Translate

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Ελισσαίος Βγενόπουλος- ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Πλατεία Κουμουνδούρου

Έριξε στην πλάτη του μια ελπίδα
δωρικού ρυθμού και τίναξε
από πάνω του την πρωινή εντύπωση
ότι η νομοτέλεια της επανάστασης
είναι ανεπανόρθωτη

Κάθισε στο κοίλο της τσιμεντένιας προτροπής
Κοίταξε τον αγκώνα του
και είδε ένα κηροπήγιο
σκουριασμένο από την ενοχή
και ένα μαχαίρι λυγισμένο
από την απαντοχή


Κάτω από το δέρμα του
είδε το χάρτη των τυραννισμένων ερώτων
στην κλείδωση τα μικρά πευκάκια με τις φωνές των παιδιών
και στην ωλένη τις επιβεβλημένες υπαναχωρήσεις των μέσων χρόνων

Οι εμμονές της νιότης
όπως και οι στάμπες
από τα λερωμένα μπλουζάκια
φεύγουν μόνο με λευκαντικό απελπισίας, μηρύκασε

Λίγο πιο κάτω από τον ορίζοντα
που σχημάτιζε μια αρτηρία
λίμναζαν τα αποτελέσματα
των νεανικών εθισμών
οι ανοξείδωτοι εφιάλτες
και οι αιματηρές αποτυχίες

Γύρισε όλη την πόλη
όλες τις χώρες
όλους τους αιώνες
και η αλήθεια
κειτόταν ανάμεσα
στις χαρακιές της παλάμης του
αφυδατωμένη, άρρωστη και σάπια
********
Εξάρχεια

Αγνώριστη η ρακένδυτη κουτσουπιά σπρώχνει
με τα κοκκαλιάρικα δάχτυλά της
τον καιρό στα δόντια του χειμώνα

Σκυφτός ανέβαινε τα σκαλιά κρατώντας στην αγκαλιά
μερικές καχεκτικές αναιρέσεις
λίγες λαβωμένες συνήθειες
και τις καθημερινές του διστακτικές αναδιπλώσεις

Η πίκρα της νεραντζιάς στολίδι στο πέτο του δρόμου
Ο κοκκινολαίμης ήρθε και στάθηκε στο γιακά του πρωινού
Ο πετρόψυχος καιρός ζεμάταγε στη σκιά του
το χάδι, το γέλιο και τη θλίψη της μολόχας

Οι οιμωγές σπρώχνουν τα σύννεφα μακριά
και τα σκαλώνουν στις κορυφές των βουνών

Με τα δακρυγόνα επίθετα στο τσεπάκι του σακακιού
βγήκε ασθμαίνοντας στο κεφαλόσκαλο της τονισμένης κατάληξης ώς
κάποιου καταπονημένου επιρρήματος

Κάτω από τα τσιμέντα, τα πλακόστρωτα και την αδιαφορία
υπάρχουν βολβοί από ζουμπούλια κυκλάμινα και χαμόγελα
που δεν θα ανθίσουν ποτέ
ψιθύρισε κι έβαλε το χέρι στο στήθος
να συγκρατήσει το επίθετο στο τσεπάκι

14.12.11.


************






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου