Translate

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Σωτήρης Σελαβής, «Περί Ποίησης» (Δοκίμιο, 2005)


Ενίοτε υπάρχει μια αυτόματη γραφή, θα έλεγα καλύτερα μια μηχανική κα­τα­γρα­φή στίχων που λες και υπαγορεύονται. Σαν μια αναπόφευκτη και βίαιη ε­ξαγωγή πρώ­της ύλης, που μπορεί να δώσει το ποίημα, μπορεί και να μην δώσει τί­ποτε. Μπορεί να δώσει στίχους ή θραύσματα στίχων, μπορεί και μόνον μια λέ­ξη, που αργότερα θα γίνει ποί­ημα. Ουσιαστικά το ποίημα εκδηλώνεται ή ακριβέστερα εκδηλώνει την κυοφορία του. Α­κό­μη κι αν η πρώτη απόπειρα εγγράφεται με ήρεμο και προμελετημένο χέρι, δεν παύει να είναι ή πρώτη, όσο κι αν η τελική βρί­σκε­ται κάποτε σε απόσταση αναπνοής. Γι' αυτό, κι ας με γοήτευε ο υπερρεαλισμός, ί­σως κι επειδή οι ζωγραφικές καταβολές μου ανακά­λυ­ψαν σε αυτόν ψήγματα μιας α­νεξέλεγκτης εικονογραφίας, η αυτόματη γραφή του δεν μου αρκούσε ως λογική τε­λικού προϊόντος. Μάλλον βρίσκομαι κοντύτερα στη ρήση του Βα­λε­ρύ, πώς το ποί­ημα δεν τελειώνει ποτέ. Η όποια ορμητική καταρροή στίχων στο χαρτί μπο­ρεί να είναι αποτέλεσμα εκλάμψεων, αλλά μπορεί και να είναι αντανακλαστι­κή αντίδραση, ενδεικτική ενός ψυχισμού, όπως ενός άλλου η αντίδραση, στον εκνευ­ρι­σμό ας πούμε, είναι να γρονθοκοπήσει τον τοίχο.

Νομίζω πως ανακάλυψα την ποίηση, ως αναγνώστης, μέσα από μια κά­πως πα­ρω­χη­μένη ρομαντική αντίληψη γι' αυτήν: η ποίηση ως αποκάλυψη του κό­σμου, και οι ποι­η­τές ως πρεσβευτές αλήθειας πάνω από τον γκρεμό των μυ­στη­ρίων. Αλλά ό,τι σε γο­η­τεύει γίνεται οδηγός σου, και δεν άργησα να δια­σταυ­ρω­θώ με τον ανανεωτή Μπωντ­λαίρ, που στράγγιξε την παρατήρηση, με τον πυ­ρο­τεχνουργό Ρεμπώ και, φυσικά, τον Μαλ­λαρ­μέ, ο οποίος και παρέδωσε καθαρή την ποίηση στον Βαλερύ. Κάθε ανάγνωση, α­κό­μη και του ίδιου έργου, είναι και μια διαφορετική γωνία θέασης-πρόσληψης του κειμένου. Κι αν στη ζωή ισχύει το κατά Ρίλκε «μαθαίνω να βλέπω», η τέχνη, ως ο καλύτερος μα­θη­τής της (Ό­σκαρ Ουάιλντ), συγκατανεύει. Τελικά, ρομαντικότητα είναι δεν παρά η αίσ­θη­ση μιας τραυματισμένης ομορφιάς που νοσταλγεί το αύριο της. Μια αίσθηση που ε­νυ­­πάρ­χει τόσο σε ένα ποίημα αγγλικού ή γερμανικού ρομαντισμού, όσο στο He wishes for the Clothes of Heaven του Γέητς ή στο La belle dame sans merci του Μοντάλε ή στο Μο­νόγραμμα του Ελύτη. Όπως λυρικό μπορεί να είναι ε­ξί­σου ένα σονέτο του Καβαλ­κά­ντι, οι Τρεις αναμνήσεις από τον ουρανό του Ρα­φα­έλ Αλμπέρτι και οι Επιθυμίες του Κα­βά­φη, ασχέτως αν ο παραδοσιακός λυ­ρι­σμός μεταλλάσσεται ή και γειώνεται, όπως συμ­­βαίνει στον Έλληνα δημιουργό ή στον αγγλοσαξονικό μοντερνισμό. Και, μια και γίνε­ται λόγος, περισσότερο από τον Έλιοτ προτιμώ τον Πάουντ, τον Στήβενς, τον κάμμιν­γκς. Επί τροχάδην και ά­ρα ελλιπώς, διακρίνω επίσης τη δική μας γενιά του '30, τον Κα­ρούζο (ε­πι­λε­κτικά), τον Παπαδίτσα της πρώτης περιόδου, την πρώτη Δημουλά, τον Ασλά­νο­γλου. Τη μεγάλη ιταλική ποίηση του εικοστού αιώνα ως τον Βαλέριο Μα­γκρέλ­λι. Τον Ζαμπές, παρά τα ελάχιστα μεταφράσματα στη γλώσσα μας, τη διά­τρη­τη γραφή ακρι­βεί­ας του Τσέλαν. Το Βιβλίο της ανησυχίας του Μπερνάρντο Σο­ά­ρες, αλλά και τους υ­πό­λοιπους ετερώνυμους του Πεσσόα [...]

Η ποίηση είναι, πάνω από όλα, μια υψηλή απόλαυση. Στις μέρες μας, βέ­βαια, σπα­νιότατα αναζητά κανείς στην ποίηση τη συγκίνηση. Το ρόλο αυτό φαί­νε­ται να τον έ­χει αναλάβει εξολοκλήρου το μυθιστόρημα, αλλά ένα μυθιστόρημα ως υποκατάστατο τη­λε­ο­πτικού σίριαλ. Κανείς δεν διατείνεται ότι η ποίηση μπορεί να έχει την αποδοχή ε­νός reality, ούτε και αποτελεί επιδίωξή της, αλλά η μοναξιά της είναι πρωτοφανής. Εκδίδεις βι­­­βλίο και είναι σαν να μην συμβαίνει τίποτα, και για σένα, αφότου συνέλθεις όντας δαφ­νο­στεφής, και για τους κριτικούς, που λες και προχωρούν σε ναρκοπέδιο. Οι αναγνώ­στες φυσικά υπάρχουν, αλλά μοι­ά­ζουν αποστασιοποιημένοι ή κρυμμένοι πίσω από κατακτημένα λογοτεχνικά γού­στα. Καμιά φορά έχω την αίσθηση πως το εκδοτικό σύ­στη­μα δεν είναι παρά μια απέραντη γραφειοκρατία θυρωρών και οι θιασώτες της ποίη­σης ένα γκέτο με­τρι­ό­τατων παραγωγών κειμένων μέσα στην ούτως ή άλλως απαξίωση του πνευ­μα­τι­κού γίγνεσθαι. Ίσως το μοναδικό κοινό της σύγχρονης ποίησης να είναι οι δη­μι­ουργοί και μελετητές της, οι οποίοι έχοντας εξασφαλισμένο ένα κάποιο πο­λι­τι­στι­κό sta­tus symbol, στρογγυλοκάθονται αναμοχλεύοντας στάσιμα νερά. Πώς τό­τε να αδι­κή­σεις τους αναγνώστες; Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις και από την πλευ­ρά της δημιουρ­γί­ας και από την πλευρά της προώθησης, άνθρωποι που πι­στεύ­ουν στη λογοτεχνία. Πί­στη: μια λέξη-κλειδί στην μεταμοντέρνα απουσία των πάντων;

