Translate

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

1ος Διαγωνισμός Αστυνομικού Διηγήματος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας και των Εκδόσεων Άπαρσις

 
 
H Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας και οι εκδόσεις Άπαρσις συνδιοργανώνουν Διαγωνισμό Αστυνομικού Διηγήματος με στόχο την ανάδειξη νέων ταλέντων αστυνομικής λογοτεχνίας. Έναρξη του διαγωνισμού ορίζεται η 3η Δεκεμβρίου 2012 και λήξη η 28η Φεβρουαρίου 2013.

Το θέμα του διαγωνισμού
Τα διαγωνιζόμενα διηγήματα πρέπει να είναι αστυνομικά διηγήματα (με την ευρεία έννοια του όρου), τα οποία δεν θα έχουν συμμετάσχει σε άλλο διαγωνισμό και δεν θα έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.

Δικαίωμα συμμετοχής-προϋποθέσεις
Στο διαγωνισμό μπορούν να λάβουν μέρος ενήλικες μέχρι 40 ετών, ανεξάρτητα αν έχουν εκδώσει ή όχι κάποιο βιβλίο λογοτεχνίας. Τα διηγήματα δεν θα πρέπει να ξεπερνούν σε έκταση τις 3.000 λέξεις.

Η κριτική επιτροπή
Η κριτική επιτροπή είναι τριμελής και απαρτίζεται από τα εξής μέλη της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας:
Τιτίνα Δανέλλη, συγγραφέας
Δημήτρης Μαμαλούκας, συγγραφέας
Σέργιος Γκάκας, συγγραφέας

Οι νικητές
Η κριτική επιτροπή θα επιλέξει τα 20 καλύτερα διηγήματα του διαγωνισμού που θα εκδοθούν σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Άπαρσις. Στους 3 πρώτους νικητές του διαγωνισμού θα απονεμηθεί τιμητικό δίπλωμα.

Διαδικασία συμμετοχής στο διαγωνισμό
Η υποβολή των διηγημάτων γίνεται με αποστολή e-mail στο aparsis.crimestory@gmail.com Στο θέμα του e-mail να αναγράφεται ο τίτλος του διηγήματος. Συνημμένα στο e-mail πρέπει να είναι:
1. Το διήγημα (σε αρχείο word 1997-2003 doc), στην αρχή της πρώτης σελίδας του οποίου θα πρέπει να αναγράφεται μόνο ο τίτλος του διηγήματος, χωρίς το όνομα του δημιουργού
2. Το βιογραφικό του διαγωνιζόμενου (σε διαφορετικό αρχείο word 1997-2003 doc), το οποίο θα συμπεριλαμβάνει αναλυτικά στοιχεία επικοινωνίας του διαγωνιζόμενου.

Επικοινωνία
Για οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση σχετικά με το διαγωνισμό, μπορείτε να επικοινωνήσετε στο vitamibarouak@gmail.com με τον συγγραφέα Βαγγέλη Μπέκα, ο οποίος είναι υπεύθυνος διοργάνωσης του διαγωνισμού εκ μέρους των Εκδόσεων Άπαρσις.


Αναλυτικά οι όροι συμμετοχής στο διαγωνισμό

·         - Ο διαγωνισμός θα διεξαχθεί από την 3η Δεκεμβρίου 2012 ώς την 28η Φεβρουαρίου 2013 αποκλειστικά μέσω διαδικτύου. Άλλος τρόπος αποστολής διηγημάτων δεν θα γίνεται δεκτός.
·        - Τα διαγωνιζόμενα διηγήματα δεν πρέπει υπερβαίνουν σε έκταση τις 3.000 λέξεις. Στο διαγωνισμό μπορούν να λάβουν μέρος ενήλικες μέχρι 40 ετών, ανεξάρτητα αν έχουν εκδώσει ή όχι κάποιο βιβλίο λογοτεχνίας, κάτοικοι Ελλάδας και εξωτερικού. Τα διηγήματα θα πρέπει να είναι γραμμένα στα ελληνικά.
·       -  Τα διηγήματα του διαγωνισμού πρέπει να είναι αστυνομικά διηγήματα (με την ευρεία έννοια του όρου) τα οποία δεν έχουν συμμετάσχει σε άλλο διαγωνισμό και δεν θα έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.
·         - Από τη συμμετοχή στο διαγωνισμό αποκλείονται τα μέλη της ΕΛΣΑΛ. 
·         Ο κάθε διαγωνιζόμενος μπορεί να συμμετάσχει στο διαγωνισμό με ένα μόνο διήγημα.
·        -  Κάθε διαγωνιζόμενος θα φέρει την ευθύνη της υπογραφής του και κάθε άλλη ευθύνη σχετικά με την πατρότητα και την πρωτοτυπία του διηγήματος.
·         -  Η κριτική επιτροπή θα επιλέξει τα 20 καλύτερα διηγήματα που πληρούν τους όρους του διαγωνισμού και τα οποία θα εκδοθούν σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Άπαρσις. Στους 3 πρώτους νικητές θα απονεμηθεί τιμητικό δίπλωμα.
·       - Η τελική απόφαση της κριτικής επιτροπής είναι οριστική και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Θα ανακοινωθεί σε ειδική εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί τον Μάιο του 2013.
·         - Η υποβολή των διηγημάτων γίνεται με αποστολή e-mail στο aparsis.crimestory@gmail.com. Στο θέμα του e-mail να αναγράφεται ο τίτλος του διηγήματος. Συνημμένα στο e-mail πρέπει να είναι:
1. Το διήγημα (σε αρχείο word 1997-2003 doc), στην αρχή της πρώτης σελίδας του οποίου θα πρέπει να αναγράφεται μόνο ο τίτλος του διηγήματος, χωρίς το όνομα του δημιουργού
2. Το βιογραφικό του διαγωνιζόμενου (σε διαφορετικό αρχείο word 1997-2003 doc), το οποίο θα συμπεριλαμβάνει αναλυτικά στοιχεία επικοινωνίας του διαγωνιζόμενου.
·         - Οι διοργανωτές διατηρούν το δικαίωμα να μεταβάλουν τις ημερομηνίες, να συμπεριλάβουν λιγότερα από 20 διηγήματα στο βιβλίο (εφόσον η αξία των διηγημάτων και η συμμετοχή δεν είναι η αναμενόμενη) ή να ματαιώσουν το διαγωνισμό.
·         - Oποιαδήποτε συμμετοχή δεν είναι σύμφωνη με όλους ανεξαιρέτως τους όρους συμμετοχής θα αποκλείεται από το διαγωνισμό χωρίς ειδοποίηση του διαγωνιζόμενου.
·         - Με την αποστολή του διηγήματος ο διαγωνιζόμενος αποδέχεται ότι το έργο του θα τεθεί υπό αξιολόγηση. Εκχωρεί στις Εκδόσεις Άπαρσις το αποκλειστικό δικαίωμα για δημοσίευση του διηγήματός του σε βιβλίο (εφόσον διακριθεί στο διαγωνισμό). Οι διαγωνιζόμενοι αποδέχονται ότι το μέρος των εσόδων από την πώληση του βιβλίου που θα εκδοθεί και αντιστοιχεί στο ποσοστό των δικαιωμάτων του συγγραφέα, θα παραχωρηθεί στις Εκδόσεις Άπαρσις με στόχο την προώθηση του ελληνικού αστυνομικού αφηγήματος. Οι 20 νικητές αποδέχονται πως δεν θα λάβουν οικονομικό αντάλλαγμα από την πώληση του βιβλίου, πέρα από 1 δωρεάν αντίτυπο του βιβλίου. Οι τρεις πρώτοι διακριθέντες θα λάβουν επιπλέον 4 βιβλία.
·        - Η συμμετοχή στο διαγωνισμό προϋποθέτει και συνεπάγεται την πλήρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του  συνόλου των παραπάνω όρων.


---

Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας  http://crimefictionclubgr.wordpress.com/
Εκδόσεις Άπαρσις, Μυκηνών 9, Κεραμεικός, Αθήνα, 10435, 2103455226 http://www.aparsis.gr/

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Το ελληνικό θέατρο και η λογοτεχνία θρηνούν το χαμό του Παύλου Μάτεσι////TOY ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΣΚΟΖΟΥ

 Σε ηλικία 80 χρονών - Η κηδεία θα γίνει την Τρίτη από το Κοιμητήριο Παπάγου
 
 
  http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=493999


Η ελληνική λογοτεχνία και το θέατρο θρηνεί το χαμό του θεατρικού συγγραφέα και μυθιστοριογράφου Παύλου Μάτεσι που έφυγε σήμερα Κυριακή το πρωί, σε ηλικία 80 χρονών, μετά από πολύχρονη παραμονή σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, ως συνέπεια ενός πρώτου εγκεφαλικού επεισοδίου που είχε πάθει τον Δεκέμβριο του 2010, στη διάρκεια παρακολούθησης μιας θεατρικής παράστασης. ‘Εκτοτε δεν είχε ανακτήσει την ικανότητα του λόγου ενώ η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί τον τελευταίο καιρό.
Ιδιόμορφη προσωπικότητα ο Παύλος Μάτεσις έβαλε τη σφραγίδα του στην ανανέωση του ελληνικού θεατρικού έργου πριν περάσει στο μυθιστόρημα όπου και έγινε γνωστός με την εξαίρετη γραφή του, με έργα που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.

Κινούμενος πάντα σε ένα πολιτικό πεδίο είχε κατά καιρούς ταράξει τα νερά με τις επισημάνσεις του. Πίστευε πώς «Η πλειοψηφία των πολιτών είναι αυτοκόλλητοι σε ένα λούμπεν φάντασμα ελληνικού π.Χ. παρελθόντος (που όμως η αυθεντική υπόστασή του έχει ορίσει ύπαρξη και πορεία του δυτικού πολιτισμού) και κοκορεύονται πως «όταν εμείς χτίζαμε παρθενώνες, οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια», ενώ δεν έχουν ανεβεί ποτέ στην Ακρόπολη. Ωστόσο, υπάρχουν μεμονωμένες νησίδες ατόμων που παράγουν πολιτισμό».

Για το θέατρο του 21ου αιώνα πίστευε ότι πρέπει να είναι: όχι ρεαλισμός, όχι νατουραλισμός, όχι πατριωτισμός και πατριδολαγνεία. Και συμπλήρωνε «Είδαμε ποτέ τον Κάφκα και τον Μπέκετ να είναι εθνικόφρονες; Βεβαίως, ρέει στο αίμα τους ο ρυθμός της γλώσσας τους, ο σφυγμός της χώρας τους. Αλλά αυτό είναι άλλο πράγμα. Ξέρω ότι οι συγγραφείς αναγκάζονται σε ορισμένες κρίσιμες περιόδους να γράψουν για την πατρίδα τους, να επιστρατευθούν. Εμένα δεν μου συνέβη, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσα να το κάνω». Παρόλα αυτά τα έργα του, θεατρικά και λογοτεχνικά, είναι γεμάτα αναφορές στο αρχαίο παρελθόν μας. «Ναι, γιατί τα μεγάλα ρεύματα της τέχνης που με συνεπήραν τα βρήκα και στην αρχαϊκή Ελλάδα. Προσέξτε, δεν είμαι καθόλου ελληνομανής και ελληνολάγνος. Ο Γκόγια, ο Μότσαρτ και ο Πρωταγόρας ανήκουν σε όποιον τους αγαπάει. Δεν λέω ποτέ "η κληρονομιά μας". Αυτό το "μας" με σκοτώνει».

Στα έργα του θέλησε να αποδώσει το «βαθύχρωμο, αγριεμένο, ωραίο ελληνικό ασυνείδητο. Σκοτεινό, επαναστατικό και επαναστατημένο..». Το πιο γνωστό του μυθιστόρημα είναι «Η μητέρα του σκύλου» μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες. Η ηρωίδα του, Ραραού, θα μείνει στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, μια γυναίκα λαϊκή, υψηλής συναισθηματικής φόρτισης που βίωσε την Κατοχή, την οικογενειακή διαπόμπευση και τη μιζέρια της ζωής με αξιοπρέπεια.

Ο Παύλος Μάτεσις γεννήθηκε το 1933 στο χωριό Δίβρη, στην Πελοπόννησο. Μέχρι τα 19 του έζησε σε πολλές επαρχιακές πόλεις. Σπούδασε θέατρο (πτυχίο ηθοποιού), μουσική (πτυχίο βιολιού), ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Δίδαξε υποκριτική (1963-64) στη σχολή Σταυράκου. Διετέλεσε βοηθός - δραματουργός στο Εθνικό Θέατρο, 1971-1973. Έμεινε στο Λονδίνο καθόλη τη διάρκεια του 1969. Έγραψε και σκηνοθέτησε 2 τηλεοπτικές σειρές (ΥΕΝΕΔ 1974-6) και έχει γράψει κείμενα για Floor Show. Η πρώτη παρουσία του στα ελληνικά γράμματα ήταν το 1967 με το θεατρικό έργο "Η τελετή" (θέατρο Ν. Ιωνίας 1967 και Εθνικό Θέατρο 1969) Τα 11 από τα 13 θεατρικά έργα του είναι κυρίως παιγμένα από το Εθνικό Θέατρο. Είχε βραβευτεί πολλές φορές: με Κρατικό Βραβείο Θεάτρου 1966 για το έργο "Η τελετή". Με το έπαθλο "Κάρολος Κουν"-Πόλις των Αθηνών 1989 για το καλύτερο ελληνικό έργο της χρονιάς ("Περιποιητής φυτών"). Με το Βραβείο Ελληνόφωνων Κάτω Ιταλίας (1998) για το μυθιστόρημα του "Η μητέρα του σκύλου". Με το Μέγα Βραβείο Κριτικών θεάτρου έτους 2000. Με το Βραβείο Acerbi (2002) για το μυθιστόρημα "Η μητέρα του σκύλου". Είχε μεταφράσει στα ελληνικά Μρόζεκ. Τζόνσον, Αρτό, Ίψεν, Σέξπηρ κ.ά και στα νέα ελληνικά τα έργα του Αριστοφάνη "Ειρήνη", "Πλούτος", "Βάτραχοι", "Νεφέλαι", "Όρνιθες", "Αχαρνής", "Θεσμοφοριάζουσαι", "Λυσιστράτη".

Τελευταίο του βιβλίο το «Graffito», μια πολιτική, ολίγο αναρχική, αλληγορία για το κοινοβουλευτικό μας σύστημα. Άλλα έργα του «Η μητέρα του σκύλου», «Αλδεβαράν», «Έκθεσις Ιδεών», «Μύρτος», «Ενοικιάζεται φύλακας άγγελος», «Πάντα καλά», «Σκοτεινός οδηγός», «Ύλη δάσους», «Αφροδίτη», «Βιοχημεία», «Η βουή», «Η τελετή», «Περιποιητής φυτών», «Το φάντασμα τρου κυρίου Ραμόν Ναβάρο», «Προς Ελευσίνα»,»Λύκε- λύκε», «Εξορία», «Η καθαίρεση».

Tα μυθιστορήματά του "Η μητέρα του σκύλου" (50η έκδοση), "O Παλαιός των Ημερών" (13η έκδοση) και "Πάντα καλά" (27η έκδοση) κυκλοφορούν σε δεκατέσσερις χώρες, ενώ θεατρικά του έργα έχουν εκδοθεί στην Αγγλία, την Ιταλία, τη Ρουμανία, τη Γαλλία, τη Φινλανδία και το Iσραήλ. ‘

Η κηδεία του Παύλου Μάτεσι θα γίνει την Τρίτη 22 Ιανουαρίου στις 4 το απόγευμα από το Κοιμητήριο Παπάγου.

Ποίηση και ποιητική// του Δημήτρη Μαρωνίτη



 
Δεν πρόκειται για ταυτολογία ούτε για λογοπαίγνιο. Οι όροι του τίτλου εννοούνται γραμματολογικά και πραγματολογικά ακριβείς: στη συγκεκριμένη περίπτωση αντιστοιχούν σε δύο συνώνυμα λογοτεχνικά περιοδικά, σε συνοχή και συνέχεια, με διευθύνοντα τον ανυποχώρητο Χάρη Βλαβιανό. Προηγήθηκε η «Ποίηση», συμπληρώνοντας τριάντα τεύχη σε δεκαπέντε διαδοχικά χρόνια (1992-2007, εκδόσεις Νεφέλη). Ακολούθησε η «Ποιητική» (εκδόσεις Πατάκη), γιορτάζοντας με το δέκατο τεύχος της τα πέντε της χρόνια. Ευοίωνο σήμα: σαράντα σήματα περιοδικής ποίησης και ποιητικής σε είκοσι χρόνια. Αν εξαιρεθεί η «αιωνόβια» «Νέα Εστία», συγκρίσιμα λογοτεχνικά περιοδικά σε διάρκεια χρόνου παραμένουν κυρίως «Το Δέντρο», «Η Λέξη» (που κατέληξε δυστυχώς) και το «Εντευκτήριο» (που συνεχίζεται ευτυχώς, σε πείσμα της οικονομικής ασφυξίας του).

Θυμίζω πως όταν κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος της «Ποιητικής», πριν από κάμποσα χρόνια, ρωτούσα αν η παράλλαξη του τίτλου σημαίνει διεύρυνση και του αντικειμενικού στόχου: από την ποιητική πράξη προς την ποιητική θεωρία, ανοίγοντας τον δρόμο και στο ποιητολογικό δοκίμιο - δικό μας και ξένο. Τα γιορτινό τώρα τεύχος δείχνει πως η αναμενόμενη αναβάθμιση έγινε και συνεχίζεται, ανεβάζοντας, βαθμηδόν τον λογοτεχνικό πήχη. Γεγονός αξιοπρόσεκτο και ασφαλώς αξιέπαινο. Θα επιμείνω.

Εντυπωσιάζουν κατ' αρχήν ο όγκος (παρ' ολίγον 320 σελίδες) και η τυπογραφική αρτιότητα του δέκατου τεύχους, στοιχεία που προϋποθέτουν ασυνήθιστο συλλογικό και ατομικό μόχθο. Συμπληρωματική εξάλλου αρετή αναγνωρίζεται στον εποπτικό καταμερισμό της έντυπης ύλης του, η οποία προβάλλεται στο εξώφυλλο του περιοδικού, μοιρασμένη σε έξι κεφάλαια. Προηγείται η Ποίηση με δεκαεπτά ονομαστικά λήμματα. Επεται το Δοκίμιο με τέσσερα. Μεσολαβεί το Αφιέρωμα στη νεότερη ελληνική ποίηση με δεκαέξι. Ακολουθεί η Κριτική με εννέα και επιβάλλεται το Et cetera με τέσσερα λήμματα.

Με την εξαίρεση του Αφιερώματος και της Κριτικής, στα τρία βασικά κεφάλαια ζυγίζονται ισόρροπα τα πρωτότυπα με τα μεταφρασμένα κείμενα. Υπάρχουν συνάμα και απροσδόκητες εκπλήξεις: προέχει (και δικαίως προτάσσεται) απόσπασμα από το «Canto XLIX» του Εζρα Πάουντ σε ανέκδοτη μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη, υπομνηματισμένο επαρκώς από τη Γαλάτεια Δημητρίου.

Ενδίδοντας στον πειρασμό, αντιγράφω, δείγματος χάριν, την πρώτη στροφή, ως σήμα φιλόξενης μεταφραστικής γλώσσας, που δοκιμάζει στα δύσκολα το νεοελληνικό φυσικό της: Για τις εφτά λίμνες, κι όχι από χέρι ανθρώπου τούτοι οι στίχοι: / βροχή, άδειο ποτάμι, ένα ταξίδι, / φωτιά από μαργωμένο σύννεφο, χοντρή βροχή στο μούχρωμα, /κάτω από της καλύβας τη σκέπη ήταν ένα φανάρι. / Είναι βαριά τα καλάμια λυγισμένα / και τα μπαμπού μιλούν, θα 'λεγες κλαίνε.

Δεύτερος ποιητικός σταθμός: ο «Τσάρος Σαλτάν» του Αλεξάντρ Πούσκιν (εισαγωγή και μετάφραση της Λένιας Ζαφειροπούλου). Ενισχυμένος από την ενθουσιαστική πρόκριση του Ντμίτρι Σ. Μίρσκι, που αποφαίνεται: «Οσο κανείς μεγαλώνει, τόσο έχει την τάση να βλέπει στον Τσάρο Σαλτάν το αριστούργημα της ρωσικής ποίησης». Τρισέλιδη η ενημερωτική εισαγωγή, δεκατρείς σελίδες το δίστηλο (ομοιοκατάληκτο ανά δίστιχο) κείμενο. Δύσκολο να αποφασίσει ο σημερινός αναγνώστης για την εμβέλεια της σύνθεσης σε άλλη γλώσσα και χώρα. Αφηγηματικό, λαϊκότροπο μυθόδραμα, χρειάζεται ίσως άλλου είδους αναγνωστική εξοικείωση, που μάλλον εδώ μας λείπει.
Η Ζαφειροπούλου ωστόσο (και καλά κάνει) επιμένει στη γοητεία της ρυθμικής του ανέλιξης. Αντιγράφονται τέσσερις στίχοι, για να μη μιλούμε στον αέρα: Πάει το σύννεφο ψηλά. / Το βαρέλι στα νερά. / Η τσαρίνα σαν μια χήρα / κλαίει τη θλιβερή της μοίρα.

Τρίτος, πιο κοντινός, σταθμός: «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, μέσα από πέντε τραγούδια του, σε μετάφραση «πολλών χεριών», καταπώς προειδοποιεί ο Βασίλης Αμανατίδης. Προτάσσοντας μια δισέλιδη εισαγωγή, όπου ομολογεί ευθαρσώς τη μεταφραστική αγωνία του, στο όριο της συμπαθητικής αμηχανίας.

Αντιγράφω την τελευταία στροφή από το «Τραγούδι του όγδοου ελέφαντα»:
Ετσι απ' τα δόντια των επτά δεν έμεινε κανένα / Ενώ του όγδοου, όλα γερά, στη θέση τους βαλμένα. / Ορμάει τότε στους επτά, δαγκώνει, τους ξεσκίζει / Ενώ ο αφέντης πάνω του γελάει και γρυλίζει.

Θυμάμαι το έργο στην αλησμόνητη σκηνοθεσία και μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη, σ' εκείνες τις γόνιμες μέρες του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, με την Αλέκα Παΐζη ασύγκριτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ολοι και όλα στο μεταξύ έχουν σβήσει, μαζί τους και η συγκεκριμένη μετάφραση. ΄Η μήπως όχι; Θα συνεχίσω την άλλη Κυριακή, γιατί απομένουν και άλλα ριψοκίνδυνα μεταφραστικά παραδείγματα, πλάι στα πρωτότυπα. 


Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦEΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥΣ

ΠΗΓΗ:

http://dimartblog.wordpress.com/2013/01/18/authors-and-typewriters/

Σχέσεις οργής,στοργής,έρωτα ,πάθους,εξάρτησης γενικά

Η  γραφομηχανή είναι φετιχ για ενα συγγραφέα....

Προτάσεις με ερωτηματικό στο βιβλίο ζωής ///Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_10/05/2011_441565
Τον περασμένο Νοέμβριο έκλεισε ένας χρόνος από τον πρόωρο θάνατο του ποιητή, κριτικού, πανεπιστημιακού δασκάλου, πεζογράφου και μεταφραστή Βαγγέλη Αθανασόπουλου (1946-2011). Εμείς που τον είχαμε καθηγητή νιώθουμε ειλικρινά τυχεροί που είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε!Και ήταν η τελευταία του κριτική στην Καθημερινή...ένα σφριγηλό ,εύστοχο κείμενο για τα όμορφα Σονέτα...!


Aσημίνα Ξηρογιάννη

 *****************

Στη νέα ποιητική συλλογή του, «Σονέτα της συμφοράς», ο Χάρης Βλαβιανός συναιρεί το παρελθόν με τη νεωτερικότητα

Του Βαγγελη Aθανασοπουλου
Χάρης Βλαβιανός, «Σονέτα της συμφοράς», [Apologia pro vita et arte mea], Εκδόσεις Πατάκη, 2011. ΠΟΙΗΣΗ. 

Υπάρχει μια πρωταρχική ρίμα στη ζωή - και στη γλώσσα της. Μοιάζει με προϋπόθεση, με απαραίτητη συνθήκη, με ευλογία και με κατάρα. Με τι άλλο θα μπορούσε να ριμάρει η «μητέρα» παρά με τον «πατέρα» -γενικώς; Ετσι κι εδώ, ήδη από την αφιέρωση, τη θεμελιώδη βουβή ρίμα, αυτή από την οποία ξεκινούν όλα, συνθέτει η μητέρα «που πέθανε όπως έζησε: εξόριστη, μόνη», και ο πατέρας «που ώς το τέλος επέμενε πως η εγωπάθεια είναι δύναμη» (σ. 7). Ποτέ δεν θα ήθελε βέβαια ο Βιττγκενστάιν να του ξεφύγει μια πρόταση που θα περιείχε νόημα και που τυχαία θα σχημάτιζε ένα ομοιοκατάληκτο δίστιχο (σ. 11). Αυτό θα ήταν λάθος λογικό, αλλά και γενικότερα ολίσθημα διανοητικό. Οι παράγοντες που προκαλούν την έκπτωση του νοήματος είναι ήδη πολλοί, και δεν υπάρχει περιθώριο να παίζουμε παιχνίδια με το νόημα. Η ποίηση όμως δεν έχει τόσο απόλυτες διανοητικές αξιώσεις, εκτός κι αν πρόκειται για έναν αυστηρό poeta doctus που με την ποίηση επιχειρεί μια apologia pro vita et arte sua, αλλά που οι γνώσεις του κόσμου έχουν γίνει προσωπικές εμπειρίες που δεν του δίνουν μεγάλο περιθώριο να αφεθεί σε μια συγκίνηση που μπορεί να γίνει συμβατικά ποιητική. «Γιατί όμως να επιβάλλουμε ρυθμό σε κάτι που δεν έχει - /σε κάτι τόσο ασυντόνιστο όπως… η ζωή, ας πούμε»; (σ. 11).
Η αντίληψη πως ένας από τους σκοπούς της τέχνης είναι η επένδυση της ζωής με μια τέτοια προφανή αισθητική ποιότητα, ανήκει σε ένα αισιόδοξο παρελθόν, και δεν αποτελεί προϋπόθεση ενός άδολου καλλιτεχνικού νοήματος. Οι ρίμες που διεκδικούν νόημα σήμερα είναι εκείνες που αναδεικνύουν την ανατρεπτική σημασία τους. Η αισθητική παρόρμηση είναι βέβαια θεμελιώδης, χωρίς αυτή δεν συγκροτείται η δομή, και δεν γίνεται εφικτό το πέρασμα από τον υποκειμενικά προσωπικό χαρακτήρα του νοήματος στη διυποκειμενικότητά του, που χωρίς αυτήν δεν υφίσταται λογοτεχνικός λόγος.
Ο Παλαμάς στην εποχή του ένιωθε πως «Τραγουδάω, ριμάρω, δεν φοβάμαι χάρο». Αυτή είναι η παραδοσιακή ασπίδα αθανασίας του ποιητή: η τιθάσευση του εκφραστικού μέσου. Και όσο μεγαλύτερη είναι η αντίσταση του μέσου ή υλικού, τόσο μεγαλύτερη και η αισθητική αξία του αποτελέσματος, δηλαδή του έργου. Η νίκη πάνω στον χρόνο βιώνεται μέσω της νίκης πάνω στη μορφή. Αυτή η νίκη προσφέρει μια χαρά έως και ευδαιμονία, της οποίας η ψευδαίσθηση δεν βρίσκεται εύκολα αλλού. Αυτός είναι ο τρόπος του καλλιτέχνη να μη φοβάται τον χάρο. Εκ των πραγμάτων, η ποίηση αποτελεί εκδοχή μιας πλεοναστικής επικοινωνίας, η οποία άλλωστε συνιστά και την ειδοποιό διαφορά μιας μορφής τέχνης. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από αυτό το εκφρασιακό ή επικοινωνιακό πλεόνασμα που έχει την τάση να γίνει ρητορικό, είναι δυνατό να φωτιστεί ο γυμνός πυρήνας μιας βασικής ανθρώπινης ενέργειας - όπως ο χορός μπορεί να φωτίσει της ουσία της σωματικής κίνησης, και η ποίηση την ουσία του ανθρώπινου λόγου. Αυτός ο πυρήνας δεν διακρίνεται εύκολα μέσα από τη γυμνή επικοινωνιακή ενέργεια, οπότε η αποκάλυψή του θα μπορούσε να γίνει ένας από τους σκοπούς της σοβαρής τέχνης - εκείνης που ριμάρει ως νόημα.
Η τέχνη γενικώς και η ποίηση ειδικά από επικοινωνιακή άποψη όφειλε να λειτουργεί σαν μια μορφή υπερβολής στην έκφραση. Πρόκειται για κάτι που δεν μπορεί να το αποφύγει, ακόμη και στην περίπτωση μιας ποιητικής που αναπτύσσεται στη βάση ή στο πλαίσιο της περιστολής ή και της αναίρεσης της υπερβολής. Αυτό συμβαίνει επειδή κάθε φορά η άρνηση και αντίδραση στον προηγούμενο τρόπο υπερβολής, σταδιακά οδηγεί σε νέους τρόπους υπερβολής. Αν η υπερβολή ήταν αποτέλεσμα μόνο των εκφρασιακών συμβάσεων, θα ήταν εύκολη η περιστολή της, αλλά οι κατά καιρούς διαφορετικές συμβάσεις είναι μέρος της φύσης της ποίησης και αποτελούν βασική συνθήκη της, χαράσσοντας τον ευρύτερο ορίζοντά της.
Η πρόταξη του στοχασμού έναντι των ποιητικών συμβάσεων είναι ο πιο προφανής τρόπος για την περιστολή, γιατί πάντα ο στοχασμός αποτελούσε τον πυρήνα της σοβαρής ποίησης, και οι κάθε φορά συμβάσεις αποτελούσαν την απαραίτητη συνθήκη της έκφρασης αυτού του πυρήνα - ενώ η συγκεκριμένη έκφραση ανάλογα τον τοποθετούσε στον ορίζοντα των προσδοκιών μιας αντίστοιχης ιστορικά προσδιορισμένης μορφής τέχνης. Ο στοχασμός άλλωστε στον γυμνό του πυρήνα, δηλαδή πέρα από την εξειδίκευσή του σε περισσότερο ή λιγότερο αυστηρά προσδιορισμένα είδη λόγου, είναι καθαρά ποιητικός. Γι’ αυτό υπάρχουν πολλοί που προτιμούν την ποίηση που βρίσκουν στον Καντ ή στον Βιττγκενστάιν.
Η αυθεντική ρίμα είναι διάφωνη. Για να ομοιοκαταληκτήσει πρέπει να βρεθεί ο μυστικός ήχος που δείχνει τη συνέχεια και την αντιστοιχία ανάμεσα στο ειδυλλιακό και στο τραγικό, αλλιώς παρασύρεσαι στο παιχνίδι της γλώσσας: «Κοίτα τι ρίμες παράξενες σκαρώνουνε οι λέξεις /σαν να σου λεν το παιχνίδι ελεύθερα να παίξεις.» (σ. 80). Ο μυστικός ήχος της αληθινής αντιστοιχίας δίνει το αίσθημα της ισορροπίας. «Και στην ποίηση πώς επιτυγχάνεται αυτή η ισορροπία; /Μέσω της “αποστρατιωτικοποίησης της γλώσσας”, ισχυρίζεται ο Κέητζ.» (σ. 67) Και πότε επιτυγχάνεται η αποστρατιωτικοποίηση της γλώσσας; Οταν αυτή καταθέτει τα όπλα της ρητορικής, δηλαδή της στρατηγικής της να πετύχει την εύκολη πειθώ μέσω της συγκίνησης.
Ολη αυτή η συζήτηση περί ρίμας είναι βεβαίως μεταφορική, μια και εκείνα που αλληλοαναφέρονται, συγκρίνονται και επιχειρείται να εξηγηθούν είναι δύο είδη ποιητικού συσχετισμού -ή γενικότερα ποίησης- που καθορίζονται από διαφορετικό αρχικό, τουλάχιστον, σκοπό: Του ποιητικού συσχετισμού που ριμάρει ως προς το νόημα της γλώσσας, και εκείνου που ριμάρει ως προς τον ήχο της γλώσσας.
Την ουσιαστική αναίρεση αυτής της «ρίμας» φέρνει το τελικό ερωτηματικό, που είναι καταλυτικό. Αντίθετα από τον Κουάιν, που «είχε βάλει να του αφαιρέσουν από τη γραφομηχανή το ερωτηματικό» επειδή ασχολούνταν μόνο με βεβαιότητες (σ. 33), ο Βλαβιανός δεν μπορεί να αποφύγει το ερωτηματικό, γιατί σ’ αυτό καταλήγουν όλα του τα ποιήματα - μια και τα ποιήματά του «είναι προτάσεις στο βιβλίο της ζωής», που δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια και να μην τις διαβάσει «μέχρι το τέλος» (σ. 85), από το αρχικό χαμόγελο έως τον τελικό μορφασμό (σ. 13).
Το ερωτηματικό δεν είναι απλώς ένα σημείο στίξης, κάτι που δεν ακούγεται, κάτι που μόνο ορίζει τον τύπο ή την ποιότητα των παύσεων. Είναι κάτι που ακούγεται εκκωφαντικά. Κι εφόσον ακούγεται, γίνεται συνθήκη της ουσιαστικής ρίμας - μιας ρίμας όχι προφανούς, αλλά καταλυτικής, καθώς με αυτήν ριμάρουν όχι δύο στίχοι, αλλά όλα τα ποιήματα της ζωής μας, το ένα μετά το άλλο.


ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ της Ασημίνας Ξηρογιάννη

...η Ασημίνα Ξηρογιάννη διαβάζει τις <<Τέσσερις Εποχές>> του Κώστα Μαυρουδή
 πρώτη δημοσίευση

http://bookstand.gr/2013/01/15/%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83-%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%B5%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%89%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD/ 


Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τo βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή,σκαλώνω σε αυτά τα λόγια του αφηγητή:<..μεγάλος ατελείωτος χρόνος/η θάλασσα να ξέρεις τον διαστέλλει μαρτυρικά/δεν διατρέχεται χωρίς τοπίο και πρόσωπα ο χρόνος>.Ο Μαυρουδήςδιατρέχει μέσα στον παρελθόντα χρόνο ,στα πρόσωπα,στα σκηνικά,στα γεγονότα .(Συναντάμε οι αναγνώστες τόπους,χρονικές περιόδους,αναμνήσεις,εποχές.Ταξιδεύουμε μαζί του ,σε ελέυθερο στίχο, σε μέρη της Ευρώπης και της Ελλάδας).Και διατρέχει με ενάργεια και τρομαχτική ακρίβεια.Με σχολαστικότητα δίνει περιγραφές,εμμένει στη λεπτομέρια,στοχάζεται,αναστοχάζεται,συλλογίζεται ,κάνει σχόλια και αυτοσχόλια.Χρησιμοποιεί πολύ την παρένθεση για να καταθέσει σημαντικές σκέψεις πάνω στα πράγματα.Αναθυμάται και καταθέτει βιώματα ,αλλά εκείνο που γοητεύει είναι  ο ιδιαίτερος τρόπος που διαχειρίζεται αυτά τα βιώματα.Δεν βουλιάζει μέσα σε αυτά,ούτε διαλύεται από τη νοσταλγική θύμησή τους .Αντίθετα,εντέχνως  καταφεύγει στην αποδόμησή τους.Και με βλέμμα αποστασιοποίησης τα αναδομεί και  τα επανεντάσσει μέσα στον χωροχρόνο .Γράφει:<Όλα μπορούν να ανακτηθούν.Τα περαμένα αφήνουν γενναιόδωρα τον οβολό τους,όταν προτείνω το κουτί  που γράφει΄΄Το χρόνο μου παρακαλώ,τα πράγματά μου¨¨>.Η ύπάρξη περιδιαβαίνει μέσα στον χρόνο  ελέυθερη και ωραία και καταλήγει να γίνει ποίημα.Σαφώς ο Μαυρουδής δεν εχει ως στόχο να συγκινήσει τον αναγνώστη ;ή να τον παγιδεύσει συναισθηματικά,αλλά επιχειρεί  να πειραματιστεί πάνω στην λειτουργία της μνήμης σε σχέση πάντα με την τέχνη της ποίησης.Πώς η μνήμη και ο χρόνος δηλαδή μπορούν να αποτελέσουν την αρχική ,τη στημονική ιδέα για να κατασκευαστεί ένα ποίημα,πώς η μνήμη και ο χρόνος μπορούν να <ερεθίσουν> τον  ποιητή και να αποτελέσουν αφορμή για δημιουργία!Στην αρχή του εργου ο Μαυρουδής δίνει λίγα στοιχεία της Ποιητικής του:.Ο ποιητής συνομιλεί με τον χρόνο  με τέτοιο τρόπο που τον υπερνικά.Γνωρίζει ότι ο χρόνος πάει πάντα μπροστά και  πίσω δεν γυρνά .Γράφει:<..όλα στο μέλλον προχωρούν,σε μια κατεύθυνση βαδίζουμε...>.Από την άλλη όμως,λέει με τόλμη: <..άπληστος για παρόν εγώ ..>.Είναι το παρόν της τέχνης της ποίησης που έχει τη δύναμη να αναδιαρθρώνει τον χρόνο και να τον δαμάζει εν τέλει.Με αυτό το βιβλίο κατά κάποιο τρόπο ο Μαυρουδής επιστρέφει για να  ειρωνευτεί και να περιπαίξει τον χρόνο.<..παίζεις μαζί μου με ό,τι φεύγει/βγάζεις από το μαύρο σου καπέλο θαύματα>.Ναι ,επιστρέφει,<'οπως πάντα αυτοί που φεύγουν/οραματίζονται επιστροφές>.Επιστρέφει,άλλωστε όλοι επιστρέφουμε κάποτε.Αλλά επιστρέφει χωρίς θλιψη και μελοδραματισμούς ,έτσι θέλει!Οι χορδές του συναισθήματος δεν πάλλονται ,αλλά βγαίνει εξαίσια μουσική!!!

  Τέσσερις εποχές!Σε εποχές χωρίζεται η ζωή μας έτσι κι αλλιώς.Το θέμα είναι πώς τις έχουμε εισπράξει,πώς τις έχουμε επεξεργαστεί και τί σημαίνουν μέσα μας.Τα πράγματα μας ορίζουν,τα ορίζουμε κι εμείς.Εδώ ο ποιητής ορίζει τα πράγματα.Φαινομενικά δεν συμβαίνει τίποτα μέσα στο βιβλίο,κι όμως,συμβαίνουν τα πάντα.Η εισαγωγή σε ένα άχρονο παρόν,όπου το παρελθόν αναβιώνεται με ένα ιδιότυπο τρόπο.Συμβαίνει κατάργηση του χρόνου,αφού πρώτα έχει νικηθεί από την Ποίηση.

<...λίγο πριν ολοκληρωθεί η παρωδία
   το ποίημα μένει επιφυλακτικό'
   μοιάζω με αντίγραφο λέει
   σίγουρα ήταν αλλιώς η μέρα του΄53'
   αυτοί που περνούν άπ΄την εικόνα
   είχαν σπίτι στο παρελθόν
   άκουγαν κάτω από τον ήλιο τη φωνή τους'
   γύρω τους άλλαζαν οι εποχές΄
   τους τρόμαζε
   (όπως συμβαίνει πάντα)
   η ανάμνηση και η λέξη Τέλος.>

 Ο ποιητής αποδεικνύει ότι η λέξη <ανάμνηση> δεν τον τρομάζει.Κάνει την ανάμνηση εικόνα,στίχο,ποίηση.
Μερικές φορές δεν θέλουμε να απαλλαγούμε από όσα ζήσαμε.Δεν θέλουμε να τα ξορκίσουμε,τα θέλουμε συντρόφους στην πορεία.Ο  Μαυρουδής συμφιλιώνεται με τον χρόνο και την φθορά που επιφέρει στον άνθρωπο η απώλειά του,επαληθεύοντας για άλλη μια φορά
πως η Ποίηση έχει τη δύναμη  να το κάνει αυτό:να υπερβαίνει τον ανελέητο χρόνο και να μας εισάγει έστω και για μια στιγμή στην αιωνιότητα.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΑΠΙΛΗΣ////Πώς να γράψεις ένα μυθιστόρημα σε 30 ημέρες

Νέος κύκλος σεμιναρίων:
Πώς να γράψεις ένα μυθιστόρημα σε 30 ημέρες

ΕΝΑΡΞΗ: ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2013 (ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 4+1 ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ, ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΑ 5.00-8.00 μμ)

Εάν πάντα θέλατε να γράψετε ένα μυθιστόρημα, αλλά δεν ξέρατε από πού να αρχίσετε ή πόσο καιρό θα σας πάρει για να τελειώσετε (αν ποτέ το τελειώσετε!), αυτό το σεμινάριο είναι για σας. Σας δίνει τις συμβουλές που χρειάζεστε για να ολοκληρώσετε μια πρώτη γραφή του μυθιστορήματός σας σε μόλις 30 ημέρες.

Πώς μπορείτε να το κάνετε αυτό;

Είναι πιο εύκολο απ’ όσο νομίζετε και αυτό το σεμινάριο θα σας δώσει όλα τα εργαλεία, τις γνώσεις και τον τρόπο για να γράψετε επιτέλους το μυθιστόρημά σας.

Ειδική τιμή/προσφορά σε όσους εγγραφούν μέχρι 25 Ιανουαρίου.

Δυνατότητα πληρωμής με δόσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες και εγγραφή, τηλ. 210 6776303 (12 με 6 μμ καθημερινά) και http://www.petrostsapilis.gr/30daysnovel/

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Λογοτεχνικές διαδρομές: Στη μνήμη του Βαγγέλη Αθανασόπουλου Μια ποιητική συλλογή και ένα συνέδριο προς τιμήν του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

  Κουζέλη Λαμπρινή
πηγή http://www.tovima.gr//culture/article/?aid=493459

 

Τον περασμένο Νοέμβριο έκλεισε ένας χρόνος από τον πρόωρο θάνατο του ποιητή, κριτικού, πανεπιστημιακού δασκάλου, πεζογράφου και μεταφραστή Βαγγέλη Αθανασόπουλου (1946-2011). Την ημέρα της κηδείας του στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, στις 29 Νοεμβρίου 2011, ο καθηγητής Γιώργης Γιατρομανωλάκης είχε συμπυκνώσει χαρακτηριστικά το ήθος και το ύφος του ανθρώπου σε έναν συγκινητικό επικήδειο: «Μου έλεγες, σε μια συζήτηση, Βαγγέλη, πως εμείς οι θνητοί έχουμε γραμμένα μέσα μας, στα σώματά μας τα σημάδια του θανάτου μας. Αυτά είναι που δίνουν το νόημα. Αυτά είναι που δείχνουν το πρόσωπό μας.

