Translate

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

notationes////ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2013///ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ :ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ






Αγαπητοί φίλοι, το varelaki ανοίγει μια νέα σελίδα ,η οποία θα αφορά μια ανθολογία σε εξέλιξη με θέμα <ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ>.Συλλέγουμε ποιήματα που έχουν ως θεματική τους το θέατρο,τη μάσκα,το δράμα,τη δραματουργία ή αναφέρονται σε θεατρικά έργα και δημιουργούς,καθώς και  άλλα  που σχετίζονται  γενικά με τη θεατρική διαδικασία και  το γίγνεσθαι της τέχνης του θεάτρου.Ακόμα θα συμπεριληφθούν  ποιήματα που ΔΕΝ έχουν μετωπική αναφορά στο θέατρο και σε όσα προαναφέρθηκαν ,αλλά διαθέτουν μια θεατρικότητα στη γραφή τους!Θα υπάρχουν πιθανότατα και σχετικά συνοδευτικά κείμενα.Εχει  συγκεντρωθεί ήδη κάποιο υλικό ,αλλά η αναζήτηση συνεχίζεται  με σθένος.Οπότε η σελίδα θα εμπλουτίζεται  με νέο υλικό σε βάθος χρόνου.Θα περιλαμβάνει ποιήματα  ελλήνων και ξένων δημιουργών,παλαιότερων,κλασικών,συγχρόνων .Επειδή αγαπάμε και τις δύο τέχνες,διερευνούμε  τον έντεχνο συσχετισμό τους,το <πάντρεμά> τους ,μέσα  στα πλαίσια της ποιητικής διαδικασίας.Η συλλογή του υλικού  δεν είναι πάντα εύκολη διαδικασία.Αντίθετα ,είναι σκληρή και χρονοβόρα,αλλά πιστεύουμε ότι αξίζει τον κόπο. 
Αυτή τη φορά παραθέτουμε μόνα τους τέσσερα 
ποιήματα ,τα οποία πρόσφατα προσθέσαμε στο ήδη υπάρχον υλικό... Για περισσότερα ποιήματα...δείτε εδώ...
  http://varelaki.blogspot.gr/2013/02/s-2013.html

 http://varelaki.blogspot.gr/2013/03/notationesma-2013.html





Επιμέλεια :Aσημίνα Ξηρογιάννη
                  Θεατρολόγος -Συγγραφέας 



ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ: ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΑΜΛΕΤ.

Ιδού, λοιπόν, τα πολυπόθητα πτώματα.
Τώρα μπορείτε να επιστρέψετε στα σπίτια σας
και να σκεφτείτε ποια είναι η διαφορά
ανάμεσα σ’ έναν τρελό και σ’ έναν δολοφόνο.
Φυσικά,
με τα χρήματα που δώσατε,
θα έπρεπε να έχετε ήδη την απάντηση.
Προσωπικά
δεν νομίζω πως θα σας ικανοποιούσε.
Πιστέψτε με, αυτές οι έννοιες
είναι πράγματα εξόχως προσωπικά.
Ας πούμε αυτός ο κύριος, εκεί, στη δεύτερη σειρά.
Δεν είναι αρκετά τρελός, για να δεχθεί
την απιστία της συζύγου του, αλλά
μπορεί να γίνει μια χαρά δολοφόνος,
αν είναι να ξαποστείλει, μια και καλή, τον τρελό
που αμφισβήτησε την οικογενειακή του λογική.
Ενώ η κυρία του δεν τρελάθηκε ακόμα,
για να παραδοθεί αμαχητί
στην τρέλα της οικογένειας.
Το λογικό θα ήταν να τον δολοφονήσει.
Ως εκ τούτων -και άλλων πολλών-
το έργο τώρα αρχίζει. Θα το εκτιμούσα
αν δεν εμπλέκατε στην τρέλα σας
τα παιδιά σας. Αν όχι, σκεφτείτε
ποιος θα πρέπει να παίξει τον ρόλο του φαντάσματος.



ΓΙΩΡΓΟΣ  ΓΩΤΗΣ 


 TO  ΌΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑΣ

Ξύπνησε τρομαγμένη
όλη νύχτα άκουγε ποδοβολητό
γύρω άπ'το παλάτι.

Ξαφνικά ένα άσπρο άλογο
ξέκοψε από τα άλλα
και πήδησε στην κάμαρά της.
Της φάνηκε γνωστό μα δεν 
το αναγνώρισε αμέσως.
Το κρεβάτι της λίμνης
με στεκούμενα νερά
νεκρός βουτούσε ο σύζυγός της .

Παγώνια,περιστέρια,γεράκια
τρελλός χορός,τριγύρω
χαμένοι πολεμιστές σηκώνονταν
και μαστίγωναν τη μαύρη γης.

'Ακουγε τη  φωνή
της κόρης να στριγγλίζει
''στους ενόχους νόμος είναι
η δυναμή τους.
Νικητής όποιος ξεριζώσει
από τη μνήμη τον άλλον''.

Η γνώση του φόβου φέρνει ευτυχία
σκέφτηκε,η αγάπη είναι απαλλαγή
-λευκό διάφανο την τύλιξε πανί.
Κόκκινα χελιδόνια όρμησαν
φέρνοντας την αυγή.


 

 Βασιλης Λαλιώτης

ΜΙΧΟΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ


Άσε με να το παίξω αυτό
το κύριε Μίχο σου μικρή Αντιγόνη
σαν το πουκάμισό σου
κόκκινο απ' τα μάτια του Οιδίποδα
τυφλός ως τα έσχατα της όρασης
κι όμως ειμ' ακόμα εδώ
σέρνοντας δις προς θάνατον
και το άλλο, του πατρός μου, όνομα.
Ο τόπος χάλκινος με πικροδάφνες
κάποια βρύση και πένθος αηδονιών
κι αυτό το καλοκαίρι
γέμισαν τα κλαριά παιδιά με κιθάρες
κρουστά και φωνές
από καταγωγής μητέρας έως οργής ενώ
ληγμένα σ' αγαπώ κρατάω στο χέρι
μια φωνή κι εγώ κουρέλι
και πίσω ωραία σκαλιά κερκίδας
για να επαληθεύεται
το πνεύμα του θεάτρου
από τη μεγάλη του άγνοια κι οι φίλοι
ένα κουτάκι μπύρας από στόμα σε στόμα
με κάτι από θεού
αρχαίου στη γεύση μνήμης
των κοινών κι ένα φεγγάρι
θολό από υπόσχεση βροχής νερά
των σπλάχνων σε πανσέληνο
κι ακόμα και το ποίημα
που συντάσεεται γύρω μου τώρα.

Άσε με να το παίξω αυτό
το κύριε Μίχο σου μικρή Αντιγόνη
στον τόπο όπου καταλήγουν
όλοι οι Οιδίποδες να βρούν
εν είδει Μινωτή και Μπόρχες
κάτι όπως στον ώμο σου το χέρι,
ένα κορίτσι δεκαοχτώ χρονών
τις ερινύες στρέφοντας σε ευμενίδες
για να τους δώσει ευτοπία μυστική,
καλό γι αυτούς
που μέλλεται να τους δεχτούν
κακό για κείνους που όχι
λόγια και μετρημένα του ανθρώπου
που έχει φύγει από μέσα του ο τύραννος:
είχα πει θα φύγω, είχα πει θα φύγω, είχα πει
κι όμως είμ' ακόμα εδώ
κι αυτό το καλοκαίρι
ληγμένα σ' αγαπώ κρατάω στο χέρι.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης


ΤΟ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Μυρμίριζε στο κρεβάτι ανάσκελα, ασάλευτη με το βλέμμα αφημένο στο τίποτα. Στα ρουθούνια φουρφούριζε μέσ’ απ’ τα σωληνάκια το οξυγόνο. Έσκυβα πότε-πότε να δω αν με αναγνωρίζει. «Ποιος είμ’ εγώ;», τη ρωτούσα. Άλλοτε έλεγε «ο πατέας μου» κι άλλοτε «ο άντας μου». Ρωτούσα το όνομά της. «Πώς σε λένε;» Σπάνια το πετύχαινε. Έλεγε όλα τα ονόματα των συμμαθητριών της στο χωριό, των φιλενάδων της στα παιχνίδια. Όταν το έβρισκε, λέγοντας «Πααγούλα», χειροκροτούσαμε έντονα, φωνάζαμε «μπράβο!», επιβραβεύαμε τη σπουδαία της επίδοση. Καμιά φορά κέντριζα τον ματωμένο της εγκέφαλο με μνήμες παλιές, της παιδικής της ηλικίας. Τα κατάφερνε καλύτερα. «Φεγγαράκι μου λαμπρό», ξεκινούσα, «φέγγε μου να πεπατώ», συμπλήρωνε, «να πηγαίνω στο σχολειό», συνέχιζα, «να μααίνω άμματα», συμπλήρωνε. Της τραγουδούσα. «Νεραντζούλα φού…ουούντωμένη, νεραντζούλα φού…ουούντωμένη», έπιανα το ρυθμό, «πού…ουού ‘ναι τ’ άντη…η σου νεαντζούλα», ακολουθούσε, «πού ‘ν η πρώτη έ…έμορφιά σου», συνέχιζα, «πού…ουού ‘ν’ τα κάη σου», αντιφωνούσε. Περνούσαν έτσι τα δύσκολα μεσημέρια στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Μεσημέρια λες στον προθάλαμο της ανυπαρξίας. Δίναμε την καθημερινή μας παράσταση στους άλλους ασθενείς του θαλάμου, στους συγγενείς, στους επισκέπτες. Ώσπου ένα πικρό δειλινό βάρυναν τα ματάκια της, ατόνησε η ανάσα της, και έτσι δίχως υποκλίσεις, δίχως μπιζάρισμα, δίχως encore, τράβηξαν οι νοσοκόμες υπηρεσίας το σάβανο της αυλαίας στο τελευταίο μονόπρακτο της μάνας μου.


notationes///AΠΡΙΛΙΟΣ 2013///ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΤΗΣ///ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ


Εἶναι πολλά βράδια

πού ἐκεῖνο τό παλιό τραῖνο

μπαίνει ἀγκομαχώντας στήν κάμαρά μου.

Μέ σφραγισμένα τά βαγόνια

καί τά παράθυρά του

μικρές ὀθόνες τοῦ κόσμου.

Θά μεταφέρει τόν κύριο Λένιν σκέφτομαι καθώς

σάν ἀπό σκοτεινό θάλαμο φωτογράφου τό κόκκινο

ξεχύνεται παντοῦ καί πλαταγίζουν

λάβαρα καί σημαῖες. Ἀνάμεσα στόν κόσμο

πού χειροκροτᾶ ἀναγνωρίζω τόν ἐαυτό μου

νά καθρεφτίζεται στήν ἀπέναντι τζαμαρία.


Ἄλλοτε πάλι μέ ἀπαστράπτουσα

τήν ἀτμομηχανή του

μπαίνει ἀπό τό τζάκι καί

ἔρχεται καταπάνω μου.

Στή θέση του ἀκίνητος ὁ μηχανοδηγός

ἄκαμπτος νεκρός ἀπό χρόνια.


Χιονίζει τώρα στό δωμάτιο

οἱ προβολεῖς του σκίζουν τό σκοτάδι.

Προσπαθῶ νά σέ τραβήξω ἀπό τίς ράγες

στά μάτια σου προβάλλονται

οἱ περασμένες φωτεινές χαρές.


Ξυπνῶ. Καί σύ δίπλα μου

μέ κοιτάζεις φεγγοβολώντας μέ φῶς

δυνατότερο κάθε φορά

φωτίζοντας ὅλα ὅσα μένουν

στῆς ζωῆς μου τό σκότος. 

 ΓΥΡΙΣΜΟΣ


Φτάνεις τή νύχτα καί χτυπᾶς

ἀπό συνήθεια τήν πόρτα ἐνῶ

στήν τσέπη ἔχεις τό κλειδί.

Σοῦ ἀπαντάει ὁ ἀντίλαλος ὅπου

μαζεύει γύρω μές τό σκοτάδι τίς σκιές

σιωπηλές νά σέ κοιτᾶνε.

Σέ ἄλλη ἐγκαρδιότητα σέ εἶχαν συνηθίσει

αὐτές οἱ ὦρες τῆς νυκτός.


Χωρίς ἀπάντηση θά πεῖς τό ἦρθα καί ὄλα

χωρίς νά εἶναι ἴδια θά ’ναι ὅπως πρίν.

Τά λόγια οἱ κινήσεις καί οἱ σκέψεις

γύρω σου θά συνάζουν φωτογραφίες γνώριμες.


Γιά ἄλλη μιά φορά θά πεῖς τό ἦρθα

ἐπειδή πάντοτε ὀφείλεις νά ἐπιστρέφεις

δίχως ἀπάντηση νά περιμένεις κι ὅμως

ἐκεῖ στή μέση θά σταθεῖς

πίσω οἱ τοῖχοι καί τά ἔπιπλα τό σκηνικό

κι ἀπό τήν ἄδεια τήν πλατεία οἱ γνώριμες σκιές

γιά ἕνα μάταιο ἀγκάλιασμα θά ἁπλώνουνε τά χέρια.


Καθώς ἀργά κυλοῦν

τοῦ γυρισμοῦ τά χρόνια

ἡ νοσταλγία τραγουδιέται

διαφορετικά κάθε φορά ἐδῶ.


Ἀπό τόν χρόνο πού εἶναι πάντοτε παρών

ἀέρινος καβαλάρης μές στή νύχτα ξεμακραίνει

καί στόν ἐξώστη ἀφουγκραζόμαστε σκυμμένοι

τά πέταλα τοῦ ἀλόγου του ὅπως

μπερδεύονται μέ τό ἡμισέληνο φεγγάρι. 



[Χρονογραφία, Στιγμή 2007]
 

notationes////ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2013///ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ

....συνέντευξη στην ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

Εσύ και η μετάφραση. Σχέση ζωής νομίζω. Ποσά βιβλία έχεις μεταφράσει ως τώρα.


Η μετάφραση είναι μια διαδικασία που σε κάνει καλύτερο ως άνθρωπο. Ξεκίνησα να μεταφράζω σε μια εποχή πολύ δύσκολη για μένα. Ακολούθησε μια περίοδος γενικευμένης αμεριμνησίας στη χώρα, όπου συνέχιζα να μεταφράζω και, σήμερα, είναι ένα απάνεμο λιμάνι μέσα στη τρέλα της εποχής. Έχουν εκδοθεί 40, νομίζω, τίτλοι. Στα χέρια διαφόρων εκδοτών υπάρχουν άλλα 15 βιβλία και στο συρτάρι μου έχω άλλα 20. Κάποια στιγμή θα εκδοθούν και αυτά. Ελπίζω. 

Ποιο βιβλίο θέλεις οπωσδήποτε να μεταφράσεις;


Υπάρχουν πολλά βιβλία που θα ήθελα να μεταφράσω. Και ποιητικές συλλογές αγαπημένων ποιητών και μυθιστορήματα. Προς το παρόν θα ήθελα να ολοκληρώσω το «Ημερολόγιο του συγγραφέα» του Ντοστογιέφσκι. Έχω μεταφράσει 4 από τους 8 τόμους. Ελπίζω τα επόμενα χρόνια να εκδοθούν και οι υπόλοιποι. 

Αγαπημένοι σου μεταφραστές


Ήταν και παραμένουν δάσκαλοι τόσο ως προς τη μεταφραστική τους δραστηριότητα όσο και ως προς το ήθος τους ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Έβαλαν το πήχη ψηλά κι εμείς οι επίγονοι πρέπει να προσπαθούμε διαρκώς να τους μοιάσουμε. 

Κάνε μου ένα σχόλιο για τη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα.


Ζούμε στην εποχή της γραφομανίας. Εκδίδονται χιλιάδες τίτλοι στη χώρα. Πριν την κρίση, το 2009, είχαμε 9.500 τίτλους ετήσια βιβλιοπαραγωγή. Σε μια χώρα όπου δεν υπάρχουν αναγνωστικές παραδόσεις και όπου η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού δε διαβάζει. Από το υπόλοιπο ποσοστό, οι μισοί τουλάχιστον γράφουν και ελπίζουν σε εγχώριες και διεθνείς διακρίσεις. Αστεία πράγματα. Ωστόσο, υπάρχουν διαμάντια: στην ποίηση, τη πεζογραφία, το δοκίμιο. Κι αυτά τα διαμάντια, αργά ή γρήγορα, θα βρουν το δρόμο τους για τον αναγνώστη. 

Λογοτεχνία και Διαδίκτυο.


Πολλά λέγονται και φημολογούνται. Η καλή λογοτεχνία δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από το Διαδίκτυο. Απεναντίας, θα την φέρει πιο κοντά σε ευρύτερο κοινό.  Η κακή λογοτεχνία έτσι κι αλλιώς χάνεται αμέσως. Απομένει το αγεωγράφητο τοπίο της γραφομανίας της εποχής και του τόπου. Στη παραλογοτεχνία δεν αναφέρομαι καν, αυτή τρέφεται τρώγοντας τις σάρκες της και προκαλώντας ανύπαρκτα σκάνδαλα.

Πέρα από την Τέχνη του λόγου, ποιά άλλη τέχνη σε συγκινεί;

Η φωτογραφία, με την οποία ασχολούμαι ερασιτεχνικά. Η όπερα που παραμένει ένας από τους ελάχιστους λόγους για τους οποίους θα βγω από το σπίτι μου. Η τζαζ για τις ώρες της σχόλης και του ρεμβασμού. Το σινεμά παραμένει μια νεανική αγάπη, αλλά δεν πηγαίνω πια συχνά. 

Θεός;


Ο Θεός είναι μια γοητευτική έννοια για τον άνθρωπο. Είναι η παραμυθία και η ελπίδα του. Είναι το αποκούμπι του γι’ αυτή τη ζωή και η προσδοκία μιας άλλης, καλύτερης και απαλλαγμένης από τους φυσικούς καταναγκασμούς της φθαρτής και εφήμερής ύπαρξης μας. Ωστόσο, αν και είμαι απόφοιτος και της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, είμαι άθεος.

Μίλησέ μου για το βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα.


Το «Κάτοικος Μεταξουργείο: ημερολόγιο κρίσης» είναι μια επιλογή από άρθρα που έγραψα τα τελευταία 3 χρόνια με αφορμή τη κρίση. Είναι μια προσπάθεια προσέγγισης των αιτιών της σημερινής κατάστασης, μια δική μου ανάγνωση της πρόσφατης ιστορίας. 

Τί δεν θα συγχωρούσες ποτέ στον εαυτό σου;

Περνώντας τα χρόνια συγχωρώ πάρα πολύ εύκολα τους άλλους και πολύ δύσκολα τον εαυτό μου. Υποθέτω πως αυτό είναι το τίμημα της εμπειρίας στη ζωή. 

Tι διαβάζεις τώρα;


Διάφορα βιβλία. Εδώ και πολλά χρόνια, διαβάζω παράλληλα διάφορα βιβλία, ανάλογα με την ώρα της ημέρας ή της νύχτας, ανάλογα με τη διάθεσή μου ή με το έργο που έχω να κάνω. Αυτό το διάστημα διαβάζω ποιητές συλλογές της ρωσικής πρωτοπορίας, ιστορικά βιβλία για τη Θεσσαλονίκη και τους Μπεκτασίδες και μια μυθιστορία για τη δολοφονία του Λ. Τολστόι. 

Γράφεις κάτι τώρα;


Πάντα κάτι γράφω. Αλλά δεν είναι όλα για κάποιον υποτιθέμενο και ιδανικό αναγνώστη. Μερικά μένουν απλά καταγεγραμμένες σκέψεις σε ένα κομμάτι χαρτί που θα χαθούν στο διαβασίδι του χρόνου. 

H γνώμη σου για τα λογοτεχνικά βραβεία.

Καλά κάνουν και υπάρχουν. Όπως λέει κάπου και ο Σαββόπουλος, στην Ελλάδα την ιστορία τη γράφουν οι παρέες. 


Ως θεατρολόγος δεν θα μπορούσα να μην σου κάνω αυτήν την ερώτηση. Παρακολουθείς θέατρο;


Το θέατρο το αγάπησα από το φοιτητικά μου χρόνια. Έχω δει πάρα πολλές παραστάσεις. Τα τελευταία χρόνια όμως, παρά την ύπαρξη 400 και πλέον παραστάσεων στην Αθήνα ανά σεζόν, δε βλέπω περισσότερες από 2 ή 3. 

Πιστεύεις στην κριτική;


Φυσικά και πιστεύω στην κριτική. Είναι μια αναγκαία και χρήσιμη λειτουργία. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση. Εκείνο που δεν πιστεύω είναι οι «αυλές», οι «παρέες», τα «κυκλώματα». Κι αυτά μέσα στην ανθρώπινη φύση είναι. Απλά σ’ εμένα μοιάζουν αποκρουστικά. 


Aπό τα διαβάσματά σου... αν σε ρωτούσα να μου επισημάνεις 3 βιβλία που διάβασες και σε σημάδεψαν τόσο που σου άλλαξαν το βλέμμα για τα πράγματα, τι θα απαντούσες;


Ο Ξένος του Α. Καμύ

Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα του Μ. Μπουλγκάκοφ

Το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Ντάρελ Λώρελ

Τα τελευταία χρόνια γίνονται πολλές προσπάθειες για την υποστήριξη του ψηφιακού βιβλίου.


Το ψηφιακό βιβλίο, οι ψηφιακές εκδόσεις είναι το μέλλον. Η επανάσταση του Cloud στις Τεχνολογίες Πληροφορικές και Επικοινωνιών, προκαλούν ήδη μια κοσμογονία πρωτόγνωρων διαστάσεων για την ανθρωπότητα και τις δυνατότητα διάχυσης της γνώσης. Όσοι το καταλάβουν θα προχωρήσουν. Οι υπόλοιποι θα έχουν τη τύχη των δεινοσαύρων.

Διαβάζουν οι σύγχρονοι νέοι; Ποια αναγνώσματα προτιμούν;


Δε ξέρω τι διαβάζουν οι νέοι σήμερα. Υποθέτω κάτι ανάλογο με τα ενδιαφέροντά τους. Κάθε γενιά έχει τα δικά της ενδιαφέροντα, τα δικά της αναγνώσματα. 

Περνάει κρίση η γλώσσα μας;


Καμία κρίση δεν περνάει η γλώσσα μας. Η γλώσσα εξελίσσεται, προσαρμόζεται, κάνει τα δάνεια της, τα αντιδάνεια της, προσπαθεί με τα εργαλεία που διαθέτει κάθε φορά να εξηγήσει τον κόσμο μας. Η φημολογούμενη «κρίση» στη γλώσσα είναι τεχνητή και εξυπηρετεί σκοπούς αλλότριους και, κυρίως, προσφέρει ρόλους σε πανεπιστημιακούς ή τηλεπωλητές βιβλίων. 

Ποιός είναι ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης με δυο λόγια;


Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας με όλες τις ρωγμές και τις ουλές που έχει ένας άντρας που πατάει σε τούτη τη γη περισσότερο από μισό αιώνα. 




notationes///AΠΡΙΛΙΟΣ 2013///Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ ///ΠΟΙΗΣΗ



ΚΑΘΕ ΦΥΛΛΟ


          Στη Λίλιαν Σ.

Ένα φύλλο της νύχτας με ανιχνεύει
Μου βρίσκει μεριές που δεν τις είδε ποτέ ουρανός
Κι άλλες ανάλαφρες σα χιλιάδες πεταλούδες
Που πριν τις αγγίξει ένα δάχτυλο βάφουν ρεματιές

Άλλες έτοιμες να ραγίσουν και να τρέξει νερό και δάκρυ
Κι άλλες όπου η τρέλα και η σύνεση μαλλιοτραβιούνται
Η μια τύψη της άλλης

Και με ανιχνεύει με ανιχνεύει ένα φύλλο της νύχτας
Κάθε φορά με σκορπίζει ξέφτια εμένα το μυρωδάτο
     από αναμνήσεις άμφιο
Και με ανιχνεύει μπαίνοντας μέσα μου νερό δηλητηριώδες
Που με ξεπλένει με το φαρμάκι του

Και κάθε φύλλο που με ανιχνεύει
Εγώ το τρέφω στα βάθη μου
Και δεν το αφήνω να σαπίσει.

Από το βιβλίο: Δ.Π. Παπαδίτσας, «Ποίηση, 2», Εκδόσειις Γνώση, Αθήνα 1981, σελ. 95. 

 IVΑπό πού έρχεται η νύχτα; Πώς μπορεί και μπαίνει μες στα δέντρα
Σαν τη βροχή στο χώμα; Εσύ που είσαι δίπλα μου
Και δεν μπορώ να σ’ αφήσω και να φύγω διότι
Η ψυχή μου είναι σκελετός πουλιού που βρέθηκε εντός σου
Κοίτα με. Μήπως δεν μπορείς βλέποντας με να με στεγνώσεις
Σαν να 'μαι ένα βρεμένο ρούχο κι εσύ το μεσημέρι;
Πώς να φύγεις; Η βροχή σε καρφώνει πάνω μου με χιλιάδες καρφιά
Έγινα εκείνο που θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή
Είμαι κι ο αγέρας όταν είσαι φωτιά.

Από την ποιητική συλλογή Νυχτερινά (1956)






Χαμηλοφώνως


Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
      φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
      τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
      τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
      ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
      και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
      θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
      στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
      τα δέντρα
...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
      του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
      απ' το κόκκινο -σαν τα μάτια τού μπεκρή- λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
      μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά 'ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
      από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι' αυτό σ' αγαπώ.



Σάββατο 13 Απριλίου 2013

notationes///AΠΡΙΛΙΟΣ 2013///Διήγημα : Ποτέ μην κάνεις "Like" σε ξένους////της Ασημίνας Ξηρογιάννη *

 

  Πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό ΙΔΕΟΣΤΑΤΟ


http://www.ideostato.gr/2013/04/like.html


 

 





Η Ματίνα δούλευε σε μια μεγάλη εταιρεία και ο χρόνος της ήταν περιορισμένος. Δεν προλάβαινε να δει ούτε τους λιγοστούς φίλους της, αλλά είχε βρει έναν τρόπο να επικοινωνεί μαζί τους. Παιδί της εποχής της κι αυτή και ακολουθούσε πιστά τους ρυθμούς. Είχε λοιπόν, ανοίξει λογαριασμό στο facebook. Αυτό την είχε κυριολεκτικά σώσει. Αν δεν ήταν αυτό, θα'χα χάσει και τους φίλους που έχω'', την άκουγες να μονολογεί συχνά σιχτιρίζοντας παράλληλα το σκληρό αφεντικό της. Αθήνα του 2013, βλέπεις.
Το ποσοστό της ανεργίας πάνω από 50 τοις εκατό. Ήθελε δεν ήθελε θα 'εμενε σε αυτήν την κολοδουλειά. Δεν είχε άλλη επιλογή. Ήταν θέμα επιβίωσης. Η Ματίνα ξέκλεβε χρόνο την ώρα που ήταν χαμένη μέσα σε εργασιακούς φακέλους και ατέρμονους υπολογισμούς. Ξέκλεβε χρόνο να μπαίνει λιγάκι facebook ν' ανασαίνει. Να χορταίνει το μάτι της. Να ξεδίνει. Αλλά επειδή το να γράφεις στο status σου είναι χρονοβόρο για κορίτσια με δουλειά σαν τη δικιά της, είχε επαναπαυτεί κάνοντας like. Ωραίο κόλπο το like! Δήλωση αρεσκείας, αγάπης, επιδοκιμασίας.
Έκανε παντού και πάντα like. Αρχικά ξεκίνησε από τους τοίχους των φίλων της, από ανάγκη επικοινωνίας. Μα σύντομα εξαπλώθηκε και σε άλλους τοίχους και σε άλλους και σε άλλους. Και το όνομά της μοστράριζε σε όλους τους τοίχους, κι έγινε δημοφιλής με κάποιο τρόπο, κι όλοι την έκαναν add as a friend. Kαι κείνη έκανε πάντα confirm γιατί δεν είχε χρόνο να ψάξει περαιτέρω(η απαιτητική δουλειά, βλέπεις!). Έτσι έφτασε να έχει γύρω στους 4000 φίλους, οπότε σύντομα θα πήγαινε για δεύτερο προφίλ. Η φήμη της ως likατζούς εξαπλωνόνταν ραγδαία, αλλά εκείνη χαιρόταν κιόλας, αντί να λυπάται με την κατάντια της.

Ώσπου άρχισαν να την παρενοχλούν και διάφοροι τύποι, “άγνωστοι” φίλοι, και να της στέλνουν πρόστυχα μηνύματα ή έστω μηνυματάκια που να χουν μέσα κάποιο υπονοούμενο. Μερικά της καλάρεσαν, ένιωθε αρεστή, αλλά κάποια άλλα της έκαναν τσατάλια το νευρικό σύστημα, υπενθυμίζοντάς της πόσο ανέραστη και workacholic ήταν(η ανάγκη βλέπεις!), καθώς και πόση βρωμιά και σαπίλα κυκλοφορεί μέσα στο φατσοτέφτερο. Την έπιανε δυσφορία κάποιες φορές, αλλά ήταν τόσο μεγάλη κι η ανάγκη της για επικοινωνία άπ'την άλλη... που δεν αποφάσιζε να κλείσει τον λογαριασμό. Απλά έκανε κάποιες διαγραφές, αλλά το πάθος της δεν έλεγε να σβήσει. Ακόμα, κι όταν υποτιμητικά οι συνάδελφοί της από τη δουλειά την φώναζαν likatzou ή likistria. Aυτή το βιολί της, λες κι είχε κερί στ' αυτιά της. Σιγά τη ρετσινιά!Δεν κάνει και κάτι κακό δα!

Δεν ήταν δύσκολο να παρατηρήσει ότι και κείνη συγκέντρωνε αρκετά like. Mάλιστα είδε ότι κάποιος διαδικτυακός της φίλος ήταν πολύ επίμονος λαικατζής, πιο επίμονος κι από εκείνη. Προσπάθησε να εξερευνήσει το προφίλ του, αλλά δεν κατέληγε σε συμπεράσματα. O άνθρωπος αυτός ήταν στην σκιά, ίσα που φαινόταν ένα πρόσωπο, όλη η εικόνα όμως ήταν μπλε ηλεκτρίκ, δεν μπορούσες να διακρίνεις καλά τα χαρακτηριστικά του και ήταν η μοναδική φωτογραφία που είχε βάλει. Η Ματίνα προσπάθησε να ελέγξει τους κοινούς τους φίλους και ήταν αρκετοί. Αυτό την χαροποίησε ιδιαίτερα χωρίς να ξέρει ακριβώς το γιατί. Επειδή τα like του στις αναρτήσεςι της ήταν σχεδόν καθημερινά. . . θέλησε ένα βράδυ να του στείλει μια καλησπέρα. Της απάντησε άμεσα και έπιασαν ψιλοκουβέντα. Της είπε ότι έχει μια κόρη στο δημοτικό που της άρεσε να ζωγραφίζει. Και το όνομα αυτής... Αγγελική. Εκείνη του είπε ότι δουλεύει σκληρά σε μια εταιρεία και κείνος τη αποκάλεσε”τυχερή που εργαζεσαι”. Διότι οι καιροί είναι χαλεποί και μπλα μπλα. ´Ενιωθε ανακουφισμένη που μπορούσε να ανταλλάξει δύο λόγια καρδιάς με έναν συνάνθρωπο. Μίλησαν πέντε βράδια συνεχόμενα... σαν να έδιναν ραντεβού πάνω κάτω την ίδια ώρα και η Ματίνα ένιωθε υπέροχα. Της έφευγε όλη η κούραση. Ίσως να κέρδιζε έναν φίλο εν τέλει. Θα'θελε τόσο πολύ να έβλεπε το πρόσωπό του. Μετά από είκοσι βραδια που είχαν εν τω μεταξύ συνομιλήσει, αισθανόταν οτι διέθετε το θάρρος να του το ζητήσει. Και του το ζήτησε εν τέλει. Με έκπληξη ανακάλυψε όμως την επόμενη μέρα πως ο εικονικός της φίλος είχε εξαφανιστεί. Πατούσε το όνομά του στην αναζήτηση και το facebook δεν εμφάνιζε καμιά συγκεκριμένη σελίδα. Μια συνάδελφος της είπε ότι ίσως ο “φίλος” να την είχε μπλοκάρει. Ίσως και όλη η ιστορία που της είχε πλασάρει να ήταν ψεύτικη. Η Ματίνα τα είχε εντελώς χαμένα. Είχε στο μυαλό της ότι κάπως αλλιώς θα εξελισσόταν αυτή η “γνωριμία”. Μερικά πράγματα δεν ερμηνεύονται. Ίσως και να ερμηνεύονται. Ίσως μερικοί άνθρωποι προτιμούν την ανωνυμία τους.

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΜΙΑΣ ΆΛΛΗΣ,Ο ΜΟΙΡΑΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΑΣΣΙΑ ΟΥΕΒΙΛ ΜΕ ΤΟΝ ΤΕΝΤ ΧΙΟΥΖ,της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Δημοσίευση για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό bookstand

http://bookstand.gr/2013/04/09/%CF%83%CF%84%CE%B7-%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%83-%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%83-%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1%CF%83-%CF%84/

Εκδότης : ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ
Συγγραφέας : Koren Yehuda,Negev Eilat
Μεταφραστής : Φακίνου Μαρία



Oι μοιραίοι έρωτες είναι πάντα γοητευτικοί.Αλλά μερικοί δεν έχουν καλό τέλος.Κρατώ στα χέρια μου  το έκτο(μη λογοτεχνικό)βιβλίο των συγγραφέων και δημοσιογράφων Γεουντά Κορέν  και  Ειλάτ Νεγκέβ που φέρει τον τίτλο ''Στη  σκιά μιας άλλης".Ο Κορέν και η Νεγκέβ  είναι σύντροφοι και στη ζωή,ζουν στην Ιερουσαλήμ και με επιτυχία εκδίδουν στην Βρετανία,στη Γερμανία και το Ισραήλ.Σε αυτό το βιβλίο των σχεδόν 500 σελίδων πραγματεύονται τον μοιραίο έρωτα της 'Ασσια Ουέβιλ με τον Τεντ Χιούζ.Πρόκειται για την πρώτη βιογραφία της Άσσια Ουέβιλ .Πρόκειται για το οδοιπορικό της ζωής της.Αναφέρονται στην παιδική της ηλικία,στο γενεαλογικό της δέντρο,στους εφηβικούς της έρωτες,στους γάμους,στις απιστίες της,στον άστατο και δύσκολο χαρακτήρα της,στην μοιραία συνάντηση με τον Χιουζ,στον παράνομο δεσμό τους,στην εγκατάλειψη της Πλαθ,στην γέννηση της κόρης τους,στις απογνώσεις της,στο πώς και γιατί οδηγήθηκε στην αυτοκτονία.Με λεπτομέριες οι συγγραφείς (αφού έχουν κάνει σχετική έρευνα που διήρκεσε περισσότερο από 15 χρόνια) περιγράφουν τα γεγονότα της ζωής της,ρίχνοντας παράλληλα νέο φως στον γάμο του Τεντ Χιουζ και της Σύλβια Πλαθ,του πιο διάσημου ζευγαριού ποιητών του 20ου αιώνα.Μέσα από προσωπικά αρχεία που βγήκαν στο φως,μέσα από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία της  σκιαγραφείται η Άσσια ως μια σύνθετη και αντιφατική προσωπικότητα,που ταλανίστηκε ανάμεσα στα πάθη και τη λογική,ανάμεσα στον έρωτα και την αγάπη,την πιστη και την προδοσία,τη σκληρότητα και τη στοργή.Οι συγγραφείς  παίρνουν καταθέσεις από μαρτυρες -κλειδιά,οι οποίοι αποκαλύπτουν πολύτιμα στοιχεία αναφορικά με την ζωή της Άσσια.Άλλοι την αποκαλούσαν''ντίβα'',άλλοι,´'διαβολογυναίκα'',άλλοι ''μούσα'',άλλοι ''ξελογιάστρα''.Το σίγουρο ήταν πως ήταν μια γυναίκα σπάνιας ομορφιάς!Μια γυναίκα που 'ομως συνετρίβη  από τον απόλυτο έρωτά της για τον Χιουζ,στον οποίο παρέμεινε με εμμονή αφοσιωμένη.''Κανείς από τους επίδοξους μνηστήρες της δεν μπορούσε να την κάνει να ξεπεράσει τον εθισμό της σε εκείνον και αυτός παρέμενε το ινδαλμά της.Ο απαράμιλλος Απόλυτος Άντρας.Καθημερινά περίμενε με ανυπομονησία επιστολή του.Τα βράδυα διαρκούσαν περισσότερο καθώς περίμενε να χτυπήσει το τηλέφωνο.Οι μέρες περνούσαν αδημονώντας για τις σποραδικές επισκέψεις του.Ένιωθε να ασφυκτιά μες στην ολοένα και πιο σκοτεινή πραγματικότητα γι'αυτόν,όμως δεν μπορούσε,και δεν το έκανε,να ευχηθεί να ξεφύγει από την έλξη που φαίνεται ότι ασκούσε  πάνω της.Μόνο που δε θα μπορούσε να το αντέξει για πολύ ακόμα.'',αναφέρεται χαρακτηριστικά μέσα στο βιβλίο.Δεν μπορούσε να αντέξει ακόμα το γεγονός ότι η σκιά της Σύλβια ήταν ανάμεσα σε κείνη και τον αγαπημένο της.Η'Ασσια,η τραγική ερωμένη!Που έδωσε τέλος στο ταξίδι της!Η ζωή της με τον άντρα που λάτρευε ήταν καταδικασμένη να μείνει ανολοκλήρωτη.Δεν θα εβρισκε ποτέ σε αυτον το λιμάνι που θα της πρόσφερε τη συναισθηματική στήριξη και τη δημιουργική έκφραση που χρειαζόταν.Δεν θα τον παντρευόταν ποτέ,ούτε θα έβρισκε ποτέ μαζί του το σπίτι που θα έκαναν δικό τους  και θα ζουσαν μια κοινή ζωή.Πάνω στον τάφο της ανεγράφη ο εξής χαρακτηρισμός,αυτός που η 'ιδια επέλεξε στην τελευταία της διαθήκη:"Eδώ αναπαύεται μια ερωμένη του παραλόγου και μια εξόριστη".Στην εισαγωγή του βιβλίου ,οι συγγραφείς μας πληροφορούν για την συνέντευξη που τους παραχώρησε ο Τεντ Χιουζ το 1996  σε παγκόσμια αποκλειστικότητα.'Ηταν η μοναδική προσωπική συνέντευξη που είχε δώσει ποτέ του και εκεί μίλησε για πρώτη φορά  για την Άσσια.
Στον Πρόλογο του βιβλίου  περιγράφεται  η αυτοκτονια της Άσσια.Το οδοιπορικό εκείνης της μέρας...
''Eβαλε τη Σούρα στο πρόχειρο κρεβάτι,έκλεισε καλά την πόρτα της κουζίνας,γύρισε όλες τις στρόφιγγες του αερίου και άνοιξε την πόρτα του φούρνου αερίου μάρκας''Μευφλάουερ''. 'Εσβησε το φως της κουζίνας.'Επειτα ξάπλωσε δίπλα στην κόρη της  προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει.Τα κεφάλια τους βρίσκονταν κοντά στην κουζίνα αερίου.Τα πόδια της Άσσια σχεδόν άγγιζαν την πόρτα.''





Μόνο που η  Άσσια πήρε και την τετράχρονη  κόρη της Σούρα μαζί της στον θάνατο.Η Σύλβια  είχε αφήσει τα παιδιά της να ζήσουν.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ///ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ





Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.
Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

(από τα Kρυμμένα Ποιήματα 1877; - 1923, Ίκαρος 1993)
—

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΜΑΤΙΝΑ ΝΙΚΑ///Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ





-        Γύρισα κοριτσάκι!
-        Άργησες πολύ. Και δεν είμαι κοριτσάκι. Γέρασα.
-        Είσαι στην πιο ωραία σου ώρα. Αυτό σημαίνει ώριμη.
-        Πάντα ήσουν καλός στα λόγια. Κοίτα τα χέρια μου. Μέσα στις χούφτες μου
ωρίμαζαν τα φρούτα τα καλοκαίρια. Ώσπου μαράγκιασαν. Ζάρωσε ο λαιμός μου.
Στέγνωσαν τα μάγουλά μου. Έχωνα τα νύχια στις σάρκες μου. Σε φώναζα. Και δεν ερχόσουν.
-        Ήρθα όμως τώρα Πιπίνα μου. Κάτσε κοντά μου να τα πούμε.
-        Με άφησες νιόπαντρη με ένα μωρό, μια γριά κι ένα σκυλί. Λείπεις 20 χρόνια. Πρώτα για να συνδράμεις τάχα μου το φίλο σου που τον παράτησε η γυναίκα του. Μετά γύριζες σε όλα τα λιμάνια και τα χαμαιτυπεία με τις καμπαρετζούδες να λικνίζονται στην πίστα προσπαθώντας να σε φέρουν στα νερά τους. Σε μέθυσε η Κίρκη με τα ροσόλια της. Με την Καλυψώ γέννησες άλλο γιό. Νομίζεις πως δε τα μάθαινα; Καθόμουν η ηλίθια κι έγραφα όλη μέρα σενάρια.  Είχα πει στους μνηστήρες πως θα διάλεγα πρωταγωνιστή μόλις το ολοκλήρωνα. Τις νύχτες έσβηνα ότι είχα γράψει. Κι αυτοί απ’ έξω  έτρωγαν, έπιναν και την Άρτα φοβερίζανε. Εσύ
άφαντος. ΚΑΙ ΜΗ ΜΕ ΛΕΣ ΠΙΠΙΝΑ. Τόσες φορές σου έχω πει ότι σιχαίνομαι τα υποκοριστικά.
-        Και τι δε σιχαίνεσαι εσύ; Όλα σε ενοχλούσαν. Δίπλα στο τζάκι δεν καθόσουν γιατί μυρίζουν λέει  μετά κάπνα τα μαλλιά σου και τα ρούχα σου. Στραβομουτσούνιαζες κι αποσυρόσουν στα ενδότερα όποτε μαζευόμαστε με τους συντρόφους γιατί τα ανέκδοτά μας σου φαίνονταν χυδαία κι επειδή έσταζε το λίπος από τα σφαχτά στα γένια μας. Η Ευρύκλεια σου βρώμαγε σκόρδο. Ο πατέρας μου σε έκανε να πλήττεις και να δυσανασχετείς  με τις ερωτήσεις του. Ο Άργος σε νευρίαζε επειδή σου έκανε χαρές. Εγώ επειδή σε πείραζα και σε κανάκευα. Ὀλα σου έφταιγαν. Όλα!
-        Μα δεν προλάβαμε να γνωριστούμε. Μια άβγαλτη κοπέλα ήμουν που βρέθηκα ξαφνικά σ’ ένα άγνωστο περιβάλλον.
-        Εσύ ήσουν εδώ από τα γεννοφάσκια σου. Θα μπορούσες να βρεις έναν τρόπο να με βοηθήσεις να εγκλιματιστώ Τι σόι πολυμήχανος είσαι;
Αλλά δε σκέφτηκες ούτε μια φορά  να ‘ρθεις να μ’ ανταμώσεις  στον κήπο, την ώρα που σεργιάνιζα μόνη και μιλούσα με τα μπουγαρίνια και τους ασφόδελους.
Να με πάρεις απ’ το χέρι και να κατηφορίσουμε ως τ’ ακρογιάλι, εκεί που ο Εύμαιος φέρνει το κοπάδι να πιεί θαλασσινό νερό. Να μου βγάλεις αργά τα πέπλα και το χιτώνα και μαζί να κολυμπήσουμε ως τον απέναντι κάβο. Κι ύστερα να ξαπλώσουμε γυμνοί  στα βότσαλα κι ως το ξημέρωμα να μηχανεύεσαι χάδια και φιλιά πάνω στο αλμυρό κορμί μου.
Τότε θα γινόμουν η βασίλισσά σου.
Και συ ο παντοτινός βασιλιάς μου!
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ
Άφωνα και υγρά
κορυφώνονται στον ουρανίσκο
Όλα τα λάμδα και τα ρω
Που δε λογάριασα
Και τα φωνήεντα όλα
που ποτέ δεν πρόφερα
Δηλητήριο

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

«ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ» ΣΤΟ ΧΥΤΗΡΙΟ




Έξι ηθοποιοί συναντούν την ποίηση του Γιώργου Μπλάνα την Πέμπτη 11 Απριλίου στις 20:30 στο ΘΕΑΤΡΟ ΧΥΤΗΡΙΟ (Ιερά Οδός 44, Γκάζι, Τηλ: 210 3412313) στο πλαίσιο των εκδηλώσεων ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΛΟΓΟΥ 2, που επιμελείται και παρουσιάζει ο Θέμης Ροδαμίτης.
Η Σοφία Κακαρελίδου, η Βερόνικα Δαβάκη, ο Θάνος Δημόπουλος, η Μάτα Καστρισίου, ο Γιώργος Μαντζιάρης και ο Δημήτρης Μαγγίνας παρουσιάζουν ένα πολυφωνικό Ποιητικό Δρώμενο, βασισμένο στην ποιητική σύνθεση του Γιώργου Μπλάνα ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ.
Το ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ, γράφει ο Ιταλός κριτικός Μάσιμο Κατσούλο, συνιστά έναν διαφορετικό, διλημματικό τρόπο ν’ αντιμετωπιστεί η βαλκανική τραγωδία, προσπερνώντας τους διπολισμούς δίκαιο-άδικο, ενοχή-αθωότητα, καλό-κακό. Τέσσερα πρόσωπα, σαν πρωταγωνιστές αρχαίου δράματος, δρουν σε μια ερειπωμένη σκηνή, παρανάλωμα πολλών αποριών και ελαχίστων βεβαιοτήτων. Μέσα στον κλοιό της μοναξιάς, καταβάλλουν απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθούν σε κάτι, έστω και πρόχειρο, ν’ ανακτήσουν μια, έστω και εξ αποστάσεως, ανθρώπινη επαφή. Όμως οι προσπάθειές τους είναι καταδικασμένες στην αποτυχία, λόγω της ανικανότητάς τους να απαλλαγούν από το βάρος του παρελθόντος τους, από την ενοχή που επικρέμεται πάνω τους υπό τη μορφή αδυσώπητου πεπρωμένου.
Τα ιταλικά αποσπάσματα, που ακούγονται είναι σε μετάφραση Crescenzio Sangiglio και τα αλβανικά σε μετάφραση Vasil Çuklla, με διδασκαλία από τον ηθοποιό Ρίνο Τζάνη. 



Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Κάτια Γέρου – Αλλάζοντας τους ρυθμούς της καρδιάς. Συζητήσεις για το θέατρο με την Ιόλη Ανδρεάδη



  ..το βιβλίο της Κάτιας Γέρου Αλλάζοντας τους παλμούς της καρδιάς,εκδόσεις Καλειδοσκόπιο πηγή:ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ  http://pandoxeio.com/2013/03/30/gerou/  

 

 

 

Θέατρο, το απόλυτο αίτημα ελευθερίας
Αν, ως ηθοποιός, αρχίσω να σκέφτομαι ότι έχω στα χέρια μου ένα κείμενο πανάρχαιο, παγκόσμιο, υψηλή ποίηση που ζητάει από μένα ένα μέγεθος όλων των ειδών – σωματικό, φωνητικό, εύρος σκέψης και πνευματικότητα –, αν το σκεφτώ από την αρχή, θα μου κοπούν τα γόνατα και δεν θα μπορέσω να κάνω τίποτα. Θα ψάχνω από την αρχή να βρω το μέγεθος. Ξεκινάω λοιπόν αργά και ταπεινά, προσπαθώντας να κάνω συνειρμούς σύγχρονους. Για παράδειγμα, στην Ιφιγένεια έχω να παίξω ένα παιδί που βρίσκει τον θάνατο επειδή ζει σε μια πολεμοχαρή και πολεμοκάπηλη κοινωνία. [σ. 214]
Η επί τριακονταετία υποκρίτρια του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, αλλοτινή μαθήτρια της πολύτιμης Θεατρικής του Σχολής και νυν δασκάλα, με τη σειρά της, των νέων ηθοποιών, αποκαλύπτει κάθε σκέψη, προβληματισμό, μνήμη και απόσταγμα πείρας από την συναρπαστική της δοκιμασία ενώπιον κοινού και εαυτού, από την σκληρή, ψυχοφθόρα μα και ψυχωφελή αναμέτρηση με τα κείμενα και τoν θεατρικό τους λόγο. Πρόκειται για σπάνια περίπτωση βιβλίου στην ούτως ή άλλως περιορισμένη βιβλιογραφία, καθώς ανοίγει αλλεπάλληλες κόγχες τόσο πίσω από τις κουίντες όσο και μέσα από το διάφανο πέπλο των σκηνικών φώτων, σε υποκριτές και θεατές. Η μορφή του δικού της κειμένου είναι εξίσου ενδιαφέρουσα: τα λόγια της ρέουν μέσα από το διάλογο με την μαθήτριά της σκηνοθέτη και θεατρολόγο Ιόλη Ανδρεάδη.
Η Γέρου προβληματίζεται πριν από οτιδήποτε άλλο πάνω στη φύση της υποκριτικής. Διαπιστώνει εδώ κι εκεί κοινά σημεία με τον αθλητισμό (το άλμα από την κουίντα στη σκηνή), την μαγειρική (η επιλογή και η προετοιμασία των υλικών), την γλυπτική (το μάρμαρο που αντιστέκεται, την σμίλευση από τον ηθοποιό άλλων ανθρώπων πάνω στο σώμα του), την χειρουργική (ως προς τους εξαιρετικά λεπτούς και αστραπιαίους χειρισμούς). Θυμάται πως «ρίχτηκε» στην σκηνή ως Κασσάνδρα αμέσως μετά την αποφοίτηση από τη σχολή του Κουν και ανατρέχει στα «χαώδη» ημερολόγια και σημειωματάρια της εποχής –καθ’ όλη την έκταση του βιβλίου συμβουλεύεται όλες τις σημειώσεις που κρατά από τις πρόβες και την προετοιμασία των ρόλων μέχρι την ολοκλήρωση του έργου.
Τα διδάγματα του Κουν παρέμειναν πολύτιμα: να γεύεται τις λέξεις, να τις απολαμβάνει σαν να είναι φρούτα, να ακούει τον συμπαίκτη της πάνω στη σκηνή, να διώχνει την περιγραφικότητα από τα λόγια της, να διώξει τις καμπύλες τους και να τα κάνει κοφτερά, να τα ζει. Στην πορεία έμαθε να δουλεύει πάνω στις πολλές όψεις των ρόλων, που πάντα ήταν απρόοπτοι και ασυνεπείς. Στην σκηνή, τονίζει, δεν υπάρχει φωτογραφική απεικόνιση της ζωής αλλά μετουσίωση, μετάφραση και απογείωση. Η προτίμησή της για την ουσία της μεταφοράς είναι δεδομένη: και ως ηθοποιός και ως θεατής δεν επιλέγει όχι το ωμό, άψητο υλικό, αλλά το μετουσιωμένο. Αφήνει το κείμενο να την χρωματίσει και το σώμα της να την κινήσει, αλλά και γίνεται ζυμάρι στα χέρια του σκηνοθέτη. Δεν ξεχνάει την φράση του Πατρίς Σερώ: «Οποιοσδήποτε στη γωνιά του δρόμου είναι πιο πραγματικός από έναν ηθοποιό και, επομένως, πιο ενδιαφέρων». Και συγκεντρώνεται στον αγώνα του καλλιτέχνη να φύγει από την εντοπιότητα και την χρονική στιγμή.
Πρέπει να φτιάξεις έναν εσωτερικό χώρο άδειο, για να μπορέσεις ν ανοίξεις διάπλατα, ώστε ν’ απευθυνθείς σε πολλές χιλιάδες ανθρώπων. Το άνοιγμα προϋποθέτει ένα άδειασμα από κουβέντες, πήγαιν’ έλα και περιττές ανησυχίες. [σ. 226]
Στις έρευνές της για τον κάθε ρόλο η Γέρου χρησιμοποιεί κάθε λογοτεχνικό κείμενο, και κυρίως σημειωμένες φράσεις από βιβλία - Καστανέντα, Ρίλκε, Μπόρχες, Σάμπατο κ.ά. Για τις ερωτικές, μοιραίες ηρωίδες έχει καταφύγει στην Ιουστίνη από το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Ντάρελ, στην Αλεξάνδρα από το Περί Ηρώων και Τάφων του Σάμπατο· για τις «χαμένες ψυχές» στη Νάντια του Μπρετόν, στη Μαρντού απ’ τους Υπόγειους του Τζακ Κέρουακ κ.ο.κ.· τις οριακές σκηνές, όπως της Κλυταιμνήστρας πριν το φόνο ή της Μήδειας μετά το φόνο, τις «περικυκλώνει» με βιβλία μαύρης λογοτεχνίας (Σαντ, Μπατάιγ), αρχαϊκών κοινωνιών, τελετουργικών θυσιών κλπ. και ξανά πίσω στις ημιτελείς φράσεις, σαν διακεκομμένες γραμμές και κυκλάκια πάνω σ’ ένα χαρτί.
«Με το φακό στο χέρι» ψάχνει το θεατρικό κείμενο για να αποκαλύψει τα κρυμμένα νοήματα και τις αιτίες των πραγμάτων ή ακόμα και να βρεθεί στη δίνη ερωτήσεων και απαντήσεων μέχρι να συναντηθεί με μια κρίσιμη φράση· πάντα κάπου βρίσκεται αυτή η φράση. Στην Κασσάνδρα βοηθήθηκε από εκείνη του Πλούταρχου: έδοξεν αναπνείν όλος και περιοράν πανταχόθεν, ώσπερ ενός όμματος ανοιχθείσης της ψυχής  – φάνηκε σαν να ανέπνεε ολόκληρος και να έβλεπε γύρω του, σαν να είχε ανοίξει η ψυχή του σαν μάτι· και τότε έγινε μια αντένα που πιάνει κάθε σήμα, βλέπει κάθε εικόνα και ακούει όλες τις φωνές. Ακόμα και μια καρτποστάλ από το σπίτι της Ιφιγένειας στις Μυκήνες μπορεί να δώσει ιδέες για τον σχετικό ρόλο.
Οι ρόλοι μας κάνουν διορατικούς. Παύουμε να σκεφτόμαστε με όρους άσπρου μαύρου. […] Καταλαβαίνουμε καλύτερα τους άλλους, διαβάζουμε τα μυστικά τους κίνητρα, βλέπουμε τις κρυμμένες πληγές τους ή την κρυμμένη τους ευτέλεια. Μπαίνουμε στη θέση τους. Αυτή δεν είναι η δουλειά μας; [σ. 126]
Η Γέρου μιλάει για την «θερμή σκέψη» κατά το παίξιμο, για την κατάσταση του daydreaming όπως εύστοχα ονόμασε το παίξιμο ο Λη Στράσμπεργκ – το να ονειρεύεσαι στον ξύπνο σου –, για την «μνήμη των συγκινήσεων»: όλα είναι εκεί, όλα τα «κουτάκια» που τα θεωρούμε κλειστά και ξεχασμένα. Μια ιδανική κορύφωση επί σκηνής θα αποτελέσει το περίφημο «ξέχασμα του εαυτού»: είναι η στιγμή που ο ηθοποιός ξεχνάει τον εαυτό του και ενώνεται με το σύμπαν. Στην Κασσάνδρα είχε την οδηγία να «χαθεί» στον ρόλο και στα οράματά του. Από την άλλη, υπάρχει πάντα ο φόβος να χαθεί ακόμα κι ένας σπουδαίος ηθοποιός σε σκοτεινά μονοπάτια. Η ηθοποιία δεν είναι απαλλαγμένη από «εργατικά ατυχήματα»· δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η έκσταση σε όλους τους πολιτισμούς είναι ελεγχόμενη, διαφορετικά ο καθένας μπορεί να «φύγει» χωρίς επιστροφή. Είναι γνωστή η περίπτωση του Ντάνιελ Ντέι Λιούις που εγκατέλειψε οριστικά και αμετάκλητα το θέατρο στη μέση μιας παράστασης του Άμλετ, βιώνοντας από πολύ «μέσα» τη συζήτηση με το θάνατο του πατέρα του…
Κάποια φορά, την ώρα που έπαιζα, ευχήθηκα μέσα μου: «Ας μπορούσα να είμαι έτσι στη ζωή». Δεν έκανα κάτι συνταρακτικό. Ήμουν διαθέσιμη, επικοινωνούσα, αυτό ήταν όλο. Κι όταν το συνειδητοποίησα, με ζήλεψα, ξέροντας πως στη ζωή μου δεν μπορώ να είμαι έτσι. [σ. 236]
Σε κάθε περίπτωση ο ηθοποιός πάνω στη σκηνή μοιάζει σαν το νεογέννητο, διάφανο βατραχάκι: φαίνονται οι φλέβες, η καρδιά, τα εσωτερικά όργανα. Κι εδώ είναι που η υποκρίτρια είναι ειλικρινής και αποκαλυπτική. Υμνεί το στοιχείο της αμηχανίας στη σκηνή ως μεγάλο κεφάλαιο της υποκριτικής, το ψάξιμο των ρόλων ακόμα και μπροστά στους θεατές, με τα ερωτήματα να μένουν ως το τέλος, την παραδοχή του ευάλωτου της ανθρώπινης υπόστασης, που είναι διαρκώς περιτριγυρισμένη από κινδύνους, ακόμα και πάνω στα σανίδια, εκεί όμως όπου όλα όμως βοηθούν τον ηθοποιό: τα κόμπλεξ του, τις αμαρτίες του, τα λάθη του. Περιγράφει την τεχνική της κινητοποίησης σκέψεων και αισθημάτων, την προσπάθεια κατά τις συγκεκριμένες βραδινές ώρες να μην την απασχολεί τίποτα δικό της, παρά τα προβλήματα της γυναίκας που υποδύεται, την αίσθηση της συμμετοχής σε μια κοινή μοίρα, την αίσθηση κάποτε πως είχε την Ιφιγένεια μαζί της αλλά και ότι εκείνη είχε την ίδια για να την υπερασπιστεί.
Και πώς ξεπερνιέται το τρακ; Με αντιπερισπασμό, με το ίδιο κόλπο που χρησιμοποιούμε για να ξεχνάμε το φόβο του θανάτου: συγκεντρωνόμαστε στη ζωή. Όσο φυσικό είναι το τρακ, άλλο τόσο φυσικό είναι να του κηρύσσουμε πόλεμο και να πούμε μέσα μας: «Εδώ ο κόσμος καίγεται, έχω στη διάθεσή μου μια μικρή ζωή να πω πέντε κουβέντες για τα επείγοντα ζητήματα – και για μας και για τους θεατές – και θα επιτρέψω στον εαυτό μου  να ντρέπεται και θα φοβάται πάνω στη σκηνή; Ε, όχι». Κι ακόμα, αυτή είναι η ύστατη ευκαιρία του ηθοποιού να δει τη ζωή αλλιώς και ν’ αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεται γι’ αυτήν.
Αλλά εκτός από τον φόβο της σκηνής υπάρχει και ο άλλος φόβος: όταν δοκιμάζουμε κάτι που δεν έχουμε ξανακάνει, όταν παίρνουμε έναν δρόμο που δεν έχουμε ξαναπερπατήσει, όταν απομακρυνόμαστε από φίλους και συντρόφους. Αυτός ο φόβος/δέος πάντα μας συνοδεύει στα καινούργια βήματα, αλλά είναι φίλος, δεν μας παγώνει ούτε μας εμποδίζει, απλώς μας συνοδεύει και συχνά αποτελεί καλό προμήν
υμα, λέει η ηθοποιός κι εγώ ξαναθυμάμαι τον John Cale – Fear is man’s best friend. Σε κάθε περίπτωση, ένα την ενδιαφέρει όσο περνούν τα χρόνια: να μην αφήνεται να την φάει ο φόβος ότι αυτό που έχει βρει πριν από την πρεμιέρα να είναι λιγότερο, περισσότερο ή λάθος σε σχέση με αυτό που χρειάζεται ο ρόλος, αλλά να παίζει με εσωτερική αγαλλίαση.
Με αφορμή την παράσταση του έργου Κάθε γύμνια θα τιμωρείται (Νέλσον Ροντρίγκεζ) και σε σχέση με το γυμνό σώμα η ηθοποιός λέει: όταν υπάρχει γυμνό επί σκηνής, αυτό που κάνει ο ηθοποιός είναι να εξοπλίζει το σώμα του με κίνητρα, προϊστορία, αισθήσεις. Η σεξουαλικότητα για τις γυναίκες είναι το καμάρι τους, πηγή χαράς και δύναμης, όχι τροπής και ενοχής. Η θηλυκότητα των βραζιλιάνων γυναικών προβάλλεται χωρίς επίδειξη, ακριβώς επειδή βιώνεται ελεύθερα και χαρούμενα. Δεν είναι κοκεταρία αλλά φυσική δύναμη, μέσα από μια εντελώς διαφορετική κουλτούρα. Το απενοχοποιημένο σώμα το δούλεψε και σε άλλους ρόλους, όπως στη Μαρία από τον Βόυτσεκ του Μπύχνερ και στην Τιτάνια από το Πάρκο του Στράους.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερών
εται στην κοινές δουλειές με τον σύντροφό της Κυριάκο Κατζουράκη που αναμειγνύουν την υποκριτική (θέατρο, κινηματογράφο) με την  ζωγραφική αλλά και άλλες δημιουργίες. Το Τέμπλο στις αρχές της δεκαετίας του ’90 (με την εξαιρετική μουσική, να προσθέσω, του Γιώργου Χριστιανάκη) υπήρξε ενδεικτικό: το προσωπικό του δημιουργού είχε ζωγραφισμένους τους Παζολίνι, Μαγιακόφσκι, Άγγελο Ελεφάντη, την σύντροφό του, σκηνές πολέμου κ.ά. και εκκινούσε από την απορία «αν οι ζωγραφισμένες φιγούρες ζωντάνευαν τι θα έλεγαν;»· στο δε άβατο ιερό εισχωρούσαν δυο γυναίκες που ζητούν καταφύγιο, ως πρόσφυγες. Ακολούθησαν η Προσωπογραφία, Ο δρόμος προς τη Δύση, το καμπαρέ Του δρόμου, αλλά και άλλα projects στο δρόμο, με ανθρώπους που ζουν σε οριακές συνθήκες, βιώνουν την πορνεία, το trafficking, την ανεστιότητα. Πόσο εύκολο είναι να εμπλέκεσαι με όλα αυτά, να προσπαθείς να μπαίνεις στη θέση τους αλλά και να διατηρείς την ψύχραιμη, δημιουργική ματιά, και, ύστερα απ’ όλα, να επιστρέφεις σπίτι σου να συνεχίσεις τη ζωή σου;
Συχνά αφήνουμε ρόλους να καταλήγουν λάθος, επειδή τρομάξαμε με μια δυσκολία κάποιων στιγμών τους και επιτρέψαμε στις στιγμές αυτές να μολύνουν και όλα τα υπόλοιπα. Αναρωτιόμαστε τι θα κάνουμε με τον ρόλο, αντί να αναρωτηθούμε τι θα κάνουμε μ’ αυτό το σημείο, και μετά με το επόμενο κ.ο.κ.. Μας κυριεύει ένας υστερικός, μαζοχιστικός σχεδόν φόβος. Εννοείται πως για τους κακούς μας ρόλους δεν φταίει μόνον ο φόβος, όμως τουλάχιστον για τον φόβο σου μπορείς κάτι να κάνεις.
Σαν σκουλήκι μας τρώνε σκέψεις, όπως «αχ, δεν είμαι ικανός…αχ, δεν τα καταφέρνω». Μ’ ένα άχ! περνάμε τη ζωή μας και με μια διόρθωση απ’ έξω περνάει η ζωή μας: «Όχι, αυτό δεν είναι καλό», «Όχι, αυτό άλλαξέ το», «Όχι, δεν είσαι σωστός, κάν’  το αλλιώς». Μέσα σ’ αυτές τις συμπληγάδες της εσωτερικής αμφισβήτησης και της εξωτερικής διόρθωσης και αυστηρότητας – δεν φτιάχνονται ρόλοι με ένα «μπράβο, παιδάκι μου» –, αυτό που θέλω και πού εύχομαι είναι, πάνω στη σκηνή, να είμαστε χειραφετημένα, ανθρώπινα πλάσματα, να συμπεριλαμβάνουμε και τα λάθη μας και τα φυσικά μειονεκτήματα που έχουμε και να αναπνέουμε. […] Ένα αίτημα ελευθερίας είναι το θέατρο.[σ. 106]
Εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2013, σελ. 284. Περιλαμβάνονται βιβλιογραφία, συντελεστές και διανομές παραστάσεων. Προλεγόμενα από την Ιόλη Ανδρεάδη, τον Μάνο Στεφανίδη και την ίδια την ηθοποιό. Το βιβλίο συνοδεύεται από δυο DVD δίωρης διάρκειας έκαστο με αποσπάσματα από τις εξής θεατρικές παραστάσεις:
Ευριπίδ
η, Τρωαδίτισσες (1979, 1993), Ιφιγένεια εν Αυλίδι (1990) και Άλκηστις (1996), Αισχύλου, Ορέστεια / Αγαμέμνων (1978), Μάσσιμο Μποντεμπέλλι, Μίννη η Αθώα (1991), Στρίντμπεργκ, Δεσποινίς Τζούλια και Σουάνεβιτ (1992), Σαίξπηρ, Όπως σας αρέσει (1993) και Βασιλιάς Λιρ (2000), Νέλσον Ροντρίγκεζ, Κάθε γύμνια θα τιμωρείται (1994), Βιλιέ Ντε λ’ ιλ Αντάμ, Η εξέγερση (1995), Μπότο Στράους, Μεγάλο και μικρό (2002), Νικολάι Κολιάντα, Η Πολωνέζα του Ογκίνσκι (2006), Willy Russell, Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα (2010). Επίσης από τις παραστάσεις της Ομάδας Τέχνης: Τέμπλο – Οίκος ενοχής (1993), Προσωπογραφία (1997), Σας αρέσει ο Μπράμς; (2000), Του Δρόμου (2006), από τις συλλογικές δουλειές Transit (2003) και Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές (2008 και 2009) και από τις ταινίες του Κυριάκου Κατζουράκη Ο δρόμος προς τη Δύση (2003), Γλυκιά μνήμη (2005), και Μικρές εξεγέρσεις (2009).