Translate

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ- ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ /// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

                ΦΩΤΟ Α. Ξηρογιάννη
                                                           






Όνειρα καταβύθισης





Τα κομμάτια της ψυχής

στην άμμο της αγωνίας

όπου όλα συντρίβονται

υψώνοντας αντιρρήσεις

σε κρύσταλλα καρδιάς

σε νότες που δεν ακούγονται

στης βροχής την αλλόκοτη γεύση

στην πανίδα και τη χλωρίδα

μιας αλλιώτικης νύχτας

που κάνει τα πάντα να χάνονται

στο χρόνο που σε παίρνει

στις λεωφόρους του

που κρύβεσαι στην ανάσα του

και τα φτερά του

σε ξεμακραίνουν σταθερά

σε όνειρα καταβύθισης

καταλύοντας την υπόστασή σου


κι απορείς παράξενα

σαν αποπλανημένο παιδί

σε στράτες που διψούν

για ήλιο και πόθους

αγωνίες και αγάπες

και κρύβεις την αλήθεια

σε πυρωμένες λαβές

σε καρικατούρες λογικής

και δήθεν συνομιλίες

με τον πολιορκούμενο εαυτό σου


ο νους φαράγγι απάτητο

κι η ηχώ του γέλιου σου

φτερουγίζει στα τοιχώματά του

με μια απόλυτη προσμονή

στο χώρο και το χρόνο

το αέναο της σιγής

εκεί που κανείς θάνατος

δεν ξαφνιάζει τους τεθνεότες

με έναν ορίζοντα ατελεύτητο

με μια λύρα βραχνή

σαν παρατεταμένο χτύπημα

στην πόρτα των συνόρων

που βουρκώνουν μπροστά στο βουβό

της καταχνιάς και του σκότους


εκεί προχωράς φειδωλός

να απολαύσεις τον κεραυνό

τον εν αιθρία εμφανιζόμενο

που δονεί χιλιάδες οίκτους

και ηλιοτρόπια τεράστια

και δροσοσταλίδες

και καρπούς μεστούς

από χαιρετισμούς πουλιών

και χτυποκάρδια άγνωστα.

----

Κάποιες Θερμοπύλες 


 


Κατάρες σαν «έξυπνες» βόμβες

πραγμάτωση όμοια μ' εκσπερμάτωση

πρόθεση στάσης - μόνο στάσης

αστείες οι φορεσιές μας

τις αγοράζουμε ποτισμένες

απ' το αίμα των άλλων...



πού να ξαποστάσουμε

την αφέλειά μας,

πού να ψιθυρίσουμε

αφού κάθε φεγγάρι

είναι πομπός υποκλοπών,

πού να πιαστούμε

αφού δεν υπάρχει σανίδα



η μόνη διασκέδαση

πεταμένα πλαστικά πιάτα

μετά από πάρτι συνωστισμού

σε χοροπηδάδικα της πλάκας.



είπες θα φύγεις

να γνωρίσεις κι άλλες πέτρες

να σκορπιστείς σ' άλλα στέκια

να δοθείς στην απόδραση

να μη πεις ότι πήγες χαμένος

ότι έμεινες ο ίδιος

να φυλάς κάποιες Θερμοπύλες.








---

Aναγεννημένοι

 
φίλοι εμφανίζονται

απ' τα παλιά

σαν αναγεννημένοι

απ' τις στάχτες

που άφησε πάνω τους

η πάχνη του χρόνου

που αδιόρατα φώλιασε

στα πνευμόνια μας


μιλούν για νεκρούς

δαιμονισμένους

μάγισσες

και κυνήγι φαντασμάτων


κι εγώ που θέλω

να βυθιστώ πιο πολύ στη ζεστασιά

των σκεπασμάτων

απολαμβάνοντας αλλόκοτα

πρωινά όνειρα

notationes/// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// ΕΥΔΟΚΙΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ /// 'ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ




                                                         
                                               
                                                         φωτο.Κ.Γ.





Εκδίκηση





Τα παράθυρα 

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαριές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα.- Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγοριά.-
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τα βρω. Και καλύτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει. 

Κ. Π. Καβάφης

Έκλεισε πίσω του την πόρτα της υπόγειας κάμαρας και κατευθύνθηκε στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην έξοδο. Οι ώμοι του βάραιναν κυρτωμένοι από τα χρόνια και την μοναξιά. Βγήκε στο δρόμο, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να βαδίζει αργά με προορισμό το λιμάνι, όπως το συνήθιζε κάθε μέρα. Ο αέρας φυσούσε που και που, ανακατεύοντας τα λευκά του μαλλιά. Κουφάρι μοναχικό και άδειο, αυτό είχε απομείνει από τα νιάτα, που τον ξεγέλασαν και τον παρέσυραν στα δίχτυα της ματαιοδοξίας και του εγωισμού.
Κάθισε στο παγκάκι, το ίδιο πάντα, και άφησε το βλέμμα του να ενωθεί με το γαλάζιο της θάλασσας. Κοντά της είχε περάσει τη ζωή του ολόκληρη κι άλλη ζωή δεν είχε γνωρίσει, γι’ αυτό τώρα που δεν τον ταξίδευε πια, ερχόταν και την κοιτούσε με τις ώρες, συνεχίζοντας νοερά τα ταξίδια του. Την απόλυτη ησυχία του δειλινού διέκοψαν παιδικές φωνές. Έστρεψε το βλέμμα του και είδε μια ηλικιωμένη κυρία με δυο μικρά παιδιά να κατευθύνονται προς το μέρος του. Όταν έφτασαν δίπλα του, τους κοίταξε καλά μέσα από τα γέρικα, θολά του μάτια. Τα γόνατα του λύθηκαν κι ο


