγιώδη βάθη της ψυχής του ανθρώπου. 



Γιατί γράφετε; 


Γράφω γιατί είμαι αφιερωμένη στην αδιαλλαξία των εκπλήξεων και στων ματαιοτήτων μου την απληστία, όπου η ιεροτελεστία της αφήγησης φιλιώνει τη σάρκα με το πνεύμα, το δάκρυ της χαράς και της μοναξιάς την αγιοσύνη και της θλίψης μου την ευφυΐα. Γράφω γιατί θέλω ν’ ανοίξω καινούριους δρόμους στο Στοχασμό και τη Σκέψη, να κάνω βαθιές τομές στη Μοίρα του ανθρώπου, πριν φτάσω κατάπληκτη στον απολογισμό με Εμβέλεια το Tίποτα, γιατί το λευκό χαρτί με γοητεύει με το όραμα να γίνει βιβλίο, θησαυροφυλάκιο, για το σεπτό μυστήριο της ζωής, του έρωτα το άπειρο κάλλος, αλλά και για το δέος του Eπέκεινα. Έτσι, οι ήρωες μου γήινοι, απείθαρχοι και ακραίοι, προσπαθούν να ξεπεράσουν το μόχθο της μέρας, να βιώσουν το μερτικό που τους αναλογεί, από την αρμονία του Σύμπαντος, γιατί ξέρουν πως από το φόβο της ανυπαρξίας γεννιέται η σοφία της ύπαρξης. Γράφω, λοιπόν, για να στήσω ένα σκηνικό ακροβασίας για τη θέα του Αθέατου. Να προωθήσω την πραγματικότητα ως την προφητεία και ως την Αποκάλυψή της. Γράφω για να υψώσω τη γλώσσα στο πιο ψηλό της… βάθρο. Εξάλλου οι λέξεις έχουν την εξουσία και την δύναμη στη γη, όπως οι Άγγελοι στον ουρανό, ν’ αλλάζουνε τον Κόσμο. 



 Θα ήθελα τον δικό σας ορισμό για την ποίηση.

Η ποίηση είναι το άνθος του Στοχασμού
και των ονείρων μίσχος 




 Λογοτεχνία και διαδίκτυο 

Η λογοτεχνία διαιωνίζει την κουλτούρα ενός λαού, άλλωστε scripta manent. To διαδίκτυο, βέβαια, είναι η παγκοσμιοποίηση της επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς και τις χώρες τους. Είναι μια απέραντη θάλασσα για το όποιο ταξίδι στ’ ανοιχτά του πολιτισμού και της τέχνης. Είναι τόκος του Ωραίου στην άβυσσο της μνήμης.
Όμως, για μένα, το βιβλίο είναι σώμα που αναπνέει στα χέρια μου, έχει τη μυρωδιά του, τη γοητεία του, την αμεσότητα της αφής εις το διηνεκές του χρόνου. Στο χαρτί υπάρχει κάτι το επιβλητικό, το Ανεπίστρεπτο! Το βιβλίο στων μυστηρίων του τη δράση είναι ένα τελετουργικό πλοκής για τη λατρεία της αφήγησης στης νοσταλγίας την πανάρχαια θρησκεία. Το βιβλίο είναι μια αγκαλιά ζεστή για το νόστο των ονείρων μας, που μάς προσπέρασαν και άφησαν τα σημάδια των καημών και των πόθων μας στης λησμονιάς τον μύθο. 



 Πιστεύετε στα βραβεία; 

Πιστεύω πως η απονομή των βραβείων είναι προδιαγεγραμμένη από κύκλους και κυκλώματα που κρατούν τα σκήπτρα του φασισμού της τέχνης στα χέρια τους. Ωστόσο, το βραβείο είναι μια γενικότερη καταξίωση του συγγραφέα, όταν, φυσικά, το έργο του έχει αντίκρισμα σε κοίτασμα χρυσού στα άδυτα του χρόνου. Αλλιώς, το βραβείο είναι μια διαφήμιση που ξεχνιέται!
Εγώ προσωπικά, δεν έχω υποβάλλει κανένα από τα έργα μου για βραβείο, έχω το προνόμιο, βλέπετε, να ζω στην επαρχία. Βέβαια, σκέφτομαι, προσεχώς να υποβάλλω στην Ακαδημία μια ποιητική μου σύνθεση, που είναι υπό έκδοση. Πιστεύω, άλλωστε, στην ιστορία της Ακαδημίας σαν πρώτη αρχή του φιλοσοφικού διαλεκτισμού που άνοιξε τα φτερά της με την θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα, τον δημιουργό της, πάνω απ’ τη γη των ανθρώπων. Πιστεύω και στα πρόσωπα του θεσμού της Ακαδημίας, που «την προσέχουν ευλαβή» την αξιοκρατία των βραβείων. 




Τί θα λέγατε σ’ έναν νέο λογοτέχνη, που τώρα ξεκινά; 


Αν είναι δεδομένο ότι πρόκειται για λογοτέχνη, η δική μου κρίση περιττεύει. Αν όμως αρχίζει προχωρώντας στα σκοτεινά, αφού… «στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…», τότε είναι θέμα αυτογνωσίας. Αν δηλαδή, νιώθει πως είναι αφιερωμένος στην υπέρβαση, όπου η αρχέγονη τέχνη του λόγου μάς επιφυλάσσει εκπλήξεις πέρα από τις εμπορευματοποιημένες απαιτήσεις του καιρού μας, τότε δεν θα μπορεί να κάνει αλλιώς. Αν, δηλαδή, νιώθει πως στις φλέβες του κυλάει το αίμα των λέξεων, που μεταδίνει ζωή στο χαρτί απ’ τη ζωή του, το Κάρμα του είναι να γράφει και ο σεβασμός τού ανήκει.
Σήμερα όμως, όσοι ξέρουν γραφή και ανάγνωση γράφουν, γιατί λογοτεχνία είναι ό,τι πουλάει. Είναι η βεβήλωση της φαντασίωσης όλων της ζωής των ιερών και οσίων, που ακυρώνει την τέχνη της αφήγησης στο βωμό της Τέχνης. 



Πιστεύετε στην κριτική; 


Η κριτική είναι μια αρχέγονη, αυτόνομη τέχνη, από τους Αλεξανδρινούς σχολιαστές μέχρι Σήμερα. Αρκεί να μπορεί να γκρεμίσει είδωλα ελπίδων και ονειρικών διαφημίσεων και να στήνει στα βάθρα της, την ομορφιά και την Αλήθεια, όποια και αν είναι, γιατί η τέχνη είναι η πεμπτουσία της ζωής που μένει.


Γράφετε κάτι  τώρα; 

Γράφω το τρίτο βιβλίο (το πρώτο ήταν «Η Ζωή δεν ήταν δική μου», το δεύτερο «Η Μάσκα που δακρύζει»), της τριλογίας, που ακόμα δεν ξέρω πώς θα ονομάσω. Το βιβλίο αυτό είναι ένας απολογισμός, πριν φύγω, σαν αμαρτωλή, που κλαίω και οδύρομαι, όχι για όσα έκανα, αλλά για όσα δεν πρόλαβα να κάνω, ούτε θα προλάβω. 


Μιλήστε μου με δυο λόγια για καθένα από τα βιβλία σας.
 
1) Το πρώτο μου βιβλίο, είναι μια μελέτη στο ποίημα του Σεφέρη, «ο Τελευταίος Σταθμός» με την αυτοβιογραφική, ιστορική μέθοδο. Εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ 1985. Μετά από τις εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ, 1987, 88

2) «ο Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδών
ο βασιλιάς όλων των Ελλήνων και των
Ασιατών» ποιητική σύνθεση, όπου «ο Μέγας Αλέξανδρος αναστημένος από το παραμύθι της Γοργόνας, πορεύεται με τους Μακεδόνες του ιχνηλατώντας τα ελληνικά πεπρωμένα στα βάθη της Ασίας…». Παρατηρεί ο Βασίλης Λιαπής, φιλόλογος – κριτικός. «Ο Μέγας Αλέξανδρος πορεύεται και ο αφηγητής, ως άλλος Αλέξανδρος, σχολιάζει. Το θέμα τους είναι η δόξα και η πτώση του καταχτητή, κοσμοκράτορα. Η αυτοκριτική… του υπερανθρώπου».
Γράφει ο Θωμάς Ψύρρας, φιλόλογος – συγγραφέας.
Έτσι:
Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι μια πορεία από τον υπεράνθρωπο ως τον άνθρωπο, τον εσφραγισμένο από τη Μοίρα να αλλάξει τον κόσμο.

3) «Στοχασμοί σε έξι ενότητες» (ποιητική συλλογή), Φιλιππότης, Αθήνα 1986.
Μνήμες από τη φθορά των πραγμάτων, μικρές σονάτες για την πρώτη αθωότητα, όταν ο άνθρωπος έπλασε το Θεό του, φωτιά απ’ τη φωτιά της καρδιάς του και Εκείνος…είπε
Πώς να χωρέσει
ο καημός μου
τα τρυπημένα οράματα
των ανθρώπων!
Έκαψα την αναμονή μου
στον Έρωτα
για πολιτείες νεκρές και
δάση Σιωπής.
Έμεινα έρημος
μα Θεός.



4) «Ερωτικοί Απόλογοι» (ποιήματα) Αθήνα, ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1988, 1994. 

Ηδονικό πεπρωμένο πυρογραφεί τους «Ερωτικούς» τούτους «Απόλογους», στης νοσταλγίας την κραυγή:
Τίποτα ωραίο δεν πεθαίνει
πριν απ’ τον πόνο μας.
Καθώς μέσα απ’ την ανελέητη πομπή των περασμένων αναβλαστάνει ο Έρωτας, της ψυχής ένορκο αστέρι, για ένα φιλί, αντίτιμο Σαγήνης, στη δίκη των αγγέλων.
Επειδή
Νεύμα Θεού
ο Έρωτας
θα αναβλαστάνει
στο σώμα της μικρής μας Ευτυχίας
«χωρίς εμάς»
που την αγγίξαμε
στον οίστρο της φθοράς μας… 


5) «Κασσάνδρα ή χρησμών παραλήρημα», ποίηση, Θουκυδίδης, 1991. 

Χρόνος του ποιήματος θεωρείται το ΝΥΝ και το ΑΕΙ, μιας και οι ρίζες του βρίσκονται στον μύθο της Αισχύλειας τραγωδίας «Αγαμέμνων» και οι καρποί του στο ΣΗΜΕΡΑ, αφού όμως μετήλθαν την ανθοφορία των αιώνων. Η Κασσάνδρα είναι η μελλοθάνατη που χρησμοδοτεί παραληρώντας για την φυσική τάξη του κόσμου:
Όταν
Η Ζωή και ο θάνατος αγκαλιάζονται
γεννιούνται χρησμοί
Η φωνή της γίνεται υπερβατική! Ο ποιητικός λόγος γίνεται ο αιώνιος λόγος της τελετής και της εξέγερσης, καθώς πηγάζει από μια γλώσσα Ενιαία… που σημαίνει πατρίδα και πολιτιστικόν ήθος ακατάλυτο. Μια γλώσσα που απαιτεί κάματο και οδύνη για την τελειότητα και της μελωδίας της την αρμονία.

Η γλώσσα μου ελίσσεται, εξόριστη, οδύνη
στις ερημιές της σοφίας μου.
Έτσι η Κασσάνδρα οραματίζεται τη σοφία των χρησμών της σαν μια δύναμη κοσμογονική: τη Μοίρα του ανθρώπου!
Ήδη νεκρή
Ερωτεύομαι προσδοκίες
…………………..
πώς να μοιράσω το κορμί μου
σε ζώνες ηδονής και ισότοπο θανάτου
πώς να μοιράσω οδύνη και Αγάπη
όλα είναι λάφυρα δακρύων 

 6 ) ΗΜΕΡΕΣ ΕΠΤΑ Ή
ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ ΤΟ ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ [ποίηση – ΡΟΔΑΚΙΟ ΑΘΗΝΑ 1996]
Η ποιητική αυτή σύνθεση είναι η ένθεος ενσάρκωση της λύπης του Εφήμερου σε αφηγηματική λατρεία, δίχως αίρεση καμία. Μια αισθητική ενόραση της δημιουργίας του κόσμου σε επτά Ημέρες από τον άνθρωπο, που γυρεύοντας το σοφό πειρασμό, δυναμίτη, στα νταμάρια της γνώσης ανατινάσσει ενοχές και μεταμέλειες και λάθη.
Έτσι δημιουργεί τη γλώσσα, τον Έρωτα, την Κίνηση «το αέναον κινούν Ακίνητον» κατά τον Αριστοτέλη, τον πόλεμο, τον ΑΡΙΘΜΟ και το ΧΡΟΝΟ, την ΤΑΞΗ. Και την έβδομη ημέρα τον Ουρανό και το άνυδρος χάος. Έτσι, οι επτά ημέρες της δημιουργίας μου, είναι του πειρασμού το απάνθισμα από την δική μου μέθεξη στην πτώση των αγγέλων.
Έτσι
Τον Θεό μου τον λάτρεψα
αποτεφρώνοντας τις μέρες μου
στα λατομεία των λέξεων


Εκεί σκάβοντας
βρήκα
την ερημία στου ναού το εκκλησίασμα
την ταπείνωση στις αρθρώσεις του πόνου
στη χλιδή των ονείρων τη γνώση. 


7. Η Λιτανεία των στίχων, ποίηση, ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα. 

Η λιτανεία των στίχων παραπέμπει ευθέως σε μια ιεροπραξία όπου το αποκαλυπτικό στοιχείο της μυσταγωγίας κυριαρχεί. Αναπαριστά την πανανθρώπινη ιστορική πορεία, όπως μόνον η ποίηση την αποτυπώνει:
Μονάχα ένας ποιητής άγρυπνος χρόνια τώρα
στο ναό της νύχτας
ανάβει στίχους για κεριά μες στο βαθύ σκοτάδι
Ο σκοπός της λιτανείας είναι σαφής
και ο ποιητής να μη χαθεί το μέλλον ικετεύει. 


8. «Η Ζωή δεν ήταν δική μου», μυθιστόρημα, ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα, 2011. 

Δύσκολο εγχείρημα να μετοικίσουμε τη μοναξιά μας σε απανωτές εικόνες στον ατέρμονα χρόνο. Έτσι, γεγονότα και μύθος αποτελούν μια πυκνή τοιχογραφία με βίους ανθρώπων, που ξεπερνώντας τον εαυτό τους, τολμούν να αναμετρηθούν με το Αναπόφευκτο, όπου όλοι είναι Η Τ Τ Η Μ Ε Ν Ο Ι! «Η γλώσσα, ιδιαίτερα λυρική, αλλά και πηγαία φιλοσοφική, εμπεριέχει την ιστορία και τη σοφία του λαού μας στη διαλεκτική της πορεία από την αρχαιότητα μέχρι Σήμερα». Επισημαίνει ο Σωτήρης Πράπας στην παρουσίαση του βιβλίου στον ΙΑΝΟ. Το Σπήλαιο, εξάλλου, του Πλάτωνα, έχει μια αρχετυπική σημειολογία στο μύθο, αφού η ψυχή γνώρισε την απόλυτη ομορφιά στον ουρανό πριν έρθει στο φθαρτό μας σώμα. Αλλά και ο έρωτας, μέσα απ’ τον αμοιβαίο όρκο της Αθανασίας της ζωής τη ρέμβη και την βαθύτερη ουσία της, ταυτίζοντας το πεπερασμένο με το Άπειρο στην αιχμή της τέχνης, σαν αποκάλυψη αποκαθήλωσης Εσχάτης προφητείας
«Σώσον Κύριε την Τέχνη, όπου γης,
για να σε σώσει»! 


10. «Η Μάσκα που δακρύζει» μυθιστόρημα, ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Αθήνα, 2013. 

Η ζωή άλλοτε με την τραγικότητα και άλλοτε με το μεγαλείο της είναι μια αιώνια σκακιέρα, όπου παίκτες και συμπαίκτες προσπαθούν να μάθουν του παιχνιδιού τους νόμους, για ένα ρουά ματ, πέρα από το Τυχαίο. Έτσι στο μυθιστόρημα αυτό, βάζω φτερά στο Σήμερα… να φτάσει στης δικαιοσύνης το πιο σπάνιο λουλούδι, που δεν άνθισε ποτέ στη γη, κάτω απ’ τον ήλιο, εκτός από της τιμωρίας το ανελέητο σκοτάδι. Έτσι, οι ήρωές μου απογειώνουν τον μύθο πέρα από τη δράση, εκεί, που η πραγματικότητα πληγώνει το όνειρο στη ροή της αφήγησης. Π.χ. οι δωρεές οργάνων εμπορευματοποιούν τις μεταμοσχεύσεις, για το χρήμα, τον πιο τραγικό Θεό της μοναξιάς μας.
Υψώνω σχήματα και μορφές στο χρόνο, μια πανδαισία από χρώματα να ζωγραφίσω την οργή του Θεού που ήρθε στη γη φορώντας μάσκα για να συνομιλήσει μ’ έναν γέρο και μ’ έναν καλλιτέχνη για τη νιότη και το γήρας, της φθοράς το άγριο μένος. Και για τα Ο Ν Ε Ι Ρ Α μας στον καθρέφτη που σιγά-σιγά πεθαίνουν – τότε ήταν που δάκρυσε και η μάσκα Του, ίση και όμοια με τα πάθη των ανθρώπων!

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ /// ΟΔΥΣΣΕΑΣ,ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ





.Η Ασημίνα Ξηρογιάννη συνομιλεί με την Κούλα Αδαλόγλου
αναφορικά με το βιβλίο της ''Οδυσσέας, τρόπον τινά'




Πώς ξεκίνησαν όλα με το βιβλίο; Ποιά η πρωταρχική ιδέα; Ποιά ερεθίσματα παγίδευσες και πώς;



Ο «Οδυσσέας, τρόπον τινά», κατάγεται από τη «Διπλή άρθρωση», την προηγούμενη ποιητική συλλογή μου. Εννοώ ότι αυτό μου συμβαίνει πάντα: πριν ολοκληρωθεί ένα σύνολο κειμένων που θα αποτελέσει μια συλλογή, έχει αρχίσει ένα άλλο. Χωρίς να συνδέεται στενά θεματικά, και επιπλέον με διαφορετικό ύφος και διαφορετική ποιητική έκφραση.  Υπάρχει, λοιπόν, μια συνομιλία ανάμεσα στα κείμενα. Τέτοιοι αρμοί ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι, ας πούμε το ποίημα «Broken Voice» που κλείνει τη «Διπλή άρθρωση». Στον Οδυσσέα βρίσκουμε την παραλλαγή του.

«Αν δείτε εκεί, εσείς μετανάστες-ταξιδιώτες-immigrants,/ μικρές κηλίδες που λαμπυρίζουν, σαν τις κωλοφωτιές, ας πούμε/ ή σαν το ιριδίζον γαλάζιας πεταλούδας/ κομμάτια της φωνής μου είναι.»



Σε δύο μέρη είναι χωρισμένη η συλλογή. Δύο σχόλια θα ήθελα, ένα για το κάθε μέρος.



Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο, τα «Μηνύματα στον Οδυσσέα», είναι μια πορεία διαλόγου με παραλήπτη ή παραλήπτες όσους έχουν τα γνωρίσματα ενός Οδυσσέα, πορεία επικοινωνίας ή μη επικοινωνίας, πορεία έρωτα. Με μια Πηνελόπη να στέλνει ηλεκτρονικά μηνύματα, που συχνά μοιάζουν με μονολόγους.

 Το δεύτερο μέρος, με τον γενικό τίτλο «Διαδρομές», χωρίζεται κι αυτό στα δύο. Το πρώτο τμήμα φέρει τον τίτλο «immigrants/τρόπον τινά», με τις διαδρομές αγαπημένων immigrants, ίσως και ενός Τηλεμάχου τρόπον τινά, μέσα από απομακρύνσεις, συγκρούσεις αλλά και αποτιμήσεις. Μετά, στο τμήμα «Τα όνειρα αφανίζονται όταν τα απορρίπτουν», διαδρομές σε τόπους, εδώ και αλλού, ο άλλος που πασχίζει να βρει το πρόσωπό του στον ξένο τόπο. Αλλά και διαδρομές εσωτερικές, της ψυχής, μέσα στον χρόνο.

Παρόλο που η συλλογή εμφανίζεται να τέμνεται σε ενότητες, είναι εξίσου φανερό στον αναγνώστη ότι τα τμήματα συνέχονται με ισχυρούς συνεκτικούς αρμούς, με κοινά θεματικά στοιχεία να τα διατρέχουν, έτσι ώστε να συνιστούν ένα όλον· παρά τη διαφορετική μορφή και το διαφορετικό ύφος των επιμέρους.

 Συνεκτικά στοιχεία το θέμα της απομάκρυνσης και της σπαραχτικής απουσίας, της επιθυμίας για επιστροφή/νόστο, αλλά και το θέμα της διαχείρισης των αισθήσεων, της αφής ιδιαίτερα.


O γνωστός μύθος πετυχημένα συμπλέει, αλλά και εμπλέκεται με στοιχεία σύγχρονα  και νεωτερικά.



Οδυσσέας, Πηνελόπη, immigrants: πολύσημες λέξεις με πολλαπλές αναγνώσεις, αυτό είναι η γλώσσα άλλωστε. Ο αρχαίος μύθος προσαρμόζεται σε σύγχρονα δεδομένα. Τα πρόσωπα του μύθου αναδημιουργούνται, ο μύθος ξαναδιαβάζεται. Κρατώντας το ίδιο βασικό πλαίσιο, ο ήρωας/ οι ήρωες ξαναζούν σε μια σύγχρονη πραγματικότητα, στην ουσία γίνεται μια ανα-πλαισίωση του μύθου. Χωρίς να τηρούνται πιστά οι αναλογίες με τον μύθο. Για τον Οδυσσέα και για την Πηνελόπη κυρίως, αλλά και για τον Εύμαιο, την Ελένη, τον Μενέλαο.

Έτσι, έχουμε μια Πηνελόπη που γράφει στο λάπτοπ, που πονάει στην απουσία, που πηγαίνει σε Συνέδριο Γυναικών αλλά αφήνει φαγητό στο ψυγείο, που σκέφτεται η ίδια να απομακρυνθεί… Μια Ελένη με μαστεκτομή, και τον Μενέλαο πιο ερωτευμένο από ποτέ. Κι έναν Οδυσσέα που γυρνά για να ξαναφύγει, αφού Οδυσσέας σπιτικός δεν γίνεται.

Η Πηνελόπη, ως ποιητικό υποκείμενο και αφηγήτρια στο πρώτο μέρος, απεικονίζει ορισμένες ταυτότητες που της αποδίδει η συγγραφέας σε δεδομένη χρονική στιγμή, με δεδομένη συναισθηματική φόρτιση, κάτω από ορισμένες κοινωνικές συνθήκες.



Μπορεί μία σχέση να είναι αληθινή και ουσιαστική, όταν είναι μόνο ''ηλεκτρονική'';


Η ηλεκτρονική επικοινωνία μπορεί να είναι μη-επικοινωνία, όπως και κάθε επικοινωνία εξάλλου, όταν μένει αναπάντητη/ανανταπόδοτη. Στη συγκεκριμένη όμως προσπάθεια επικοινωνίας, όπως αποτυπώνεται σε αυτή τη συλλογή, προστίθεται και η έλλειψη της οπτικής εικόνας, της όσφρησης, των αγγιγμάτων. Κι αν το skype έρχεται να αναπληρώσει την οπτική επαφή, συχνά επιτείνει την έλλειψη της εγγύτητας, τον σπαραγμό της απουσίας.



 H δική σου Πηνελόπη γράφει "Λείπεις. Αλλά τί Οδυσσέας  θα' σουν αν δεν έλειπες; Γίνεται Οδυσσέας σπιτικός;'' Κι όμως κάποιοι ομώνυμοι δεν γύρισαν ποτέ.


Εδώ τίθεται το θέμα του μεσοδιαστήματος.  Πάντα υπάρχει ένα μεσοδιάστημα, μεσοδιάστημα σε αφίξεις, σε αναχωρήσεις, που το κερδίζουμε, έστω κι αν κάποια πράγματα χάνονται  στη συνέχεια ή έστω αλλάζουν/μεταβάλλονται.

«Κι αν ξαναφύγεις θα’ χω κερδίσει το μεσοδιάστημα».

Εξάλλου, και η ίδια η Πηνελόπη φαίνεται να σκέφτεται κάποια στιγμή τη φυγή/απομάκρυνση/αναχώρηση. Και την επιστροφή κάτω από ορισμένους όρους:

«Τώρα ξέρω./ Κι αν ξαναφύγεις θα’ χω κερδίσει το μεσοδιάστημα./ Κι αν πάλι φύγω,/ θα ’χω ένα λόγο να επιστρέψω/ αν περιμένεις με μάτια πρησμένα».


Kάπου γράφεις: ''Mια λέξη είναι πράξη, λένε''. Γίνεται στ' αλήθεια τίποτα όταν γράφουμε;


Ύστερα από όσα προαναφέρθηκαν, να μη δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πρόκειται για βαριά, σκοτεινά ποιήματα. Οι αναγνώστες λένε ότι το χιούμορ και ο τρόπος της γραφής αλαφραίνουν το κλίμα. Να προσθέσω κι εγώ ότι, στα θέματα της σύγχρονης πραγματικότητας που αναδύονται μέσα από τα ποιήματα, στα αδιέξοδα κοινωνικών πλαισίων και ανθρώπινων σχέσεων εν γένει, υπάρχουν οι εκάστοτε διαφυγές όπως ροδακινί σύννεφα και γλυκιά μελαγχολία, όπως μηνύματα που στέλνει το νεαρό χαμόγελο ενός ώριμου προσώπου, όπως λέξεις που μπουμπουκιάζουν. Κι επειδή «Μια λέξη είναι πράξη, λένε», πιστεύω πως μπορεί να λειτουργήσουν επιτελεστικά οι στίχοι:

«επιμένω να κρατώ τη δυσβάσταχτη αγάπη»

«σφίγγω στο χέρι μου μια μοβ χάντρα, που βρήκα ζωντανή σε μια γωνιά».



                                                   
Κούλα  Αδαλόγλου

*****

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ /// Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ


                                    
ΛΕΥΤΕΡΗΣ  ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
                   

Aπό τον θάλαμό του στο νοσηλευτήριο ηλικιωμένων
Βασιλάκειον της οδού Τενέδου και πολύ κοντά στο μικρό
διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης όπου ζούσε τα τελευταία
είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του μόνος και εντελώς
μέσα στη δική του περιοχή από την παιδική του ακόμα
ηλικία ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και καθώς όλη τη
νύχτα βογκίζαν άγρια σκυλιά στο προσκεφάλι του
περνούσαν ελάφια είδε εξαίφνης το ποίημα που έβλεπε σε
όλη του τη ζωή όμως τώρα πια δεν μπορούσε δεν
προλάβαινε καν να γύρει στο πλάι για να το γράψει κι
έβγανε μέσα στον ύπνο του και μέσα στον ξύπνο του μια
κραυγή γεμάτη οργή και πόνο και μίσος και πάθος και
ανάγκη και μεγάλο θυμό που την ακούσαν όλοι οι
θάλαμοι σε όλες τις πτέρυγες και όλο το νοσοκομείο της Κυψέλης


Το περιστατικό μαρτυρείται διαδοχικά από τρεις
διαφορετικούς ανθρώπους πού ξαγρυπνούσαν εκείνο Κυψέλης
το βράδυ από τρεις πηγές η πλέον αξιόπιστη σήμερα 
29 Μαρτίου 2007 ημέρα Πέμπτη δύο χρόνια ακριβώς από την
αναχώρησή του προέρχεται από την αδερφή νοσηλεύτρια
Ευδοξία - Μαρία Νικολάου Ρεμπάπη από το χωριό
Παλαιοφάρσαλος νομού Λαρίσης είκοσι οχτώ χρονών τότε
στο καμαράκι της βάρδιας καθώς την έπαιρνε ο ύπνος
στην καρέκλα της και πεταγόταν κάθε τόσο και λιγάκι
άκουσε την κραυγή που όμοιά της κανένας άνθρωπος
δεν έχει ξανακούσει ποτέ του στον κόσμο όλο

Σχίστηκαν στα δυο ανοίχτηκαν οι ουρανοί για να περάσει
ο ποιητής και από εκεί ξεπρόβαλε για μια ακόμη φορά για
μια ακόμη τελευταία φορά ξεπρόβαλε το ποίημα το
καλύτερο ποίημα που άκουσε ποτέ και είδε ποτέ σε
ολόκληρη τη βασανισμένη ζωή του ο Μίλτος μόνο που
τώρα πια δεν μπορούσε δεν προλάβαινε καν στα ογδόντα
έξι του χρόνια κατάκοιτος να σκύψει στο πλάι στο λευκό
κομοδίνο να πάρει το κόκκινο μπικ και να το γράψει 




(Από το βιβλίο : ''ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ  '', Γαβριηλίδης  2014)






                                                           

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ //// ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ //// μ_otherpoem: μόνο λόγος [ΝΕΦΕΛΗ 2014]






                                               



BΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ 
 


Για το «μ_otherpoem: μόνο λόγος»: 

7 «ορισμοί» και 5 «εξόριστα» 




* Η δομή των βιβλίων ποίησης, που ώς τώρα έχω γράψει, είναι άλλοτε υβριδική και ασυνεχής, και άλλοτε πιο κλασική και ισόρροπη. Γιατί; Ίσως επειδή το Χάος, η Μορφή και η μεταξύ τους ταλάντευση είναι οι μόνοι τρόποι και τελικά το μόνο θέμα της τέχνης. 


* Κάθε βιβλίο μου είναι μια διάνοιξη –θα έλεγα, μάλιστα, σφαιρικού– Χώρου. Μου αρέσει να σκέφτομαι μισοειρωνικά πως είναι Πλανήτες περιφερόμενοι γύρω από το Ηλιακό μου Σώμα, ναι, το δικό μου, του ποιητή τους. Η εξωφρενική αυτή σκέψη κάπως με βολεύει, γιατί τούτο σημαίνει πως όλα μου τα βιβλία (τα παρελθοντικά, μα και τα ενδεχόμενα μελλοντικά μου) υπάρχουν κάπου ήδη ταυτόχρονα, σε διάφορες τροχιές και αποστάσεις από το “σώμα” μου. Σε ένα τέτοιο αυτιστικό ηλιακό σύστημα, το “7: ποίηση για video games” μου είναι, ας πούμε, ο παγωμένος και μακρινός Πλούτωνας (που επιπλέον τελευταίως δεν θεωρείται πια πλανήτης, όπως και το βιβλίο εκείνο δεν το αποκαλείς κι εύκολα βιβλίο ποίησης), ενώ το «μ_otherpoem: μόνο λόγος» είναι, ας πούμε, η Γη. Αλλά μία Γη υπερθερμασμένη (σχεδόν Ερμής), που αρχίζει σιγά σιγά να επιστρέφει σε θερμοκρασίες ευνοϊκές για την ανεμπόδιστη ανάπτυξη ζωής. Τώρα, ότι εγώ είμαι ο Ήλιος των πλανητών και πλανημένων βιβλίων μου είναι ασφαλώς είδος πραγματικότητας (αφού χωρίς εμένα δεν υπάρχουν), αλλά και μέγιστης ανοησίας (αφού δεν είναι παρά μία μεταφορά τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά ή –γιατί όχι;– από πύρινες χαίτες). 


* Το «μ_otherpoem: μόνο λόγος» χτίζεται κυρίως γύρω από τα ακόλουθα δράματα: Στην Ελλάδα μένουμε με τους γονείς μας συχνά μέχρι να γεράσουμε.Στις μεσογειακές χώρες η Πατριαρχία είναι συνηθέστερα μια καλυμμένη Μητριαρχία. Τούτα δημιουργούν στίφη προβλημάτων ως προς τις ταυτίσεις που κάνουμε, τις ταυτότητες που φέρουμε, τις ελευθερίες και τις εξαρτήσεις μας, κοντολογίς δημιουργεί πρόβλημα παντού. 


* Στο «μ_otherpoem: μόνο λόγος», η ατομική περίπτωση γίνεται σχήμα ευρύχωρο, σχεδόν ένα αρχέτυπο. Και, τελικά, ποιος μιλά εδώ; Ένα κακομαθημένο παιδί προς μια ιδιότυπα διπολική μητέρα; Ένα κακοποιημένο θύμα προς την πρόγονο που άθελά της το κακοποίησε; Ένας θύτης που διαστρεβλώνει τα επιχειρήματά του προς όφελός του; Ο ποιητής; Κομμάτια του; Όλοι; Ένα έθνος σύσσωμο προς μια μητέρα-χώρα που το «εγκατέλειψε» υπερπροστατεύοντας και ευνουχίζοντάς το; Ωστόσο, το ποιος έχει δίκιο και άδικο εδώ δεν έχει σημασία. Η κίνηση προς την ομολογία μόνο. Η μετατόπιση προς μια ρήξη που μπορεί και να συνιστά βήμα αποδοχής και συμφιλίωσης. 


* Γνωρίζω πως το βιβλίο μου αυτό μερικοί αναγνώστες το φαντάστηκαν, κατά περίπτωση, ως παράσταση θεατρική, ως δυνάμει χορευτικό έργο, ως ταινία, ως video art, ακόμη και ως ποίημα-μυθιστόρημα. Αυτό με ικανοποιεί. Σημαίνει πως ο αναγνώστης οικειοποιείται το βιβλίο, προβάλλοντας πάνω του αυτά που εκείνος αγαπά. Κι ίσως και να σημαίνει πως το βιβλίο μου παραμένει δημιουργικά ανοιχτό, δηλαδή λείπει από μέσα του το στοιχείο εκείνο που θα του προσφέρει ο κάθε δημιουργικός αναγνώστης του, ώστε να ολοκληρωθεί. Τα έργα ολοκληρώνονται όταν διαθέτουν ρωγμές που θα τις σοβατίσει ο αναγνώστης. (Αποκαλώ τις ρωγμές ελευθερία, και το σοβάτισμα συμμετοχή και ενσυναίσθηση.) 


* Και μία παράκαμψη: Ξαναδιαβάζοντας πρόσφατα το «Η ζωή είναι αλλού», που είχα πρωτοδιαβάσει στα δεκατέσσερα, ξαναθαύμασα το ύφος του Μίλαν Κούντερα, τη σάρκα του σαρκασμού του, μα και την απόλυτα κυνική τρυφερότητα με την οποία αντιμετωπίζει τον κακομοίρη Γιάρομιλ, αυτόν τον μοναδικά σχεδιασμένο ήρωά του:
τον απόλυτα απλοϊκό νεαρό ποιητή, πιασμένο στο δόκανο μεταξύ μητρικού θαυμασμού, σεξουαλικών ορμεμφύτων και της αδιανόητης μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ιστορίας. Το βιβλίο περιέχει δε μερικές από τις πιο καίριες παρατηρήσεις για τον μητρικό ρόλο στον αρσενικό καλλιτεχνικό ψυχισμό. Κι είναι κι εδώ -όπως και αλλού- που ο Κούντερα θα είχε τόσα και τόσα να πει με τον αγαπημένο του (και μου) Βίτολντ Γκομπρόβιτς. Δείγμα: "[...] η μαμά συνάμα έπιανε τον Γιάρομιλ απ΄ τον ώμο με επιείκεια, αποκαλώντας τον μικρό της ανικανοποίητο – έτσι τον έθαβε πάλι μέσα στην παρθενιά του, στην παιδική του ηλικία, στα σπάργανά του. (Αχ, τι όμορφα που είναι να βλέπεις αυτούς τους δυο να στέκονται αντικριστά και να σπρώχνει ο ένας τον άλλο: αυτή τον σπρώχνει προς τα σπάργανά του κι αυτός τη σπρώχνει προς τον τάφο της, αχ, τι όμορφα που είναι να βλέπεις αυτούς τους δυο...)". 


* Υπό πολλές έννοιες, λοιπόν, το «μ_otherpoem: μόνο λόγος» θέλησε να έχει γραφτεί και από τον Γιάρομιλ του Κούντερα, όπως και από το παιδί το οποίο ποτέ δεν θα κάνω. Επιθύμησε δηλαδή να μιλήσει για κάτι μεγαλύτερο: για μια δομή και για έναν προαιώνιο τρόπο συσχέτισης. Να ψαύσει το περίπλοκο πλέγμα των μηχανισμών ανάπτυξης της αγάπης, της εξουσίας, της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας και της ταυτότητας. Για να το προσπασθήσει αυτό, το βιβλίο χρησιμοποίησε τον πρότυπο δοκιμαστικό σωλήνα της οικογένειας. 






Ακολουθούν πέντε πολύ μικρά ποιήματα, από τα πολλά που εν τέλει δεν βρήκαν τη θέση τους μέσα στη σύνθεση του «μ_otherpoem: μόνο λόγος», μα κάθε τόσο τα ανασύρω απ’ τα ψηφιακά μου συρτάρια, ξανακοιτώντας τα, έστω σαν λείψανα ενός καθαγιασμένου πλέον αγώνα (αγάπης): 




01. [ υποθετικός μονόλογος της μητέρας ] 


«Οι άνθρωποι είναι νησιά.
Εγώ είμαι περισσότερο. Είμαι πολύ νησί.
Κι όλα τα πλοία γύρω να έχουν απεργία.
Το λένε Εαυτόνησο.
Αυτό είναι το όνομά μου.
Κι εμείς οι δυο μοιάζουμε πολύ –
να το θυμάσαι». 





02. [ αστερητικό ] 


Ώστε να μη νιώσουμε το στερητικό του άγονου,
οι απόγονοι γινόμαστε πρόγονοι
προτού καν
γίνουμε
γόνοι.

Ναι. Μα ας πάμε
τώρα παρακάτω. Αν
και πού;

Παρακάτω πού; 





03. [ υπόθεση συνομιλίας 01 ] 


“Μου χρηματοδοτήσατε
την επανάστασή μου.
Σας είμαι
αιώνια υπόχρεος”.
“Παρακαλώ παιδί μου. Ήταν
καθήκον μου

– μας – μου...”

“Ναι,
μαμά,
ήταν”. 





04. [ υπόθεση συνομιλίας 02 ] 


“Πότε θα μεγαλώσεις;”
“Πότε θα μου το επιτρέψεις;” 





05. [ η μητέρα ομολογεί κάτι ] 


«Η μητέρα μου με αρνήθηκε,
αρνήθηκα τη μητέρα μου.
Έγινα όλη άρνηση,
αρνήθηκα και την άρνηση.
Ενδύθηκα την κατάφαση,
πίστεψα την ένδυση.
Τώρα καταφάσκω ισχυρά,
μόνο, ακατάδεκτα.
Είμαι η κατάφαση
του αρνητή». 











Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Τούμας Τράνστρεμερ

πηγή:tovima




Ο σουηδός ποιητής ήταν 83 ετών
 
 
 
Πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Τούμας Τράνστρεμερ



 
Ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας Σουηδός ποιητής Τούμας Τράνστρεμερ άφησε χθες Πέμπτη την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 83 ετών, ανακοίνωσε ο εκδοτικός οίκος Bonnier με τον οποίο συνεργαζόταν.
Το ίδρυμα Νόμπελ, το οποίο διευκρίνισε ότι ο λογοτέχνης απεβίωσε την Πέμπτη, εξέφρασε τη μεγάλη του θλίψη.
Ο Τούμας Τράνστρεμερ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2011. Η υγεία του ωστόσο ήταν ήδη σε κακή κατάσταση από πολλά χρόνια, καθώς το 1990 είχε υποστεί αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Η φήμη του Σουηδού ποιητή στον αγγλόφωνο κόσμο όφειλε πολλά στη φιλία του με τον Αμερικανό ποιητή Ρόμπερτ Μπλάι, ο οποίος μετέφρασε στα αγγλικά μεγάλο μέρος του έργου του.
Γεννηθείς στις 15 Απριλίου του 1931 στη Στοκχόλμη, ο Τράνστρεμερ μεγάλωσε με τη μητέρα του μετά την απώλεια, πολύ νωρίς, του πατέρα του.

Το 1956, αφού πήρε το πτυχίο του στην ψυχολογία, διορίστηκε στο Ψυχοτεχνολογικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, προτού ασχοληθεί το 1960 με ανήλικους παραβάτες σε ειδικό κέντρο.

Παράλληλα με ένα πλούσιο ποιητικό έργο, ο τιμηθείς με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, εργάστηκε με άτομα με ειδικές ανάγκες, καταδικασθέντες και τοξικομανείς.

Την περίοδο των σπουδών του, σε ηλικία 23 ετών, δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο 17 ποιήματα, στον μεγαλύτερο σουηδικό εκδοτικό οίκο, τον Bonniers.

Έγραφε από την εφηβική του ηλικία και εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «17 ποιήματα», σε ηλικία 23 ετών. Το 1966 τιμήθηκε με το βραβείο Bellman και ακολούθησαν πολλές άλλες διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το βραβείο Petrarque (Γερμανία, 1981) και το Neustadt International Prize (ΗΠΑ, 1990).
Το 1997, η εργατική πόλη Βέστεραας, όπου έζησε τριάντα χρόνια προτού επιστρέψει στη Στοκχόλμη τη δεκαετία του 1990, δημιούργησε το βραβείο Transtromer για να τον τιμήσει.
Το 1990 κι αφού έχει δημοσιεύσει δεκάδες συλλογές, ο ποιητής υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο του προκάλεσε μερική παράλυση και αφασία.
Το πρώτο έργο που δημοσίευσε μετά το εγκεφαλικό, έξι χρόνια αργότερα, ήταν η συλλογή υπό τον τίτλο «Πένθιμη Γόνδολα», η οποία πούλησε 30.000 αντίτυπα. Ο αριθμός των αντιτύπων που πωλήθηκαν θεωρείται περισσότερο από τιμητικός για μια ποιητική συλλογή.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, τον κέρδισε η μουσική. Έπαιζε πιάνο καθημερινά, με το αριστερό χέρι, καθώς το δεξί του ήταν παράλυτο μετά το εγκεφαλικό, και περνούσε τα πρωινά του ακούγοντας κλασική μουσική, όπως είχε αναφέρει σε μια συνέντευξή της η σύζυγός του, Μόνικα, με την οποία απέκτησε δύο κόρες.
Στα ελληνικά κυκλοφορούν οι συλλογές του «Τα Ποιήματα» (εκδόσεις Printa) και «Πένθιμη Γόνδολα» (εκδόσεις Νεφέλη).

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Η ποίηση μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε, οποτεδήποτε…

Πηγή: e-thessalia






poiites




Της Χαριτίνης Μαλισσόβα





Παγκόσμια ημέρα ποίησης η 21η Μαρτίου!
Όσοι αγαπάμε να διαβάζουμε ή και να εκφραζόμαστε μέσω αυτής,η μέρα αυτή δεν είναι παρά μια επίσημη γιορτή αυτού που κάνουμε καθημερινά!
Πολλά ακούγονται και γράφονται για τους ποιητές,τις τάσεις που αντιπροσωπεύει ο καθένας,αλλά και για την ποιότητά τους..
Ποιος είναι καλός,μέτριος ή κακός ποιητής δεν μπορεί να το κρίνουν οι κλειστές ομάδες και οι όποιες-ίσως-σκοπιμότητες εξυπηρετούνται πίσω από αυτές..
Προσωπικά,αγαπούσα και διάβαζα ποιήματα από πολύ μικρή ,αλλάζοντας κατά καιρούς προτιμήσεις σε ποιητές ,ανάλογα την ηλικία που βρισκόμουν,τα βιώματα και τη διάθεσή μου.
Το διαδίκτυο και η κοινωνική δικτύωση έγιναν αφορμή να αντλήσω κι άλλες πληροφορίες για το έργο παλιών και σύγχρονων ποιητών και να προεκτείνω τις γνώσεις και τις ποιητικές μου καταδύσεις και στα έργα ξένων ποιητών.
Το ένστικτο και η διάθεσή μου ήταν και είναι πάντα οδηγός μου για την αναγνωστική απόλαυση..
Ως μία από τις δύο βασικές κατηγορίες του λόγου, του έμμετρου λόγου, η ποίηση,ήταν ανέκαθεν δύσκολο να οριστεί και γι αυτό έχουν δοθεί διάφοροι ορισμοί ανά τους αιώνες.
Ο Πλάτωνας τον 4ο π.Χ αι. είχε πει ότι: Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό. Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.
Αιώνες μετά τον Όμηρο,ένας σημαντικός ποιητής ο Έζρα Πάουντ είπε πως:
Αν κάποιος μάθει καλά ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν «ολόκληρη την ποίηση» στον Όμηρο.
Η ποίηση είναι το αρχαιότερο λογοτεχνικό είδος. Πριν την ανακάλυψη της γραφής,υπήρχε στον πρωτόγονο άνθρωπο,συνδυασμένη με μουσική και χορό.
Επική,λυρική,βουκολική,ελεγειακή,δραματική, ως προς το είδος,ρομαντική,παρνασσιακή,συμβολική ως προς το περιεχόμενο η ποίηση υπάρχει,αγγίζει,εξυψώνει,προβληματίζει,θεραπεύει….
Σύμφωνα με τον σημαντικό Αργεντινό συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου, διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους».
Στο διάστημα ενασχόλησής μου με τις Διαδρομές,αρκετοί σύγχρονοι ποιητές παρουσίασαν το έργο τους κι εκφράστηκαν για την ποίηση μέσα από τις συνεντεύξεις που μου παραχώρησαν,αποσπάσματα των οποίων ακολουθούν.
Η ποίηση οφείλει πρώτα απ’ όλα να είναι ειλικρινής. Σε τελευταία ανάλυση η επιδίωξη της ομορφιάς είναι βαθύτατα απελευθερωτική, επομένως βαθύτατα πολιτική πράξη. Αν το κάνεις όμορφα, είσαι το ίδιο «πολιτικός» ποιητής ,όποιο κι αν είναι το θέμα σου. Δεν είναι η θεματολογία που καθιστά κοινωνικά ενδιαφέρουσα μια ποίηση αλλά ο χειρισμός της. Η δύναμή της να εγκαθιστά στη συνείδηση την εικόνα ενός νέου κόσμου. Αυτό θαυμάσια μπορεί να το κάνει και ένα καλό ερωτικό ποίημα, ακόμη και γραμμένο στην καρδιά ενός πολέμου. Από την άλλη πλευρά ποτέ καλλιτέχνης άξιος του ονόματος δεν έμεινε ανεπηρέαστος από την κοινή μοίρα της εποχής του,είπε η Δήμητρα Χριστοδούλου.
Γιατί τι άλλο είναι η Ποίηση από τη μορφο-ποίηση της ανθρώπινης θλίψης για την προϊούσα φθορά που επιφέρει ο χρόνος; Ποίηση είναι ο απελπισμένος λόγος που αρθρώνει ο πονεμένος, ανοχύρωτος άνθρωπος, επιχειρώντας ν’ αναμετρηθεί με το τελεσίδικο του θανάτου, πιστεύοντας ότι, δια του Λόγου, θα το ακυρώσει. Είναι μια άλλη γλώσσα που προκύπτει από την καταστροφή των κωδίκων της γλώσσας που ξέρουμε. Μ’ αυτό το εκ καταστροφής νέο υλικό προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μιαν πρόσκαιρη αιωνιότητα μνήμης, γράφοντας «μέσα στο ά-τοπο της γραφής», για να θυμηθώ τον ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη. Η Ποίηση εντέλει είναι μελαγχολία σε φθόγγους,τόνισε ο Γιώργος Θεοχάρης.
Σε δύσκολους καιρούς απαιτείται μια ποίηση λειτουργική που να αφορά και να αγγίζει τον σύγχρονο άνθρωπο.Να έχει κάτι να του πει.Να τον κινητοποιεί με κάποιον τρόπο.»Σε τέτοιους καιρούς /αναζητάς μια άλλη ποίηση/πιο δυνατή/που να μπήγει το μαχαίρι σε σκληρές καρδιές/που να γίνεται η ίδια μαχαίρι/και να κόβει κομματάκια τη διαφθορά.» Ακόμα ,νομίζω ότι περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχουμε ανάγκη την διαύγεια και την καθαρότητα που θα νικήσουν το χάος και τον άσκοπο βερμπαλισμό,επεσήμανε η Ασημίνα Ξηρογιάννη.
Ως πολιτικοποιημένο άτομο που θεωρώ τον εαυτό μου, δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ τα ποιήματά μου αυτή η ιδιότητα. Ειλικρινά μου αρέσει ιδιαίτερα να βλέπω ανθρώπους να διαδηλώνουν, να μάχονται για τα αιτήματά τους, να κατεβαίνουν στο δρόμο ακόμη και με άσχημες καιρικές συνθήκες, να παλεύουν για τα συμφέροντα των πιο αδύναμων και φτωχών, η ζωή τους να είναι γεμάτη, πλήρης δηλαδή απ’ την κατάκτηση ενός στόχου πέρα από τα πεπατημένα, πέρα από μικροαστισμούς. Και βέβαια μου αρέσει ιδιαιτέρως να βλέπω ανθρώπους να ερωτεύονται. Κάτι που συμβαίνει με όλους και σε όλους.Από παιδί μου άρεσε να σκέπτομαι με εικόνες, να εκφράζομαι σιβυλλικά, να ζω σε φανταστικό περιβάλλον –ακόμα και τα παιδικά μου παιχνίδια ήταν δεκαετίες μπροστά- ακόμη και να ερωτεύομαι θα έλεγα με τρόπο υπαινικτικό και αυθόρμητο και όχι κάτω από προσχεδιασμένη συνειδησιακή μέθοδο. Με δυο λόγια, η ποίηση μου έμαθε να αντιστέκομαι αλλά και να ερωτεύομαι μοναδικά, να λατρεύω το ραδιόφωνο και να μισώ την τηλεόραση,είπε ο Χρίστος Παπαγεωργίου.
Ο ποιητής, Γιώργος Κ. Ψάλτης, σε μία συνέντευξή του ανέφερε πολύ εύστοχα ότι όταν γράφουμε, είμαστε οι αναγνώστες των ποιημάτων μας. Όταν τα παραδίδουμε στον εκδότη και κατά συνέπεια και στο αναγνωστικό κοινό δεν μπορούμε πια να καθορίσουμε τη μοίρα τους, το πώς θα διαβαστούν και θα δεξιωθούν από τον εκάστοτε αναγνώστη τους. Όποιο κι αν ήταν το αρχικό έναυσμα που γέννησε το εκάστοτε ποίημα, μετά από καιρό, μπορώ να διαβάσω εντός του πράγματα αποκαλυπτικά για μένα την ίδια ως δημιουργό και άνθρωπο. Η συγκεκριμένη επιλογή κάθε λέξης μού λέει πολλά για τον ασύνειδο εαυτό που γράφει όσο εγώ προσπαθώ να χωρέσω σε στίχους ένα συγκεκριμένο αίσθημα, σκέψη ή έννοια,μας ανέφερε χαρακτηριστικά η Δώρα Κασκάλη.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα μια τάση σε τέτοιες παρατηρήσεις, κυρίως των ανθρώπινων,όχι τόσο της φύσης. Κοιτούσα τους ανθρώπους να περπατούν, να κάθονται, να γελούν, να κλαίνε, να τσακώνονται. Αργότερα, όταν ήρθε και η δημοσιογραφική μου ιδιότητα, μου δόθηκε η δυνατότητα να κοιτώ τους ανθρώπους πιο βαθιά και διέκρινα ότι δυστυχούν. Πάντα κοιτούσα, σπανίως παρέμβαινα και αυτό είναι μια εξομολόγηση, αλλά και όπου επιχείρησα να παρέμβω, οι τοίχοι ή τα τείχη ήταν πολύ ψηλά για μένα και την μη επαρκούσα επιμονή μου. 'Εκλεβα λοιπόν- και τώρα κλέβω -εικόνες και σπαράγματα από το εφήμερο της δημοσιογραφίας για να τα περάσω στην «ποιητική αιωνιότητα». Κάτι σαν κλεπταποδοχή μοιάζει αλλά στον καιρό υπάρχουν τόσες κλεψιές, ας κάνω κι εγώ μίαν,δήλωσε ο Κύπριος ποιητής και δημοσιογράφος Γιώργος Χριστοδουλίδης.
Ανατρέχοντας στο «ένδοξο παρελθόν»,αλλά και παρόν της Ελληνικής ποίησης,ξεχώρισα τα λόγια των:
Νικηφόρου Βρεττάκου(1912-1991) :Η ποίηση δεν είναι παρά ένας μεγεθυντικός φακός της πραγματικότητας. Η μεγέθυνση των αληθινών διαστάσεων του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει, μπορεί να μας μεταδώσει την αίσθηση του μεγαλείου της ζωής την οποία είμαστε έτοιμοι να καταστρέψουμε.
Μανώλη Αναγνωστάκη(1925- 2005) :Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.
Γιώργου Σεφέρη(1900-1971) :Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.
Οδυσσέα Ελύτη (1911-1996) :Η ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας.
Τίτου Πατρίκιου (1928) Η ποίηση είναι μια λύτρωση ατομική – αν όχι ανάδειξη.
Από τους μεγαλύτερους ποιητές του κόσμου είναι οι Αρχαίοι Έλληνες τραγικοί Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, οι κωμικοί Αριστοφάνης και Μένανδρος, και οι λυρικοί Πίνδαρος, Αλκαίος και Σαπφώ. Κατά τη νεότερη εποχή ξεχωρίζει η ποιητική δημιουργία του Σαίξπηρ, του Δάντη, του Γκαίτε,του Σίλλερ, του Ουγκώ,τουΧάινε.  Κάλβος,Σολωμός,Βαλαωρίτης,Πολυδούρη,
Καρυωτάκης,Σικελιανός,Ρουκ,Δημουλά  κι ένα πλήθος της νεότερης γενιάς συνθέτουν το παζλ Ποίησης….
Μακρύς ο κατάλογος των ονομάτων αξιόλογων εκπροσώπων της ποίησης εντός κι εκτός Ελλάδος,στο παρελθόν αλλά και στο παρόν και στο μέλλον και η παρούσα αναφορά δεν θέλει να αδικήσει κανέναν,παρά να αποτελέσει ερέθισμα και κίνητρο για να ανατρέξει ο καθένας στην ποίηση που τον αντιπροσωπεύει.
Και αφού περί ανάγνωσης της ποίησης ο λόγος, δεν θα μπορούσα να παραλείψω ένα ποίημα που μιλά για την ποίηση σε συνδυασμό με την απήχηση που έχει στον αναγνώστη.Το ποίημα του Χάρη Βλαβιανού που έχει τον τίτλο:»Ποιος»και ανήκει στην ποιητική συλλογή «Μετά το τέλος της Ομορφιάς»,είναι αντιπροσωπευτικό:



ΠΟΙΟΣ;


Έρχομαι στο φως τη στιγμή που αυτoπροσδιορίζομαι ως ερώτημα.
Το ερώτημα αυτό
που δεν ταυτίζεται με τo άγχος ή τις αμφιβολίες σου
και που διαρκώς σε πολιορκούσε όσο έγραφες
(είτε είχες συνείδηση αυτής της πολιορκίας είτε όχι)
είναι τώρα παρόν,
κείτεται σιωπηλό ανάμεσα στις γραμμές μου
περιμένοντας υπομονετικά αυτόν
που θα επιχειρήσει τη λύση του.
Το ερώτημα
(που πλέον τίθεται ερήμην σου)
έχει ως αποδέκτη εμένα
και διατυπώνεται με λέξεις
που έχουν στο μεταξύ
«ως δια μαγείας»
μεταμορφωθεί σε τέχνη.

Η προσήλωση που δείχνω στον εαυτό μου
μπορεί να θεωρηθεί νοσηρός ναρκισσισμός.
Ωστόσο υπερασπίζομαι την τιμή μου
θέτοντάς τη διαρκώς υπό αίρεση.
Επιβεβαιώνομαι μέσω μιας ανάκρισης
που πολλές φορές οδηγεί στον διασυρμό μου.
Η ιστορία μου δεν είναι παρά το χρονικό αυτής της ανάκρισης.

Το ερώτημα λοιπόν δεν μπορεί ν” απαντηθεί
γιατί μόλις τεθεί
μετατρέπεται αυτόματα σε κατηγορητήριο
ενάντια στα μέσα και τους σκοπούς μου.
Το βασίλειό μου οικοδομείται πάνω στα ερείπιά μου.
Αν έχω κάποια δύναμη
την αντλώ απ” αυτήν ακριβώς
την ατέρμονη διαδικασία ερήμωσης και ανοικοδόμησης.

Κάθε ποίημα που διεκδικεί μια θέση στην ιστορία μου
οφείλει να την αφηγηθεί εκ νέου
με τρόπους όμως που δεν είναι εκ των προτέρων γνωστοί.
Αν το παρελθόν μου οφείλει να το προϋποθέτει
το μέλλον μου πρέπει ήδη να το περιέχει.
Όμως ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει το μέλλον;
Εσύ;


Τελικά,έχω την αίσθηση ότι αυτό αντλούμε από την ποίηση:τα απολαυστικά ταξίδια με το παιχνίδι των λέξεων,το συμπυκνωμένο λόγο,την εξωτερίκευση συναισθημάτων,τη γνώση,την ψυχοθεραπευτική επίδρασή της ενίοτε.
Η ποίηση μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε,οποτεδήποτε,αρκεί να θέλουμε και να μπορούμε να τη δούμε•δεν έχει να κάνει με βαρύγδουπες εκφράσεις ούτε με το χαμένο στο κενό βλέμμα..
Η ποίηση βρίσκεται μέσα μας,σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ /// Εσχατολογικό σχόλιο της ημέρας



                                                         
Μικροί αλαλαγμοί
μια μέλισσα που ματώνει
το θυσιαστήριο 


άκου τους χρωματιστούς
θρήνους της Ηλέκτρας! 


σπονδές με βουτυρωμένο
σκέλος
οι άκαρποι επωδοί
της καλησπέρας
ο Ωρίων
σκεπασμένος με το πέπλο
της Μέδουσας
αυνανίζεται στα σκοτεινά 


άκου τα πολύβουα
ψεύδη του! 


το σπέρμα είναι έτοιμο
να κατακλύσει
τους κήπους της Εδέμ 


η εποχή κλείνει τις πύλες της
με μια βάτο που καίγεται
ολοσχερώς στα δάκρυά της 


η Παναγία λούζεται την παρθενία της
και ο ήλιος ανατέλλει πια από
τα ζερβά. 


Το θυσιαστήριο εκκρίνει ασταμάτητο
το γάλα της ανθρωπότητας
που χάθηκε 

και τώρα
όλα
εδώ
θα πληρωθούν
ένα
                       ένα...

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥ /// ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ







                                                                  



Ναρκοσυλλέκτρια



Ευφροσύνη Μαντά - Λαζάρου

Γαβριηλίδης, 2014
80 σελ.




******

Μου ακουμπάνε κάποια μυστικά
και μου λένε κράτησέ τα!
κι εγώ τρομάζω
γιατί μου δίνουν να φυλάξω μια βόμβα
που επιθυμώ να εκραγεί.
Καρφώνομαι στον τοίχο μια πινέζα κατανόησης.
Κι εγώ θέλω να εκραγεί σαν ήλιος
να κάψει κι άλλα μάτια
ν' ανοίξει κι άλλες καρδιές
να μιλήσουν κι άλλα στόματα.
Να μην είμαι μόνη.



******


Πονούσα .
Μέσα μου 
δίχως εικόνες  λέξεις
έφευγαν
ελάτε πίσω,τις καλούσα,ελάτε μέσα μου
μιλήστε
ο γδούπος τους κενός του πουθενά
και δίχως λόγια πύκνωνε ο θάνατος.

Ο κόσμος τί;Πού η ζωή;
'Εξω και δίχως κρότους.


******


'Ασε με τώρα !
 Αρκετά με έβλαψε η νυχτερινή διάθεση.
Ναρκοθετώ  καμιά φορά την ησυχία .
'Ενας ναρκοσυλλέκτης χρειάζεται κάπου κάπου
ειρωνικές αντιστροφές και μπόλικο χιούμορ
υπόγειο' σαν τη λανθάνουσα ζωή του.


******

O  ύπνος είναι μια παράκαμψη ακόμη.
Τα όνειρα αφήνουν στη φάτνη μου
τα φάρμακά τους:
πότε τα δώρα
πότε τα ξόρκια
πότε τα δηλητήρια.






 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΠΟΓΙΑΝΟΥ /// ΑΚΟΜΑ ΦΕΥΓΕΙ




                                 






Ακόμα φεύγει



Ευγενία Μπογιάνου

Πόλις, 2014
264 σελ.


****





Ξεκίνησα να γράφω το «Ακόμα φεύγει» αμέσως μετά τα διηγήματα της «Κλειστής πόρτας». Οι ήρωες των δύο βιβλίων έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά: άνθρωποι το ίδιο καθημερινοί, το ίδιο αποσυνάγωγοι, να παλεύουν με τις εμμονές και τα πάθη τους, να προσπαθούν να κατανοήσουν τι τους συμβαίνει, να απαντήσουν στα δύσκολα ερωτήματα, να βασανίζονται από τύψεις και ηθικά διλήμματα. Άνθρωποι που έχουν βιώσει – με τον έναν ή τον άλλο τρόπο – την απώλεια. Είτε πρόκειται για την απώλεια του άλλου, είτε για την απώλεια πραγμάτων απτών και καθημερινών, είτε για την απώλεια του ίδιου τους του εαυτού ∙ ενός εαυτού που μερικές φορές είναι ο πιο ισχυρός και ίσως ο μοναδικός αντίπαλος. Άνθρωποι που παλεύουν με τους δαίμονές τους τελικά σε ένα περιβάλλον που το μαστίζει η οικονομική κρίση.
Μόνο που στο «Ακόμα φεύγει» η ιστορία που ήθελα να διηγηθώ – καθώς η φόρμα από την ίδια την ιστορία επιβάλλεται - δεν χωρούσε στο στενό και περιορισμένο πλαίσιο ενός διηγήματος. Η μεγάλη φόρμα μου έδινε τη δυνατότητα να ακολουθήσω τους ήρωες μου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, να εμβαθύνω στους χαρακτήρες μου, να «σπάσω» το χρόνο με πισωγυρίσματα, έτσι ώστε να σκιαγραφήσω τις διασταυρούμενες φωνές των ηρώων, προσπαθώντας να ακολουθήσω τις ξεχωριστές τους πορείες, την αυτονόμηση του καθενός τους, και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν, ο καθένας ξεχωριστά, ένα κοινό γεγονός που τους καθόρισε.
Η ιστορία είναι η εξής: ο Γιώργος, ένας εικοσάχρονος φοιτητής του Πολυτεχνείου, συλλαμβάνεται για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Μετά την σύντομη φυλάκισή του και τη δίκη, αθωώνεται λόγω αμφιβολιών. Από κει και μετά εξαφανίζεται από το σπίτι. Μένουν πίσω οι γονείς του – καθώς και κάποια άλλα πρόσωπα που τους περιβάλλουν - να αναρωτιούνται τι έγινε, πώς και γιατί, σε τι έφταιξαν, πού ήταν όταν δεν ήταν εκεί που έπρεπε, πού θα έπρεπε να είναι τελικά. Ερωτήματα με δύσκολες απαντήσεις καθώς τα πάντα ρέουν και πολλαπλασιάζονται δια της πολυπλοκότητας.
Κατά καιρούς βλέπουμε στην τηλεόραση να διαδραματίζονται παρόμοιες ιστορίες: νεαρά παιδιά με υψωμένες γροθιές, σίγουρα για το δίκιο των ιδεών τους, ή άλλα με καλυμμένα πρόσωπα, να οδηγούνται σιδηροδέσμια στον ανακριτή. Αναρωτιόμουν λοιπόν: εντάξει αυτά, ξέρουν τι κάνουν ή δεν ξέρουν, αλλά είναι ενήλικες ή στο κατώφλι της ενηλικίωσης, άνθρωποι θεωρητικά υπεύθυνοι για τις πράξεις τους. Τι γίνεται όμως με αυτούς που μένουν πίσω; Ήξεραν; Το πιθανότερο είναι πως όχι. Και αν δεν ήξεραν πώς αντιμετωπίζουν αυτή την καινούργια τελεσίδικη κατάσταση που έσκασε στα χέρια τους σαν βόμβα; Πώς συνεχίζουν τη ζωή τους; Τι γίνεται μετά; Αυτό το «μετά» είναι που με απασχόλησε στο «Ακόμα φεύγει».
Τρεις οι βασικοί ήρωες – και ένας τέταρτος, ο Γιώργος, πανταχού παρών δια της απουσίας. Οι ήδη διαλυμένες σχέσεις δοκιμάζονται ακόμη περισσότερο. Ο καθένας από τους ήρωες αντιδρά διαφορετικά, με βάση το χαρακτήρα του και σε συνδυασμό με το βαθμό συμμετοχής του στη ζωή και τις επιλογές του Γιώργου. Ο Ηλίας, ο πατέρας του Γιώργου, συντετριμμένος, μόνος, δέσμιος των επιλογών του που τον έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδο, δέσμιος της αγάπης του για το άλλο φύλλο, πεισματικά πιστός στην ιδεολογία του, μετά την εξαφάνιση του γιού του, βουλιάζοντας στο αλκοόλ, επιλέγει να περιμένει. Περιμένει ακόμη και μετά το θάνατό του. Η διχοτόμηση της φωνής του Ηλία – καθώς συνεχίζουμε να τον ακούμε ακόμη και μετά το θάνατό του - μου έδωσε ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να δείξω το μέγεθος του σπαραγμού του και την έλλειψη ικανότητας να δεχτεί το τετελεσμένο ∙ ναι, όλα έχουν τελειώσει, αλλά αυτός είναι εκεί ακόμα. Και περιμένει. Ο Παύλος, ο εραστής της Αγλαΐας, της μητέρας του Γιώργου, είναι ένας ήρωας χαμηλότονος, που δυσκολεύεται να διεκδικήσει το αυτονόητο γιατί τίποτε δεν είναι αυτονόητο για κείνον. Αιχμάλωτος της αγάπης του για την Αγλαΐα, υπομένει σιωπηλά τις συνέπειες
της εξαφάνισης του γιού της, όπως εκείνες επηρεάζουν και τη δική του ζωή. Στοιχειωμένος θαρρείς από την ίδια του την ύπαρξη, σκέφτεται το παρελθόν και προσπαθεί να επανακαθορίσει το παρόν του σε έναν αγώνα που τον βρίσκει ανέτοιμο. Και στο κέντρο του βιβλίου η Αγλαΐα: μητέρα, ερωμένη, σύζυγος, γυναίκα. Πεισματική αναζήτηση. Κατάβαση στα μονοπάτια της μνήμης. Ερωτήματα. Ένας αγώνας δρόμου με αμφίβολη κατάληξη. Επιθυμεί να φτάσει στο τέλος του δρόμου. Φοβάται αυτό που θα συναντήσει. Όμως δεν κάνει πίσω. Είναι εκεί γιατί δεν θα μπορούσε να είναι πουθενά αλλού.
Στο τέλος βρίσκει. Ίσως να μην έχει σημασία τι βρίσκει. Ο χρόνος είναι αδυσώπητος. Αφήνει νεκρούς πίσω του. Στο κυνήγι του εαυτού δεν υπάρχουν χαμένοι και κερδισμένοι. Όλοι είναι χαμένοι και μαζί κερδισμένοι.
Ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται στο Γιώργο. Ο Γιώργος έφυγε. Κι ακόμα φεύγει. Αυτός είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνονται οι άλλοι τη φυγή του: σαν μια συνεχή και αβάσταχτη απομάκρυνση. Προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάσμα. Ο καθένας με τον τρόπο του: άλλος δια της αναμονής και άλλος δια της αναζήτησης.
Το κομμάτι που με δυσκόλεψε πιο πολύ στο «Ακόμα φεύγει» ήταν το τέλος. Υπήρχαν πολλές εκδοχές που φαίνονταν όλες ικανοποιητικές και πάλευαν μέσα μου για το ποια θα επικρατήσει. Είχα γράψει τα προσχέδια για τουλάχιστον τρεις διαφορετικές καταλήξεις της ιστορίας. Επέλεξα τη συγκεκριμένη την οποία δεν θα αποκαλύψω εδώ. Δεν ξέρω αν με δικαιώνει το αποτέλεσμα. Υπήρξαν αναγνώστες που με ρώτησαν, «μα πώς άντεξες να δώσεις αυτό το τέλος;» Μ’ αρέσει όταν τα πράγματα ξαφνιάζουν και εγείρουν απορίες. Όλα είναι ανοιχτά έτσι. Και το τέλος «το διαβάζει» ο καθένας με βάση αυτό που είναι. Ο μεγάλος Πεσσόα έλεγε: αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε είναι αυτό που είμαστε.



                                                         
ΕΥΓΕΝΙΑ  ΜΠΟΓΙΑΝΟΥ