Translate

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// Μικρό οδοιπορικό στις απαρχές της θεωρητικής και κριτικής σκέψης ΤΗΣ ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ



                                   


πρώτη δημοσίευση στο http://www.vakxikon.gr/content/view/1999/11222/lang,el/




 





Oι αρχές της κριτικής σκέψης εντοπίζονται πολύ βαθιά μέσα στους αιώνες. Εδώ θα αναφέρουμε σύντομα ενδεικτικά παραδείγματα που θα δώσουν τροφή για επεξεργασία, ερεθίζοντας τη σκέψη μας.

Πολύ πριν την ανάπτυξη της Θεωρίας της Λογοτεχνίας και την θεμελίωσή της ως επιστήμης, υπήρχαν τα έπη του Ομήρου. Πιο συγκεκριμένα, στο προοίμιο της Ιλιάδας, ο ποιητής επικαλείται την θεά, τη Μούσα της ποίησης, στην Καλλιόπη και της ζητά να τραγουδήσει την μάνητα του ξακουστού Αχιλλέα (Iλ., Α, 1). Αλλά και στην αρχή της Οδύσσειας συναντάμε περίπου το ίδιο μοτίβο: Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπον τραγούδα μου, που πλήθος διάβηκε τόπους, αφού πάτησε της Τροίας το κάστρο το άγιο (Οδ., Α, 1-2). Υπάρχει διαδεδομένη η αντίληψη πως οι Μούσες/θεές κατέχουν τα πάντα, εμπνέουν τους πρώτους  ποιητές, τους δίνουν γενναιόδωρα τα φώτα τους, τους γεμίζουν πνευματικότητα, ώστε να είναι ικανοί να εξιστορούν με γλαφυρότητα και χάρη, θαυμαστά έργα και πολεμικά κατορθώματα.

Στο Β' της Ιλιάδας λέει ο Όμηρος: Πέστε μου τώρα, Μούσες, που έχετε τον Όλυμπο παλάτι -τι είστε θεές κι ολούθε τρέχετε, κατέχετε τα πάντα, -εμείς καν τίποτα δεν ξέρουμε, τη φήμη μόνο ακούμε-[...] (Ιλ., Β, 484-92). Επίσης, οι θνητοί, οι άνθρωποι του ομηρικού κόσμου σέβονται και εκτιμούν τους ραψωδούς γιατί τους θεωρούν θεόπνευστους. Οι Μούσες τους δίδαξαν την τέχνη του τραγουδιού, τους έδωσαν το χάρισμα της σύνθεσης ίσως, και έτσι μπορούν να ευφραίνουν τους απαιτητικούς ακροατές και να απολαμβάνουν ειδικά προνόμια στις αυλές των βασιλιάδων, αλλά και στην ομηρική κοινωνία γενικότερα. Θεωρούνταν ιδιαίτερα αξιόλογοι και ήταν ευρέως αποδεκτοί και αξιοσέβαστοι.

O Oδυσσέας στο Θ της Οδύσσειας, στιχ. 477-98 απευθύνει τα εξής λόγια στον Δημόδοκο: Ο Απόλλωνας για η Μούσα σε έμαθε, του γιου του Κρόνου η κόρη; -που τραγουδάς με τάξη κι όμορφα των Αχαιών τη μοίρα, τί έκαμαν, τι έπαθαν, τί τράβηξαν μαθές οι Αργίτες -όλα, λες κι ήσουν μπροστα για τ' άκουσες από κανέναν άλλον.[...] Αν τούτα εσύ με τάξη κι όμορφα μας τα ιστορήσεις τώρα,δεν θα βρεθεί στον κόσμον άνθρωπος να μην του μολογήσω θεός καλόγνωμος πως σου δωκε του τραγουδιού τη χάρη.

Στο τέλος της Οδύσσειας, Χ 344-49, ο Φήμιος ο τραγουδιστής παρακαλά τον Οδυσσέα για τη ζωή του και τελικά γλιτώνει τη μαύρη μοίρα: Σπλαχνίσου με, Οδυσσέα, σεβάσου με, στα γόνατά σου πέφτω! Καημό και συ θα το χεις έπειτα, τον τραγουδάρη αν ίσως σκοτώσεις, που θνητούς και αθάνατους με το τραγούδι ευφραίνω. Μόνος μου τα 'μαθα. Μου φύσηξε λογής λογής τραγούδια κάποια θεός στα φρένα.

Για να έρθουμε τώρα στον Ησίοδο, στα 'Εργα και Ημέραι (1, 2) γράφει: Moύσες της Πιερίας που δίνετε δόξα στους ραψωδούς, εμπρός τραγουδήστε τον Δία, υμνήστε τον πατέρα σας. Και στη Θεογονία (1-34) προτρέπει να ξεκινήσουν οι άνθρωποι το τραγούδι από τις Μούσες τις Ελικώνιες, αυτές δηλαδή που κατοικούν στον Ελικώνα, το μεγάλο βουνό, και που τριγύρω από την κρήνη τους στήνουν χορούς ωραίους και λαχταριστούς. Και αναφέρει ότι αυτές τον δίδαξαν κάποτε το όμορφο τραγούδι, καθώς έβοσκε τα πρόβατα. Τον δίδαξαν και του ενέπνευσαν μεγαλόπρεπα τραγούδια, του έδωσαν το χάρισμα να μπορεί να ψάλλει με επιτυχία τα παρελθόντα και τα μελλούμενα και να υμνεί το γένος των θεών. Ακόμα του είπαν πως γνωρίζουν ψέματα πολλά να λένε όμοια με αλήθειες, μα ξέρουν, όταν θέλουν και αλήθειες να ιστορούν, ...ιδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν όμοια, ίδμεν δ' ευτ' εθέλωμεν, αληθέα γηρύσασθαι.