τους κοίταξε καλά μέσα από τα γέρικα, θολά του μάτια. Τα γόνατα του λύθηκαν κι ο
χρόνος σταμάτησε. Η καρδιά μ’ όση δύναμη της είχε απομείνει, έκανε προσπάθεια να χτυπήσει νεανικά, ερωτευμένα. Αυτή είναι. Χωρίς αμφιβολία αυτή είναι, σκέφτηκε. Η μάγισσά του, η αγάπη του, το όνειρό του, η θλίψη κι ο πόνος, η μοναξιά και η ελπίδα του. Είναι σίγουρος πως είναι αυτή.
-Ευτυχία; Κατάφερε να ψελλίσει, ενώ τα μάτια του μούσκεψαν και θόλωσαν ακόμα περισσότερο.
Εκείνη κοντοστάθηκε και τον κοίταξε αμήχανη. Αυτή ήταν, μα θα του το αρνηθεί. Θα πάρει την ευκαιρία που παρουσιάστηκε μπροστά της ανέλπιστα και θα τον εκδικηθεί. Θέλει να τον πληγώσει όσο την πλήγωσε, έστω και μετά από τόσα χρόνια. Ο πόνος δεν έχει σβηστεί από μέσα της, ίσως μόνο κρύφτηκε πίσω απ’ τις κουρτίνες των αναμνήσεων, μα δεν έσβησε ποτέ. Είναι εκεί μπροστά της και της προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Πως κατάντησε έτσι ο Θοδωρής; Τον θυμάται σαράντα χρόνια πριν, όταν κάθε φορά που το καράβι του έπιανε λιμάνι, το σούσουρο απλωνόταν σ’ ολόκληρο τον Πειραιά. «Ήρθε ο Άδωνις» έλεγαν, τόσο όμορφος ήταν. Κι εκείνη μικρή και αθώα κολακευόταν, που μόνο αυτήν καλημέριζε όταν περνούσε κάτω απ’ το παράθυρό της. Σε καμιά άλλη δεν έδινε σημασία κι ας κρέμονταν όλες οι κοπέλες της γειτονιάς στα παράθυρα, περιμένοντας ένα του χαμόγελο. Κάποτε κουράστηκαν, πίστεψαν πως δεν έχουν καμιά ελπίδα, αφού αυτός είχε μάτια μόνο για την Ευτυχία. Όλοι το είχαν σίγουρο, πως θα γίνονταν ζευγάρι. Όμως εκείνος έφευγε κι ερχόταν και έμενε μόνο στο καλημέρισμα. Τίποτε παραπάνω. Κάθε φορά που το καράβι του έπιανε λιμάνι, ευχόταν μέσα της να είχε έρθει η ώρα, αλλά μάταια. Τα χρόνια περνούσαν και όταν ένα γειτονόπουλο τη ζήτησε απ’ τον πατέρα της, εκείνος δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Στην αρχή η Ευτυχία θύμωσε, έκλαψε κι ύστερα πείσμωσε και αποφάσισε, πως δεν άξιζε να τον περιμένει άλλο. Αν την ήθελε, θα την είχε ζητήσει.
-Ευτυχία εσύ είσαι; Επανέλαβε αυτός με φωνή απόκοσμη.
Εκείνη εξακολουθούσε να στέκεται ακίνητη και να τον κοιτάζει ανέκφραστη, παγωμένη, παρόλο που τα παιδιά στριφογύριζαν στα πόδια της και της τραβούσαν τη φούστα, ρωτώντας την: «Γιαγιά ποιός είναι αυτός ο γέρος;» Σε καμία περίπτωση δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να εκφράσει το παραμικρό συναίσθημα, αν και μέσα της είχαν ξυπνήσει όλες οι μνήμες, που τόσα χρόνια πάλευε να διαγράψει.



είχαν ξυπνήσει όλες οι μνήμες, που τόσα χρόνια πάλευε να διαγράψει.
-Όχι κύριε λάθος κάνετε, του απάντησε κοφτά και συνέχισε βιαστικά το δρόμο της, τραβώντας κυριολεκτικά κοντά της τα δυο παιδιά.
Ο Θοδωρής ανοιγόκλεισε τα μάτια, παραμόρφωσε το πρόσωπο σαν να ’θελε να κλάψει και ύστερα τα άνοιξε διάπλατα. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έσφιξε με όση δύναμη του είχε απομείνει, το μικρό μενταγιόν από σπάνιο κεχριμπάρι, που της είχε αγοράσει από εκείνο το ταξίδι στη Βαλτική. Δεν της το έδωσε ποτέ, γιατί όταν γύρισε στην πατρίδα δεν την βρήκε…
Έλεγε πάντα μέσα του, πως δεν χρειαζόταν να βιάζεται, είχε χρόνο, ήταν πολύ νέος, είχε όλη τη ζωή μπροστά του, δεν χάλασε δα κι ο κόσμος να το γλεντούσε μερικά χρόνια ακόμα. Κι έτσι κάθε φορά που γύριζε στην πατρίδα, ανέβαλε να την ζητήσει παρόλο που το ’χε αποφασίσει, πως θα την κάνει γυναίκα του. Το είχε εξομολογηθεί και στον φίλο του το Λευτέρη, που ταξίδευαν παρέα.
-Ζήτησέ την επιτέλους, θα στην πάρει άλλος και θα το μετανιώσεις πικρά, τον συμβούλευε ο φίλος του.
-Έχουμε καιρό ακόμα, δεν μας πήραν δα και τα χρόνια, του απαντούσε επιπόλαια ο Θοδωρής, κι άφησε τα χρόνια να περάσουν, αναζητώντας την ηδονή στα λιμάνια κι όχι στην αγκαλιά της Ευτυχίας, γιατί ήταν σίγουρος πως αυτή θα στέκεται πάντα στο παράθυρο να τον περιμένει.
Ο Λευτέρης κουνούσε το κεφάλι, απορώντας με την επιπολαιότητα του φίλου του, μα κάτι άλλο δεν μπορούσε να κάνει. Μέχρι που ένα τραγικό περιστατικό έκανε το Θοδωρή να καταλάβει, πως ίσως και να μην είχε πολύ χρόνο. Ένας ναύτης από το πλήρωμα ανέβηκε στα ψηλά του πλοίου, για μια επισκευή και γλίστρησε με αποτέλεσμα να σκοτωθεί. Το γεγονός αυτό τον συγκλόνισε και άλλαξε ρότα. Στο πρώτο λιμάνι που κατέβηκαν, πήγε να της αγοράσει δαχτυλίδι. Στο κοσμηματοπωλείο όμως το μάτι του έπεσε σε ένα κεχριμπαρένιο μενταγιόν δεμένο περίτεχνα με χρυσό. Χωρίς δεύτερη σκέψη το αγόρασε και έφυγε ξεχνώντας το δαχτυλίδι. Δεν βαριέσαι, θα της αγοράσω το καλύτερο από την πατρίδα, σκέφτηκε μόλις το κατάλαβε. Όταν όμως έφτασε στην πατρίδα, η Ευτυχία δεν βρισκόταν πια στο παράθυρο. Βαρύς χειμώνας ξέσπασε μέσα του, απομακρύνοντας οριστικά το καλοκαίρι που πάντα επιθυμούσε.


Γύρισε, σέρνοντας αργά τα βήματά του μέχρι το υπόγειο της ζωής του. Τα στεγνά γεμάτα ρυτίδες χέρια του, ψαχούλεψαν τα κλειδιά και άνοιξαν την πόρτα. Έπειτα βάλθηκαν να ψηλαφούνε τους τοίχους, πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά ψάχνοντας να βρούνε παράθυρα. Πίστευε πως αν έβρισκε έστω κι ένα μικρό παραθυράκι, ίσα μια χαραμάδα, θα ’ταν μεγάλη παρηγοριά. Μα παράθυρο δεν άγγιξαν τα χέρια του, άσε καλύτερα έτσι στο σκοτάδι να μείνω, μονολόγησε. Το φως θα με βάλει σε φουρτούνες.

notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΚΟΥΖΕΛΗΣ /// άτιτλο [ζήτημα ποιητικής]




                                                              












όλο κι όλο ένα χάδι 
από άρωμα τσαγιού. 


αυτό είναι το ποίημα. 


τα υπόλοιπα 

                                                              [το φλυτζάνι \ ο βραστήρας \
                                                              το κατάστημα με τα αποικιακά \
                                                              το καράβι των Ινδικών γραμμών \
                                                              η Κεϋλάνη \ η φυτεία \
                                                              τα χέρια που χαράματα
                                                              κορφολογούν νεαρά φύλλα \
                                                              τα γέλια των κοριτσιών
                                                              και οι βρισιές των γέρων επιστατών]
είναι απλώς
φλυαρίες 







                                                      

notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ -ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// ΝΕΛΛΑ ΣΥΝΑΔΙΝΟΥ /// ΟΣΟ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΤΟΣΟ ΕΡΩΤΑΣ



                                                          



                                      

                                                    φωτό Α.Ξηρογιάννη





    Ήταν πριν απ' το άναμμα του φιτιλιού κι έξω απ' του σύμπαντος τον χρόνο

    Πριν ο φλοιός της γης διαπλάσει την εισβολή του πάνω στη ρέουσα μάζα

    Προτού να σελαγίσουν τ' άστρα κι ο ουράνιος φωτεινός να φυσήξει φέγγος

    Καταμεσής ήταν στου σιβυλλικού αιθέρα την ανεμόεσσα απροσδιοριστία

    Καταμεσής στα σιωπηλά σκότη υπόκωφα  πάφλαζε την κυματιστή ροή της

    Η θάλασσα.



    Στης τρικυμίας τον θανατερό θυμό παραδάρθηκα με μπλάβο ωκεάνιο δέρμα

    Στη μενεξεδιά λύπη έλιωσα ενός ασάλευτου δειλινού μπροστά στο πέλαγος

    Στης γαλανής τα καμώματα με του ήλιου τα στραφταλίσματα  ιλαρή ένιωσα

    Βαθιά κορμί - ψυχή φαρμάκωσα μες των μολυσμένων θαλασσών τις τοξίνες

    Βαθιά στων πολύμορφων κόλπων της τις ευμετάβλητες ποιότητες με άδραξε

    Η θάλασσα.



Μια ατελεύτητη ροή αλλαγών που γράφονται και σβήνονται στις ράχες των κυμάτων  είναι η θάλασσα. Ποτέ ένα κύμα δεν είναι το ίδιο με το προηγούμενο, μα απ' τα ριζά του προηγούμενου γεννιέται. Στης ράχης του το κύρτωμα μεταρσιώθηκα την έξαρση, στη χάση του με ρούφηξε η  μουσκεμένη γλύκα. Τον έρωτα με χόρεψε παλινδρομικά, πότε με τρυφερή απαλότητα κι άλλοτε παθιασμένα. Γιατί το κύμα είναι στιγμή από τη θάλασσα κι η θάλασσα ξέρει ν' αγαπά και ν' αγαπιέται σα γυναίκα · εισπνέει το όλον.



   Της μοιάζω τόσο, που με πληγώνει να είμαι γυναίκα

    κι όχι θάλασσα.

   Της μοιάζω τόσο, που ονειρεύτηκα να είμαι η θάλασσα

    κι όχι γυναίκα.



    Μα εγώ δεν έχω μιαν απέραντη αγκαλιά αγέραστη

    Μα εγώ δεν έχω έναν έρωτα ακατάβλητο κι αθάνατο.

notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 //ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ /// ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ








                                                             







 




Το εφτάψυχο ποίημα 







Εδώ πρέπει να μπω
πριν φτάσουν τα πράγματα

σε μια λέσχη χαρτοπαιξίας, στο απροχώρητο· 
σε κάποια αδελφότητα,

στην ερειπωμένη κατακόμβη,
                                      ακόμη και σ ́ ένα παραθαλάσσιο

ξενοδοχείο τριών αστέρων

Τ ́ απομεσήμερο να σπινθηρίζει
                                         σα βεγγαλικό η μοναξιά

-μπρος φωτιά και πίσω αίμα-

κι οι εφτά ψυχές του ποιήματος
                                   να με κοιτούν θριαμβευτικά από την


                                                                               κλειδαρότρυπα,
                                                 με την εγγύτητα μιας
νέας πτώσης 








                                                         











(Μετρώντας) σαράντα μέρες με την όπισθεν








το φως το βίαιο,
το σπαραχτικό
σε μια θάλασσα στάχτης 

ανάμεσα στους απόντες, 
μια ακόμα φορά ανάβω.
Μ’ ελάχιστη απόκλιση 
τα τυφλά σημεία
σαν χρόνια παιδικά λάμπουν.