»Οι περισσότεροι, έλεγες, ούτε που τα διακρίνουν. Άλλοι κάτι συλλαβίζουν. Κι άλλοι, όπως εσύ, τα διαβάζουν καθαρά. Από τότε. Τα διάβαζες. Με αυτό το δεδομένο κάθε οίηση περιττεύει, μου έλεγες. Περιττός, μάταιος κάθε χαριεντισμός – δική σου λέξη – για μας που εξακολουθούμε ακόμη και ονομαζόμαστε Έλληνες. … Η μόνη δόξα που έχουμε, έλεγες, είναι η δόξα της φθοράς μας. Η ένδοξη φθορά μας. Η δόξα των ερειπίων μας. … Αυτό λοιπόν έκανες μια ζωή. Να μελετάς τα σημεία της φθοράς στο σώμα σου. Και από εκεί στα σώματα, στα σώματα/βιβλία των συγγραφέων μας. Τα διάβαζες. Τα μελετούσες αυτά τα σημάδια τα αποτυπωμένα στις στιγμές της δημιουργίας. Τα αποκρυπτογραφούσες για όλους μας, φίλους, φοιτητές, αναγνώστες, σκοτεινός προφήτης και μοναχικός περιπατητής κειμένων ως ήσουν. Και μας τα έλεγες. Μας τα έγραφες. … Όμως αυτό δεν σου έφθανε. Έπρεπε να μας δείξεις ολοφάνερα τα σημάδια του θανάτου και πάνω στο σώμα σου …».

Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1946. Σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και στο Λονδίνο και δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία, συγκριτική γραμματολογία και θεωρία λογοτεχνίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών ως το 2011, όταν έχασε την παροιμιώδη άνιση μάχη με τον καρκίνο. Άφησε πίσω του τρία ποιητικά βιβλία – «Εαυτόν τιμωρούμενος» (1976), «Αιτίες θανάτου» (1984), «Το πορνικό δέντρο» (1986) –, δύο βιβλία πεζογραφίας – «Το αντίδοτο της γραφής» (1985), «Ο κάτοχος του σώματος» (1986) –, μεταφράσεις (J. Baudrillard, W. Blake, S. T. Coleridge, Cl. Lévi-Straus, E. Pound, P. Ricoeur, L. Wittgenstein), πολλές φιλολογικές μελέτες και κυρίως πολλούς φοιτητές εκπαιδευμένους καταρχήν στη διαισθητική, συγκινησιακή επαφή με τα κείμενα και έπειτα στο ξεκλείδωμά τους με τα εργαλεία της θεωρίας της λογοτεχνίας, εργαλεία ακονισμένα πρώτα στους τροχούς της Ιστορίας, της βιογραφίας και της γλώσσας.

Ήταν λογοτέχνης, επιστήμονας φιλόλογος αλλά και κριτικός. Το κριτικό προφίλ του Βαγγέλη Αθανασόπουλου συνοψίζει στο «Βήμα» ο παλαιός φοιτητής του, νεοελληνιστής Γιώργος Περαντωνάκης: «Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος άσκησε συστηματικά κριτική σε ποικίλα έντυπα αλλά πιο σταθερά στη ''Βιβλιοθήκη'' της ''Ελευθεροτυπίας''. Τον ενδιέφερε κυρίως η ξένη πεζογραφία και το δοκίμιο, για τα οποία έγραψε βιβλιοκρισίες με οξεία ματιά, με άριστη εφαρμογή της θεωρίας, με σαφείς όσο και δύσκολους αποδεικτικούς συλλογισμούς, αναζητώντας τη βαθύτερη ανθρώπινη συνείδηση».

Η όψη του, το βλέμμα του, οι παύσεις στην ομιλία του έδιναν όταν τον πρωτοσυναντούσες την εντύπωση ανθρώπου χαμένου στις σκέψεις του. Ο λόγος του διέψευδε στη συνέχεια αυτή την εντύπωση: σαφής, πραγματικός, συγκεκριμένος . Ήταν αυτός ο τρόπος του. Φτιαγμένος από τη στόφα του φιλοσόφου, ο Αθανασόπουλος απομακρυνόταν από τα πράγματα για να τα αντικρίσει στην ευρύτερη προοπτική τους και επέστρεφε για να εκφράσει τα ιδωμένα, με την ενορατική γνώση του ποιητή και τον ακριβόλογο λόγο του επιστήμονα.

Αυτό έκανε και με τη δική του αρρώστια. Το μαρτυρούν τα ποιήματα που τυπώθηκαν μετά θάνατον στην ποιητική συλλογή «Προετοιμασία ταφής» (Καστανιώτης, 2012). Στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής γράφει:

«Τον έγδυσαν και τον ξάπλωσαν ανάσκελα στο κρεβάτι
με τα χέρια κολλητά πάνω στον κορμό του,
με ελαφρά ανασηκωμένους ώμους,
με τα πόδια εντελώς κλειστά.
Σ’ αυτή τη στάση φαινόταν πολύ μακρύς
– δηλαδή πολύ ψηλός αν ήταν όρθιος.
Σαν ξύλινο ξόανο που το είχαν βγάλει από τη θέση του
και το είχαν απιθώσει πάνω σε σεντόνια,
για να μη σημαδευτεί η ξύλινη επιφάνεια
ώσπου να το στήσουν ξανά στη θέση του
».

«Σ’ αυτό το ποίημα ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος περιγράφει, προληπτικά, πεισματικά, λίγο πριν από τον θάνατό του, τη δική του ταφική προετοιμασία. Θεατής του ενταφιασμού του τότε, παραμένει τώρα όρθιος “ξανά στη θέση του”. Ηττημένος νικητής. Όπως όλοι οι νεκροί ποιητές», λέει στο «Βήμα», ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης.

Όλη η πορεία της αρρώστιας, οι σκέψεις στις άυπνες νύχτες, η σιωπή του νοσοκομείου τον Δεκαπενταύγουστο, οι διάλογοι με τις νοσοκόμες, τα ταξίδια στο παρελθόν μαζί με τα οστά της μητέρας, η συνομιλία με τον θάνατο καταγράφονται σε αυτή την έσχατη ποιητική κατάθεση, 25 χρόνια μετά την τελευταία ποιητική συλλογή του. Ο ποιητής εξομολογείται:

«Τώρα όμως οι μεγάλες συνθέσεις της ζωής
φαίνονται πια παρελθόν,
και δεν μπορώ παρά να ζητήσω συγγνώμη
από την ποίηση έτσι όπως τη φαντάζομαι.
Ζητώ συγγνώμη που απλώνω τις λέξεις πάνω στη
σελίδα.
Είχα δεκαετίες να το κάνω,
αλλά είναι πια τόσο λίγες, που αν δεν το έκανα,
δεν θα φαίνονταν καθόλου
».

Η συλλογή κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τον θάνατο του Βαγγέλη Αθανασόπουλου. Στο ποίημα «Πεθαίνοντας μες στη χαμένη οικειότητα» ο συγγραφέας ευχαριστεί συγκινητικά όσους, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συντρόφεψαν τις τελευταίες του στιγμές γλυκαίνοντας με τη μουσική τους την υπαρξιακή μοναξιά του.

«Έτσι όπως εξελίχθηκε η αρρώστια μου,
βοήθησαν πολλοί να μην πεθάνω γρήγορα,
με αιμοδοσίες άμεσες και έμμεσες, κυριολεκτικές και
μεταφορικές.
Μαζί με το αίμα τους μου έφερναν και κάποιο λουλούδι,
και κάποια παρουσία που με ξάφνιασε, γιατί είχα πολύ
καιρό να μιλήσω
με άνθρωπο.
Κι έτσι η αναπάντεχη συγκίνηση ήταν πολύ πιο δυνατή
από τον σωματικό πόνο,
και το τέλος ερχόταν πιο γρήγορα κι ανώδυνα.
Τους ευχαριστώ όλους για τη γλυκιά μουσική και τη
δυνατή μορφίνη τους
».

Συνέδριο στη μνήμη Βαγγέλη Αθανασόπουλου

Αφιερωμένο στον φιλόλογο Βαγγέλη Αθανασόπουλο, τον μελετητή του Βιζυηνού, του Κάλβου, του Κόντογλου, του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη είναι το τριήμερο επιστημονικό συνέδριο που πραγματοποιείται από την Πέμπτη 17 Ιανουαρίου έως το Σάββατο 19 Ιανουαρίου στο αμφιθέατρο «Ιωάννης Δρακόπουλος» του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών (Πανεπιστημίου 30).

Το θέμα του συνεδρίου είναι «Λογοτεχνικές διαδρομές: Ιστορία – Θεωρία – Κριτική» και στη διάρκειά του θα παρουσιαστούν ζητήματα που αφορούν τόσο τον χώρο της νεοελληνικής πεζογραφίας όσο και της ποίησης και της κριτικής αλλά και τις σχέσεις τους με ξένες λογοτεχνικές παραδόσεις.

Μιλούν οι νεοελληνιστές πανεπιστημιακοί: Θανάσης Αγάθος, Δημήτρης Αγγελάτος, Λάμπρος Βαρελάς, Γεωργία Γκότση, Βρασίδας Καραλής, Κώστας Κασίνης, Αγγέλα Καστρινάκη, Μαίρη Μικέ, Παναγιώτης Μαστροδημήτρης, Χριστίνα Ντουνιά, Γιάννης Ξούριας, Γιάννης Παπακώστας, Γιώργος Πεφάνης, Έρη Σταυροπούλου, Άννα Τζούμα, Μιχάλης Χρυσανθόπουλος και άλλοι.


Αναλυτικά οι σύνεδροι και το πρόγραμμα του συνεδρίου

Ανακαλύφθηκαν ανέκδοτα χειρόγραφα του Ρόμπερτ Μπερνς Ποιήματα και επιστολές του εθνικού ποιητή της Σκοτίας βρέθηκαν δύο αιώνες μετά

Οταν ο Μπομπ Ντίλαν ερωτήθηκε στη διάρκεια συνέντευξης ποιο ήταν το τραγούδι ή το ποίημα, ποιοι ήταν τέλος πάντων οι στίχοι που ως άκουσμα τον επηρέασαν περισσότερο, απάντησε το «Μy love is like a red red rose» του Ρόμπερτ Μπερνς (1759-1796), του Βάρδου της Σκοτίας. Ο Τζον Στάινμπεκ και ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ εμπνεύστηκαν επίσης τους τίτλους των πασίγνωστων μυθιστορημάτων τους «Ανθρωποι και ποντίκια» και «Ο φύλακας στη σίκαλη» από στίχους του σκοτσέζου ποιητή, του οποίου ανέκδοτα χειρόγραφα και επιστολές, ξεχασμένα ανάμεσα στις σελίδες ενός τόμου ποιημάτων του, ανακαλύφθηκαν πρόσφατα κομίζοντας νέα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του.

Γιος αγρότη, με στοιχειώδη επίσημη μόρφωση, κυρίως αυτοδίδακτος, ο Ρόμπερτ Μπερνς ήταν μια προδρομική ρομαντική φιγούρα: πνεύμα ατίθασο, παθιασμένος πρεσβευτής των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης, μελαγχολικός και ενθουσιώδης, ακατάλυτα δεμένος με τη φύση, διαρκώς διακινούμενος από τον έρωτα, πατέρας δώδεκα παιδιών, θαυμαστής της λαϊκής κουλτούρας και συλλέκτης δημοτικών τραγουδιών. Οταν πλέον έφτασε σ' εμάς, στον 20ό αιώνα, πλαισιωνόταν με τη γοητευτική άλω της χαρισματικής cult φυσιογνωμίας.

Αρχισε να σκαρώνει ποιήματα στα 15 του ενώ δούλευε στη φάρμα του πατέρα του. Πρωτοτύπωσε ποιήματά του το 1786, από το τυπογραφείο του Τζον Γουίλσον στο Κίλμαρνοκ, τη συλλογή Poems, Chiefly in the Scottish dialect (Ποιήματα, κυρίως στη σκοτσέζικη διάλεκτο) με την ελπίδα να βγάλει μερικά χρήματα για να πληρώσει το εισιτήριό του για την Τζαμάικα, όπου είχε βρει δουλειά ως λογιστής σε φυτεία. Τα ποιήματα είχαν μεγάλη επιτυχία, η μετανάστευση στην Τζαμάικα ξεχάστηκε, η Ιστορία έκανε τη δουλειά της.

Μέσα στις σελίδες του τόμου The Works of Robert Burns, στην εικονογραφημένη έκδοση του Γουίλιαμ Σκοτ Ντάγκλας, βρέθηκαν τρία χαμένα χειρόγραφα του ποιητή και επιστολές που είχε ανταλλάξει με φίλους του. Μεταξύ αυτών και μία επιστολή από την Αγκνες Μακέιλοζ, μια νεαρή παντρεμένη γυναίκα που αποκαλεί στα ποιήματά του «ερωμένη της ψυχής μου» και «βασίλισσα των ποιητριών», με την οποία αλληλογραφούσε με το ψευδώνυμο Σιλβάντερ. Εκείνη του απαντούσε ως Κλαρίντα.

Τρεις μήνες μετά τον πρώιμο θάνατό του σε ηλικία 37 ετών -κατάληξη της εύθραυστης υγείας του-, η Κλαρίντα γράφει στον Γουίλιαμ Μάξγουελ, τον γιατρό και φίλο του Μπερνς, να της επιστρέψει τις προσωπικές επιστολές που είχε στείλει στον ποιητή και σημειώνει ότι θα του είναι ευγνώμων αν της στείλει μαζί και ένα μικρό χρονικό των τελευταίων στιγμών του φίλου τους.

Ο Κρις Ρόλι, ο μελετητής του Μπερνς που ανακάλυψε τα χειρόγραφα και τα παρουσίασε σε συνέδριο στο Centre for Robert Burns Studies στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης στις 12 Ιανουαρίου, δεν ήταν προετοιμασμένος για την έκπληξη που τον περίμενε όταν δέχτηκε το τηλεφώνημα κάποιας γνωστής του. Η γυναίκα ισχυριζόταν ότι μέσα σε ένα αντίτυπο ποιημάτων του Μπερνς το οποίο βρισκόταν στη βιβλιοθήκη της -έκδοση του 1877-1879, που ανήκε κάποτε στον Γουίλιαμ Πάτερσον, εκδότη του Μπερνς- βρήκε χειρόγραφα του ποιητή. «Δεν είναι λίγοι αυτοί που μου τηλεφωνούν για να μου ανακοινώσουν παρόμοιες ανακαλύψεις», είπε στον βρετανικό Τύπο ο μελετητής, «γι' αυτό προσπάθησα να την προσγειώσω. Εκείνη όμως επέμενε να ρίξω μια ματιά. Οταν είδα το υλικό, κατάλαβα ότι επρόκειτο για αυθεντικά κείμενα».

Ο τόμος περιείχε μια καταγραφή του δημοτικού τραγουδιού «Phillis the fair» από το χέρι του Μπερνς με μικρές διορθώσεις, ένα προσχέδιο της ωδής του «Ode to a Woodlark», που είχε δημοσιευθεί το 1877-1879 αλλά ήταν χαμένη έκτοτε, μια επιστολή του Μπερνς προς «Ρόμπερτ Μιούιρ, Κίλμαρνοκ», την επιστολή της Κλαρίντα στον Μάξγουελ αλλά και επιστολή της στον Μπερνς.

Τα χειρόγραφα έχουν ήδη πουληθεί σε συλλέκτη, η ανακάλυψή τους όμως εγκαινιάζει έναν νέο κύκλο ερευνών γύρω από τη ζωή και το έργο του Ρόμπερτ Μπερνς και συμβάλλει στην ανανέωση της μυθολογίας του.

Στα ελληνικά αυτοτελείς εκδόσεις ποιημάτων του δεν κυκλοφορούν. Οι δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά είναι επίσης σπάνιες και περιστασιακές. Φαίνεται πως κάποιο ενδιαφέρον υπήρχε στην περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν βρίσκουμε μεταφρασμένα ποιήματά του στα λογοτεχνικά περιοδικά Βωμός (1918-1922) και Παρασκήνια (1924-1928). Στις μέρες μας, ενδεικτικό είναι ότι στα αδελφά περιοδικά Ποίηση (1993-2007) και Ποιητική (2008 κ.ε.) -στα οποία ο μεταφρασμένος αγγλόφωνος ποιητικός λόγος έχει δεσπόζουσα θέση- δεν έχουν δημοσιευθεί ποιήματα του Ρόμπερτ Μπερνς. Αυτό ίσως οφείλεται «στο γλωσσικό του ιδίωμα, την παλαιότητά του, στη ρίμα, στην τεχνοτροπία του» δίνει μια εξήγηση ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός, διευθυντής των περιοδικών.

Ο Ρόμπερτ Μπερνς πέθανε στο Ντάμφρις της νότιας Σκοτίας το 1796, από διάφορες επιπλοκές που ακολούθησαν μια εξαγωγή δοντιού. Εκτός από τα ποιήματά του άφησε πίσω του ένα κληροδότημα περίπου 200 σκοτσέζικων δημοτικών τραγουδιών που κατέγραψε και διέσωσε. Το «Μy love is like a red red rose» («Η αγάπη μου μοιάζει με κόκκινο, κατακόκκινο ρόδο») ήταν ένα από αυτά.

Τα γενέθλια του Ρόμπερτ Μπερνς αποτελούν εθνική γιορτή στη Σκοτία αλλά και σε άλλα μέρη του κόσμου όπου υπάρχουν κοινότητες Σκοτσέζων και γιορτάζονται με μεγάλα δείπνα, δημόσιες αναγνώσεις και μουσικοθεατρικές εκδηλώσεις. Είχε γεννηθεί στις 25 Ιανουαρίου του 1759.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

"Πονάει κεφάλι, κόβει βιβλίο" /// Κρημνιώτη Π.

 http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=743457
Ημερομηνία δημοσίευσης: 16/01/2013

Με μια απόφαση στη λογική "πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι", η πολιτεία απέδειξε τον τρόπο με τον οποίο λογίζει την υπόθεση πολιτισμός αλλά και το μέλλον που επιφυλάσσει στους πνευματικούς-πολιτιστικούς οργανισμούς που λειτουργούν στη χώρα.
Η περίπτωση του ΕΚΕΒΙ είναι από τις πλέον διαφωτιστικές για τον πολιτισμό φαστ τρακ και τη λογική που έχει υιοθετήσει η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Με μια αστραπιαία κίνηση, έχοντας προϊδεάσει με την καθαίρεση της διευθύντριας και του Δ.Σ. του Κέντρου, την Παρασκευή ο αναπληρωτής υπουργός Παιδείας υπεύθυνος για θέματα πολιτισμού κ. Τζαβάρας ανακοίνωσε την κατάργηση του μοναδικού φορέα χάραξης εθνικής πολιτικής βιβλίου στη χώρα. Ένας φορέας που μετρά 19 χρόνια λειτουργίας, με πολλά θετικά και αρκετές στρεβλώσεις, μπαίνει στον κάλαθο των αχρήστων μετατρέποντας την υψίστης σημασίας, για ένα κράτος που θέλει να σέβεται τον εαυτό του πολιτική του βιβλίου σε υπόθεση μιας χούφτας υπηρεσιακών παραγόντων. Χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ό,τι θετικό έχει γίνει ώς τώρα, χωρίς, κυρίως, να δίδεται σημασία σε όσα θα μπορούσε να προσφέρει το ΕΚΕΒΙ αυτή τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε κατά την οποία το βιβλίο βάλλεται ιδιαίτερα. Χωρίς, τέλος, να δίδεται η αρμόζουσα σημασία στο τι θα γίνει με τις δράσεις και τα προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων των δύο ΕΣΠΑ, που ήταν σε εξέλιξη μέχρι την περασμένη Παρασκευή, οπότε λειτουργούσε ακόμα το ΕΚΕΒΙ. Ή μήπως ακριβώς, αυτές οι δράσεις, τα προγράμματα και οι μνηστήρες της έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του υπουργού;
Μπορεί το πρόγραμμα "Φιλαναγνωσία" να αποκάλυψε τις δυσλειτουργίες του ΕΚΕΒΙ, ωστόσο θα ήταν άδικο να μην αναγνωριστεί το έργο που έχει συντελεστεί στα δεκαεννιά χρόνια λειτουργίας του. Δημιούργησε μια εθνική πολιτική βιβλίου, δραστηριοποιήθηκε στην κατεύθυνση της βιβλιογραφικής καταγραφής, δημιούργησε βιβλιογραφικά εργαλεία αλλά και μια σειρά προγραμμάτων για την προβολή του ελληνικού βιβλίου. Μπορεί η Βιβλιονέτ, που καταγράφει όλη την εθνική βιβλιογραφία ψηφιακά από το 1997 μέχρι σήμερα, να είναι το πλέον δημοφιλές τόσο στους επαγγελματίες του βιβλίου όσο και στους απλούς αναγνώστες, τη δική τους όμως σημασία έχουν τα προγράμματα "Φράσις" που ενισχύει τη μετάφραση ελληνικών βιβλίων, το Παρατηρητήριο Βιβλίου, η Βιβλιολογική Βιβλιοθήκη, μοναδική στην Ελλάδα και από τις ελάχιστες διεθνώς, το πλέγμα Λεσχών Ανάγνωσης που έχει δημιουργηθεί σε όλη την Ελλάδα.
Έχει αναρωτηθεί ο αναπληρωτής υπουργός ποιο θα είναι το μέλλον τους; Ποια θα είναι η τύχη επίσης των επετειακών ετών, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που διανύουμε, το οποίο αφιερώνεται στον Καβάφη, και όπως έχει ανακοινωθεί επρόκειτο να εκτελεστεί σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ωνάση, το οποίο λίγο πριν κλείσει το ΕΚΕΒΙ απέκτησε το αρχείο του Αλεξανδρινού ποιητή. Θα υπάρξουν επόμενα επετειακά έτη; Τα αρχεία συγγραφέων, εικονογράφων, μεταφραστών και τα υπόλοιπα που διαθέτει το ΕΚΕΒΙ για πού προορίζονται; Το πολύτιμο απόκτημα της βιβλιοθήκης Τσίρκα τι πρόκειται να απογίνει. Αλλά και τα δύο προγράμματα ΕΣΠΑ που βρίσκονται σε εξέλιξη, το ένα αφορά την Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΕΣΠΑ Κεντρικής Μακεδονίας ) και το άλλο για τη "Φιλαναγνωσία" (το διαχειρίζεται το ΥΠΑΙΘΠΑ), μπορεί να τα διαχειριστεί η Διεύθυνση Γραμμάτων και οι διοικητικοί υπάλληλοί της, που ούτε τεχνογνωσία ούτε τα απαραίτητα εργαλεία διαθέτουν; Όμως εγείρεται και θεσμικό ζήτημα με την εκτέλεση των δύο εν εξελίξει ΕΣΠΑ, καθώς το υπουργείο δεν μπορεί να υλοποιήσει ΕΣΠΑ. Γι' αυτό άλλωστε τα ΕΣΠΑ δίνονται σε φορείς που είναι είτε νομικά πρόσωπα είτε Ανώνυμες Εταιρείες.
Το ερώτημα που εγείρεται είναι σε ποιων τα χέρια προορίζει το υπουργείο τα δύο αυτά προγράμματα και με ποιες διαδικασίες. Ήδη ο ΟΣΔΕΛ και η Εθνική Βιβλιοθήκη έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη Βιβλιονέτ και η ΠΟΕΒ για την εκπροσώπηση στις διεθνείς εκθέσεις. Βεβαίως για τη λειτουργία και εξέλιξη όλων αυτών των προγραμμάτων απαιτείται κατάλληλο προσωπικό, το οποίο στα 19 χρόνια της λειτουργίας του διέθετε το ΕΚΕΒΙ. Τη δεδομένη στιγμή, όμως, οι συνολικά τριάντα εργαζόμενοί του δεν διασφαλίζονται από κανέναν. Γιατί αν και όλο αυτό το διάστημα λειτουργίας του το ΕΚΕΒΙ μπόρεσε να αναπτύξει μια σειρά δράσεων και δραστηριοτήτων δεν κατέστη δυνατό να αποκτήσει ένα οργανόγραμμα προκειμένου να ρυθμιστεί η σχέση εργασίας των εργαζομένων του με βάση τα εργασιακά νενομισμένα ανάλογων φορέων. Τέσσερα διαδοχικά οργανογράμματα που κατατέθηκαν σε υπουργικά γραφεία, βρίσκονται ή στα συρτάρια ή στον κάλαθο αχρήστων των προκατόχων του κ. Τζαβάρα. Αποτέλεσμα είναι το πρωτοφανές φαινόμενο από τους 30 εργαζόμενους στο ΕΚΕΒΙ μόνον οι δύο να έχουν συμβάσεις αορίστου χρόνου και οι υπόλοιποι 28 να εργάζονται με μπλοκάκι. Εδώ και έξι μήνες μάλιστα εργάζονταν χωρίς σύμβαση εργασίας. Τον προηγούμενο μόλις Νοέμβριο, και ενώ παρέμεναν απλήρωτοι από τον προηγούμενο Ιούνιο, τους καταβλήθηκε μέρος των οφειλομένων μέσω ιδιωτικής εταιρείας ενοικίασης υπαλλήλων! Κι όμως όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι έχουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, αυταπόδεικτη καθώς εργάζονται στο ΕΚΕΒΙ από 4 έως 17 χρόνια ο καθένας. Για ποια νομοθετική ρύθμιση μιλάει λοιπόν ο αναπληρωτής υπουργός και πόσους απ' αυτούς μπορεί να απορροφήσει η Διεύθυνση Γραμμάτων;
Είμαστε σίγουροι ότι για όλα αυτά έχουν αναρωτηθεί και ο υπουργός Παιδείας και ο αναπληρωτής υπουργός υπεύθυνος για θέματα πολιτισμού. Η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ, δυστυχώς επιβεβαιώνει τους χειρότερους φόβους, ότι δηλαδή προκρίθηκε η φαστ τρακ πρακτική, η άνευ όρων παράδοση της εθνικής πολιτικής βιβλίου στα χέρια ιδιωτών. Επειδή όμως ένα τέτοιο θέμα υπερβαίνει την ηγεσία του ΥΠΑΙΘΠΑ, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς προσμετράται η υπόθεση πολιτισμός στο αξιακό σύστημα του πολιτικού δυναμικού, των ίδιων των ανθρώπων του πολιτισμού αλλά και της κοινωνίας.
Οι εργαζόμενοι του ΕΚΕΒΙ και ο ΟΣΔΕΛ