Translate

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ //// ΠΟΙΗΜΑΤΑ



                                                                                     
Αναλλοίωτα



Στις άλλες μνήμες
όσες θέλει ας δίνει η φαντασία παραλλαγές :

Στο άφρισμα της θάλασσας
που αγγίζουν τα δάχτυλα των ίσκιων
οδοιπορώντας πάνω στα πλήκτρα των ωρών
ή σε μια πιο σκούρα απόχρωση
που παίρνει ο ουρανός τη νύχτα
καθώς βαθαίνει στον ορίζοντα

Αλλά σ’εκείνη την εικόνα
που χάιδεψαν τα μάτια μου,
σ’εκείνη τη στιγμή
που μένει ακίνητη στα χείλη μου,
η φαντασία τίποτα δεν έχει να προσθέσει




  ******


  ******

                                                                           
 Η Κωμωδία του Ποιητή 


Ηρεμήστε!
Έχετέ μου εμπιστοσύνη
Σήμερα θα γράψω κωμωδία

κι εσύ, καλέ μου αναγνώστη,
κτύπα το ταμπούρλο!

«Να γράψεις κωμωδία;
Μα, είσαι υποχείριο του πόνου!
Δεν ξέρεις πια τι λες
ούτε τι κάνεις!
Είσαι ποιητής εσύ;
Εσύ δεν είσαι παρά ένας παλιάτσος,
βάλε λοιπόν το κοστούμι σου
κι αλεύρωσε το πρόσωπό σου»

Κι όμως, καλέ μου τυμπανιστή,
ας βάλω τα δυνατά μου·

τους σπασμούς και τους λυγμούς
θα κάνω μια αστεία γκριμάτσα

τον στεναγμό και τον πόνο,
χαμόγελο

τις θλιβερές κραυγές,
γέλιο σαρκαστικό

κι όλοι θα χειροκροτήσουν!
«Γέλα – Γέλα παλιάτσε,
γέλα για την πίκρα
που σου μαχαιρώνει την καρδιά…»

Ηρεμήστε!
Σκιά ήταν, ξεθωριασμένη,
κωμωδίας γέννημα
Έχετέ μου εμπιστοσύνη
Ο παλιάτσος δεν θα ξαναφανεί!



  ******


Νύχτα 

Η νύχτα σηκώνεται
μέσ’απ’τους ολάνοιχτους πόρους των τοίχων
και τα κλειστά παράθυρα
Μέσ’απ’τα κιτάπια των μυαλών
Την περιμένουν
Ανάβουν μάτια τα φώτα στους στύλους, τυφλά
Κι ανοίγουν μάτια τα μάτια
στα πρόσωπα για να τη δουν



Biblionet

«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;»







 

«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;»
                                                   

αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.
Nομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.
Στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν.


Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.

Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα».

Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή.

Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία».

Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα».

Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».

Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις» «ΖΩΗ»!
Η γιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη».

Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933:
Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου.

Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».
Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

Του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά.- πηγη: http://kikiri-kou.blogspot.com/2014/10/blog-post_33.html
και http://foroline.gr/archives/9139
Δείτε και εδώ:http://foroline.gr/archives/category/glossika 

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ /// 23 ΜΕΡΕΣ /// ΠΡΟΒΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ 'ΕΡΓΟΥ




Ασημίνα Ξηρογιάννη: «23 ΜΕΡΕΣ», εκδ. Γαβριηλίδης
      

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

                     

 «Συχνά με ερεθίζουν οι  άλλες  λέξεις. Κείμενα άλλων  που διαβάζω και μου μιλάνε  δημιουργούν μια διάθεση μέσα  μου που μπορεί  να αποτελέσει  τον οδηγό  για τη δική μου γραφή…γίνεται μια μυστική  γοητευτική ζύμωση»
   
             

Ζύμωση. Λέξη κομβικής σημασίας  για την κατανόηση του πνεύματος  και  της   τεχνικής  σύνθεσης  αυτού του  βιβλίου. Χαμαιλεοντική συγγραφική  παρουσία  η  Ασημίνα  Ξηρογιάννη  «ζυμώνει» εδώ το κείμενό της μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει σε μία προσφιλή καλλιτεχνική της δραστηριότητα, στο κολλάζ. Τοποθετεί δηλαδή  ετερόκλητα στοιχεία, τα οποία ζυμώνονται με μία διαδικασία αργή και υπόγεια, για να παραγάγουν στο τέλος το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι, αριθμοί, σημεία στίξης, τίτλοι έργων, φράσεις, ονόματα προσώπων, διάλογοι, αποσπάσματα από έργα άλλων ποιητών, με λίγα λόγια διακειμενικά και περικειμενικά στοιχεία διεκδικούν με σθένος την παρουσία  τους μέσα στο  ποιητικό  γίγνεσθαι.
Ταυτόχρονα ανοίγεται ένα πεδίο διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών αλλά  παραλλήλως συγγενικών  μορφών της τέχνης. Ποίηση, ζωγραφική, κινηματογράφος, θέατρο, πεζογραφία, συναντώνται  εδώ, όχι μόνο για προβληθεί ποικιλότροπα η ιδέα, αλλά κυρίως για να καταδειχθεί η καταλυτική επίδραση του ενός πεδίου έκφρασης πάνω στο άλλο. Αυτό το σκοπό εξυπηρετούν για παράδειγμα οι εικαστικές αναφορές [«Πάνω από το κρεβάτι που τους φιλοξενούσε υπάρχει  ο πίνακας του Μουνκ: το  φιλί» ] ή η θεατρική  επίγευση   που αφήνει  σε  αρκετά  σημεία   η  ανάγνωση.
Γεγονός είναι πάντως ότι ο περικειμενικός χώρος δεν αποτελεί  απλώς ένα σημείο αναφοράς, μια αφορμή για την εκκίνηση της έμπνευσης. Έχει μεν τη δική του αυτόνομη ζωή-παρουσία, συγχρόνως όμως νοηματοδοτεί, σχολιάζει, συμπληρώνει, ανατέμνει, «ανα-γιγνώσκει» ή και  υπονομεύει το καθαυτό κείμενο. Μοιάζει περισσότερο με ένα πεδίο βολικό, γνώριμο, χαρτογραφημένο, που βοηθά την ποιητική φωνή να εκμαιεύσει το αχαρτογράφητο. Ή αλλιώς το περικειμενικό πλαίσιο  λειτουργεί ως ένα κάτοπτρο μέσα στο οποίο  η ποιητική φωνή αντικειμενοποιεί τις εσωτερικές της συλλήψεις, για να μπορέσει έπειτα ξανά, και με το άλλοθι της συνομιλίας με άλλες  συμπάσχουσες, ποιητικές  φωνές, να δώσει  στο αντικείμενό της την κατάλληλη  καλλιτεχνική-αισθητική μορφή.
Κι όλο αυτό το παιχνίδι της ανακάλυψης του αδοκίμαστου μέσα από  το δοκιμασμένο μεταφέρεται στο χαρτί μέσα από την αξιοποίηση  των συμβάσεων του θεατρικού  λόγου. Τέτοια συμβατικά στοιχεία  είναι  για  παράδειγμα  οι σκηνικές  οδηγίες πριν από την εκφορά του λόγου του πρωταγωνιστικού προσώπου, η ύπαρξη του προσώπου αυτού, καθώς και ενός βωβού συμπρωταγωνιστή, η εσωτερική- κατά κύριο λόγο – δράση, η οριοθέτηση  της δράσης αυτής μέσα σε συγκεκριμένα χωρικά και χρονικά πλαίσια, ο σκηνοθέτης-αφηγητής, ο οποίος  παρακολουθεί, θα έλεγε κανείς, συγχρονικά τα πρόσωπά του, για να τα καθοδηγήσει στην αμέσως επόμενη κίνησή τους και να τα περιβάλει έτσι με τη γοητεία  της ρευστότητας. Με  τη λογική αυτή, ακόμη και το ίδιο το κείμενο μπορεί να λειτουργεί ως ένας υποθετικός κόσμος, ως ένα σχεδίασμα, έτοιμο να ικανοποιήσει μια δυνατότητα ή να ανατραπεί. Γιατί  αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει εδώ την Ασημίνα Ξηρογιάννη ως συγγραφέα δεν είναι βεβαίως η σύλληψη της  τελειότητας (η οποία ούτως ή άλλως δεν υπάρχει), αλλά η αποτύπωση των αναστολών, των πιθανοτήτων, της πρώιμης παραγωγής ιδεών και μορφικών σχημάτων, των ζυμώσεων- να πάλι η λέξη κλειδί- του νου και της ευαισθησίας, των στίχων που θα μπορούσαν έναντι άλλων να λάβουν θέση μέσα στο ποίημα [«Δεν ξέρει  ακόμα αν θα είναι αυτή η τελική μορφή του  ποιήματος» / «άσκηση επί χάρτου»]
Στο τέλος παρόλο που επιτυγχάνεται ένα είδος ολοκλήρωσης της ποιητικής νουβέλας, το όλο εγχείρημα δίνει σκόπιμα την εντύπωση του ατελούς, του επιδεκτικού σε ανατροπές. Μερικές φορές πάλι  τα υποτιθέμενα  ποιήματα  φαίνονται  ως τεχνικές οδηγίες  εις εαυτόν για  τον τρόπο με τον οποίο  θα στηθεί το  «αληθινό ποίημα». Το περίεργο, ωστόσο, είναι ότι το «δυνάμει» ποίημα καταφέρνει να υπερβαίνει το πεδίο της δυνατότητας και να αποκτά, ας μου επιτραπεί ο όρος, «αισθητική αυτάρκεια». Σ’ αυτό το τελευταίο συμβάλλει ίσως καθοριστικά το γεγονός ότι η πράξη της συγγραφής περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο συστατικό της τη σκηνοθεσία. Έτσι, με τη σκηνοθετική παρέμβαση της συγγραφέως, οι λέξεις και οι στίχοι αποκτούν μια οπτική δυναμική, ικανή από μόνη της να τοποθετήσει τον αναγνώστη στη μεριά της ποίησης.
Επιπλέον, το έργο αποτελεί στην ουσία ένα λογοτεχνικό υβρίδιο, ένα  ζευγάρωμα ποίησης και  διηγηματογραφίας, κινούμενο με ισορροπία  ανάμεσα  στην αφαίρεση του ποιητικού λόγου και στη συμβατικότητα της αφήγησης, και η συγγραφέας μεριμνά τόσο για το ένα όσο και για το άλλο. Από τη μία, δηλαδή, φροντίζει για την ελλειπτικότητα του λόγου, κάτι που δικαιολογείται και από την ιδιότητα της ηρωίδας της (είναι ποιήτρια), από την άλλη μας υπενθυμίζει τόσο τη θεατρική όσο και την αφηγηματική λειτουργία του κειμένου της. Πάνω σε αυτό το πλαίσιο, ακολουθεί την τεχνική του σταδιακού φωτισμού των δεδομένων, βοηθώντας  τον αναγνώστη να λύσει τις απορίες του με έναν τρόπο καθαρά «δραματικό» και όχι  «στατικό». Το ξετύλιγμα της δράσης είναι με άλλα  λόγια αυτό που συμπληρώνει τα χαμένα κομμάτια στην αρχή της σύνθεσης.
Κυρίαρχο, τέλος, συναισθηματικό στοιχείο σε όλο το έργο είναι η κατάθλιψη. Η ηρωίδα είναι καταθλιπτική, «αγαπά  τις καταθλίψεις της» – την ίδια στιγμή κρατά αποστάσεις ασφαλείας με τα «σθεντόν» – συνομιλεί νοερά με καταθλιπτικές  ομοτέχνους της (Σύλβια Πλαθ), ελέγχει το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας και το εξιδανικεύει [«Και θα ’ναι αυτή, γράφει, μια στάση ηρωική»], επιλέγει να χρωματίσει τα κείμενά της με έναν ρομαντικό τόνο και καταδικάζει τον εαυτό της σε μία κατάσταση εγκλωβισμού. Από αυτή την ασφυξία γεννά τελικά τα ποιήματά της [«Αν πάλι κάποιος είναι μόνος του / ολομόναχος, κλεισμένος σε έναν τέτοιο μικρό χώρο/ για πολλές συνεχόμενες μέρες (23 ας πούμε)/ πάλι θα ασφυκτιά... από τη μοναξιά του ίσως./ Και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα»]
Περατώνοντας τη μικρή αυτή επίσκεψη στην ενδοχώρα του έργου, μπορεί να πει κανείς  ότι  οι «23 μέρες»  της  Ασημίνας  Ξηρογιάννη απομένουν στη συνείδηση του αναγνώστη ως μία πρόβα κατασκευής ενός  ποιητικού έργου που υποκαθιστά εν τέλει το ίδιο το έργο. Και χωρίς αμφιβολία, η διαρκής εντύπωση της δοκιμής καθίσταται σταδιακά απόλυτη βεβαιότητα για την ευόδωση της απόπειρας.

αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό :fractal



                                            
Ασημίνα Ξηρογιάννη


NEA KYKΛΟΦΟΡΙΑ /// ΕΠΟΧΗ ΑΦΗΣ





         

Κούλα Αδαλόγλου / Εποχή αφής / Σαιξπηρικόν 2016


Η Kούλα Αδαλόγλου γεννήθηκε στη Βέροια το 1953.
Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ειδικές σπουδές: Μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και Διδακτορικό στο Α.Π.Θ., στη Διδασκαλία της γλώσσας και στην Αξιολόγηση της γραφής.
Ζει στη Θεσσαλονίκη.
Διετέλεσε Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων (1998-2007) και Διευθύντρια του Καλλιτεχνικού Γυμνασίου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης (2007-2011).
Αποτελεί μέλος της συγγραφικής ομάδας των βιβλίων «Έκφραση /Έκθεση», που εισήγαγαν την επικοινωνιακή γλωσσική διδασκαλία στο Λύκειο.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ). Επίσης, μέλος του Κύκλου Ποιητών.
Κριτικά σημειώματά της για σύγχρονους λογοτέχνες έχουν δημοσιευτεί σε γνωστά περιοδικά.
Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, τελευταία η Οδυσσέας, τρόπον τινά, εκδ. Σαιξπηρικόν, και μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο Βγήκε ένας ήλιος χλωμός, Ταξιδευτής, 2012.



Έργα της ίδιας

Ποιήματα 

1982 Καταγραφές, Θεσσαλονίκη
1992 Στο μεταίχμιο, Θεσσαλονίκη
1996 Δύο ελεγείες και μία ωδή,
εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη
2001 Μαθητεία στην αναμονή,
εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη
2009 Διπλή άρθρωση,
εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα
2013 Οδυσσέας, τρόπον τινά,
εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη



Διηγήματα 

 
2012 Βγήκε ένας ήλιος χλωμός,
εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα



Συμμετοχή σε συλλογικό έργο

 
2009 Ποιήματα του 2008,
εκδ. Κοινωνία των δε(κάτων), Αθήνα
2014 Ποιήματα του 2013,
εκδ. Κοινωνία των δε(κάτων), Αθήνα



Μελέτη 

2007 Η γραπτή έκφραση των μαθητών, εκδ. Κέδρος, Αθήνα



[ Δείγμα γραφής ]

Φωνή Β΄ 

Κάθε βράδυ είναι εκεί και με κοιτάει.
Σαν να γνωριζόμαστε από πάντα.
Της προσφέρω το Tom Collins που πίνει και πλησιάζω
μου χαμογελάει όλο φως.

Τι ξέρει η αγάπη από το όμορφο;
Τι ξέρει από το διαφορετικό;
Γεμίσανε ταμπέλες τα ράφια, οι δρόμοι
γράφω με το δάχτυλο τη σκόνη τους
τις ξεκαρφώνω με τα νύχια τα χέρια μου σκίζονται
γκρεμίζομαι στο σπάσιμο της κατανόησης.

Έτσι το βίωσα, καιρό.
Σαν παροξυσμό.
Να επιθυμώ τώρα
ό,τι μελλοντικά ήταν αβέβαιο.
Το σκότωσα ένα βράδυ με τον τρόπο που ξέρω.
Έμεινα σαν ξεφουσκωμένο παιχνίδι
σαν κατεστραμμένη μαριονέτα –

φτάνουν οι παρομοιώσεις –
ένας άνθρωπος με ματαιωμένη προσδοκία.

Φέιγ βολάν
Λίγο πριν από το ύψος της Αριστοτέλους με Ερμού
έκανες αδιέξοδες τις κατευθύνσεις.
Άχνιζε η ζέστη
μηνύματα στο κινητό με καλούσαν στην ΕΡΤ.

Λίγο πριν από το ύψος της Ερμού
μετέωρες αποφάσεις.
Συλλαλητήριο για τους απολυμένους
εκατοντάδες μηνύματά μου φέιγ βολάν πεταμένα στους δρόμους
ζητούν τον λόγο από εκείνον που παρίστανε τον παραλήπτη.




 -------------------

Αιφνιδιασμός

 
Γιατί με αιφνιδίασες;
ούτε ένα σημάδι, κάτι που να δείχνει αλλαγή πορείας.
Ο αιφνιδιασμός είναι ένα ρίσκο.
Γιατί θεώρησες προβλέψιμη την αιφνιδιαζόμενη;
Ποιος ορίζει το πλαίσιο;


-----------------------------

Γ΄ 

Ετοίμασα ντοματόσουπα, από κουτί,
μόνο τη ροζέτα από κρέμα γάλακτος έφτιαξα μόνη μου
κι ας βουτήξουν ζεστά φρυγανισμένα ψωμάκια σε σως
αρωματικές
μήπως φιλήσει τον ουρανίσκο τους μια μακρινή ηδονή

                                                        




                                                                   






Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

ΣΤΗΛΗ : THE ARTMANIACS /// ΜΙΣΕΛ ΒΟΛΚΟΒΙΤΣ /// ΣΥΝOMIΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ


                                                     




Συνέντευξη στην ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ



-Κύριε Βόλκοβιτς, Θα σας πάω χρόνια πίσω και θα ρωτήσω πώς ξεκίνησαν όλα με τη μετάφραση, πρώτα ερεθίσματα, σπουδές και ενδεχόμενες επιρροές.


Είχα πάντα μια συγγένεια με τις ξένες γλώσσες, επειδή ένας παππούς μου ήταν Ρώσσος και ήμουν δίγλωσσος μέχρι 7 χρονών. Επίσης, πάντα ονειρευόμουν να γίνω συγγραφέας, αλλά δεν έβγαινε. Στην αρχή λοιπόν η μετάφραση υπήρξε ένα υποκατάστατο του γραψίματος, πριν μάθω να γράφω σιγά-σιγά χάρη σ΄ αυτήν.

-Το 1978 ήταν που αρχίσατε να μαθαίνετε ελληνικά, σωστά; – κάπου το διάβασα αυτό. Αγάπη για την Ελλάδα και ενδιαφέρον για το ένδοξο παρελθόν της να υποθέσω;


Μπα. Θαυμάζω τα αρχαία, αλλά χωρίς πάθος. Με τράβηξε αμέσως η σύγχρονη, η ζωντανή Ελλάδα. Αγάπησα τα νέα ελληνικά, τη νεοελληνική λογοτεχνία με τους θησαυρούς της, και τους ανθρώπους φυσικά, παρ΄όλο που — ή επειδή — είναι τόσο διαφορετικοί από μένα.

-Tί είδους βιβλία έχετε μεταφράσει από τα ελληνικά;


Απ’ όλα, συστηματικά. Πεζογραφία, ποίηση, θέατρο. Μου αρέσει η ποικιλία, με ξεκουράζει. Έχω μεταφράσει πολλά σύγχρονα έργα, επειδή τα κλασικά κείμενα, συνήθως, έχουν ήδη μεταφραστεί από άλλους. Προτιμώ τα δύσκολα, τα μη-εμπορικά. H μετάφραση του Χειμωνά, π.χ., ήτανε μια δυνατή εμπειρία. Περιφανεύομαι που έκανα γνωστά στην Γαλλία τρία σπουδαία βιβλία παραγνωρισμένα στην πατρίδα τους : την σπαρακτική Τζιοκόντα του Νίκου Κοκάντζη, τον γουστόζικο Θρύλο του Κωσταντή του Κώστα Χατζηαργύρη και το εντυπωσιακότατο Τι είδε η γυναίκα του Λοτ της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Ταυτόχρονα όμως, μου αρέσει να ασχοληθώ με καλά μπεστ-σέλλερς, σαν τα αστυνομικά του Πέτρου Μάρκαρη.

-Δώστε μου το δικό σας ορισμό για την Ποίηση.


Τρομακτική ερώτηση! Έχω ένα γαλλικό βιβλίο που συγκεντρώνει χίλιους ορισμούς για την ποίηση, από τους οποίους κανένας δεν είναι τελείως ικανοποιητικός. Ο Βαλερύ λέει ότι ο πεζός λόγος περπατάει ενώ ο ποιητικός χορεύει, και μου φαίνεται αρκετά σωστό, ώς ένα βαθμό. Θα έλεγα φυσικά ότι στην ποίηση ο λόγος είναι πιο πυκνός, η μουσικότητα είναι πιο φανερή. Υπάρχουν όμως κείμενα στο μεταίχμιο, και στο κάτω-κάτω δεν μ΄ ενδιαφέρει να κατατάξω κάθε βιβλίο σε μια ορισμένη κατηγορία. Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, στη μεταφραστική δουλειά δεν υπάρχει διαφορά. Πάντα έχεις να κάνεις με λέξεις και φράσεις, πάντα υπάρχει ρυθμός, παντα υπάρχουν παρηχήσεις, μια μουσικότητα πότε ολοφάνερη, πότε πιο διάχυτη. Για μένα, επίσης, κάθε κείμενο είναι προφορικό, θεατρικό λοιπόν. Διαβάζω, γράφω και μεταφράζω με το αυτί.

-Ποιητές ή λογοτέχνες γενικότερα, που θαυμάζετε και αγαπάτε;

Οι Γάλλοι θεοί μου είναι ο Προυστ και ο Φλωμπέρ. Στα έλληνικά, θα περιοριστώ στους νεκρούς, για ευνόητους λόγους. Λατρεύω τον Χατζή, τον Ταχτσή και τον Ιωάννου, αυτή τη γενιά. Με σφράγισαν αυτοί οι τρεις. Περιορίζομαι στην πεζογραφία επειδή στην ποίηση τα ονόματα θα ήταν πάρα πολλά.

-Έχετε επιχειρήσει o ίδιος να γράψετε ποίηση ή πεζογραφία;


Γράφω μόνο πεζογραφία, και κάτι στιχάκια πού και πού, για πλάκα αλλά και για άσκηση: μεταφράζω πάντα έμμετρα τα έμμετρα ποιήματα (Καββαδία, Καρυωτάκη, Γκανά, δημοτικά τραγούδια, ρεμπέτικα…). ΄Εχω δημοσιεύσει οχτώ προσωπικά βιβλία και γράφω τακτικά στην ιστοσελίδα μου. Το γράψιμο είναι προπόνηση για τη μετάφραση, και αντιστρόφως.  


-Tι άλλο σας αρέσει να κάνετε από το να μεταφράζετε ; Εκτός από τη Λογοτεχνία ποια άλλη τέχνη αγαπάτε;


Ήμουνα μαραθωνοδρόμος παλιά, κουτσοτρέχω ακόμη κάθε μέρα και πιστεύω ότι το τρέξιμο έχει κάποια σχέση με τη μετάφραση. Υπήρξα μουσικός ακόμα πιο παλιά, μα παράτησα την μουσική όταν κατάλαβα ότι την αγαπάω μεν, αλλά αυτή δεν μ΄ αγαπάει. Ήμουνα και λάτρης του κινηματογράφου, τώρα πια δύσκολα προλαβαίνω, αλλά η μουσική και ο κινηματογράφος δίδαξαν πολλά στον μελλοντικό μεταφραστή. Είμαι μουσικός των λέξεων. Όλες οι τέχνες, εδώ που τα λέμε, είναι αλληλένδετες και ρίχνουν φως η μία στην άλλη.


-Πιστεύετε στην Κριτική και τα Βραβεία;

Στην Ελλάδα δεν ξέρω, αλλά στην Γαλλία οι καλοί κριτικοί είναι λίγοι μεν, αλλά υπάρχουν. Χωρίς αυτούς τους ξεναγούς, θα χανόμασταν στον λαβύρινθο των βιβλιοπωλείων. Αν και προσωπικά, βασίζομαι περισσότερο στις συμβουλές ορισμένων φίλων.  Όσο για τα βραβεία, σε μας πολλά απ’ αυτά πάνε σε έργα που δεν αξίζουν, αλλά δεν πειράζει. Ας είναι κακό το βραβευμένο βιβλίο, ο φουκαράς ο συγγραφέας θα πάρει λίγο χαρτζιλίκι και ο εκδότης, αφού πωλήσει περισσότερα αντίτυπα, θα μπορέσει να εκδώσει ένα καλό βιβλίο. Και πρέπει να πω ότι στην Ελλάδα τουλάχιστον, όσο μπορώ να κρίνω, τα λογοτεχνικά βραβεία είναι εκπληκτικά αξιόπιστα! Γίνεται μια σοβαρή δουλειά σ’ αυτό τον τομέα, μπράβο σας.  


-Πολιτικοί και πολιτική;


Οι περισσότεροι πολιτικοί είναι για κλάματα και για πέταμα, το ξέρουμε. Γι΄ αυτό ακριβώς δεν πρέπει να τους αφήσουμε την πολιτική. Ο καλός πολίτης πρέπει να ενημερώνεται, να ψηφίζει οπωσδήποτε — αν και δεν ξέρει πια ποιον να ψηφίσει — κι ενδεχομένως να πάει σε διαδηλώσεις όταν χρειάζεται. Στην ουσία, κάθε πράξη μας είναι πολιτική. Το γράψιμο και η μετάφραση, π.χ., είναι άνταρση εναντίον αυτών που μας κυβερνάνε, εννοώ τους τραπεζίτες, τους βιομήχανους και τους υπηρέτες τους, με άλλα λόγια τους πολιτικούς.   

-Ποιούς έλληνες ποιητές έχετε μεταφράσει στα γαλλικά; Ποιούς θα θέλατε να μεταφράσετε στο μέλλον;


Έχω μεταφράσει μέχρι στιγμής 180 ποιητές, Έλληνες και Κύπριους, δηλαδή σχεδόν όλους τους πιο σημαντικούς. Προς το παρόν τα μεγάλα μου απωθημένα είναι δυο: ο Λειβαδίτης, του οποίου ο κληρονόμος δεν λέει να μου δώσει την άδεια, και ο Ελύτης. Θέλω να δημοσιεύσω Τα ρο του έρωτα και τα Ελεγεία της Οξώπετρας, αλλά η γυναίκα του μακαρίτη δεν μ’ αφήνει. Στις δυο περιπτώσεις, δεν καταλαβαίνω καν γιατί με σνομπάρουν αυτοί. 

-Πείτε μας για τον εκδοτικό οίκο που έχετε ιδρύσει και τα μέχρι τώρα βήματά του;


Έγινα εκδότης για να δημοσιεύσω μερικά έργα, από τα καλύτερα, που δεν τα θέλουνε οι άλλοι. Ξεκινήσαμε το 2013 η σύζυγος κι εγώ και τρία χρόνια μετά έχουμε 14 τίτλους στον κατάλογο. Αρχίσαμε με την ποίηση και βγάζουμε σιγά-σιγά μια ανθολογία των ελλήνων ποιητών του 21ου αιώνα σε 6 τόμους και 60 ποιητές. Έχουμε εκδώσει επίσης ποιήματα των Εμπειρίκου, Καρούζου, Βαγενά, Παμπούδη και Πρατικάκη, καθώς και ρεμπέτικα τραγούδια. Ταυτόχρονα αρχίζουμε και δημοσιεύουμε διηγήματα νέων συγγραφέων. Στο πρόγραμμα για το φθινόπωρο και για του χρόνου: Χατζής, Εμπειρίκος πάλι, Μαρκόπουλος, τραγούδια του Γκανά, τα ποιητικά άπαντα του Καβάφη και η αρχή μιας θεατρικής σειράς.  

-Λογοτεχνία και Διαδίκτυο;


Δεν έχω τίποτα εναντίον του Internet, και μάλιστα φροντίζω με πολύ κέφι το δικό μου site, www.volkovitch.com, για το οποίο γράφω πολλά και διάφορα κάθε μήνα. Είναι σαν περιοδικό μ’ έναν και μόνο συντάκτη. Συνεργάζομαι έπισης με τον εκδότη on line publie.net ο οποίος στεγάζει μια πολύ πλούσια ελληνική σειρά με τους Σαχτούρη, Λιοντάκη, Γκανά, Πασχάλη, Χάκκα, Ιωάννου, Μίσσιο, Ζατέλη… αλλά κανένας δεν πάει εκεί να μας διαβάσει. Δεν έπιασε ακόμη σε μας το ηλεκτρονικό βιβλίο. Οπότε, ζήτω το χαρτί!

-Αγαπημένοι σας μεταφραστές.


Τους αγαπάω όλους. Είμαστε μια συμπαθέστατη ομάδα, με σπάνιες εξαιρέσεις.

-Τί θα λέγατε σε έναν νέο μεταφραστή ως συμβουλή;


Θα διαβάζεις μετά μανίας, κάθε είδους βιβλία, κλασικά και σύγχρονα, καλά και κακά, όχι μόνο στην άλλη γλώσσα, αλλά και στη δικιά σου, προπαντός στη δικιά σου, επειδή εκεί κρίνεται το παιχνίδι. Θα ακούς μουσική, θα πας σινεμά. Θα γράφεις τα δικά σου, έστω και μόνο για το συρτάρι σου. Θα δουλεύεις ακούραστα, σκυλίσια. Είσαι αθλητής, μη το ξεχνάς, και χωρίς γερή προπόνηση δεν γίνεται τίποτα. 

-Eίναι η μετάφραση αναδημιουργία;


Είναι φόνος πάντα, και αναγέννηση καμιά φορά…

-Θεός;


Ο Θεός δεν μ΄ αγάπησε αρκετά ώστε να κάνει να πιστέψω σ’ αυτόν. Ούτως ή άλλως, δεν τον συμπαθώ. Έχω μια αδυναμία στους αρχαίους θεούς, που είναι πολύ πιο ανθρώπινοι και δεν έχουν αίμα στα χέρια τους.

-Έρχεστε συχνά στην  Ελλάδα;


Μια φορά το χρόνο.

-Ti  μεταφράζετε τώρα;


Ποιήματα του Καρυωτάκη και του Μαρκόπουλου, διηγήματα των Παπαμάρκου, Καβανόζη και Κουφάκη.   

-Tί ελπίζετε, τί ονειρεύεστε; 


Ζητάω μερικά χρόνια υγείας ακόμη για να πετύχω το σκοπό μου: να εκδώσω 50 βιβλία στο Miel des anges. Και για να δω την Ελλάδα σε καλύτερη κατάσταση επιτέλους.

Αναδημοσίευση από:  fractal

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ


                                                                                 


(10/8) Ποιητικό Ανθολόγιο της εφημερίδας '' η Αυγή''

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

23 ΜΕΡΕΣ /// ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /// ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2015 ///Μια ποιητική πρόταση μέσα σε μια απρόσμενα πολυδιάστατη φόρμα/// ΓΡΑΦΕΙ Η ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ







23 μέρες



Ασημίνα Ξηρογιάννη

Γαβριηλίδης, 2015
41 σελ.








********





Πώς γράφονται αλήθεια τα ποιήματα; Πώς βρίσκει ο στίχος το νήμα, πώς αιχμαλωτίζει τη στιγμή; Ποια η αρχή της δημιουργίας; Θα μπορούσε να γραφεί λόγος δοκιμιακός στο θέμα αυτό, σε μια προσπάθεια αναζήτησης της αφετηρίας του αισθήματος, γνωρίζοντας πως ταυτόχρονα ανιχνεύεται και το ‘γιατί’ της γραφής.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έθεσε αυτό το ‘πώς’ και το ‘γιατί’ στο κέντρο της τελευταίας της ποιητικής συλλογής. Πρωτότυπο; Ίσως όχι, μια που κάθε που κατατίθεται μια ποιητική πρόταση αυτονόητα εμπεριέχει και την αφορμή της. Μόνο που αυτή δεν είναι συνήθως ορατή αλλά υποκρυπτόμενη -συχνά σκοπίμως- έτσι ώστε το ποίημα να απευθύνεται στον κάθε αναγνώστη προσωπικά και να απαιτεί από αυτόν τη δική του ερμηνεία. Εδώ, λοιπόν, η ποιήτρια θέλησε να καταστήσει φανερή την αφορμή της έμπνευσής της. Τουλάχιστον αυτό δηλώνει στο 12ο ποίημα:



 Η υπόθεση του βιβλίου που γράφει τώρα:

 Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress.

 Μια νεαρή γυναίκα

 κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες

 περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της

 ο εραστής της

(ή, καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της).



Διαβάζοντας αυτά τα 23 ποιήματα (που αντιστοιχούν εν είδει ημερολογίου στις 23 μέρες του τίτλου της συλλογής) παρακολουθούμε από τη θέση του θεατή (όπου μας έχει τοποθετήσει η ποιήτρια) τη σκέψη αυτής της γυναίκας που εγκαταλελειμμένη από τον εραστή της θα αναμείνει την επιστροφή του (ως απόφαση επιλεγμένη από αυτόν), διχασμένη ανάμεσα στην ανάμνησή του και στην απόγνωση για μια σχέση που έτσι κι αλλιώς έβρισκε την ανάσα της στη σιωπή



Η σχέση τους ένα ερωτηματικό



Έτσι εισχωρούμε στον κόσμο της εγκατάλειψης, της απώλειας, όπως αυτή βιώνεται από τη Σοφί, την ‘ηρωίδα’ αυτής της υβριδικής γραφής.






Ήδη έχει γίνει αντιληπτή η ιδιαιτερότητα αυτής της ποιητικής συλλογής. Ας δούμε πρώτα τη μορφή. Στα περισσότερα ποιήματα προτάσσεται σε πεζή γραφή κάτι που με πρώτη ανάγνωση μοιάζει σαν σκηνοθετική οδηγία. Ωστόσο νομίζω πως είναι κάτι πιο σύνθετο από αυτό το απλό τέχνασμα, που μεταλλάσσει τον αναγνώστη σε θεατή δίνοντάς του ταυτόχρονα την εικόνα και τη σκηνική παρουσία, απαραίτητη στο θέατρο, όχι όμως αναγκαία στην ποίηση. Εκεί την εικόνα τη δημιουργεί, όπου είναι υποκειμενικά δυνατό, ο αναγνώστης. Αυτό που επιχειρείται εδώ είναι η εκφορά του διττού λόγου. Από τη μια ακούμε τη γυναίκα, που ως παρουσία αντιδρά στο γεγονός της μοναξιάς της. Και από την άλλη διαβάζουμε την ποιήτρια, που μετατρέπει την οδύνη σε ποιητικό λόγο. Έτσι η γυναίκα παρατηρεί και σχολιάζει τον εαυτό της και η ποιήτρια απαντά σε πρώτο πρόσωπο με τους στίχους της δίνοντας την άλλη διάσταση αυτής της οδύνης, τη διαχρονική, αυτή που αφορά όλους τους αποδέκτες της ποίησης. Ο πεζός λόγος απογειώνεται σε ποίηση, αλλά και η ποίηση ακουμπά τις λέξεις της στη γήινη πεζότητα για να επιζήσει.



Η Σοφί σε όλη της τη ζωή πάλευε με τους ορισμούς, άλλοτε να ορίσει τα πράγματα, βάζοντάς τα και σε «κουτάκια» ακόμα. Άλλοτε πάλι εργαζόταν προς την κατεύθυνση να καταλύσει καθετί οριστικό, να διαλύσει οποιαδήποτε βεβαιότητα. «Οι βεβαιότητες χαλάνε τη μαγεία της ζωής». Η βεβαιότητα και η ποίηση είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα.

Ορισμοί(;)
Αν έκανα μια απόπειρα να σε ορίσω,
θα έλεγα ότι είσαι ο χώρος σου.
Για μένα θα έλεγα ότι είμαι ο δικός μου χώρος.
Όσο για μας τους δύο
θα έλεγα
ότι είμαστε δύο χώροι που ενώθηκαν
και αυτή ακριβώς η πράξη (της ένωσης)
γέννησε τον (κοινό) χρόνο τους.


Αν, όπως φαίνεται στο παραπάνω απόσπασμα, ο πεζός λόγος πληροφορεί περισσότερο θα λέγαμε για τη συγκεκριμένη συνθήκη της γυναίκας, έρχεται κατόπιν ο ποιητικός λόγος για να επεκταθεί στη διαχρονική κατάσταση που αφορά τις σχέσεις γενικότερα. Η μοναδικότητα του κάθε προσώπου που εισέρχεται σε μια σχέση, η αδιέξοδη προσπάθεια να συνυπάρξουν οι δύο διαφορετικές οντότητες, να συμπλεύσουν οι δύο ετερότητες. Η τραγικότητα τελικά της χρονικής μόνο ταύτισης. Διπλά οδυνηρή όταν έρθει η στιγμή της αποσύνδεσης.





Αυτό μου αποκαλούμε «σχέση»
δεν είναι παρά ένα σχεδίασμα εν τέλει–
όπως οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σολωμού, ας πούμε–
«Κι όμως, εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της,
είναι κάτι σαν work in progress», μου λες εσύ.
«Κι όμως, εκεί συνίσταται η γοητεία της,
στο ότι ατέρμονα συνδιαλέγεται με το χάος», σου λέω εγώ.
(Ίσως είναι η πρώτη φορά που οι απόψεις μας συγκλίνουν κάπως)
(Ίσως πρέπει να χωρίσουμε οριστικά).







Ως προς το θέμα, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η αναφορά της ποιήτριας που είδαμε παραπάνω. Αν δεχθούμε όμως ότι εδώ επιχειρείται κάτι πιο σημαντικό από μια ακόμη ποιητική εικόνα ερωτικού περιεχομένου, είναι ανοιχτός ο δρόμος για να ανιχνεύσουμε κάτω από το  προσχηματικό σκηνικό ένα λόγο που ερευνά -με δοκιμιακά στοιχεία πια- τα όρια ανάμεσα στη ζωή και στην τέχνη. Ή καλύτερα το κοινό σημείο στο οποίο οι δύο πραγματικότητες (γιατί και η τέχνη είναι μια υπαρκτή διάσταση) αγγίζονται, έτσι ώστε η μία να τροφοδοτεί και να ανανεώνει τον λόγο ύπαρξης της άλλης.




«Kαι μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα! Μην τολμήσεις! Μ’ ακούς;» του φώναξε από το παράθυρο καθώς εκείνος έμπαινε στο παλιό του αυτοκίνητο. Και αμέσως μετά μουρμούρισε: «Mόνο η ζωή σου θέλω να ’μαι». Μ’ αυτά τα λόγια στο στόμα της η Σοφί έτρεξε και πήρε το σημειωματάριό της απ’ το καφέ κομοδίνο και άρχισε να γράφει με λύσσα. Μέσα στο σώμα της είχαν φωλιάσει όλοι οι λυγμοί του κόσμου.

«Με νάρκωσαν και με βίασαν».
Δεν απέχω και πολύ από αυτή την κατάσταση.
Σθεντόν και ψυχολογική βία.
Τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία
Που το σώμα θυμάται.
Μια παλιά υστερία, καλύτερα.
Τα τοποθέτησα σήμερα κιόλας (όπως τότε) πάνω στο κομοδίνο μου
για ασφάλεια.
Έχω άλλες 22 μέρες μπροστά μου (και την μισή σημερινή).
Σθεντόν και βία.
Η βία.
Aυτή η ατέρμονη εσωτερική ένταση
που προκαλεί το αίσθημα του ανικανοποίητου και η επίγνωσή του,
αυτή η βία σαν σαράκι
μού κατατρώγει την ψυχή.
Μια δύναμη απολύτως καταλυτική για την ισορροπία μου.
Αναρωτιέμαι αν βιβλία σου θα πάρουν ποτέ θέση στο κομοδίνο μου,
(και άρα εσύ στη ζωή μου)


Πώς η ζωή γίνεται ποίημα; Και πάλι, αυτό το ποίημα πώς συνδιαλέγεται με τη ζωή, φορώντας πια το ένδυμα μιας άλλης οντότητας; Αλλά και όλο αυτό ποιος το αντέχει;  Ερώτημα που διατρέχει όλα τα ποιήματα, καθώς η γυναίκα διαπραγματεύεται με τον εαυτό της την πιθανή της έξοδο (τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία) θεαματική και απολύτως μοναχική.



Η δόκιμη σκέψη λατρεύει την ανάλυση, σε αντίθεση με τις σιωπές που αγαπά η ποίηση. Ο δόκιμος ο λόγος έχει δικές του σταθερές που αναιρούνται με την ποιητική μεταφορικότητα. Δεκτά όλα αυτά, ωστόσο συναντάμε καμιά φορά παράδοξες αναμείξεις. Όπως εδώ, στις «23 μέρες» του ποιητικού λόγου της Ασημίνας Ξηρογιάννη, που με αφορμή μια ερωτική ιστορία που περιγράφεται μέσα από τη χρήση του πεζού λόγου γεννιέται ποιητικός λόγος, που με τη σειρά του μιλά δοκιμιακά όχι τόσο σε ύφος όσο σε θεματική και σε ανάλυση. Θεωρώ πως έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, που δεν ξέρω αν μπορούμε να την ονομάσουμε μόνο ποιητική έτσι πολυδιάστατα που μας παρουσιάζεται. Ακόμα και μόνο σαν μια πειραματική γραφή να τη δούμε, έχει την αξία της. Νομίζω, ωστόσο, πως έχει προχωρήσει πολύ πιο πέρα, με ωριμότητα και συνείδηση του εγχειρήματος. Πρόκειται για μια ποιητική πρόταση με προεκτάσεις πολύ ενδιαφέρουσες. Ποιητική νουβέλα in progress ονομάζει η ίδια η ποιήτρια τα ποιήματά της. Με καλύπτει η δυναμική της φράσης in progress, αφού η ποίηση συνδιαλεγόμενη με τη θνητή της αφορμή (που μπορεί εν προκειμένω να είναι μια ιστορία ερωτικής μοναξιάς και απόγνωσης) είναι ανοιχτή σε σχεδιάσματα του λόγου που εκπλήσσουν με τη δυνατότητα να συνυπάρχουν μαζί της. Σε τελευταία ανάλυση όλα ξεκινούν από μια λευκή σελίδα, μια σιωπή. Το πώς θα ερμηνεύσεις αυτή τη σιωπή, πώς θα γεμίσεις τη σελίδα ώστε να ηχήσει ο λόγος, είναι και η ουσία της δημιουργίας.


Διώνη Δημητριάδου
ΠΗΓΉ: Mε ανοιχτά βιβλία

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// TO KΡΥΦΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ [ΠΑΤΑΚΗΣ 2016]



Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ


Φυλακές Λάντσμπεργκ, Νοέμβριος 1923 - Δεκέμβριος 1924

Χάρης Βλαβιανός

Εκδόσεις Πατάκη, 2016
542 σελ.


Γράφει η  Ασημίνα Ξηρογιάννη *


 Ο  ΧΙΤΛΕΡ ΤΟΥ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ
 
 

‘Εχοντας μελετήσει την ιστορία του ναζισμού και συγκεκριμένα τον Χίτλερ ,τον οποίο θεωρεί κεντρικό πρόσωπο του 20ου αιώνα ,ο ποιητής και ιστορικός Χάρης Βλαβιανός  γράφει ένα βιβλίο που θα συζητηθεί.Το κρυφό ημερολόγιο ενός ανθρώπου που έφερε πολλά δεινά όχι μόνο  στην Ευρώπη ,αλλά και σε όλο τον κόσμο.’Ενα » ημερολόγιο φυλακής» (Φυλακές Λάντσμπεργκ,Νοέμβριος 1923-Δεκέμβριος 1924) θα έλεγε κανείς,που είναι βασισμένο αφενός μέν στα βιβλία που διάβαζε ο Χίτλερ κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του,αφετέρου στις ποικίλες επαφές που είχε και τον επηρέαζαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.Ο Βλαβιανός διερευνά την ψυχολογία ,αλλά και την σκέψη αυτού του ανθρώπου.Προσπαθεί να »ξεκλειδώσει» το μυαλό του  και να κατανοήσει τις εμμονές που τον διακατείχαν ,τις τάσεις ,τις διαθέσεις του.Χρησιμοποιεί εύστοχα το πρώτο πρόσωπο στην αφήγησή του ,κάτι που χαρίζει παραστατικότητα,αλλά και αμεσότητα.Ο αναγνώστης έχει μπροστά του ένα ζωντανό πρόσωπο που μονολογεί και ξεδιπλώνει ένα απίστευτο εσωτερικό κόσμο,δίνοντας παράλληλα άμεσα ή έμμεσα απαντήσεις για πολλά πράγματα.Αυτό το φανταστικό ημερολόγιο φωτίζει ,δίνει ερεθίσματα σκέψης,ερμηνεύει.Ενα βιβλίο που ,αν το δούμε σε συνάρτηση με την άνοδο των νεοφασιστικών φαινομένων στην Ευρώπη,βαραίνει ακόμα περισσότερο στις συνειδήσεις μας.Πώς κατάφερε ο Χίτλερ ,αλήθεια,να γίνει ο απόλυτος δικτάτορας ,να παραπλανήσει και να σαγηνεύσει τα πλήθη;Ποιά η ψυχοσύνθεση εκείνη που θα τον οδηγήσει σε συγκεκριμένες καταστροφικές πράξεις;
Ο ήρωας του Βλαβιανού έχει πολλές αλλαγές στις διαθέσεις του,είναι αφόρητα επηρμένος ,μισεί θανάσιμα τους εβραίους,μισεί και το κρέας,είναι ολιγαρκής στο φαγητό του αλλά βασανίζεται από »κράμπες στο στομάχι»,υποβλέπει τις άλλες χώρες ,νιώθει αποστροφή για το γυμνό σώμα,έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις και κρίσεις μεγαλομανίας,διαβάζει πολύ,θεωρεί τον εαυτό του νέο Μεσσία της Γερμανίας,θεωρεί τους διανοούμενους »επικίνδυνη φάρα»,προτιμά τον όρο » άρια φυλή»,αντί για »νορδική,είναι εμπαθής,μανιακός,εγωιστής,ταπεινής καταγωγής,συναισθηματικά ανάπηρος,αγαπά τη ζωγραφική,θεωρεί ότι είναι »στοχαστής πολιτικός» και ότι οι Γερμανοί είναι  οι κληρονόμοι του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.Μονολογεί συνεχώς :» Θέλω να μεγαλουργήσω .»Όταν φυλακίστηκε,μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της Μπυραρίας προσπάθησε να  ανασυγκροτηθεί,να νιώσει και πάλι δυνατός για να περατώσει αργότερα τα μεγαλεπίβολα και επεκτατικά του σχέδια.Eίμαστε κοινωνοί της εσωτερικής του διαδρομής ,ο συγγραφέας μας μυεί στην εμπειρία  της ανασύστασης του  Χίτλερ(μίση,πάθη,προκαταλήψεις,φοβίες,ιδέες).Στα μάτια μας συχνά φαίνεται ένα τιποτένιο ανθρωπάκι,άξεστο και ρηχό και φαντασμένο, που με το θράσος του φιλοδοξεί τα ακατόρθωτα και εν τέλει τα πετυχαίνει.Τον παρακολουθούμε να συγγράφει μέσα στη φυλακή τον πρώτο τόμο του βιβλίου του »Ο Αγών» μου.
O Bλαβιανός έκανε εξαντλητική έρευνα, διάβασε ιστορικά βιβλία,ιστορικές πηγές για να γράψει ένα »μυθοπλαστικό ντοκουμέντο’‘,όπως ο ίδιος το αποκαλεί ή αλλιώς θα λέγαμε εμείς ένα φανταστικό ψυχογράφημα,ή μια »μυθιστορία»,όπως γράφει για το βιβλίο ο Κώστας Κωστής στην αρχή της εκτενούς και κατατοπιστικής του εισαγωγής.Και μάλιστα παρακάτω σημειώνει:»…δεν είναι ένα αληθινό μυθιστόρημα,αλλά μάλλον μια »αναληθής ιστορία». Πάντως είτε έτσι το χαρακτηρίσουμε ,είτε αλλιώς,είναι ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο .Η βάση των δεδομένων είναι πραγματική,ο Χίτλερ που μας παρουσιάζει ο Βλαβιανός όμως είναι αποκύημα μιας δημιουργικής φαντασίας.Όπως και στην ποίησή του ,στα »ποιητικά του μικρά δοκίμια»,έτσι και δω,συνηθίζει να » παίζει» διανοητικά παίγνια,μπλέκοντας το φανταστικό και το πραγματικό,σημειώνοντας πάντα πως κάπου »στο μεταξύ» βρίσκεται η αλήθεια των πραγμάτων.Είναι ενδιαφέρων ο τρόπος που φιλτράρει τα γεγονότα,τις ιστορικές πηγές,την βιβλιογραφική αναφορά,ώστε να μας δώσει εν τέλει τη δική του προσωπική,αλλά ενδιαφέρουσα και ουσιαστική ματιά για το »φαινόμενο Χίτλερ».Είναι  που βαραίνει μέσα του η ιδιότητα του ποιητή .Και ώς ποιητής και »ποιητική αδεία» νομιμοποιείται να μετασχηματίζει και να τροποποιεί το υλικό του με τον στοχασμό  ή τις αισθήσεις και να μας δίνει εν τέλει τον »δικό του Χίτλερ».Ο Χίτλερ του Βλαβιανού,φανταστικός μεν,αλλά »χτισμένος» σε ρεαλιστική βάση ,και γεμάτος αλήθεια.Λειτουργικό το πάντρεμα ‘Ιστορίας και Λογοτεχνίας.

*Αναδημοσίευση από : oanagnostis

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

λ_ ink # 05-06. ΑΠΡΙΛΙΟΣ-ΜΑΪΟΣ 2016












                                                                                

λ_ink:
http://fairead.net


η ύλη ενός περιοδικού εαυτού
Τo ψηφιακό περιοδικό project του Βασίλη Αμανατίδη

                                  
    



στην εισπνοή του Αυγούστου, μόλις αναρτήθηκε το
 ΔΙΠΛΟ (πέμπτο-έκτο) ανανεωμένο ίχνος-τεύχος 
του λ_ ink # 05-06. ΑΠΡΙΛΙΟΣ-ΜΑΪΟΣ 2016:
Μια μίνι διαδικτυακή τριαδική έκθεση:
Στους υδάτινους, ρευστούς, υδραργυρικούς καιρούς μας,
η συνδεσμολογία πυκνώνει. Τα βέλη προστίθενται. Εξερευνήστε
Ένα τεύχος υβριδικής τέχνης, με «ελληνική» αφετηρία και παγκόσμια-ανέστια στόχευση επί τρία.
Τεύχος άνοιξης και θέρους, οργασμού και καυτού ήλιου: Χίμαιρες, τράγοι, Διόνυσοι και Αδράστειες, δημοτικές παρενδυσίες που διέφυγαν του Ν. Πολίτη, αγγελοπρόσωπες και αγγελοπρόσωποι. Μύθος, ηδονή και ταραχή, ατομική και κοινωνική.
Ποίηση και περφόρμανς, μουσική, παρτιτούρες και δράσεις.
Ακούστε τα ηχητικά αρχεία και τα video με ακουστικά.
Νέα κείμενα –ειδικά για το λ_ink– από τη Φοίβη Γιαννίση και τον Μάριο Χατζηπροκοπίου / Νικηφόρο Ερράντες. Αδημοσίευτο υλικό, γραφής και μουσικό, των Θανάση Δεληγιάννη και Αντριάνας Μίνου.
Στο εξώφυλλο: η Σοφία Καρακάντζα.
05-06.1. / Φοίβη Γιαννίση / Χίμαιρα // 05-06.2. / Μάριος Χατζηπροκοπίου / Της Ζωγραφούς // 05-06.3. / Θανάσης Δεληγιάννης – Αντριάνα Μίνου / Αδράστεια
Δελτίο τύπου λ_ink:
[ Το λ_ink βρίσκεται μέσα στη νέα πολυμήχανη πλατφόρμα fairead.









                                      





Τι είναι το λ_ink:
Το λ_ink είναι η ύλη ενός περιοδικού εαυτού. Ο εαυτός μου-περιοδικό, μα μέσω των άλλων.
Κινείται κυρίως γύρω από τη λογοτεχνία (την τέχνη του λόγου). Όμως αναζητά και τον βαθύ λόγο της τέχνης ενός (ή του) εαυτού μέσα στον κόσμο: στη ζωή.
Το λ_ink είναι κυρίως το «λίκνο» των συνδέσεων. Μία (ψηφιακή) μελάνη που με/μας ενώνει. Ως ένα «μαζί», μα χωριστά: σε κοντινή απόσταση ασφαλείας.
Αναρτάται ανά μήνα. Σε κάθε τεύχος, το λ_ink οργανώνεται γύρω από τρία βέλη και ένα σημείο. Το σημείο είναι πάντα ακίνητο και αμετακίνητο, αν και υπογείως μεταλλασσόμενο από τα βέλη. Τα τρία βέλη βρίσκονται κάθε φορά σε άλλες θέσεις, το κάθε βέλος είναι πάντα διαφορετικό. Τα βέλη αυτά είναι σύνδεσμοι: διαζευκτικοί, συμπλεκτικοί, μα σύνδεσμοι. Κάποτε ίσως δημιουργήσουν κόσμο και στοχεύσουν στο σημείο. Κάθε τεύχος είναι ένα καινούριο τρίπτυχο. Σε αυτό, πότε διαλέγω εγώ τα βέλη, πότε διαλέγει το ένα βέλος τα συντροφικά του.
Το λ_ink είναι κυρίως η συνδεσμολογία μιας προσωπικής κιβωτού/δεξαμενής/ζυγαριάς. Ό,τι κρατώ, ό,τι ελπίζω, σε ό,τι επενδύω. Τα κείμενα και οι ακίνητες ή κινούμενες εικόνες και μουσικές που συμπεριλαμβάνονται είναι κατά ένα μέρος τους αδημοσίευτα ώς τώρα, αδοκίμαστα υλικά. Μα όχι πάντα.
Το λ_ink είναι μία μικρή εφήμερη (μηνιαία) τριαδική έκθεση επείγουσας ύλης – πολύ νεότερης, τρέχουσας, παλαιότερης. Όταν όμως ένα τευχίδιο «λήγει», τα τρία συστατικά του διαλύονται και επιστρέφουν στη μόνιμη Αποθήκη των υλικών, όπου πλέον θα πλέουν μαζί με τα προηγούμενα. Εκεί, το τι ενώνεται με τι είναι πια δική σας –των χρηστών, αναγνωστών– απόφαση.
Ό,τι θα υπάρχει εδώ, το αγαπώ. Είναι το τώρα μου ως πιθανός καθρέφτης του δικού σας.
Β. Αμανατίδης
Σημειώσεις:
- [ τα βέλη αναπτύσσονται αντίθετα με την φορά των δεικτών του ρολογιού ]
- [ το κόκκινο σημείο του "λ_ink" είναι η ΑΠΟΘΗΚΗ των υλικών. Εδώ (θα) συσσωρεύονται όλα τα μηνιαία τρίπτυχα ίχνη-τεύχη, και όλα τα βέλη-συνεργασίες:
http://www.fairead.net/link-toc ]