Τι θα πει μαύρη γη, 
δεν ξέρω,
άσε κάτω τα κονιάκ 

να τα πιούμε γιαγιά
επί τόπου,


μήπως παν τα φαρμάκια κάτω



Μυθική μέρα, Ενδυμίων 2014‏


notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// ΆΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ /// Εξόδιον για τρεις




                                               


                                                                     


                                                          








1.Κατέβαιναν στην αίθουσα του χορού. Γύρω γύρω παράθυρα με κάγκελα. Έπρεπε να χυθεί στη μουσική, αυτό σήμαινε μόνη. Η δαιμονική κίνηση του ήχου ήταν μόνο για εκείνην. Μαζεύονταν τα παιδιά και κοιτούσαν. Δεν έβρισκε ζευγάρι. Η δασκάλα μπράβομπράβο την ξεκούρδιζε. Την ημέρα της παράστασης ήταν πάντοτε άρρωστη. Κρατιόταν σφιχτά στην άκρη και άλλαζε ο καθρέφτης. Δεν έμπαινε ποτέ στη σκηνή του τέλους. Ήταν τότε που υπήρχε ακόμα η αρχή. 



2.Και το παιδί μόνο ήξερε όλα τα ζώα της θάλασσας και της στεριάς. Μα τους ανθρώπους δεν αναγνώριζε. Δεν ήξερε να γελούν ή να λυπούνται. Γνώριζε ακόμα μόνο να μετρά. Γυρνούσε τις ρόδες στον αέρα ασταμάτητα, σταγόνες νερού στις σχισμές. Μαμά σφιχτά άσε με μέχρι να μεγαλώσω. Δεν έπινε αν δεν. Αρνιόταν να φάει αν δεν. Δεν κοιμόταν ποτέ. Έλεγε, ο κόσμος έχει πάντα ένα τέλος και μία αρχή. 


3.Γιατί η θλίψη στο μεγάλο θαύμα είναι μόνο για έναν. Ποτέ η αρχή,

notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ /// ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ





                            






δε γράφονται ποτέ


τα πιο ωραία ποιήματα
γράφονται χωρίς λέξεις
οι πιο μεγάλοι έρωτες
δεν γράφονται ποτέ


μια φλόγα είναι η ιστορία τους
που λιώνει το μολύβι
που κάνει στάχτη το χαρτί
και παραμένει μυστική
εκστατική
ένα άρωμα που δεν διαλύεται
στον άνεμο του χρόνου

οι πιο μεγάλοι έρωτες 
αθώοι ταυτόχρονα
και καταχθόνιοι συνωμότες
στο μισοσκόταδο θρο ί ζουν
ανάσα ή άγγιγμα
σε μια μεταξωτή κουρτίνα
και χάδι σε βελούδινο κορμί


τα μαγικά τους δευτερόλεπτα
είναι το ρίγος της ζωής
ισόθεο με το δέος του θανάτου


*

Φωτεινά παράθυρα

Τόλης Νικηφόρου

Μανδραγόρας
, 2014
48 σελ
.

notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// Οι άφαντοι του Δημήτρη Χαρίτου ///ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

πρώτη δημοσίευση :http://www.vakxikon.gr/content/view/1939/11251/lang,el/





xirogiannixaritos.jpg



 

Οι άφαντοι, ποίηση, Δημήτρης Χαρίτος, Εκδόσεις Κίχλη 2014 

 

  



Στην γενική ευκολία των καιρών και των ποιητικών μέσων, ο Δημήτρης Χαρίτος αντιτάσσει αληθινή ποίηση. Είναι εμφανές: είναι ζήτημα βάθους! Στίχοι ατόφιας, γνήσιας ποιητικότητας, απολαυστικά απλωμένοι στο χαρτί, γνήσια ελληνικοί, με καταβολές από Ελύτη, Σεφέρη, Σολωμό και συνδιαλεγόμενοι με αυτούς και όχι μόνο. Δεόντως διακειμενικός λοιπόν ο Δημήτρης Χαρίτος συμφιλιώνει αντιθέσεις με τον αρμονικό του λόγο. Αναμφισβήτητα προτείνει φως, απαντώντας με ποιητικό τρόπο στην αυθάδεια του ακραίου και ανεπιτυχή μοντέρνου ή μεταμοντέρνου τρόπου, που συχνά ενοχλεί στις μέρες μας γιατί διαθέτει υπέρμετρη αλαζονεία, κάνει την αποδόμηση αυτοσκοπό και σε καμία περίπτωση δεν αγγίζει την ψυχή του ανθρώπου.

Εδώ, σ' αυτό το ποιητικό έργο του Δημήτρη Χαρίτου νιώθεις το άγγιγμα να διαπερνά το σώμα σου και να σου χαρίζει διανοητική και συναισθηματική ηδονή. Ο ποιητής πετυχαίνει να κοινωνήσει το βλέμμα του. Η επιβολή της ποιότητας ενός τόπου, οι έντονες αλλεπάλληλες εικόνες που διαθέτουν πλαστικότητα και αλήθεια, οι πολλαπλές και σαφείς αναφορές σε ό,τι συνιστά το ελληνικό τοπίο, όλα αυτά χαρακτηρίζουν το εν λόγω έργο, και μας φέρνουν σε επαφή με τον κλονισμένο ελληνικό μας εαυτό και την παράδοσή μας, η οποία βάλλεται από παντού.

Ο τίτλος της πρώτης ποιητικής ενότητας Λωτοφάγοι μας παραπέμπει στον Οδυσσέα,τον αιώνιο ταξιδευτή, τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις του μέχρι να φτάσει στον ποθητό του προορισμό. Συμβιβάζεται το πολύβουο Αιγαίο με τη σιωπή και την απώλεια της μνήμης; Περισσότερο μάλλον με τον χαλασμό και τις συμβολικές του προεκτάσεις. Γι' αυτά και πολλά άλλα συρρέουν ανέκαθεν στη μικρή μας χώρα, κάθε χρόνο οι ξένοι. Και δηλώνουν γοητευμένοι από ένα ανείπωτο μυστήριο. Ταρακουνούν τα καλοκαίρια μας, αναστατώνουν τη ζωή μας, γεύονται τον τόπο μας, για να φύγουν πάλι, εγκαταλείποντας τις εικόνες, τις ομορφιές και τα τοπία. Όλα αυτά θα τους μοιάζουν σίγουρα ανερμήνευτα κάποιες φορές, αλλά πάντα τους ασκούν μεγάλη γοητεία. Όλα αυτά δεν μπορούν να τα πάρουν μαζί τους στις πατρίδες τους, όλα αυτά μένουν εδώ, είναι αποθέματα ολόδικά μας.

Έχοντας πέσει θύματα της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής και των αδηφάγων προθέσεων των Ευρωπαίων "συντρόφων" -όχι ότι είμαστε άμοιροι ευθυνών- έχουμε φτάσει σε οριακά σημεία σαν χώρα, σαν λαός που κινδυνεύει να αλλοτριωθεί -κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτό έχει ήδη γίνει- δεν έχουμε παρά να αναρωτηθούμε δια στόματος του ποιητή: Σε ποιούς πλέον ανήκουμε και τί μας απομένει: H ομορφιά του ελληνικού τοπίου απομένει, θα 'λεγε κάποιος. Η ομορφιά με όλη την ιστορία που αυτό κουβαλά και συνεπάγεται. Ένα τοπίο που στην ουσία αποτελεί την εθνική μας κληρονομιά,που ταξιδεύει μέσα στους αιώνες όχι χωρίς πληγές και τραύματα.

Θύμα πολλές φορές "του θυμωμένου χρόνου είναι το τοπίο που στο σκαμπανέβασμα πότε βυθίζεται πότε αναδύεται", αποτελεί αναπόφευκτο δώρο κάθε καινούριας γενιάς που ανταγωνίζεται με το παρελθόν και το μέλλον και που "έχει στο μεδούλι της τη συμφορά", στο DNA της δοσμένο από τους προγόνους. Το τοπίο, σ' αυτό το κομμάτι του θυμίζει θάνατο "και το κρώξιμο του γλάρου θάνατο ορίζει". Οι τρεις μοίρες, οι θεές της γονιμότητας και της θάλασσας, καθώς και οι αρχαίοι χρησμοί είναι λέξεις - κλειδιά που καθοδηγούν σε μια ή περισσότερες ερμηνείες του τοπίου, σε συνδυασμό με το "διάπυρο μάγμα της κόλασης". Η μεγάλη έκρηξη που σημειώθηκε στο ηφαίστειο της Σαντορίνης πολλά χρόνια πριν θρυμμάτισε το βλέμμα, γέμισε στάχτη, πληγές, δυσοσμία και τρόμο τη θάλασσα. Χαλασμός κυρίου, καταποντισμός. "Χάθηκαν όλα στο χαίνον χάσμα". Δεν είναι ζήτημα ρωγμών, αλλά ολικής απώλειας και πλήρους αφανισμού. Πώς να διαχειριστεί κανείς το τέλος της ομορφιάς; To  ιστορικό της κατάρρευσης γίνεται ποίηση, τελείται η αναβίωσή του μέσω των λέξεων.

Ίσως να μην χρειάζεται, όμως, να θρηνήσει κανείς για ό,τι χάνεται. Ίσως η ανατολή του τέλους να σημαίνει μια νέα αρχή. Ο χρόνος ξέρει και μετασχηματίζει και τροποποιεί, δίνει άλλο σχήμα και μορφή στα τοπία. Αλλάζει κι η αίσθηση που αυτά μας αφήνουν. Στην ομορφιά μπορείς να δώσεις,άλλωστε ποικίλα  ονόματα χωρίς να υπονομευθεί η ουσία της.

Στρογγύλη είναι μια από τις ονομασίες που δόθηκαν κάποτε στη Θήρα προ της μεγάλης καταστροφής και λόγω του σχήματος που είχε. Όμοια με σβησμένο μισοφέγγαρο, τοπίο αενάως μυστηριακό και όχι μόνο. Μα όχι, ας μην λυπόμαστε για τα δεινά του. Είμαστε απόλυτα ευτυχείς που ο ποιητής μάς μυεί -αριστοτεχνικά σχεδόν- σε μια απόλυτα ελληνική εμπειρία, κι ας είναι φαινομενικά μόνο, μια εμπειρία καταστροφής. Στην ουσία αισθητοποιεί μια εμπειρία διάρκειας της ομορφιάς. Σκοτώθηκαν άνθρωποι κατά τη μεγαλύτερη έκρηξη ηφαιστείου -όπως την υπολογίζουν οι επιστήμονες- που γνώρισε η ανθρωπότητα; Σύμφωνα με το ιστορικό συμβάν, δεν βρέθηκαν ούτε σκελετοί, ούτε συντρίμμια πλοίων στο Ακρωτήρι. Ίσως γιατί είναι το μόνο κομμάτι ξηράς που βρέθηκε και ερευνήθηκε. Το αρχαίο λιμάνι όμως ακόμη δεν βρέθηκε και μόνο όταν το ανακαλύψουν και ανασκαφούν τα σημεία που ήταν συγκεντρωμένοι οι κάτοικοι, γιατί σίγουρα στο λιμάνι θα είχαν συγκεντρωθεί, τότε θα υπάρξουν σημαντικές πληροφορίες για τις τελευταίες δραματικές στιγμές της πόλης, όπως και για την τύχη των κατοίκων της. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι στον βυθισμένο αρχαίο λιμένα θα βρουν σκελετούς.

Tα γνωρίζει τα ιστορικά γεγονότα. Έχει ερευνήσει προφανώς. Και με αφορμή ένα τόσο σπουδαίο ιστορικό συμβάν, γράφει ένα βιβλίο ποίησης. Και είναι γοητευτικός ο τρόπος που φιλτράρει τα γεγονότα ως δημιουργός και με πνευματικότητα τα μετασχηματίζει σε  τέχνη, αναδεικνύοντας παράλληλα το εύρος και την ομορφιά της γλώσσας  μας. Οι άφαντοι, οι ήρωες του βιβλίου, οι μεγάλοι απόντες, οι μοιραίοι απόντες!. Όσοι τυχόν χάθηκαν εκείνη τη φρικτή στιγμή  της έκρηξης! Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα τί πραγματικά συνέβη. Τί απέγιναν άραγε; Kανείς δεν κατέχει τούτη τη γνώση. Η φαντασία εδώ συμπληρώνει επιτυχώς την ιστορία. Ποιά η μοίρα των κατοίκων εκεί;, αναρωτιέται στο Νεκρόδειπνό του ο ποιητής. Στίχοι-αμφιβολίες πλανώνται στον αέρα, τεράστια τα ερωτηματικά.

Kι όμως κανένας μας ποτέ/Απείκασμα δεν είδε κανενός από εσάς/Μήτε καν σκιές στις ολονυχτίες των φάρων./Ίχνος κανένα ούτε σκελετού/Ούτε απ' την τέφρα των νεκρών σας/Μετά τις χοές./Μα που λοιπόν πήγατε εσείς/Φυγάδες άφαντοι ακόμα και του ονείρου/Συναποκομίζοντας στη βιάση σας/Μαχαίρια μοναχά, δόρατα, βέλη και κοσμήματα;/Δεν μένει παρά να υποθέσεις και να αφουγγραστείς αν επισκεφτείς το επίμαχο μέρος. Να αρκεστείς στη φαντασία σου, να ανασυνθέσεις, να εικάσεις - έχεις το ελεύθερο.

Μόνο τη μνήμη σας, σταλάγματα  αφάνειας κι αυτή/Αφήσατε να μας παιδεύει/[...]Κι ούτε ένα όνομα ή ένα σημάδι αποχαιρετισμού/Λες και θάνατος είναι το άλλο όνομα όσων δεν αγαπήθηκαν ποτέ./Ούτε ένας λοιπόν δεν σώθηκε/Να γυρίσει να μας πει τί απογίνατε/Να μάθουμε θρήνος ή γιορτασμός η απουσία σας;/Mήπως η ζωή μας δεν είναι η  ιστορία μιας ατέρμονης απώλειας; Oι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν.Είτε μένουν πολύ, είτε μένουν λίγο εν ζωή, ο θάνατος είναι κοινή τους κατάληξη, κοινή τους μοίρα. Ίσως μόνο η τέχνη, εν προκειμένου η ποίηση μπορεί να νικήσει το θάνατο και να μας εισάγει,έστω και για λίγο στην αιωνιότητα.

Μετά την καταιγίδα έρχεται η νηνεμία. Ώρα της άφεσης κάθε συντέλειας. Το τοπίο το ρημαγμένο γαληνεύει πια, γλυκαίνει. Πλούτισε με διάσπαρτους μουσικόηχους. Ο ρυθμός αλλάζει, γίνεται πια κανονικός, αρχίζεις να δοξάζεις πάλι τη ζωή που έχει τον τρόπο να ανανεώνεται. Είναι το παρόν που δίνει το ποιόν της ενέργειας. Το παρόν που έχει στο σώμα του γραμμένο το παρελθόν και ταυτόχρονα κυοφορεί το μέλλον. Το νησί είναι φωτεινό, έχει θετική ενέργεια. Τοσο έντονα είναι αυτά τα στοιχεία που ο ποιητής αναρωτιέται: Mε ταλανίζει το άδικό σου, Θεέ μου,/Στον τόπο τούτο, τί χρειάζεται η νύχτα; Οι εικόνες που μας προσφέρει ο Χαρίτος συνδυάζουν παράδοση και λαογραφία, ενώ το αυθεντικό ποιητικό του βλέμμα κάνει το συναίσθημά μας να σκέφτεται, το αυθεντικό ποιητικό του βλέμμα ξέρει να λογίζεται. Παρά την αποκατάσταση του τοπίου ο ποιητής δεν ξεχνά, έχει τον προσωπικό του τρόπο να διαχειρίζεται την Ιστορία, ειδικά στους καιρούς της σύγχρονης συμφοράς. Ειδικά όταν βιώνουμε μια προσωπική ή εθνική κρίση, θέλουμε απεγνωσμένα ένα στήριγμα, από κάτι να πιαστούμε. Τα ιστορικά γεγονότα μπορεί να μας διδάσκουν, η δημιουργική ανάπλασή τους μας εξαγνίζει! Γι' αυτό και θ' αντιδικώ με τη λήθη ανυποχώρητα/Αναζητώντας επίμονα σημάδια των αφάντων/Αλλιώς δεν θα 'βγαζε αναστεναγμό η υπομονή.

Η μεγάλη ποίηση είναι μελέτη θανάτου. Στη Νέκυία του ο Χαρίτος τοποθετείται ποιητικώ τω τρόπω πάνω στο πένθος που επιφέρει ο μικρός ή ο μεγάλος θάνατος, το πένθος που αενάως πλανάται μέσα στους αιώνες ως αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Και θυμίζει πως πάντα θα ελλοχεύει ο κίνδυνος για τον ολικό αφανισμό της φυλής, της γλώσσας, της ζωής. Μα κάθε φορά που ο κίνδυνος ξεπερνιέται, δυναμώνει το φως και η ζωή αναγεννιέται, περνώντας σε άλλο επίπεδο.

notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// ΝΕΑ ΣΤΗΛΗ /// ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ///ΘΑΝΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ : H IΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ





  
                           



Αγαπητοί Αναγνώστες,


τo VARELAKI  ανακοινώνει τη δημιουργία μίας νέας στήλης με τίτlo ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ.Σε αυτή τη στήλη υπάρχει η αναλογία ένα προς ένα.
'Ενας συγγραφέας επιλέγει να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο ή με όποιον άλλο τρόπο κρίνει για όποιο από τα βιβλία του επιθυμεί.Τη νέα στήλη που γεννήθηκε μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού,τέλη Ιούλη του 2Ο14 ,έχω την τιμή να εγκαινιάζει ο αγαπητός Θάνος Σταθόπουλος.Μας μιλά για την Ιστορία της Μουσικής του που κυκλοφόρησε πριν είκοσι χρόνια ,το 1994,από τις εκδόσεις '' 'Ικαρος'',κατόπιν παραγγελίας του φίλου του Ευγένιου Αρανίτση.Μπορείτε να διαβάσετε ΑΜΕΣΩΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ!!!!


                Καλή ανάγνωση!


                           Α.Ξ. 









                                                                   







Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ *




Η Ιστορία της μουσικής κυκλοφόρησε πριν είκοσι χρόνια, το 1994, από τις εκδόσεις «Ίκαρος», κατόπιν παραγγελίας του φίλου μου Ευγένιου Αρανίτση. Ο Ευγένιος μού παρήγγειλε το βιβλίο, έχοντας δει προηγουμένως κάποια σχεδιάσματα που δεν είχαν λάβει ακόμα μορφή, για την σειρά ποίησης που επιμελείτο εκείνη την εποχή στον «Ίκαρο». Τον επόμενο χρόνο, ο πρόωρα χαμένος φίλος Ηλίας Λάγιος, μού ζήτησε να κάνουμε μια συζήτηση για την Ιστορία της μουσικής. Η συζήτηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αντί, τεύχος 571, Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 1995. Αντί άλλου σχολίου εκ μέρους μου, θα ήθελα να αναδημοσιεύσω αυτή τη συζήτηση, μαζί με τη φωτογραφία που την συνόδευε, από το σπίτι του Ηλία Λάγιου, στο Κουκάκι. Η φίλη μου Μαρία Μινέτου είχε την καλοσύνη να μας φωτογραφίσει ενόσω συζητούσαμε.




                                                          





«ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΡΕΚΛΑ ΚΑΙ ΚΟΒΕΙ ΦΕΤΕΣ ΤΟΝ ΝΕΚΡΟ ΧΡΟΝΟ…»





ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ: Είχες πολλά χρόνια να εκδώσεις κι εγώ, τουλάχιστον, αισθανόμουν να κούλανες το χέρι σου.


ΘΑΝΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ: Έχεις δίκιο. Δέκα χρόνια είναι όντως μεγάλο διάστημα. Παρ’ όλ’ αυτά, ήταν, φαίνεται, να γίνει έτσι. Σε μια πρώιμη περίοδο δεν μου κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση ένα τέτοιο γεγονός. Θα μπορούσα να σου πω πολλά γι’ αυτή την περίοδο, αλλά θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο και φοβάμαι πως δεν θα ενδιέφεραν κανέναν πραγματικά.


Η.Λ.: Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για την Ιστορία της Μουσικής. Και πρώτα απ’ όλα, γιατί η Ιστορία της Μουσικής;


Θ.Σ.: Πρώτα απ’ όλα είναι μια επινόηση, ένα τρυκ, όπως κάθε βιβλίο. Ύστερα, επειδή αντιλαμβάνομαι τον κόσμο μέσα από μουσική. Η μουσική, επιπλέον, με ωθεί να γράψω. Στην ουσία, οποιαδήποτε ανάγκη μου για έκφραση (και δεν εννοώ απαραιτήτως λογοτεχνική) έχει αφετηρία τη μουσική. Απ’ την άλλη, όλα είναι μουσική. Ο πραγματικός χρόνος (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα) είναι μουσική, έστω και κακή. Το βλέμμα περιέχει μουσική. Η γλώσσα, ως γνωστόν, οι λέξεις. Και φυσικά ο χρόνος μεταξύ μας, όπως και ο νεκρός χρόνος – κυρίως αυτός.


Η.Λ.: Κυρίως αυτός είναι που δεσπόζει στο βιβλίο σου.


Θ.Σ.: Ο νεκρός χρόνος, ναι. Ας πούμε πως αυτό είναι το εσωτερικό μου θέμα. Το σημείο όπου όλα έχουν παγώσει και τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει παρακάτω. Μια κατάσταση ακινησίας. Το σώμα δουλεύει, η καρδιά δουλεύει, αλλά δεν κινείται τίποτα. Κάποιος κάθεται σε μια καρέκλα και κόβει φέτες τον νεκρό χρόνο στο κεφάλι του. Χτυπάει το κενό. Στο κεφάλι του παίζει δυνατά μια μουσική.


Η.Λ.: Ή κοιμάται. Γιατί εμένα το βιβλίο σου με πήγε στη διαδικασία του ύπνου που σβήνεται στο ροχαλητό.


Θ.Σ.: Ωραίο αυτό που λες. Είναι έτσι ακριβώς. Ένα βαρύ ροχαλητό που το διαπερνούν κάποια όνειρα ίσως, κάποιες εικόνες του ύπνου, αλλά που δεν μπορούν με τίποτα να το διακόψουν. Ο ύπνος κάνει καλά τη δουλειά του.


Η.Λ.: Η Ιστορία της Μουσικής, λοιπόν, είναι η ιστορία του κενού;


Θ.Σ.: Αν μη τι άλλο, είναι η ιστορία του δικού μου κενού. Η μουσική στο δικό μου κεφάλι. Είναι ένα πάθος που ‘χει εκλείψει οριστικώς, αν υποθέσουμε ότι υπήρξε κάποτε. Αυτό που μένει είναι το κενό.


Η.Λ.: Στο βιβλίο σου διαβάζω συνεχώς πρόσωπα. Ήμουν, Γίνομαι, Δεν ήσουν,Λες, Αυτός,Μπετόβεν,
Κατέρχεσαι, Ένα κορίτσι, Είχε, Η μάνα μου, Ένας γέρος, Δυο γυναίκες, Κάποιος, Ζήλια – για ν’ αναφέρω μερικά στην τύχη. Μα, ποια είναι η κρυφή τους σύνδεση;


Θ.Σ.: Θα έλεγα πως δεν είναι ακριβώς πρόσωπα, όσο νύξεις προσώπων.

Πραγματικά ή λιγότερο πραγματικά ή εντελώς φανταστικά, δεν ενδιαφέρει. Όλα τα πρόσωπα είναι διαφορετικοί προσδιορισμοί ενός και μόνον προσώπου. Οι ιδιαιτερότητές τους είναι, στο τέλος, άνευ σημασίας, αφού για μένα αποτελούν ψηφίδες μιας μεγάλης μάσκας. Είτε πρόκειται για τον Μπετόβεν είτε για ένα κορίτσι στον ζωολογικό κήπο είτε για την μάνα μου, τον γέρο στο δρόμο είτε για τους διαφορετικούς χρόνους του ρήματος είμαι (τις μετατοπίσεις του δικού μου εγώ), αυτό που τα συνδέει είναι η τύχη, η οποία συνιστά το σταθερό σημείο σ’ όλο το βιβλίο. Υπάρχουν κι άλλα πρόσωπα, αυτά όμως δεν ακούγονται καθόλου, μοιάζουν με μουγκή ορχήστρα.


Η.Λ.: Το θέμα της τύχης, εξάλλου, δηλώνεται ευθύς αμέσως στο βιβλίο σου και με το σχετικό μότο του Κάλβου, αλλά διατρέχει και τις λοιπές σελίδες.


Θ.Σ.: Η τύχη, αρχικώς, με την έννοια του συμβεβηκότος, αλλά, στην ουσία, με τον χαρακτήρα ενός αστείου οντολογικού,, μιας φάρσας, ας πούμε, του αναπότρεπτου. Όχι, βεβαίως, με τον χαρακτήρα της μοίρας, σε καμιά περίπτωση.


Η.Λ.: Ακούω στο βιβλίο σου την τύχη. Όπως ακούω τη μουσική.Ακόμη περισσότερο, όμως, έχω την αίσθηση ενός όλου. Δεν μπορώ να χαρακτηρίσω το βιβλίο σου (δοκίμιο, ποίηση, πρόζα – μια και ενέχονται στοιχεία όλων αυτών), παρά μόνο να πω ότι πρόκειται για κάτι ενιαίο, συνεχές. Θα το έλεγα, πολιτικώ τω τρόπω, en block. 



Θ.Σ.: Είναι ένα κείμενο. Αν έπρεπε να μπω στον κόπο να το ορίσω, θα έλεγα πως είναι ένα αποσπασματικό κείμενο – τα αποσπάσματα είναι, φυσικά, μέρη ενός όλου. Μοιάζουν με σημειώσεις και σπασμένες ιστορίες. Κατά ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο, κάθε απόσπασμα είναι η προέκταση του προηγούμενου, κι έχει γραφτεί όλο μαζί μ’ αυτή τη λογική, σαν μια φυσική ροή αναπνοών. Όσο και αν τα αποσπάσματα διατηρούν ένα είδος αυτονομίας, ωστόσο παραμένουν ανέστια εκτός ροής. 


Η.Λ.: Εκτός στήθους… 



Θ.Σ.: Ναι, εκτός στήθους, πολύ ωραία.



Η.Λ.: Είπες, όμως, σπασμένες ιστορίες. Γιατί έχω, επίσης, την αίσθηση της ιστορίας, ενός πολύ συγκεκριμένου πράγματος, στα περισσότερα από τα κείμενα του βιβλίου σου και, συγχρόνως, αισθάνομαι ότι διαφεύγουν της ιστορίας και καταφεύγουν στην ποίηση; Αυτό με πάει στη φάρσα. 


Θ.Σ.: Μια σπασμένη ιστορία, όπως την ονομάζω εγώ, δεν είναι ιστορία. Είναι η καταστροφή της ιστορίας. Ας πούμε: τα ξέφτια της ιστορίας. Με το ύφος μιας ιστορίας, μιας σημείωσης ή ενός περιστατικού, μπαίνω στον χώρο της ποίησης ή του παράδοξου, και το αντίθετο: με το ύφος ενός στίχου, ενός ποιήματος, μπαίνω στον χώρο της ιστορίας. Αυτή η ειρωνεία των ειδών είναι και η ειρωνεία του νοήματος. Η φάρσα προκύπτει από την ειρωνεία του νοήματος. Η φάρσα εντέλει, όπως γνωρίζεις καλά, είναι η ίδια η λογοτεχνία. Η επινόηση, που είπα πριν, το τρυκ.




 *

ποιήματα

Θάνος Σταθόπουλος

Ίκαρος, 1994
36 σελ.

notationes /// ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014 /// ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΓΕΙΩΣ


                                                                     




                                                       


Yπογείως το αίνιγμα

 
Κάτι παράξενο έλαβε δράση
κάτω απ' τη γη
Δεν εμπιστεύομαι την σιωπή
Το σκυθρωπό που με κοιτά 
     φεγγάρι
Το νιώθω πως η νέα μου ζωή
τη ρότα της παλιάς μου 
     έχει πάρει




********




ΠΕΝΤ' ΕΞΙ ΒΗΜΑΤΑ ΠΑΛΙΑ ΖΩΗ



Κι άλλαξα αναψυκτήριο
νομίζοντας πως άλλαξα ζωή
αυτήν που δρούσε αμέριμνα
στο διπλανό τραπέζι
του διπλανού κεφιού
Ώσπου να πω '' έως εδώ''
και με πέντ 'έξι βήματα
ευθύς να την ξεγράψω
μαζί κι εσάς που την περνούσατε 
μακριά μου και στο πλάι μου
απ' τη μεριά μιας άλλης πάστας
ζωντανών παντοτινά
θαμμένων στην ψυχή μου
απ' την μεριά μιας νέας άφιξης
νεκρών αλλοτινά
θαμώνων στην ζωή μου



********



ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ



'Ολοι ,οι εξαιρέσεις τους
και οι απόντες
ξεχασμένοι
Χαμένο πλήθος
στα συμβάντα
Μνήμη ελέφαντα
κι αν έχω
τί θα κερδίσω;
Mε τόσο κόσμο
Mε  τόσους φίλους
(Τίποτα πονηρό
αυτό εννοείται)
Μονάχη απόμεινα
Ο,τι κι αν πείτε



********



ΙΔΙΟΙΣ ΕΞΟΔΟΙΣ




Κακός καιρός
Από βροχή προς θύελλα
σκούρα παλτά
Από καφέ,μπλε,βυσσινί προς μαύρο
πένθιμο του θανάτου
Και ασορτί ομπρέλες
Δεν βλέπεις ουρανό απ' την Αθήνα
Δεν βλέπει και ο θεός τον πανικό μας
Τύποις τυπώνονται οι πόνοι μας
Δεν πλήρωσα Δεν πλήρωσες
Πληρώνει το κακό μας



********






ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ




Σε απάντησή σας
εις τα ειπωμένα
ούτε παραιτούμαι
ούτε προσδοκώ
Αίσθηση ανοσίας
διά τα τετριμμένα
κι ούτε χαίρω άκρως
ούτε δυστυχώ
Μήπως θα θυμάσαι
πες σε πέντε χρόνια
κρατικά βραβεία
συγγραφής του '08
Μήπως θα θυμάμαι
πες σε δέκα χρόνια
ώρα σαν και τώρα 
το τι γράφω εδώ
Θα' χω αλλάξει πρόσωπο
αίσθημα παλτό
και ποιος ζει ποιος πέθανε
αν δεν σ 'αγαπώ




********


 ΠΑΡΑΔΟΣΗ



Σε γνωρίζω από παλιά
αγέρωχο κορμί
μα δεν τολμούσα πριν
να το πιστέψω
να το ξορκίσω
ή να τ' αντέξω
Σε γνωρίζω από παλιά
παράλογη ηδονή
μα τώρα θα κομματιαστώ
να σε πλανέψω



*******

Υπογείως

Αριστέα Παπαλεξάνδρου

Τυπωθήτω, 2012
62 σελ.