Δεν είμαι ούτε θεωρητικός της λογοτεχνίας ούτε δόκιμος δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Με την ανασφάλεια της έκθεσής τους, καταχωρίζω ορισμένες σκέψεις μου γύρω από την ποιητική δημιουργία, όπως την αντιλαμβάνομαι λίγο πριν κλεί­σω τα είκοσι οχτώ μου χρό­νια. Σκέφτομαι πως η σύγχρονη ποίηση, ίσως ε­πειδή εξήντλησε τον όρο δυσνόητη, ί­σως επειδή παιδεία πλέον νοείται η προ­σαρ­μο­στικότητα στις ραγδαίας απήχησης τε­χνο­λογίες επικοινωνίας, έχασε την α­με­σό­τητα της. Έπειτα, όλες αυτές θεωρίες έγιναν τόσο αδηφάγες, που τελικά την κα­τατρόπωσαν. Όταν η ποίηση ανεβαίνει τα σκαλοπά­τι­α της ακαδημίας, θυμίζει νύφη που εγκαταλείπει για πάντα το δωμάτιό της προς χά­ριν του συζυγικού με το διπλό κρεβάτι και τα κομοδίνα. Αυτό είναι και καλό και κα­κό. Εγώ θα στα­θώ σε αυτό που χάνεται, γιατί ποίηση σήμερα, περισσότερο από ποτέ, εί­ναι αυτό που χάνεται. Μπορεί πράγματι να μην έχουμε πια τίποτα άλλο, παρά μονά­χα την απουσία του Θεού (Τζώρτζ Στάινερ)[5], αλλά ακόμη και σήμερα «στον θεό αρέ­σουν τα κοριτσάκια και το αύριο και η γη»[6], επειδή έτσι το θέλησε ο κάμμινγκς το 1958, και επει­­δή η μεγάλη ποίηση κάνει θρύψαλα κάθε προγραμματική δήλωση, κά­θε επιτη­δευ­μένη βεβαιότητα. Μέσα από το βίωμα της καθολικής απώλειας, φαί­νεται πως η ποίηση θα ξα­νανιώσει υπερβατικά, αφού ο κόσμος είναι ένα my­ste­rium tremendum, στο βαθ­μό που τα πράγματα παραμένουν ακαταμέτρητα, α­νερμήνευτα. Τι χρώμα έχει η ελ­πί­δα; Πώς αγ­γ­­ί­ζει η νοσταλγία; Μπορείς να ονειρευτείς μια ποίηση που επιτέλους θα α­να­και­νίσει τις αισθήσεις; Που θα σε μα­θαί­νει να βλέπεις, να ακούς, να μυρίζεις, να αγγί­ζεις; Να δια­­­­­σώ­ζεις το σώμα σου; Αν ναι, αυτός θα είναι ο ρόλος της. Γιατί η ποίηση εί­ναι αποστολή. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι.

[1] Το καταγράφω από μνήμης, δεν θυμάμαι τον μεταφραστή.
[2] Όπως παραπάνω.
[3] Alfonso Berardinelli, «Ποίηση: δεν πρόκειται, ακριβώς, για παιδικό σταθμό», μτφρ. Σωτήρης Παστά­κας, Ποίηση, τχ. 7, άνοιξη-καλοκαίρι 1996.
[4] Μτφρ. Γιώργος Μπλάνας.
[5] George Steiner, «Πραγματικές παρουσίες», μτφρ. Κατερίνα Σχινά, Ποίηση, τχ. 17, άνοιξη-καλοκαίρ 2001.
[6] e.e.cummings, 33x3x33, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Νεφέλη, Αθήνα 2004.

(Πρώτη δημοσιεύση: «Αφιέρωμα στη Νεότερη Ελληνική Ποίηση», Ποίηση, τχ. 25, άνοιξη-καλοκαίρι 2005, σ.174-178)

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

ΕΚΤΩΡ ΠΑΝΤΑΖΗΣ /// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ









΄Ατυπο ποίημα



Χρονοτριβείς στη φθορά σαν αφθαρσία της
μια θανατομορφή πριν να είναι

η πιο φρικτή απουσία
είναι η δική σου
Μια φορά στο ποτέ πια
πρώτο μυστήριο ο θάνατος
η πιο φρικτή απουσία είναι η δική σου
Υπάρχεις για πάντα δεν
το πρώτο μυστήριο ο θάνατος
το δεν, υπάρχω
και πας
για πάντα
σφήνα στα σκαριά
επί σαράντα
Υπάρχεις για πάντα δεν

σφαγάρι
αλλαγές στο πετσί
και μετά κόκαλο
άτυπο ποίημα


*****


Επιτύμβιο



Εδώ θα μείνω επακριβώς
por los siglos de los siglos
με χρόνους κορωνίδα
στο αμάραντο της φωτογραφίας πένθος
γηρανθείς στα καφενεία μέσα
έκτακτα με φώτισαν ήλιοι απογεύματος
και εν ηδονή πλήθος έφηβοι μορφαί μ επλάνησαν

Τώρα εν γηραιά δήγματι χρόνου ναρκωθείς
τεταριχεύομαι φαραωνική τη πόλει
φερωνύμου Αλεξάνδρου μεγίστου του παλαιοτάτου
Εγώ Κωνσταντίνος Π. από τούδε τήδε αποικίσας άρτι

Αποκλεισμένος στην κάσσα ο εν βιβλίω αθανατούμενος


*******



Εφόδιο άσμα



Μόνο λευκό βλέπει το μάτι
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
τα λεία φτερά τα ψαλίδια
χελιδόνες σταυροί μαύροι χελιδόνες άσπροι σταυροί
κόβουνε άγρια τα μελτέμια με τα σπαθιά φτερά
άλλα σπαθιά στα χέρια αντιλαλούν ψαλμουδιές
νερά λαλούμενα άνοιξη κεχαριτωμένη
μέλισσες άνθη λούζονται
δροσολογούνται χείλη φωτεινά κοριτσιών σαν χάραμα
Σιδηρός ο ανεμοδείχτης στο γαλανό υψώνεται καμπαναριού
άνεμος παραχαράκτης αυτός ο μέγας χαμός στα μαλλιά σου
Στου αίματος τα πορφυρά
χύνονται δάκρυα
βίου απόδειξη ακριβή
μας άφησε διαθήκη διάσημος για το θανατό του
Μειδιάματα φωτοχυσία παιχνίδια χίλια
χελιδόνες σε τρελό χορό βουτάν χάνονται
λεία φτερά ψαλίδια κόβουν μελτέμια άγρια
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
Μόνο λευκό βλέπει το μάτι

*Η φωτο είναι παρμένη από το :https://toparathyro.com/2012/05/20/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CF%89%CF%81-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B6%CE%AE%CF%82-%CE%B4%CF%85%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD-%CF%83%CE%B5-%CE%AD%CE%BD%CE%B1/

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ- ΠΟΙΗΣΗ

απόσπασμα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Μικρή Διαθήκη


Σου επιτράπηκε να περάσεις την λαξευμένη με άστρα πύλη
ο ψίθυρος σου πνίγει τα ουρλιαχτά, οι παλιές υποσχέσεις συμφιλιώνονται στους λειμώνες της κατανόησης για να τυλιχθεί η φωνή σου μια για πάντα στο χάρτινο μου παλάτι:
οξυδερκής αυτός που παραστέκεται στη σιωπή που κρύβουν
οι εκπληρωμένες του πράξεις.
Στο μαυσωλείο των ονείρων.
Θα έρθω στον ύπνο σου και θα σε στολίσω με το χρυσάφι που για μένα ξόδεψες.
Εκείνο το βράδυ, θυμάσαι; επιστρέφοντας άκουσες το δοχείο
να σπάει που όλο αυτό τον καιρό φύλασσες με τόση προσοχή
σταγόνα, σταγόνα, να συλλέγεις το μέλλον μας.
Σε έσυραν με βία, το κελί έβλεπε μόνο από ένα μικρό παράθυρο: έγινες τόσο επινοητική που τελικά μπορούσες από αυτή την κάθετη σχισμή να επιστρέφεις στο πέλαγος
αναγνωρίζοντας με ευκολία τους κηπουρούς του βυθού τα δελφίνια που κάλπαζαν πίσω σου, και των ματιών σου τα δάκρυα με γαλήνη εξάγνιζαν.
Δεν γίνεται να τελειώσει κάποιος τόσο εύκολα, δεν γίνεται να χτίζεις για αιώνες τείχη, αγνοώντας στο βάθος του χρόνου τη δύναμη της αγάπης, που σμικρύνει τα επιτεύγματα και ισοπεδώνει τις προσπάθειες
που ενώ εσύ λες σκοτάδι εκείνη αντεκδικείται με φως και πείθεσαι για το αιώνιο αποτέλεσμα.
Λένε πως όποιος έφτασε τα όρια έχει και την πιθανότητα να τα ξεπεράσει.
Βρίσκοντας ξανά τα χαμένα του φτερά και την λαλιά των αγγέλων τολμώντας να δαμάσει το άπειρο.
Το άπειρο που ονειρεύτηκες και που μαζί του ταυτίστηκες.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΥΡΑΤΗΣ Διπλή Παγίδα

Αργότερα το κατάλαβε. Στην αρχή μέθυσε από τα αισθήματά του και φέρθηκε σαν κάθε ερωτευμένος. Για δυο μέρες κατοικούσε στον παράδεισο.

Τον συνάντησα τυχαία σ’ ένα καφέ στα Εξάρχεια και μου τα είπε όλα. Ήταν συντριμμένος γιατί ένιωθε προδομένος. Και προδομένος όχι από Εκείνην, αλλά από την ίδια την καρδιά του.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Ο φίλος μου είναι ποιητής, και ερωτεύεται με το δικό του, ποιητικό τρόπο. Δηλαδή, διαφορετικά απ’ ό,τι ερωτευόμαστε εμείς οι υπόλοιποι … Γνωρίστηκαν μέσα από το face book. Αυτό σε κάποιους μπορεί να μη φαίνεται σοβαρό με πρώτη ματιά, αλλά παντού υπάρχουν ψυχές και κάπως πρέπει να τις συναντήσεις. Όχι, βέβαια, ότι απασχολούν τέτοιες λεπτομέρειες την ψυχή ενός ποιητή!

Στην αρχή σχολίασε μια φωτογραφία της, ίδια η προσωπογραφία της θλίψης ήταν. Έτσι άρχισε η γνωριμία. Το θλιμμένο της βλέμμα τον άρπαξε και τον αιχμαλώτισε να παρακολουθεί τη δράση της. Ύστερα από δεκαπέντε μέρες αρχίζει και η πραγματική ιστορία τους. Αυτός χάζευε τις μουσικές και άλλες ανακοινώσεις των φίλων του, όταν άνοιξε το παραθυράκι τής συνομιλίας και του έστειλε την καλησπέρα της. Δυόμιση ώρες μιλούσαν, και ο φίλος μου ένιωθε υπέροχα. Τον άγγιζε ο λόγος και το χιούμορ της, οι έξυπνες παρατηρήσεις, έως και ο κάποιος θαυμασμός της προς το πρόσωπό του. Όλα έμοιαζαν τέλεια.

«Ακόμα κι αν παίζεις μαζί μου», της έγραψε, «εμένα δε με πειράζει. Εσύ έχεις κάθε δικαίωμα να το κάνεις, αλλά εγώ νιώθω ωραία που μιλάμε».

Εκείνη σοβάρεψε. «Νομίζεις ότι παίζω;» έγραψε. Πριν εκείνος προλάβει να πει κάτι, εμφανίστηκε ο αριθμός του κινητού της στην οθόνη. «Πάρε με σε δέκα λεπτά», έγραψε.

Την πήρε σε είκοσι… Ακολούθησε ένα μισάωρο μαγείας. Η φωνή της ήταν όπως ακριβώς τη φανταζόταν… Πλέον ήταν χαμένος, την είχε ερωτευθεί! Δεν της το είπε αμέσως, κι εγώ απορώ πώς αυτός συγκρατήθηκε. Το βράδυ ο ουρανός του είχε αποκτήσει άλλο φως.

Την άλλη μέρα, το μεσημέρι, μίλησαν πάλι αρκετά στο fb. «Τι είμαι για σένα;» τον ρώτησε κάποια στιγμή. Μόλις της έγραψε «είσαι η μούσα που με εμπνέει», χάλασε το ρούτερ του και κόπηκε η επικοινωνία. Της έστειλε μήνυμα στο κινητό, και καταριόταν την τύχη του. Αλλά το μηχάνημα είχε αναλαμπές, και κάθε 1-2 ώρες δούλευε για πέντε λεπτά. Κατά τις 5 το απόγευμα είδε ένα μήνυμά της στο fb και το άνοιξε. Μόλις το διάβασε, κόπηκε πάλι η σύνδεση, αλλά χτύπησε το κινητό. Ήταν Εκείνη… Του μίλησε για το κείμενο που του έστειλε, και αυτός δεν της φανέρωσε ότι το είχε μπροστά του· ήθελε να την ακούει να του λέει με τη φωνή της αυτά που ευτυχής διάβαζε. «Είτε είναι για κάποιο λόγο, είτε για κάποιο χρόνο, είτε για μια ζωή, χαίρομαι που σου μιλάω…», έτσι τέλειωνε το κείμενό της.

Και τι δεν είπαν! Μεταξύ των άλλων, της πρότεινε μια εβδομάδα διακοπές στο Παρίσι. «Εμένα να μη μου τάζεις κάτι, αν δεν πρόκειται να το κάνεις…», ήταν η απάντησή της. Αυτός, φυσικά, ήταν πρόθυμος να την πάει ακόμα κι εκεί που δεν επρόκειτο ποτέ να ταξιδέψει ο ίδιος. Για το βράδυ της Παρασκευής που ήταν, Εκείνη είπε πως είχε κάτι υποχρεώσεις και δεν την πίεσε για συνάντηση.

Το βράδυ ήρθε, και Εκείνη τον πήρε τηλέφωνο για να τον ενημερώσει ότι δε θα πήγαινε στις υποχρεώσεις της. Έτσι, λοιπόν, συναντήθηκαν. Τον περίμενε στο αυτοκίνητό της, μια και αυτός δεν είχε αυτοκίνητο εκείνη την εποχή. Μπήκε μέσα. Κάποιες στιγμές αμηχανίας, ένα χαμόγελο αρχικά, ο ασπασμός στα μάγουλα ύστερα… Τότε την κοίταξε στιγμιαία στα μάτια και άφησε ένα γρήγορο, τρυφερό φιλί στα χείλη της. Πιο πολύ σαν χαιρετισμός, παρά σαν πρόταση. Εκείνη δεν αντέδρασε ενοχλημένη, όπως και όταν της χάιδευε απαλά το χέρι που άλλαζε τις ταχύτητες. Μάλιστα, τις άλλαζε με το άλλο χέρι, λες και ήθελε να μην διακόψει τα χάδια του. Έτσι πέρασαν και οι τρεις ώρες τους στην καφετέρια. Μίλησαν για μουσική, για βιβλία, ταινίες, για τη ζωή του καθένας… Εκείνη δε χόρταινε να ρωτάει και αυτός να της μιλάει. Εκείνη ήθελε να ξαναδεί την ταινία «Ο Μισισιπής φλέγεται», και της είπε ότι την είχε και θα την έβλεπαν αγκαλιά. Έτσι ήταν η συνάντησή τους. Φεύγοντας κράτησε για λίγο το χέρι της ενώ περπατούσαν, α, μα ήταν σχεδόν μεθυσμένος από ευτυχία! Στο δρόμο τής ζήτησε να σταματήσουν για ένα φιλί, κι εκείνη αρνήθηκε. Ήταν τα πρώτα τσιμπήματα στην καρδιά του. Πλησιάζοντας στη στάση του Μετρό, όπου θα τον άφηνε, την ρώτησε πότε θα ήθελε να συναντηθούν.

«Again?» είπε αυτή. Τότε σκοτείνιασαν όλα… «Ξανά;» Η φωνή της είχε την έκπληξη σαν να της ζητούσε το πιο αφύσικο πράγμα στον κόσμο. Έκανε πως δεν το κατάλαβε, γιατί την είχε ήδη ερωτευθεί… Έμειναν για λίγο στη στάση με τη μηχανή αναμμένη. Τότε αυτή του φανέρωσε ότι τη σόκαρε το γεγονός πως την φίλησε στο πρώτο ραντεβού. Δεν διαφώνησε και της ζήτησε συγνώμη. Της είπε, μάλιστα, ότι είναι πρόθυμος να του μάθει τα βήματά της, αρκεί να χόρευαν μαζί. Έφτασε στο σπίτι του στις τρεις τα ξημερώματα και κάθισε ολομόναχος να καπνίσει ένα τσιγάρο. Ήξερε πως όλα ειχαν τελειώσει…

Ακολούθησαν κάποια διακριτικά μηνύματά του τις άλλες μέρες, δικαιολογίες και υπεκφυγές εκ μέρους της. Ύστερα από μια εβδομάδα ξαναμίλησαν στο fb. Εκεί του είπε ότι η διαχυτικότητά του γκρέμισε όλη τη μαγεία που ένιωθε γι’ αυτόν. Επειδή Εκείνη θα έφευγε για ένα μεγάλο ταξίδι, η προοπτική συνάντησης σύντομα ήταν αδύνατη. Έτσι, για τα προσχήματα, την ρώτησε αν θα μπορούσε να της τηλεφωνεί κάπου-κάπου, κι Εκείνη είπε «ναι». Όταν τέλειωσαν, αυτή ανέβασε δύο ξένα τραγούδια και σημείωσε κάποιους στίχους τους. «Έλα, πάρε με από εδώ και ταξίδεψέ με μακριά… Άρπαξέ με, κάψε με σαν φωτιά, σαν τρελή οδήγησέ με…» Η απόλυτη συντριβή του. Ήξερε ότι δεν ήταν για εκείνον. Έτσι ονειρευόταν αυτή τον έρωτα, τη στιγμή που την είχε σοκάρει το απλό, τρυφερό φιλί του…

Δεν δυσκολεύτηκε να τον διώξει από τη ζωή της, κι αυτός δεν τη δυσκόλεψε με τη στάση του. Ύστερα από αρκετές μέρες την είδε στο παράθυρο συνομιλητών. Δεν του μίλησε, δεν του έστειλε τίποτα… Σε λίγο έβγαλε στον Τοίχο της «Χάνομαι… κι εσύ απλά κοιτάς…» Ένιωσε παράξενα. Ήξερε ότι κι Εκείνη έβλεπε πως ήταν διαθέσιμος για συνομιλία. Σκέφτηκε, προς στιγμήν, να σχολιάσει την κραυγή της, αλλά δεν το έκανε. Ήταν πια βέβαιος ότι δεν ήταν για αυτόν η κραυγή της βοήθειας. Ποιας βοήθειας δηλαδή…, μάλλον διασκέδαζε μαζί του με ένα τραγούδι της Πέγκυ Ζήνα, αλλά αυτός δεν το γνώριζε.

Ύστερα από λίγες μέρες ήταν που συναντηθήκαμε και πήγαμε για καφέ. Άνοιξε την καρδιά του και ζήτησε τη γνώμη μου. Τι να του έλεγα; Ότι μια γυναίκα με τα μισά του χρόνια δε θα τον αγαπούσε για τις ποιητικές ευαισθησίες του; Του πλήρωσα τον πικρό καφέ που ήπιε. Ένιωθε προδομένος από τα αισθήματά του, που τον έκαναν να πιστέψει ότι κι Εκείνη αισθανόταν το ίδιο γι’ αυτόν. Τότε του είπα ότι όχι απλά προδόθηκε, αλλά ότι βρέθηκε παγιδευμένος. Θέλησε να φέρει κάποια αντίρρηση.

«Μα περάσαμε τρεις ώρες μοναδικές…»

Γέλασα. «Ακόμα καίει η φωτιά μέσα σου; Αφού την ενόχλησε το φιλί σου, γιατί δεν στο είπε στην τρίωρη συζήτησή σας και φερόταν σαν να μη συνέβη τίποτα;»

«Γιατί;» ρώτησε και στα μάτια του έπαιζε μια μικρή λάμψη ελπίδας.

«Γιατί ήθελε να δει το κύρος σου σαν συγγραφέα. Κι εσύ θα της είπες την αλήθεια, βέβαια!»

«Μα δε θα μπορούσα ποτέ να της πω ψέματα… Δε φταίει Εκείνη, εγώ φταίω που βιάστηκα να πιστέψω αυτά που ήθελε η καρδιά μου», είπε αποσβολωμένος.

Δεν ήξερε ο φίλος ότι η παγίδα ήταν διπλή! Νομίζω ότι χωρίς να το θέλω, εγώ του έδωσα τη χαριστική βολή όταν του είπα πως δεν είχε παγιδευτεί μόνο από την καρδιά του, αλλά και από την εικόνα που είχε σχηματίσει Εκείνη γι’ αυτόν. Είναι σίγουρο ότι την συνάρπασε η προσωπικότητά του μέσα από την πολύωρη επικοινωνία τους. Αλλά όταν στη συνάντησή τους είδε και διαπίστωσε πως δεν είχε ούτε το αυτοκίνητο ενός επιτυχημένου Έλληνα μεσήλικα, ούτε την δόξα και την προβολή του συγγραφέα των ΜΜΕ, τότε γκρεμίστηκε όλη η μαγεία του στα μάτια της…

Του ξεκαθάρισα την κατάσταση: «Δεν είσαι πλούσιος, δεν είσαι διάσημος, ποιος νοιάζεται για τα φτωχά σου αισθήματα;»

Όταν το άκουσε, σηκώθηκε και έφυγε αργά-αργά μόνος του χωρίς να κοιτάξει πίσω...

ΒΑΛΗ ΤΣΙΡΩΝΗ /// ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Κολάζ : Aσημίνα  Ξηρογιάννη



Κατοικώ μες τις λεπίδες των κυπαρισσιών
Ετσι είπα, να θερίσω λέξεις…
Δεν μπορώ να ραγίσω το πέλαγο
Γεμίζω μόνο με επιείκεια το εύθραυστο…
Ο άνεμος κροταλίζει αναπνέοντας
Μασουλώντας τα κύματα στις χάλκινες ακτές..
Ιδού η ναρκωμένη παρησσία της ύπαρξης
Αποστεωμένη θάλασσα
Πλαγιάζει σε ένα αμπάρι νωθρότητας
Σαν λόγχη…
Θα ξεντυθεί τα στοιβαγμένα χαλίκια η μέρα
Σταθήκαμε τυχεροί
δεν υπάρχουν ανάκατες θάλασσες
υπογραμμισμένες αισθήσεις κυμάτων κομπιάζουν..
Αμοίραστες λεχώνες υπερβάσεων οι σκέψεις
ανελέητα απορημένοι παφλασμοί μεσα στις φούχτες μας..
Κι η βροχή σιγανη
με ρόδα όνειρα
νανούρισμα-καληνυχτα..


********


Αλητεύει η παλάμη στους καθρέφτες της πόλης…
Τι βαθιά η χειραψία της ησυχίας…
Ομίχλη στην πόλη οι άνθρωποι
γενναία σμήνη ακροάσεων στο τρύπιο φλασκί της αντοχής..
Στον αφαλό των δρόμων
εισιτήρια με αποτυπώματα χαμένων φίλων
φουσκώνουν τη ζύμη από τις ανάσες των πάρκων..
Μες το προζύμι των διαβάσεων
χαραγμένοι οι έρωτες
διαγράφουν οριζόντια τους δρόμους
τις διαχωριστικές των λεωφόρων καταργώντας..
Με υψωμένες ελπίδες ,στις αστραπές των τραμ
στα δρομολόγια των επιφάσεων
σε κάθε οδό
φαρδιές ομπρέλες οι λεμονιές
ανελέητα τσουλούφια ειλικρίνειας
χαράζουν συνοικίες περιφράσεων..
Και μια παρέα καθισμένη στους ήχους
στην έξοδο των γεμάτων λυγμούς δειλινών
στεγνώνει τους δράκους της πόλης ..
Αναλυτικά περιφέροντας τη ζωή
παράλληλα στα σχηματισμένα ηφαίστεια των λαμπτήρων
λιάζεται ο όρθρος της μέρας…
Χορτάτοι οδυρμοί τα σώματα
μες τα κελύφη των συνάξεων στις αγορές…
Στο μποτιλιάρισματων ονομάτων
μια αθώωση μουσκεμένη μες την πόλη…
Εκείνο το «ενοικιάζεται» στους ήχους…

******

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ- ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

EΝΑΣ ΑΣΤΕΓΟΣ

Η αλήθεια ειναι πως σκοτώνει
αρκούδα αυτό το κρύο κι η Σταδίου κατεβάζει
φαρμάκι,αλλά θα βγει το βράδυ:θα έρθουν
τα σκυλιά.έχω ψαρέψει
από τον κάδο στην Ομήρου
δύο χάμπουργκερ μισά,
θα τα φάνε,θα ζαρώσουν εδώ δίπλα,
θα ζεσταθούν,θα ζεσταθώ.
Ε,όχι να πεθάνω από την αθλιότητά τους
πριν πεθάνω από το κρύο!
Δεν πάνε.ας πάνε σπίτια τους,
ας τσακωθούν
με τις γυναίκες τους για τα παιδιά
και με τα παιδιά για το σχολείο,
ας δουν στην τηλεόραση
να τους βρίζουν,ας φάνε μέχρι σκασμού,
ας χαμηλώσουν την θέρμανση
πριν πάνε στο κρεβάτι κι ας πεθάνουν
από βλακεία πριν πεθάνουν από τη ζέστη.
Εγώ θα είμαι εδώ και θα ονειρεύομαι
τις απογευματινές εφημερίδες:
Υπουργός πέθανε από τη ζέστη,
εν μέσω πολικού ψύχους!

Ε,πως!Αυτό το κρύο είναι δικό μου,
περάσαμε πολλά μαζί.
Δεν με πειράζει.

*************

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Δηλητηρίασαν τον Μεγαλέξανδρο,
σταύρωσαν το Χριστό,
άλωσαν την Κωνσταντινούπολη,
αποκήρυξαν γραπτά την Επανάσταση του Γένους,
έβαλαν στη φυλακή τον Κολοκοτρώνη,
ευνούχισαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο,
δολοφόνησαν τον Καποδίστρια,
έβαλαν τους κομμουνιστές να κάνουν
αντάρτικο,πληρώνουν τους αναρχικούς
να σπάζουν τζάμια και να καίνε
κάδους στην Αθήνα,κατέστρεψαν
τα υποβρύχια που αγόρασε το Ναυτικό μας,
εξευτέλισαν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
στην τελευταία επέτειο της 28ης Οκτωβρίου,
έβαλαν φωτιά επανειλημμένως
σε βιβλιοπωλεία Ελλήνων πατριωτών,
επινόησαν την απάτη του πανε πιστημιακού ασύλου
για να καταστρέψουν το ελληνικό πνεύμα,
κατέκλεψαν το κράτος για να ενοχοποιήσουν
τους πολιτικούς μας,διέβρωσαν τα πάντα,
δεν κόβουν αποδείξεις,αρνούνται να πληρώσουν
τους φόρους,διαπλέκονται και γενικώς
κάνουν τα πάντα για να αφανίσουν
το Γένος των Ελλήνων.
Ετσι ήταν πάντα οι Τούρκοι.
Ως άνδρας του ένδοξου ελληνικου
Λιμενικού Σώματος δηλώνω κατηγορηματικά
πως σέβομαι τις διατάξεις
της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
που απαγορεύουν τα βασανιστήρια και πως
δεν θα τις παραβίαζα ποτέ.Εξάλλου εγώ
δεν έχωσα το γκλομπ εκεί που ισχυρίζεστε
για να τον βασανίσω,
αλλά για να τον τιμωρήσω.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

NΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ-ΠΟΙΗΣΗ

Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος

Ποτέ στ΄αλήθεια δεν το΄μαθα
τί είναι τα ποιήματα
Είναι πληγώματα
ειν΄ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;

Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τί είναι τα ποιήματα;
Eίν΄εκδορές απλά γδαρσίματα;
Eίναι σκαψίματα;
Eϊναι ιώδιο;Eίναι φάρμακα;
Eίναι γάζες επίδεσμοι
παρηγοριά ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

*****
ΗΧΗΡΟ

Σύρματα τιμημένα της ζωής μου
οπού με ζώνετε τόσα χρόνια
σκλάβος ανέβηκα ως τ΄αστέρια
τη ζωωδία των ανθρώπων έχοντας ακυρώσει
μέσ΄στην ορμή για ποίηση
μέσ΄στην ορμή για έρωτα
σύρματα της ζωής μου.

*******

ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΕΙΣ ΥΨΟΣ

Ευτύχησα μόνος μου.
Χωρίς ιερότητα χωρίς υγεία.
Μερίζοντας τρόμους
ανώφελα μεγάλα κομμάτια
σήμερα πεθαίνω
αύριο πεθαόινω
Στον άγιο αριθμό των ανέργων
είμαι πάντοτε μέσα.
Διεθνής κι ακάθεχτος
υποφέρομαι
στη θρησκεία του σκούληκα.
Επώνυμο:Πλήρης.

********


♥
Νίκος Καρούζος

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε α'ι'τό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα...
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.

Κάτι παλιά χρωστούμενα του Ντίνου Λυρικού





  1. Τον είχαν σαπίσει στο ξύλο, αλλά αυτός τίποτα, άχνα δεν έβγαζε από το στόμα του.
    - «Πες ρε αρχίδι, ρε παλιόπουστα του κερατά, ποιοι άλλοι κοπρίτες ήταν μαζί σου;»
    Κουβέντα ο Μητράρας, τους άκουγε και μια ανέκφραστη λύπη, ανάμεικτη με οργή ζωγραφιζόταν στα μάτια του, γεγονός που τον έκανε να αποφεύγει να τους κοιτάζει κατάματα αφού διακρίνονταν ανάγλυφα στο βλέμμα του η περιφρόνηση που ένιωθε, πράγμα που τους ερέθισε, με αποτέλεσμα να τον κτυπάνε ακόμη πιο δυνατά. Για πρώτη φορά στη ζωή του συνειδητοποίησε τότε πως οι θρασύδειλοι, όταν δεν τους φοβάσαι, ταράζονται και αυτό τους κάνει ακόμη πιο επιθετικούς.
    - «Θα υπογράψεις ρε;», φώναζαν μέσα στο αυτί του και οι μπουνιές έσκαγαν με γδούπο στο πρόσωπο, στο σώμα του και ιδιαίτερα στη ψυχή του.
    Τη νύχτα, αποκαμωμένος πια απ’ το ξύλο, αναρωτιόταν αν είναι το μοίρασμα της ενοχής που κάνει τόσους πολλούς να βασανίζουν κάποιον τόσο πολύ και μάλιστα έναν δεμένο πισθάγκωνα.

    Την επόμενη μέρα μπήκαν στο κελί και το μπουνίδι άρχισε με την επίδειξη ενός χαρτιού που του ζήταγαν να υπογράψει.
    - «Σήμερα ή υπογράφεις παλιόπουστα ή πεθαίνεις», είπε αυτός που φέρονταν ως αρχηγός της μικρής ομάδας των “καλών παιδιών”. Τα μάτια του είχαν πρηστεί, δεν έβλεπε ούτε δέκα πόντους μπροστά του.
    - «Θα υπογράψω», ψέλλισε ξαφνιάζοντάς τους, «δώστε μου το στυλό».
    Μια παγερή σιωπή σκέπασε το μικρό κελί. Ούτε οι ίδιοι μπορούσαν να πιστέψουν στα αυτιά τους αυτό που μόλις είχαν ακούσει. Ο “αρχηγός” επειδή του άλλαζε τους όρους της δρομολογημένης ανάκρισης και οι άλλοι επειδή τους χάλαγε το προγραμματισμένο πάρτι ξυλοδαρμού.
    - «Κιότεψες παλίοπουστα, ε;» ακούστηκε η φωνή του αρχηγού, «φέρτε ένα στυλό ρε», συμπλήρωσε φωναχτά.
    Τόσο απρόσμενη τους φαίνονταν αυτή η κατάληξη που ούτε στυλό δεν είχαν φροντίσει νάχουν μαζί τους. Του έπιασαν το χέρι και το τοποθέτησαν πάνω στο χαρτί. Εκείνος έβαλε με κόπο κάτι σαν τζίφρα στη κάτω άκρη του χαρτιού και τις σκαπουλάρισε κείνη την ημέρα με μια κλωτσά μόνο στο στήθος. Έπεσε αναίσθητος.

    Ένα χρόνο μετά, μπροστά στον πρόεδρο του στρατοδικείου με την παλάμη πάνω στο ευαγγέλιο, έλεγε «Ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια…».
    - «Τί έχεις να απολογηθείς κατηγορούμενε;» ρώτησε ο πρόεδρος του δικαστηρίου.
    - «Όλα είναι ψέματα κύριε πρόεδρε», απάντησε με παρρησία εκείνος.
    - «Μα πώς είναι ψέματα;» επανήλθε ο πρόεδρος, «εδώ έχει την υπογραφή σου».
    - «Ποια υπογραφή μου, για κοιτάξτε καλά κύριε πρόεδρε», απάντησε ο Μητσάρας.
    Φέρνει ο πρόεδρος το έγγραφο (το χαρτί) μπροστά στα χοντρά του γυαλιά και διακρίνει έκπληκτος ότι στο μέρος της υπογραφής ήταν γραμμένη η φράση “Όλα Ψέματα”. Γυρίζει προς τον κύριο μάρτυρα κατηγορίας, τον “αρχηγό”, που παρίστατο στη δίκη και του λέει: «Τί είναι αυτό κύριε υπομοίραρχε;»
    Ο τελευταίος, σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, κοίταζε μία τον κατηγορούμενο, μία τον πρόεδρο και μία χαρτί. Κάγκελο!
    Ο Μητσάρας αγέρωχος με ένα αδιόρατο ειρωνικό μειδίαμα στα χείλη και τη λύπη να μην μπορεί να αποφασίσει μεταξύ θλίψης και συγκαλυμμένης οργής, απευθυνόμενος στον υπομοίραρχο-μάρτυρα που τα είχε χαμένα, τον ρωτάει «…δεν θα απαντήσεις κυρ υπομοίραρχε;»
    - «Μην παραφέρεστε, κατηγορούμενε», τον επανέφερε ο στρατοδίκης εισαγγελέας. Χαμογελώντας αμήχανα δε, έγειρε το μέτωπό του στον πρόεδρο του δικαστηρίου και κάτι του ψιθύρισε στο αυτί. Το λόγο πήρε ευθύς αμέσως ο πρόεδρος.
    - «Το δικαστήριο απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες και του επιβάλλει να παρουσιάζεται κάθε πρώτη και δεκάτη έκτη του μηνός στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς του. Λύεται η συνεδρίασις», ανακοίνωσε με λύπη, ενώ το «γκουπ» από το ξύλινο σφυρί ακούστηκε άψυχο αυτή τη φορά, σαν επιστέγασμα μιας παρωδίας που η έλλειψη χιούμορ την έκανε απελπιστικά θλιβερή.

    Αποχωρώντας ο Μητσάρας, υπό φρούρηση και με τις χειροπέδες ακόμα, στάθηκε μπροστά στον αποσβολωμένο βασανιστή, τον “αρχηγό”, τον κύριο υπομοίραρχο και σουφρώνοντας τα χείλη σαν ήθελε να του δώσει ένα φιλί στη μούρη, τον ρώτησε χαμογελαστά «…λοιπόν, κυρ υπομοίραρχε;»
    - «Έξυπνο, αλλά δεν τελειώσαμε ακόμα παλιόπουστα» του απαντάει εκείνος χαιρέκακα.
    - «Ναι! Ελπίζω να ξαναβρεθούμε, δεν ξέρεις πως θα το χαρώ», ανταπάντησε ο Μητσάρας.

    Πέρασαν δώδεκα χρόνια έκτοτε, ίσως και παραπάνω. Μεταπολίτευση, δημοκρατία και άλλα αχτένιστα και κατσαρά. Ήταν Πάσχα. Ο Μητσάρας πίσω από τον πάγκο του χασάπη έκοβε παϊδάκια. Ξαφνικά το χέρι που κράταγε τη χατζάρα σαν αμείλικτη ρομφαία έμεινε μετέωρο στη θέα ενός μεσόκοπου πελάτη που φόραγε ένα παλιό κουστούμι και μια κακοδεμένη αταίριαστη γραβάτα στο λαιμό και που, με σιχασιάρικο τρόπο, σαν να ακουμπάει μίασμα, διάλεγε τα καλύτερα κομμάτια κρέατος από τον πάγκο του Μητσάρα.
    - «Είναι φρέσκο;» τον ρωτάει.
    - «Φρεσκότατο, όπως η μνήμη μου», του απαντάει ο Μητσάρας.
    - «Και ντόπιο;» ξαναρωτά αυτός.
    - «Καμάρι της “πατρίς” κι αυτό σαν κι εσένανε κυρ υπομοίραρχε μου» του απαντάει ο Μητσάρας.
    Ακούγοντας το “υπομοίραρχε” ο πελάτης έστρεψε με απορία το βλέμμα του στο πρόσωπο του Μητσάρα.
    - «Δεν με θυμάσαι;» τον ρώτησε ο Μητσάρας και πλησίασε τη μούρη του κοντά, κρατώντας ακόμα στο χέρι του τη μεγάλη χαντζάρα.
    - «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε, προσπαθώντας να θυμηθεί ο υπομοίραρχος.
    - «Σκύψε να σου πω στο αυτί το μυστικό για το καλό κρέας», συνέχισε ο Μητσάρας και στο πρόσωπό του κόχλαζε η εκδίκηση.
    Εύπιστα και αφελώς ο τέως υπομοίραρχος και νυν πελάτης έσκυψε προς τον πάγκο και τότε ο Μητσάρας με μια κίνηση τον αρπάζει από τη γραβάτα και τον φέρνει σούρνοντας πάνω στο κούτσουρο.
    - «Είμαι ο παλιόπουστας» του λέει, «δεν με θυμάσαι;» και με μια κίνηση απόλυτης ακρίβειας του γραπώνει τον καρπό, σα να χούφτωνε μπούτι χοιρινό για να το πετσοκόψει και, σηκώνοντας τη χαντζάρα ψηλά, τη κατέβασε με δύναμη ένα χιλιοστό μακριά από τα απελπισμένα δάκτυλα του πελάτη, του υπομοίραρχου, του “αρχηγού” που εντωμεταξύ σε κλάσματα του δευτερολέπτου είχε θυμηθεί τα πάντα και ήδη έτρεμε από το φόβο του.
    - «Μα σε παρακαλώ…», ψέλλισε, μυξοκλαίγοντας.
    - «Α, με παρακαλάς τώρα, ε;», απάντησε ατάκα ο Μητσάρας, εν μέσω συναδέλφων χασάπηδων που παρακολουθούσαν το συμβάν χωρίς (ούτε κατά διάνοια) να τολμήσουν να παρέμβουν.
    Έπειτα, αφήνοντας τη χαντζάρα καρφωμένη στο κούτσουρο να συμβολίζει μια διαθέσιμη απειλή, σήκωσε τον πελάτη από τον πάγκο, τον ίσιωσε, τον καθάρισε από τα αίματα των κρεάτων, έπιασε μια χασαπόκολα, τη γέμισε με τα παϊδάκια, αυτά που είχε διαλέξει ο υπομοίραρχος και, γυρίζοντας προς το μέρος του, βγάζει από το θηκάρι του το μικρό κοφτερό μαχαίρι και με μια απότομη κίνηση του κόβει τη γραβάτα, σύρριζα στο λαιμό. Την τεντώνει, την απλώνει νευρικά γύρω από την κόλα με τα παϊδάκια και τη δένει φιόγκο.
    - «Με θυμήθηκες λοιπόν κύριε υπομοίραρχε, ε;», επισήμανε, ρωτώντας καθώς το μάτι του γυάλιζε εφιάλτες. «Στο είχα πει πως θα ξαναβρεθούμε».
    - «Ναι, ναι, ναι!... Θυμήθηκα… συγνώμη…», συνέχισε να ψελλίζει αυτός.
    - «Μπράβο καμάρι της πατρίς. Αυτό το πακέτο κρέας είναι δώρο από μένα να το κάνεις ψητό στο φούρνο. Άντε τώρα να σκουπίσεις τα σκατά σου και καλή ανάσταση», συμπλήρωσε, χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο, σπρώχνοντάς προς την έξοδο του κρεοπωλείου.

    - «Τί έγινε ρε Μήτσο; τί ήταν αυτός;» τον ρώτησε ο συνέταιρός του, ο Κώστας.
    - «Κάτι παλιά χρωστούμενα.., μη δίνεις σημασία», απάντησε ο Μητσάρας. «Άντε να δουλέψουμε τώρα, να βγάλουμε και κάνα φράγκο, μέρες που είναι. Ξεχρεώσαμε Κώστα, πάει κι αυτό!».
    Επιστρέφοντας πίσω από το πάγκο του, σαν να μη είχε προηγηθεί τίποτα και με την ικανοποίηση να αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, αλλά και με φωνή δόκιμου ντελάλη άρχισε φωνάζει: «Έσπασε η πατρίς σήμερα κύριοι! Περάστε, τζάμπα τα δίνουμε, τσάμπα! Έσπασεεε… άντε και καλή ανάσταση!».

    Ανήμερα του Πάσχα ο Μητσάρας με το αρνί στη σούβλα μισοφαγωμένο, το κοκορέτσι και τη γαρδουμπά (που κρατούσε πάντα για το τελευταίο κρασί), χόρεψε μερακλωμένος ζεμπέκικο στην πίσω αυλή του σπιτιού, σπάζοντας πιάτα στο κεφάλι του, λεβέντικα και επιδεικτικά όπως έκανε πάντα όταν μεράκλωνε. Μόνο που αυτή τη φορά, ασυνήθιστο γι αυτόν, μέθυσε και άρχισε ξαφνικά να κλαίει γοερά, επαναλαμβάνοντας μονότονα και πνιγμένος σε λυγμούς «έ, όχι και παλιόπουστας ρε παιδιά… εγώ; ο Μητσάρας με το όνομα… είναι άδικο ρε, έγκλημα είναι…»._

Ν.Λ.

[Αφιερωμένο στον Περικλή Κοροβέση, στο Χρήστο Μίσιο και στον πατέρα μου]



Τσιγάρα βερεσέ...του Αλεξη Καζαντζίδη

Μια ζωή ίσα βάρκα-ίσα νερά στα οικονομικά του ο κ. Σπύρος, αλλά στα μάτια του κόσμου γύρω του: «ευκατάστατος» καθ' ότι όπως έλεγε η μάνα του η Λάκαινα «ας με λένε Βοϊβοντίνα κι ας πεθαίνω από την πείνα». Της ίδιας σχολής λοιπόν και ο κ. Σπύρος, πάντα αξιοπρεπής και στην τρίχα περπάτησε στον βίο του καθαρός και λουσμένος, ώστε αν τον βρει η στραβή να μη ρεζιλευθεί, αλλά ωραίος ως Ελλην «απιέναι».

Ωσπου, συνταξιούχο πλέον, τον κ. Σπύρο τον μπάταρε (και) αυτή η κυβέρνηση! Περικοπές από 'δώ, φόροι από 'κεί, τέλη, έκτακτες εισφορές, καπάκι νέοι φόροι, κλονίσθηκε ο κ. Σπύρος.

Βεβαίως δεν ήταν η πρώτη του, δεν ήταν άμαθος, στην πιάτσα (εργαζόμενος) από φοιτητής κι ύστερα στην αγορά ιδιωτικός υπάλληλος, κι άλλες φορές στο παρελθόν είχε ζορισθεί ο κ. Σπύρος, αλλά πάντα καβαντζάριζε, έκανε τα κουμάντα του, υπήρχε προοπτική, ξεκεφάλωνε.

Τώρα ο κ. Σπύρος δεν βλέπει αλλά και δεν έχει καμιά προοπτική. Οι απώλειες που υφίσταται είναι τελεσίδικες και το αργό πετσόκομμα στο οποίο υποβάλλεται ατελείωτο. Κι επί πλέον -το χειρότερο- ες μάτην! Ο κ. Σπύρος αισθάνεται και πια γνωρίζει ότι το υστέρημά του δεν συμβάλλει στο κοινό καλό και στην ανόρθωση της πατρίδας, αλλά ότι υπεξαιρείται από τους ίδιους χρυσοκάνθαρους που συνεχίζουν να πλουτίζουν, ενώ συνεχίζουν επίσης να οδηγούν στην πτώχευση τα πάντα, και τους ανθρώπους και τα πράγματα, της πολιτείας τα πράγματα.

Σύννους ο κ. Σπύρος. Κατηφής. Κι ίσως για πρώτη φορά απόμακρος απ' τη χαρά της ζωής -ενίοτε τρίζει τα δόντια του- «για έναν μαλάκα ρε γαμώτο» συχνά μονολογεί.

Ο κ. Σπύρος για πρώτη φορά στη ζωή του, στα 65 του ψώνισε τσιγάρα βερεσέ από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς του στα Σεπόλια. Δανεικά από φίλους δεν υπήρχαν πια να πάρει -δάνεισαν όλοι ο ένας τον άλλον οι φίλοι ό,τι είχαν και δεν είχαν- δεν είχαν πλέον, στον άσσο ο κ. Σπύρος, έκανε την ανάγκη για το τσιγάρο μισή ντροπή δική του μισή του ψιλικατζή, ζήτησε απ' τον κ. Γιώργο τον Αλβανό, δυο πακέτα Μάλμπορω βερεσέ, «αμέσως, γκύριε Σμπύρο», του είπε ο κ. Γιώργος, του έδωσε τα τσιγάρα κι άνοιξε ένα μαύρο μακρουλό τεφτέρι όπου τα έγραψε (εις άπταιστον αλβανική, υποθέτω, «γκυριος Σμπυρος, Μαλμπορο δύο»).

Την επομένη και τη μεθεπομένη ο κ. Σπύρος πλήρωσε τα δύο πρώτα πακέτα, αλλά πήρε βερεσέ τα επόμενα -ώσπου προς το τέλος της βδομάδας με τα πακέτα πια στα οκτώ, λέει ο κ. Γιώργος ο ψιλικατζής στον κ. Σπύρο τον νεόπτωχο:

«Ομως, γκυρίε Σμπύρο, θα τα πληρώσεις τα τσιγάρα στο τέλος, ε;»...

Εως θανάτου η θλίψη του κ. Σπύρου...

ENA ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΠΥΡΟΒΟΛΑΚΗ

Φαντάσου


Φαντάσου.

Μια πεταλούδα από σκοτάδι

θανατωμένη με αψέντι και τριαντάφυλλα,

καρφιτσωμένη στην καρδιά σου από έναστρες σιωπές.

Στο Κιλιμάντζαρο στήσαμε τις παντιέρες των ονείρων.

Δείξαμε σε ήλιους με Αλτσχάιμερ , πως να ανατέλλουν.

Στου δέρματος την αυτοκρατορία η αφή βγήκε απόψε με το βραδινό σου άρωμα,

για να θυμάμαι,

τον κεραυνό που κέρναγαν τα δυο σου χείλη,

τα ολοκαυτώματα της ευτυχίας,

το κάτι που απομένει πίσω σαν πεθαίνουν οι πυροτεχνουργοί

Χαλάσματα συναισθημάτων.

και το γαλάζιο σου μακό που αρπάξανε οι ουρανοί.

Θα τους πεθάνω με του σπαραγμού μου τη βροχή.

Φαντάσου.

Να εκδικούμαι ένα χελιδόνι.

Μίας φυγής το φτεροκόπημα.

Τέλος.

Μια λέξη που αγαπά η λησμονιά.

Φαντάσου σημαίες να ανεμίζουν πάνω από τη σαβάνα.