O Πίνδαρος πάλι (Νεμ., Ζ, 11 κ.ε.) εκφέρει την άποψη ότι η φήμη του Οδυσσέα έγινε μεγαλύτερη χάρη στον θελκτικό λόγο του Ομήρου παρά για όσα έπαθε.Θεωρεί υψηλή την τέχνη του Ομήρου και προβάλλει την ιδέα  πως η σπουδαία τέχνη αφήνει αγάλματα ες αεί.

Ο φιλόσοφος Δημόκριτος είναι από τους πρώτους που παραθέτει τους λόγους της ποιητικής δημιουργίας: (Diels-Kranz): ποιητής δέ άσσα μεν αν γράφηι μέτ' ενθουσιασμού και ιερού πνεύματος,καλά κάρτα εστίν..., δηλαδή είναι πολύ όμορφα όσα τυχόν γράφει ένας ποιητής μέσα από θεία έκσταση. Και παρακάτω θίγει τη σύνθεση που κατάφερε να δημιουργήσει ο Όμηρος, επειδή  του έτυχε να έχει χάρισμα δοσμένο από τους θεούς (φύση θε ι κή). Η σύνθεσή του μάλιστα χαρακτηρίζεται από Αρμονία, αρετή σπουδαία: Όμηρος φύσεως λαχών θεαζούσης επέων κόσμον ετεκτήνατο  παντοίων. (Β21): O Όμηρος, που του έλαχε θε ική φύση, φιλοπόνησε με την τέχνη του  μια αρμονική σύνθεση από στίχους με παντοειδές περιεχόμενο.

Συνεχίζω αναφέροντας τον Πλούταρχο που στα Ηθικά του, 346-47, μας πληροφορεί για την πολύ ενδιαφέρουσα άποψη του Σιμωνίδη του Κείου, o oποίος ονομάζει τη ζωγραφική σιωπηλή ποίηση και την ποίηση ομιλούσα ζωγραφική. Πλην ο Σιμωνίδης την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν προσαγορεύει,την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν. Γιατί όσα οι ζωγράφοι τα παρουσιάζουν σαν να γίνονται, ο ποιητικός λόγος τα εκθέτει και τα συγγράφει σαν να έχουν γίνει. Η διαφορά βρίσκεται στο υλικό (οι μεν χρησιμοποιούν χρώματα και σχέδια,οι δε λέξεις και φράσεις επισημαίνει ο Σιμωνίδης, αλλά και στον τρόπο της μίμησης, όμως ο σκοπός είναι κοινός.

Λίγο παρακάτω στο ίδιο έργο ο Πλούταρχος κάνει λόγο για τον Πίνδαρο που όταν ήταν νέος, δέχτηκε έντονη παρατήρηση από την Κόριννα αναφορικά με την ποιητική του τέχνη. Εκείνη τον κατηγόρησε ως άμουσο και ότι δεν διαθέτει γούστο. Γιατί αντί να συνθέτει μύθους, κάτι που είναι έργο των ποιητών, ο Πίνδαρος στολίζει αδίκως τα θέματά του με σπάνιες λέξεις, μεταφορές, άσματα και ρυθμούς. Και μάλιστα δεν κάνει και καλή κατανομή των μύθων μέσα στο έργο του. Τους ανακατεύει, τους συγχωνεύει και τους ρίχνει μέσα στο άσμα του. Πρέπει να σπέρνει κανείς με το χέρι και όχι με τη σακούλα του υποδεικνύει η Κόριννα.

Κλείνοντας, σημειώνω την άποψη του Προσωκρατικού Γοργία σχετικά με τον Λόγο: Ο λόγος είναι ένας μέγας δυνάστης, που με το μικρό το σώμα του και την αφανέστατη μορφή του επιτελεί έργα θειότατα. Γιατί μπορεί και το φόβο να πάψει, και τη λύπη να αφαιρέσει και να προκαλέσει χαρά και να αυξήσει το έλεος. H δύναμη του λόγου βρίσκεται με την κατασταση της ψυχής στην ίδια σχέση που βρίσκεται η δύναμη των φαρμάκων με τη φύση των σωμάτων. Όσο για την ποίηση, τη θεωρεί έμμετρο λόγο και έτσι την ονομάζει. Δίνει και ιδέες  αναφορικά με τη λειτουργία που αυτή επιτελεί. Όσοι την ακούν νιώθουν, λέει, περίτρομη φρίκη και πολύδακρυν έλεο και επιθυμία για θρήνο και η ψυχή τους, με τη δύναμη των λόγων, δοκιμάζει σαν να ήταν δικές της τις ευτυχίες και τις δυστυχίες που τυχαίνουν σε άλλα πράγματα και σώματα.

Σπέρματα της κριτικής σκέψης, συναντάμε ακόμα, και στις Ελεγείες του Θέογνη, στον Ξενοφάνη και τον Ηράκλειτο, ο οποίος θεωρεί τον Ησίοδο διδάσκαλο των περισσοτέρων ανθρώπων. Αργότερα, θα έχουμε τη μεγάλη κατάθεση του Αριστοτέλη και, συνάμα, στην Αθήνα, σε μια εποχή που οι θεατρικές παραστάσεις θεωρούνταν διδασκαλίες, ο ευφυής κωμωδιογράφος Αριστοφάνης, θα εκθέσει εύγλωττα και παραστατικά με τους Βατράχους του την άποψη του περί της ποίησης και της κριτικής της ποίησης.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου