Translate

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

notationes /// ΑΝΟΙΞΗ 2017/// ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΑΜΕΛΟΣ ///Ο ΔΗΜΙΟΣ





Κυριάκος Σταμέλος «Ο δήμιος», εκδ. Γαβριηλίδης, 2016, σελ. 48
Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη
Δεν είναι εύκολο οι ποιητές να μιλούν για  τον εαυτό τους, για τη ζωή τους. Όχι ότι είναι εύκολο για τους πεζογράφους, απλώς οι  δεύτεροι δεν έχουν να αντιμετωπίσουν σε τόσο μεγάλη έκταση το θέμα της πύκνωσης. Ο Κυριάκος Σταμέλος γράφει ένα έμμετρο εκτενές αυτοβιογραφικό ποίημα που φέρει τον τίτλο Ο Δήμιος και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Σαρκαστικός, αυτοσαρκαστικός, καυστικός, αλλά και απολαυστικός, παρουσιάζεται αλλιώς, δίνει το πορτρέτο του ίδιου του τού εαυτού, την ιστορία της δικής του ζωής. Από το ποίημα δεν απουσιάζει το χιούμορ. Αντίθετα, αυτό είναι καίριο και διεισδυτικό και κερδίζει τον αναγνώστη, ειδικά εκεί όπου συνδυάζεται με μια αιχμηρή ειρωνεία. Ρέοντες στίχοι, παιχνιδιάρικοι, καλοζυγισμένοι, δίνει την αίσθηση ότι ο ποιητής έχει προσέξει ιδιαίτερα την ποιητική οικονομία.
Κάνει, θα λέγαμε, έναν απολογισμό ζωής («Πάντως, αγάπησα, τα όσα κι αν είδα,/το δίκαιο, το άδικο, την ηλιακτίδα […]»)
Μια ζωή που δεν τον εκφράζει, το χρώμα του έρωτα, η ποίηση, οι θεωρίες παντός τύπου, αυτά και πολλά άλλα απασχολούν τον ποιητή, ο οποίος έχει καταφέρει να πάρει τις αποστάσεις του πια  και να τα κρίνει σθεναρά και θαρραλέα με παρρησία μοναδική.
Στο σημείο που γράφει «Η ποίησις θέλω εδώ ν’ ακουστεί, ωσάν ένας χτύπος επά’ στο καρφί,[…]»μάς έρχονται εύλογα στο νου οι στίχοι του Μανόλη Αναγνωστάκη: «[…]σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις /Να μην τις παίρνει ο άνεμος» Μα ο ίδιος o Σταμέλος δεν γεννήθηκε για να χτυπά, όπως σημειώνει. Και αμέσως μετά αναρωτιέται: «[…] όμως δεν ξέρω πούθε θα βρω, λιγάκ’ ευτυχία» Η κατάκτηση της ευτυχίας είναι αυτό που τον καίει.
Συνεχίζει ως εξής μιλώντας μας για το «καταφύγιό του»: «Kαι καταφύγιο βρίσκω στερνό,/σε όσα πράγματα μπορώ να σας πω,/μέσα και έξω απ’ τον ρυθμό,/πέννας μαλάκας». Άλλο ένα διακειμενικό στοιχείο εντοπίζουμε εδώ, αφού η λέξη «καταφύγιο» μας παραπέμπει στον Κώστα Καρυωτάκη όπου γράφει στο ποίημά του «[Είμαστε κάτι…]»
[…]
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε
στα όνειρά μας μπερδεύεται όλη η φύσις
στο σώμα στην ενθύμηση, πονούμε
κι η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε. […]
Ούτε και ο ποιητής που εξετάζουμε είναι χαρούμενος και ικανοποιημένος από τη ζωή του, δίνει συχνά εικόνες παρακμής, ή αφήνει μια τέτοια αίσθηση, όμως το θαυμαστό είναι πως έχει τον τρόπο ευφυώς να ανασκευάζει τη θλίψη, να υπερβαίνει την πικρία, να κάνει τις ξεχαρβαλωμένες κιθάρες να παίζουν μουσική.
Ακόμα, σε παλαιότερους καιρούς, εξομολογείται ότι θεωρούσε ότι ξεχώριζε, θεωρούσε τον εαυτό του μοναδικό. Ίσως μια έπαρση που, όμως, τώρα μετετράπη σε γνώση, σε ουσία, σε βάθος. Η γνώση πως είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος που διαθέτει ως στοιχεία και το καλό και το κακό, όπως άλλωστε όλοι οι άνθρωποι. Και ο Σαίξπηρ, ο πρώτος διδάξας, παρουσιάζει χαρακτήρες που συμφιλίωναν στην ψυχή τους και στο «ήθος» τους και τις δύο ποιότητες.

[…]
Παλιά ενόμιζα μοναδικός
είμαι στον κόσμο-τί;-και είμαι αυτός
που ίσως κάν’ να γυρίσ’ ο τροχός
να’ στή η Παράδεισος.

Γνωρίζω τώρα πως είμαι κοινός,
και δεν προσπάθησα γιατ’ ίσως κακός
να είμαι στο βάθος’ και ίσως καλός
αν έχει διάφορο.

[…]
Έχει πια γίνει σοφότερος με τα χρόνια ο αφηγητής-ποιητής μας, έχει αποκτήσει αυτογνωσία και «δεν προσπαθεί παρά μόνο να ζει» (σελ12). Ξέρει καλά πως «υπάρχει κάτι που μας περιμένει να το γευτούμε ή να χαθούμε» (σελ.16) καθώς και ότι  και οι φιλανθρωπίες θέλουν το μέτρο τους και αυτές: «Όποιος γεννήθηκε καλός Σαμαρείτης/εν καιρώ θα ριμάρει κι ερημοσπίτης,/της αφραγκιάς θα είναι-γουστάρω-παιδί της-αγαπημένο.» (σελ.16)
Ο λόγος του Σταμέλου δριμύς, δραστικός, ζωηρός, ακουμπά το είναι του απαιτητικού αναγνώστη. Δεν είναι μια γλώσσα πλαστική αυτή, δεν είναι μια γλώσσα που ξενίζει. Λέξεις κοινές, τολμηρές, αθυρόστομες, αντιποιητικές, αργκό καμιά φορά ή αρχαιοελληνικές: π.χ ταίς λέξεσι, αιέν, αριστεύειν, νταλικάδες, παπάτζα, μουνί, σακαφλιά, νινί, στιχαράκια, κοιλάρα, μαλάκω, τσατσάρα, μαλάκας, σφαλνάς, ερημοσπίτης, γουστάρω, λέξω, μπερκέτι, γαμώ, ξεύρουνε, πατέντα, ζωντανούδια, κονομήσω, χαζός, πλιάτσικο, ευγαμημένη, γλυφομούνι, πουτανίτσα, αρχίδι, λατρεμενάκια, μερακλαντάν, γαμηθείτε, πεταμενάκης και άλλες. Ποικιλία γλωσσικού ύφους και ήθους.
Αλλά όλες τους χωράνε μέσα στον Δήμιο, συνυπάρχουν χωρίς να ξενίζουν τον αναγνώστη, εξυπηρετώντας τον σκοπό του ποιητή, ο οποίος επιτυχώς τις συνδυάζει, αφού πρώτα έχει παιδέψει πολύ τον τρόπο που θα τοποθετήσει τη μία πάνω στην άλλη. Εδώ, τούτη η ποίηση δεν γράφεται με εκλεπτυσμένες λέξεις και ευγενικές και  κομψές εκφράσεις. Και γιατί άλλωστε; O ποιητής λέει τις αλήθειες του στην δική του γλώσσα και αυτό είναι το σημαντικό. Η ποίησή του σφύζει από ζωή και λαχτάρα για ζωή, ακόμα κι αν στραβά τα πράγματα του έχουν πάει. Δεν είναι μοντέρνος, ούτε μεταμοντέρνος, αλλά μας χαρίζει μια «έμμετρη ιδιόλεκτο», αν έτσι μπορεί να πει κανείς. Όχι η γλώσσα για τη γλώσσα, όχι ο στίχος αυτοσκοπός. Αλλά επί της ουσίας: Πόσο εύκολο είναι να γίνεις ο δήμιος του εαυτού σου; Ή πόσο εύκολο είναι να αντικρίσεις κατάματα τη ζωή και -κυρίως -τις αποτυχίες ή τις διαψεύσεις σου;

Ο αφηγητής δεν είναι ούτε Χριστιανός, ούτε Ισλάμης  συμβατικός, αλλά ευθαρσώς δηλώνει: «Aν την ματιά σου μπορώ ν’ αντέξω, είμαι θεός» (σελ.17) Ο Σταμέλος παίζει με τις έννοιες, τις λέξεις, τις εμπειρίες του και παρουσιάζεται φιλοσοφικός και φιλοσοφημένος. Κάνει ποίηση τη χασούρα του, τις ζημιές του. (« [..]γιατί με πίκραναν (κάποιοι φίλοι),/μ’ εξουσιάζουν,/ποτέ δεν μπόρεσαν να με φωνάζουν/Κυριάκο μεγάλε» και «Άλλοι τους έλεγαν «υπαλληλάκος,/θα μείνει για πάντα μωρέ ο Κυριάκος,/έτσι που είναι ψηλός, ένα ράκος,/τι άλλο να κάνει;»
Μπορεί να διαψεύστηκε πολιτικά ή ιδεολογικά, κι αυτό το σχολιάζει: «Tσιγάρα; Δε φτάνουν αυτά τα λιανά/φέρτε μου πούρα Αβάνας χοντρά,/και νά μού δίνει ν’ ανάβω φωτιά,/αυτό το αρχίδι ο Κάστρο.» Και αμέσως μετά: «Γιατ’ είναι ήδη κι αυτός ξοφλημένος./Αν και δεν είναι πολύ μορφωμένος,/είναι το ίδιο κι αυτός προδομένος/από τα κύτταρα.»(σελ.23) Και: «Kαι ‘γω που δεν έγινα πολιτικός/ίσως να είμαι αφελής και χαζός» (σελ.32)
Έρωτες, πρόσωπα, καταστάσεις, στάσεις ζωής, παρελαύνουν μέσα στο βιβλίο, όλα συγκλίνουν σε ένα σταθερό σημείο αναφοράς: το υποκείμενο της γραφής, το οποίο καταφέρνει να διατηρεί ισορροπίες και να μην πέφτει σε άσκοπους συναισθηματισμούς. Έχει ξεπεράσει όλα αυτά, έχει περάσει σε άλλο στάδιο, στην έντεχνη αφήγησή τους πια. Η ρίμα και η έμμετρη μορφή συμβάλλουν στην αποφυγή του μελό. («Δεν είμαι βρε λούμπεν, ούτε κι αλήτης,/ούτε κι απόκληρος ερημοσπίτης, είμ’ ο γαμιάς της και θέλω παιδί της/να είμαι και ‘γω.»


Αναδημοσίευση από :fractal

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου