Translate

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Ν. Γ. Λυκομήτρος -ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ζήτημα επιλογής

Ο έρωτας είναι ένας οδοστρωτήρας
που ισοπεδώνει τα πάντα στο διάβα του.
Αν του αντισταθείς, θα σε κάνει να το μετανιώσεις.
Κι αν ενδώσεις, θα υποφέρεις περισσότερο όταν τον χάσεις.
Τελικά τι είναι προτιμότερο:
Να βουτήξεις στο ηφαίστειο και να σε κάψει η λάβα
ή να στέκεσαι αιωνίως πάνω απ' τον κρατήρα;

από τη συλλογή Ιχνηλάτες του τέλους, 2010

Καταδίκη

Λιγοστό το φως σε μια γωνιά του δωματίου.

Ατελείωτες διαδοχικές εικόνες στην οθόνη.

Ο ήχος του αυτοκινήτου που απομακρύνεται.

Βιβλία,σημειώσεις,γράμματα,ευχετήριες κάρτες.

Απομεινάρια ενός μακρινού παρελθόντος.

Μακάβριος ο ύπνος των ανθρώπων.

Σέρνεις το κουρασμένο σου κορμί μέχρι το κρεβάτι.

Αναπνέεις αργά και σταθερά μα κυρίως αθόρυβα.

Προσπαθείς να ουρλιάξεις αλλά σωπαίνεις.

Σου πήρε καιρό να καταλάβεις ότι

η δική σου καταδίκη είναι η μοναξιά.


από τη συλλογή Ιχνηλάτες του τέλους, 2010

ΔΕΛΤΙΟ ΘΥΕΛΛΗΣ

Οι μικροαστοί συνεχίζουν να ζουν
τους ανούσιους έρωτές τους.
Απορώ πώς αντέχουν ο ένας τον άλλο.
Η δυσοσμία του πλαστικού τους φιλιού
φτάνει μέχρι εδώ.
Μέσα στα γυαλιστερά τους κουτάκια με ρόδες
περιφέρονται στους δρόμους της πόλης αγκαλιασμένοι
-μια επίφαση συντροφικότητας-
ενώ το τέλος τους είναι προδιαγεγραμμένο.
Τώρα κείτονται νεκροί στην άσφαλτο.
Το αίμα τους
ειναι η μοναδική τους προσφορά στο βωμό του έρωτα.

από τη συλλογή Ιχνηλάτες του τέλους, 2010




Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

AΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ

500 ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΣΑ

Οι αποστάσεις,

στενός κορσές

στ’ αθλητικά μας παπούτσια’

κοψοχρονιά

μας δώσαν τη ζωή


κοψοχρονιά μας τήνε πήραν.

Καρφωμένοι

πια

στο ίδιο βήμα

αβάδιστο.


Τομές

‘Ατμητο

το μεσοκάραβο

σηματωρός ονείρων

υγρού και σκότους

ασέληνο στερέωμα

\
η αράγιστος μνήμη

Χωρίς κλύδωνα

χωρίς υπογεγραμμένη

χωρίς επικλήσεις

κλιτικής

Χωρίς εμάς.../_

Ή

μ’ εμάς; -/

με

τους βοστρύχους

υγραμένους

και μακρυσμένους

στις στροφάδες των καιρών;-/ ·

Των καιρών;/?
Ιαν.2012
©ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ/AMALIA ROUVALIS
***************
Kόκκινο

Μπρος μου κόκκινο

Βαθυκόκκινο

Βάραθρο

Επιβίωση;

Στο βάθος του

αίμα

βαθυκόκκινο αίμα

μικρές φουσκάλες

κραυγάζουν.

Αιφνιδιασμός:

Είδα κόκκινο,

βαθυκόκκινο

σαν αίμα

σαν επιβίωση.

Εξακολουθώ να επιμένω:

Τα πράγματα είναι κόκκινα

ή δεν είναι.

Τα πράγματα είναι μαύρα

ή δεν είναι.

Εγώ, γιατί είμαι άσπρη;

Φεβ. 2010

****************

Παιχνίδια του νου

Αγγίζω
απαλά
το πνεύμα
του είναι.
Πλησιάζω
ισχνά
την εικόνα
του εσύ
Κοιτάζω
δειλά
το χρώμα
της ευγλωττίας
στα χέρια.
Μυρίζω
αχνά
την οσμή
του εμείς.

Ένα πέπλο
πυκνό
μου υπαγόρευσε
την απόσταση.
Οκτ. 2011


Αναρωτιέμαι
Σκαμμένες
κόγχες
χυμένα
μάτια
Αναρωτιέμαι
Γιατί γκρεμίζεται ο κόσμος
όταν το
σύμπαν
μου
προμηνύει
τα
καλούδια τ’ ουρανού.
Αναρωτιέμαι
πώς
αδειάσαν οι κόγχες ξαφνικά
πριν να
έρθει καν ο καταρράκτης.
Αναρωτιέμαι
γιατί
δεν επαρκεί ο εαυτός μου
για ν’
αστράψει ο ήλιος.
Χυμένα
μυαλά
στην
άσφαλτο.
Αναρωτιέμαι
γιατί
πάμε του χαμού.
Όταν οι
ουρανοί
ανοίξαν
στο απόλυτο γαλάζιο
για να
υποδεχτούν
το
είναι
περιμάζεψα
τα μυαλά
χώθηκα
στην άσφαλτο
κι
αναδύθηκα
στους
ουρανούς.
Ακόμα
αναρωτιέμαι.
Ιούλης
2011
Αραχτή

Με παίρνω αγκαλιά
για να παρηγορήσω
τις αδυναμίες μου.
Παράτησα την ύπαρξή μου
αραχτή στον χρόνο

Τώρα πια, κανείς δεν έρχεται να μου πει:

«είσαι ολόκληρη».
(από την υπό έκδοσιν συλλογή "Ποίηματα αδέσποτα, ατάκτως ερριμμένα).

©ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ/AMALIA ROUVALIS

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

ΜAΡΙΑ ΚΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ-ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΩΝΑΞΩ


Θέλω να φωνάξω στον κόσμο
Να σπάσει τις τηλεοράσεις του
Θέλω να φωνάξω στον κόσμο
Να τα παρατήσει όλα και να βγει
Στο δρόμο να φωνάξουμε μαζί
Ν’ αδειάσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς
Να σταματήσει να καταναλώνει θάλασσα, αέρα, γη
Θέλω να φωνάξω στον κόσμο
Να ζητήσει πίσω την ελευθερία που πούλησε
Για μια BWM, για μια οθόνη plasma, για ένα i-pod
Για τη μεταμοντέρνα πρέζα του
Μ’ ακούτε;
Είστε όλοι σας πρεζάκηδες των MHz και των φούρνων μικροκυμάτων
Είστε το δημιούργημα των ηλεκτρικών κενώσεων
Μιας κοπρολάγνας εξουσίας
Τροφή για τη μαύρη τρύπα που ονομάζεται πλανήτης Γη
Πουλημένοι!

Από την ποιητική συλλογή "Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά"[Εκδ.Γαβριηλιδης]

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Ντίνος Χριστιανόπουλος-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Είμαι ένας ευτυχεσμένος άνθρωπος>>


Δεν του αρέσουν οι ταμπέλες και οι χαρακτηρισμοί, αυθαιρετώντας τον χαρακτηρίζω αιρετικό, απόμακρο, δηκτικό. Προσωπική μου εκτίμηση, ο Χριστιανόπουλος θα αφήσει έργο πίσω του, ίσως αντίστοιχο του Καβάφη, που ναι μεν υπήρξε μαθητής του όπως ο ίδιος ομολογεί, αλλά διαφοροποιήθηκε ως προς το είδος ποίησης και προσέγγισης της θεματολογίας.

Κατεβήκατε στις πλατείες με τους «Αγανακτισμένους»;
«Δεν βγαίνω, δεν ξέρω και δεν βλέπω γιατί αγανακτούν, δεν μπορώ να καταλάβω τι ζητούν. Για να ζουν και με τα λιγότερα σημαίνει ότι οι περικοπές έγιναν σε παχυλούς μισθούς. Δεν μας είπαν ποτέ πώς και με ποια μέσα και ποιες προϋποθέσεις διορίστηκαν. Ας μην λέμε ότι φταίνε μόνο οι κυβερνήσεις που μεταξύ μας είναι αχρείες αλλά φταίμε και εμείς που ενώ είμαστε φτωχομπινέδες επιμένουμε να ζούμε σαν νεόπλουτοι. Περίπου να πάθουμε καλά. Δεν βγαίνω στους δρόμους, δεν ακούω ραδιόφωνο, δεν διαβάζω εφημερίδα και νοιώθω περίπου …. ευτυχεσμένος. …ναι, ναι σωστά ακούσατε.. Ζω με λιγότερα από 600 ευρώ, χωρίς να θέλω πολυτέλειες, αυτοκίνητα και σπίτια. Και με ολίγους παράδες μπορώ και ζω».


Είστε ο μοναδικός επίτιμος καθηγητής στη Φιλοσοφική του Αριστοτελείου χωρίς διδακτορικό.
«Επεδίωξα να γίνω επίτιμος καθηγητής χωρίς διδακτορικό στο τμήμα της Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο γιατί τόσα χρόνια με ζάλιζαν. Αρνήθηκα να γίνω καθηγητής κατηγορηματικά προ πολλών δεκαετιών. Δεν βλάπτει ούτε είναι τίποτα σοβαρό, δεν πρόκειται να διδάξω και προπάντων δεν πρόκειται να εισπράξω μία! Δεν θέλω το κράτος αφέντη στο κεφάλι μου. Γι αυτό και υπήρξα ο μοναδικός ποιητής στους 1000 που αρνήθηκα την σύνταξη ποιητή-λογοτέχνη του Κράτους. Μακριά από τις κυβερνήσεις.

Γιατί αρνείστε το εκπαιδευτικό σύστημα;
«Είμαι αντίθετος με το εκπαιδευτικό σύστημα γιατί είναι κουραφέξαλα και δόξα τω θεώ που δεν ανακατεύτηκα σε όλη αυτή τη γελοιότητα. Και δεν τα λέω τώρα, τα έλεγα πριν από μισό αιώνα. Αρνήθηκα να υπηρετήσω αυτήν την άθλια και ελεεινή παιδεία. Ήμουν ικανός να ζητιανέψω έξω από τον Λαμπρόπουλο, αρκεί να ήμουν μακριά από την άθλια παιδεία. Όταν πήρα το πτυχίο μου διορίστηκα βιβλιοθηκάριος στη δημοτική βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης για 8 χρόνια όπου στη συνέχεια παραιτήθηκα. Τότε άνοιξα δικό μου γραφείο διορθώσεων δοκιμίων στη Θεσσαλονίκη. Και έβγαλα λίγα λεφτουδάκια και χωρίς να γίνω ζητιάνος πέτυχα τον πρώτο στόχο να μην γίνω εκπαιδευτικός. Πρόκοψα στη λογοτεχνία γιατί αυτός ήταν ο καημός μου (και όχι η ύποπτη εκπαίδευση γιατί χώνουν το χέρι τους εκεί διάφοροι άσχετοι) και στην ποίηση που είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Αυτή είναι και η μεγάλη μου ευχαρίστηση. Πρόκοψα στην ποίηση αλλά δεν έβγαλα λεφτά».

Σε τι άλλο αντιτίθεστε;
«Είμαι αντίθετος προς κάθε καθεστώς και το λέω και ας μην με ακούει κανείς, μακριά από τις σχέσεις με τις κυβερνήσεις. Η όλη θλιβερή όψη της σημερινής θλιβερής πραγματικότητας δείχνει ότι ο καιρός έχει γυρίσματα. Είμαι εναντίον κάθε μορφής εξουσίας. Εφημερίδας, διοικήσεως κλπ.».

Έχετε τελικά εκφραστεί αρνητικά για τους Ελύτη-Σεφέρη;
«Έχω κάποιες επιφυλάξεις και για Ελύτη και για Σεφέρη παρ’όλο που είναι καλοί ποιητές και ήταν φίλοι μου ο Ελύτης περισσότερο. Είχαν όπως είναι πολύ φυσικό τις κάποιες μετριότητές του. Τίποτα παραπάνω. Μερικοί δημοσιογραφίσκοι, χαμένα κορμιά πήραν αυτές τις μικροεπιφυλάξεις, τις εξόγκωσαν και με απέδειξαν ως φανατικό εχθρό ή υπονομέα των νομπελιστών. Αυτά είναι του κώλου, με συγχωρείτε. Δεν έχω καμία κακία και ζήλεια για αυτούς. Όταν μεταφράστηκαν τα ποιήματά μου στα σουηδικά έδωσα συνέντευξη σε κάποιο ραδιοφωνικό σταθμό όπου μεταξύ άλλων εκφράστηκα αρνητικά για το Νόμπελ ως διεθνές βραβείο λέγοντας ότι αμφισβητώ την ειλικρίνεια αυτών που δίνουν το Νόμπελ, γι αυτό μακριά από το Νόμπελ. Έδωσαν Νόμπελ στον Τσόρτσιλ, έναν πολιτικό και στον Ρίτσο- αν και διαφωνώ μαζί του- έδωσαν το βραβείο Λένιν που είναι για τους πολιτικούς και όχι το Νόμπελ που είναι για την λογοτεχνία. Και αντί να λυσσιάξουν οι σουηδοί με όσα τους είπα, η σουηδική ραδιοφωνία δέχτηκε αναρίθμητες επιστολές που έγραφαν: «να αγιάσει το στόμα του» Συνεπώς ζούμε σε οργανωμένες παραπληροφορήσεις. Υπάρχουν γενικώς υπερτιμημένες αξίες στην ποίηση, αλλά γίνεται ένα παλαντζάρισμα. Αυτοί που κυριαρχούν τώρα δεν πιστεύω ότι θα κυριαρχήσουν και μετά από 30 χρόνια. Κάποιοι τώρα τους ανεβάζουν και τους προωθούν».

Ο Παλαμάς πολέμησε τον Καβάφη.
«Τεράστιο θέμα αυτό. Ο Παλαμάς άλλοτε ήταν λυσσασμένος απέναντι στον Καβάφη και άλλοτε πιο μετριοπαθής στις δηλώσεις του. Φοβούνταν τον Καβάφη διότι διαισθανόταν ότι το μέλλον ανήκει στον Καβάφη που κατέκτησε την παγκόσμια αποδοχή. Ο μεγάλος Παλαμάς κατέρρευσε και αυτό είναι γεγονός. Δεν ενδιαφέρει πια κανέναν η κόντρα μεταξύ τους. Ο Καβάφης όπως είχα πει και στο παρελθόν, καλπάζει! Ξέρεις τι θα πει να πληθαίνουν οι άνθρωποι που σ’αγαπούν και σε πιστεύουν? Ας αναλογιστούμε πόσοι σήμερα έχουν αυτή την τύχη».

«Βαθιά πληγή από φρικτό μαχαίρι» έλεγε ο Καβάφης για την τέχνη της ποιήσεως. Για εσάς η ποιητική σας συλλογή «Η πιο βαθιά πληγή», τι είναι;
«Συλλογή πατριωτικών ποιημάτων που λατρεύτηκε στην Κύπρο και που η απάντηση μου - που αφορούσε στον Κίσινγκερ- έκανε πάταγο. Αυτό το σκατόμουτρο ο Κίσινγκερ που χώρισε την Κύπρο στα δύο, είχε το θράσος να διαψεύσει ό,τι δήλωσε για το σούβλισμα της Ελλάδας εφαρμόζοντας ένα σατανικό σχέδιο. Έχω και τέτοιες αγάπες και αποδοχές από τους απλούς ανθρώπους της Κύπρου που όταν την επισκέφθηκα – θα το πιστέψετε;- μου φιλούσαν τα χέρια! Διότι τα περισσότερα πατριωτικά ποιήματα είναι από σαβούρες έως σκατά».

Ποιο είναι το λάθος των Ελλήνων;
«Ότι είμαστε κλέφτες και πρέπει να το αποδεχτούμε. Στο γαλλικό λεξικό έλληνας σήμαινε κλέφτης, κάναμε αγώνα για να το εξαλείψουμε από το λεξικό, αλλά σήμερα πια είναι κοινοτοπία και εν μέρει έχουν δίκιο που οι ξένοι τρώγονται με τα ρούχα τους για μας. Και άλλα φρικτά και τρομερά ελαττώματα έχουμε, αλλά εκεί θα σκαλώσουμε; Όλοι οι λαοί έχουν τα κουσούρια τους. Αγνοούμε το μεγαλείο των περασμένων ετών. Ας μην παρασυρόμαστε από τις σημερινές κακοήθειες αγνοώντας το παλιό μεγαλείο. Αυτό που πρέπει να λάβουν υπόψη τους οι ψευτοκουλτουριάρηδες είναι ότι ο ελληνισμός παρά τα κουσούρια του θριάμβευσε πάνω στη διάδοση των πολιτιστικών αρετών. Αυτό είναι ένα συγχωροχάρτι για όλα τα πιθανά ελαττώματά μας. Αν συνεχίσουμε έτσι, η χασούρα θα συνεχιστεί σε όλα τα επίπεδα και στο Αιγαίο και στη Θράκη. Ένας λαός 3000 ετών έχει σημεία κάμψης όπως είναι αναπόφευκτο. Το θέμα είναι πως είμαστε αμετανόητοι».

Έχετε εκδώσει συλλογή για τον Βασίλη Τσιτσάνη.
«Ο Τσιτσάνης έγραψε 700 τραγούδια, πολλά από αυτά δεν είναι καλά. Τα 187 που έχω συμπεριλάβει στην πρόσφατη συλλογή μου που αφορά στον Τσιτσάνη είναι αριστουργήματα όπου σε αυτά στηρίζεται και το μεγαλείο του, όταν δηλαδή ήταν νεαρός στην πρώτη του περίοδο. Υπήρξε παιδί –θαύμα και όπως ήταν αναμενόμενο, όσο μεγαλώνουν τα παιδιά-θαύμα αποχρωματίζονται. Ο Τσιτσάνης έχασε στη μισή του ζωή το βασικό του έργο και η όλη αξία του στηριζόταν στη φήμη του και λιγότερο στην πρόσφατη δημιουργία του. Αλλά δεν παύει ο Τσιτσάνης να είναι κολοσσός. Αυτά που έχω συγκεντρώσει στη συλλογή μου είναι αυτά που - να το θυμηθείτε - θα μείνουν στις επόμενες γενιές».

«Το φιλί ενώνει πιο πολύ από το κορμί
για αυτό και το αποφεύγουν οι πιο πολλοί».

«Μπαίνετε στα χωράφια της ποίησης. Η ποίηση είναι πολύ δυσκολότερη και αποδοτικότερη ιστορία που όμως θα αντέξει στο μέλλον ως υψηλής κλάσης. Κάποιο άλλο άτιτλο μικρό μου ποίημα «Τα πρόβατα απήργησαν, ζητούν καλύτερες συνθήκες σφαγής» ήταν γραμμένο σε τοίχους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και δεν τόλμησε κανείς να τα σβήσει»


Έρωτας: ποιος ο ρόλος του στη ζωή σας;
«Στα νιάτα μου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Πρόλαβα όσο ήταν καιρός και έγραψα ερωτικά ποιήματα τότε, τώρα μαράθηκα. Είναι αρκετά για να αντέξουν έναν αιώνα».


Το ποιο ακραίο πράγμα που κάνατε όταν ερωτευτήκατε;
«Ζητάτε πάρα πολλά και πολλά από αυτά τα έχω ξεχάσει. Πάντως θα σας πω μερικά πράγματα τα οποία να τα πάρετε πολύ σοβαρά: το ‘‘έχω ερωτευτεί’’ είναι μεγάλο πρόβλημα όσον αφορά την ποίηση, διότι έγραψα τα καλύτερα ποιήματά μου για τυχαία και σποραδικά ερωτικά ερεθίσματα, ενώ μεγάλοι μου έρωτες που με συγκλόνισαν πέρασαν απαρατήρητοι από την ποίησή μου. Αυτό είναι μια μεγάλη πραγματικότητα, επομένως άλλο πράγμα ο έρωτας και άλλο η ποίηση σε όλα τα επίπεδά της. Ένας τυχαίος ψευτοέρωτας μπορεί να αφήσει αριστουργήματα πίσω του και ένας συγκλονιστικός να μην αφήσει χνάρι!


«…γιατί μονάχα όταν τα χέρια μου σε χάνουν,
η πονεμένη φαντασία μου σε κερδίζει» γράφετε στην «Αναστολή».

«Πρέπει να χάσεις στον έρωτα για να μπορέσεις να τον κερδίσεις. Αλλιώς δεν κερδίζεται τίποτα. Όλοι αυτοί που βρίσκονται στο μάξιμουμ της κάβλας τους μην ξέροντας τι είναι το μάξιμουμ και τι είναι η κάβλα, τα έχουν ήδη όλα μπερδέψει. Πρέπει να τα χάσεις όλα για να καταλάβεις τι έχασες και τι θα μπορούσες να είχες κερδίσει. Αυτό το άνω –κάτω είναι σπουδαίο πράγμα. Αυτό το ζήτημα δεν αφορά στην ιστορία της ποίησης, αλλά της γραμματολογίας. Δηλαδή οι εσωτερικές διεργασίες που οδηγούν έναν ποιητή στο γράψιμο».

Ποιο τίμημα πληρώσατε για τις επιλογές σας; Τι είδους πόλεμο δεχτήκατε;
«Το τίμημα ήταν μεγάλο, γιατί εγώ είχα το θάρρος ή το θράσος ή την τόλμη να είμαι ειλικρινής και να τα λέω ντεκλαρε. Οι άνθρωποι που σε πολεμούν είναι αυτοί καιροφυλακτούν να σε ακούσουν και να σου τρίψουν τη μούρη. Κάποιοι έχουν και ζημία από την ποίησή μου και αυτοί μου έτριψαν στη μούρη με όποιο τρόπο μπορούσαν με την αρχή να γίνεται από την ασφάλεια, μετά από τους δεσποτάδες, μητροπολίτες, κατηχητικά, μετά από εθνικιστές τύπου Καρατζαφέρη, μετά με ορθόδοξους κομμουνιστές. Απίθανο κακό μου έκαναν κάποιες ομάδες για την τόλμη μου να ομολογήσω την αλήθεια. Δεν μετάνιωσα γιατί δικαιώθηκα μέσα από το πάθος μου».

Δεν υπάρχει δηλαδή ενοχικότητα στην ποίησή σας;
«Κάποιες φορές είμαι αντιφατικός. Με χτύπησαν αγρίως οι κομμουνιστές, κι όμως έγραψα ποίημα υπέρ των αριστερών. Όταν αναγνωρίσει κάποιος την αντιφατικότητα της ιδιοσυγκρασίας του, μπορεί η πολυπλοκότητα των αντιθέσεων όταν αξιοποιείται δραστήρια από την σωστή ποίησή του, να αποβεί θετικό στοιχείο για τον ίδιο τον ποιητή. Όλα τα άλλα έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Το πρώτο και δύσκολο είναι να έχεις την τόλμη να πεις την αλήθεια για τον εαυτό σου και πολλές φορές εναντίον του εαυτού σου».

Μελοποιημένη ποίηση. Έχω στα χέρια μου τη συλλεκτική συλλογή «ΔΩΔΕΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ» εκδόσεις Διαγωνίου 1984, σειρά Τέχνης αριθμός 7 σε ποίηση και μουσική Ντίνου Χριστιανόπουλου.
«Τεράστιο θέμα και ευτυχώς που το ανοίγετε. Ξέρετε τι είχε πει η Μοσχολιού για το τραγούδι που με υποδεχτήκατε και κακώς το βάλατε γιατί έχω γράψει δική μου μουσική; «Ξέρετε ποια είμαι εγώ; Αξιώθηκα να τραγουδήσω Χριστιανόπουλο» είπε. Είμαι εχθρός όμως στο να μελοποιούν τα ποιήματά μου.
Ξέρετε, ο Κουγιουμτζής και ο Χατζιδάκις δεν με ρώτησαν για να μελοποιήσουν τα ποιήματά μου, έκαναν του κεφαλιού τους. Αν με ρωτούσαν θα τους έλεγα ‘‘όχι, δεν θέλω’’. Από πολύ νωρίς πείστηκα ότι τα ποιήματα δεν είναι κατάλληλα για μελοποίηση, γιατί χάνουν. Για να αποδείξω μια δική μου γραμμή, έγραψα στίχους με την δική μου μουσική κατάλληλη για ποίηση. Το αιώνιο παράπονο με έκανε να μελοποιήσω 34 τραγούδια μου. Ειλικρινά ο Κουγιουμτζής δε μου λέει τίποτα γιατί δεν έχει τον δικό μου καϊλέ».

Πότε θα μας έρθετε στη Ρόδο;
«Ποτέ. Αν και με πατέρα ναυτικό, φοβάμαι τη θάλασσα και τα αεροπλάνα. Δεν ταξιδεύω αρνούμενος κάθε πρόσκληση».

*Η συζήτηση μεταδόθηκε από το Ρ/Σ «Παλμός 99.5» στις 11-6-2011.

Ελισσαίος Βγενόπουλος- ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Πλατεία Κουμουνδούρου

Έριξε στην πλάτη του μια ελπίδα
δωρικού ρυθμού και τίναξε
από πάνω του την πρωινή εντύπωση
ότι η νομοτέλεια της επανάστασης
είναι ανεπανόρθωτη

Κάθισε στο κοίλο της τσιμεντένιας προτροπής
Κοίταξε τον αγκώνα του
και είδε ένα κηροπήγιο
σκουριασμένο από την ενοχή
και ένα μαχαίρι λυγισμένο
από την απαντοχή


Κάτω από το δέρμα του
είδε το χάρτη των τυραννισμένων ερώτων
στην κλείδωση τα μικρά πευκάκια με τις φωνές των παιδιών
και στην ωλένη τις επιβεβλημένες υπαναχωρήσεις των μέσων χρόνων

Οι εμμονές της νιότης
όπως και οι στάμπες
από τα λερωμένα μπλουζάκια
φεύγουν μόνο με λευκαντικό απελπισίας, μηρύκασε

Λίγο πιο κάτω από τον ορίζοντα
που σχημάτιζε μια αρτηρία
λίμναζαν τα αποτελέσματα
των νεανικών εθισμών
οι ανοξείδωτοι εφιάλτες
και οι αιματηρές αποτυχίες

Γύρισε όλη την πόλη
όλες τις χώρες
όλους τους αιώνες
και η αλήθεια
κειτόταν ανάμεσα
στις χαρακιές της παλάμης του
αφυδατωμένη, άρρωστη και σάπια
********
Εξάρχεια

Αγνώριστη η ρακένδυτη κουτσουπιά σπρώχνει
με τα κοκκαλιάρικα δάχτυλά της
τον καιρό στα δόντια του χειμώνα

Σκυφτός ανέβαινε τα σκαλιά κρατώντας στην αγκαλιά
μερικές καχεκτικές αναιρέσεις
λίγες λαβωμένες συνήθειες
και τις καθημερινές του διστακτικές αναδιπλώσεις

Η πίκρα της νεραντζιάς στολίδι στο πέτο του δρόμου
Ο κοκκινολαίμης ήρθε και στάθηκε στο γιακά του πρωινού
Ο πετρόψυχος καιρός ζεμάταγε στη σκιά του
το χάδι, το γέλιο και τη θλίψη της μολόχας

Οι οιμωγές σπρώχνουν τα σύννεφα μακριά
και τα σκαλώνουν στις κορυφές των βουνών

Με τα δακρυγόνα επίθετα στο τσεπάκι του σακακιού
βγήκε ασθμαίνοντας στο κεφαλόσκαλο της τονισμένης κατάληξης ώς
κάποιου καταπονημένου επιρρήματος

Κάτω από τα τσιμέντα, τα πλακόστρωτα και την αδιαφορία
υπάρχουν βολβοί από ζουμπούλια κυκλάμινα και χαμόγελα
που δεν θα ανθίσουν ποτέ
ψιθύρισε κι έβαλε το χέρι στο στήθος
να συγκρατήσει το επίθετο στο τσεπάκι

14.12.11.


************






Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

ΆΝΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ-ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΕΚΠΤΩΤΗ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Θρηνείς  αιχμάλωτη στην λήθη.
Είσαι μία Αφροδίτη του Έρωτα, έκπτωτη,
μία μορφή από καυτό μάρμαρο,
σαν καρυάτιδα  υπνωτισμένη απ' την προδοσία  του χρόνου.
Εγκλωβίστηκες  σε αναμνήσεις στυφές.
Το σώμα σου γυάλινο ομοίωμα , εύθραυστο.
Παραδόθηκες  στην τραγωδία της σάρκας.
Κι είσαι πάντα εκεί
να περιφέρεις ένα κορμί  σε διαδρόμους δαιδαλώδεις,
να παζαρεύεις τις στιγμές  σε κακοφωτισμένα σοκάκια,
να  πουλάς τις χάντρες των ματιών σου σε τιμή ευκαιρίας.
Σε στοίχειωσε ο απόηχος της νύχτας.
Με ξεφτισμένο όνομα
σέρνεσαι τώρα  στους  δρόμους του <<πουθενά>>
σαν λαβωμένο φίδι που ψάχνει μια φωλιά για να πεθάνει.
Δύσκολη η αναπνοή στο υγρό δωμάτιο,
κλοιός ασφυξίας απ' αμέτρητα γιατί.
Οι ερινύες  άνοιξαν πύρινες  τρύπες  στον τοίχο.
Σε καταπίνει η φλόγα τους
κι εσύ να σμίγεις με σκιές ανθρωπόμορφες.


Θρηνείς  αιχμάλωτη στην λήθη.
Είσαι ναυάγιο σκουριασμένο που ξέβρασε η κόλαση.
Σάπια φύκια ξεπηδούν απ' το κορμί,
τρυπούν τις κακοποιημένες αναμνήσεις σου.
Βραχνάς η συνήθεια και σ' έκανε όμηρό της.
Κι εσύ θα είσαι πάντα εκεί να περιφέρεις το κορμί,
παλινδρομώντας  μες σε ανάπηρα βιώματα
και βουβούς μονολόγους.


ΓΕΥΣΗ ΟΞΥΜΩΡΗ

Κι ύστερα ήρθε ο φόβος.
Έκανε αναγκαστική προσγείωση στον διάδρομο της ζωής μας.
Κι εμείς αγκιστρωθήκαμε πάνω του.
Παγωμένη η ανάσα του
<<δροσίζει>> το πρόσωπό μας.
Τώρα πια τρεφόμαστε απ' αυτόν.
Σε κάθε πιάτο που μας σερβίρουν,
η γεύση του .... μία απόλαυση,
η καθημερινή μας <<πολυτέλεια>>.

Στο ορεκτικό βασικό συστατικό ο φόβος.
Στο κυρίως πιάτο μία δυνατή δόση απ' αυτόν
και το επιδόρπιο γλασαρισμένο με τ'απόσταγμά του.
Ακόρεστη η όρεξή μας για την γεύση του.
Κι όταν τελειώνει  αυτό το γεύμα,
περιμένουμε ... με λαχτάρα το επόμενο.

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Απολογισμός πεζογραφικής παραγωγής 2011 του Γ.ΞΕΝΑΡΙΟΥ


Άρθρο του Γιώργου Ξενάριου στο "Διαβάζω", τεύχος Ιανουαρίου 2012, Απολογισμός πεζογραφικής παραγωγής (μυθιστόρημα, διήγημα) του 2011.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΑΡΙΟΣ
Απολογισμός πεζογραφικής παραγωγής 2011

Ο αστερισμός κάτω από τον οποίο επιχειρείται ο φετινός απολογισμός δεν είναι ευοίωνος. Με την οικονομία και την κοινωνία της χώρας σε βαθιά κρίση, η ─ταραγμένη ή ατάραχη─ λογοτεχνία, αφενός, επιχειρεί να αποτυπώσει την πρόσφατη ιστορική διαδρομή που μας οδήγησε ως εδώ και, αφετέρου, να παρηγορήσει ─όσο πια της είναι επιτρεπτό και εφικτό─ το πιο ευάλωτο κομμάτι του κοινού με αφηγήσεις που μοιάζουν να προέρχονται από ένα, ολοένα περισσότερο μυθολογούμενο, παρελθόν.
Πριν όμως προχωρήσουμε στα επιμέρους, ίσως να μην ήταν περιττό να δούμε από λίγο πιο κοντά τη σχέση ιστορίας-λογοτεχνίας και τη συναφή ελληνική ιδιαιτερότητα:
Ο βαθμός ωριμότητας μιας εθνικής λογοτεχνίας κρίνεται και από το είδος της σχέσης που διατηρεί με την Ιστορία, απώτερη και εγγύτερη, αλλά και με τις επιμέρους αφηγήσεις που συνθέτουν το όλο εθνικό αφήγημα. Παράλληλα, στη σχέση αυτή αποτυπώνεται η αντίληψη που τρέφει το λογοτεχνικό σύστημα περί χρηστικότητος: όσο πιο ανώριμη είναι μια λογοτεχνία, τόσο περισσότερο οι επιμέρους συντελεστές της βλέπουν σε αυτήν έναν εν δυνάμει καταγραφέα της Ιστορίας (όχι μόνο του παρελθόντος αλλά και του παρόντος), ακόμη χειρότερα: μια άλλη δυνατότητα της Ιστορίας να εισχωρήσει στο συλλογικό φαντασιακό. Μια τέτοια όμως χρήση της λογοτεχνίας, πέρα από το ότι υποκρύπτει μια κλειστή, αυτιστική σχέση με τον εαυτό της, υποδηλώνει και μια μονόχορδη, μονόμπαντη σχέση με την Ιστορία: γεγονός-καταγραφή-ιστόρηση, σχέση όπου το υλικό της Ιστορίας, αυτομάτως και μονοσήμαντα, μετατρέπεται σε πραγματολογικό υλικό της λογοτεχνικής αφήγησης. Με άλλα λόγια, οι ώριμες εθνικές λογοτεχνίες, όταν καταπιάνονται με την Ιστορία, δεν τη μεταφράζουν αυτόματα σε αφήγηση, αλλά, διαθλώντας την, την επεξεργάζονται φαντασιακά, ενώ οι ανώριμες, αδύναμες λογοτεχνίες, όπως η ελληνική, ανακαλύπτουν σε αυτήν ένα έτοιμο, τετελεσμένο πραγματολογικό υλικό.
Έτσι λοιπόν, υπό την πίεση της τρέχουσας κρίσης, βλέπουμε να γεννιούνται και να πληθύνονται τα μυθιστορήματα με θέμα τη Μεταπολίτευση ─την ερμηνεία της οποίας μια άκριτα δημοσιολογούσα άποψη έχει αναβαθμίσει σε ερμηνευτικό κλειδί διά πάσαν νόσον─ και αυτή η τάση, ας μας επιτραπεί η πρόβλεψη, ολοένα θα ενισχύεται.
Από την άλλη, σ’ έναν χώρο που δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία, συνεχίζουν να εμφανίζονται παρηγορητικές αφηγήσεις που επιχειρούν να θεραπεύσουν τον εθνικό μας εγωισμό με εκδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, αναδρομές στις «χαμένες πατρίδες» και σε κωνσταντινουπολίτικα φαντάσματα, κολακεύοντας έναν επαναγεννημένο εθνολαϊκισμό και τον πανταχού παρόντα μέσο όρο.

Μια άλλη συνθήκη υπό την οποία επιχειρείται ο φετινός απολογισμός είναι, βέβαια, η γιγάντωση της παραλογοτεχνίας. Εκατοντάδες τίτλοι, χιλιάδες αντίτυπα φορτωμένα με ιστορίες αγάπης, success stories ή, ξανά, ψευδο-εθνο-ιστορικές διηγήσεις καταλαμβάνουν τους πάγκους των βιβλιοπωλείων, εξωθώντας τούς, λιγότερους πια, πραγματικούς συγγραφείς στα ψηλά ράφια, κοιτάζοντάς τους ειρωνικά, από χαμηλού, και οδηγώντας τη λογοτεχνία σε ασφυξία.
Ειδικά τα τελευταία χρόνια το κακό έχει παραγίνει: στην άνιση μάχη με τη λογοτεχνία, η παραλογοτεχνία έχει πάρει κεφάλι: η Μαίρη Παπαδοπούλου-Πετράκη φιλοξενείται σε μεγάλες βιβλιοπωλικές αλυσίδες για να κάνει, ενώπιον του κοινού, την κατάθεση ψυχής που προϋποθέτει και συνεπάγεται το κείμενό της, ενώ στην Άνω Ποταμούλα Ημαθίας, στο καφενείο του χωριού, όλο και κάποιος δημοφιλής συγγραφέας θα κάνει και αυτός την ανάλογη κατάθεση στο (σίγουρο) ταμείο της εθνολαϊκιστικής αφέλειας ─ κι όλα αυτά συνοδευμένα, βέβαια, από χιλιάδες αντίτυπα. Τίτλοι επί τίτλων που υποδύονται τη λογοτεχνία έχουν υποκαταστήσει στη συνείδηση ενός τμήματος του ευρέος κοινού την πραγματική λογοτεχνική αφήγηση με τα θλιβερά υποκατάστατα άλλοτε μιας πληκτικά επαναλαμβανόμενης αισθηματολογίας και άλλοτε μιας εθνο-λαϊκιστικής εξάρσεως και ιστοριολαγνικής ψιμυθίωσης, οδηγώντας το σε μια, ανέκκλητη φοβάμαι, αλλοίωση της αντίληψης για το τι είναι λογοτεχνία.
Και ας μη φέρει κανείς ως αντεπιχείρημα το κοινολεκτούμενο ότι, τάχα, αν ένας υποψήφιος αναγνώστης προσεγγίσει την ανάγνωση μέσω ενός τέτοιου βιβλίου, μπορεί, αργότερα, να διαβάσει κάτι πιο σοβαρό. Ουδέν ψευδέστερον: η παραλογοτεχνία είναι τοξική, μολυσματική, όπως λέει ένας φίλος: κολακευμένος που διάβασε ─και «κατάλαβε»─ ένα «εύληπτο», «κατανοητό» βιβλίο, ο αναγνώστης κλείνει θυμωμένος όποιο βιβλίο, απλώς, δεν βεβηλώνει το προφανές και δεν του δίνει τη δυνατότητα να ταυτιστεί με κάποιον από τους ήρωες του «μυθιστορήματος», δηλαδή δεν του επιτρέπει τον αυτοθαυμασμό μέσ’ από τις σελίδες του. Ιδιαίτερα αν πρόκειται για κάποιον από τους συγγραφείς που θεωρούνται «δύσκολοι»…
Βεβαίως το φαινόμενο της παραλογοτεχνίας ούτε καινούριο είναι ούτε ελληνική αποκλειστικότητα αποτελεί. Ωστόσο τον τελευταίο καιρό στη χώρα μας έχει πάρει, βοηθούντων των λεγόμενων κοινωνικών δικτύων στο Διαδίκτυο, γιγαντιαίες διαστάσεις. Κι ενώ οι προηγμένες εθνικές λογοτεχνίες διατηρούν πάντα ένα ευρύ κοινό που ενδιαφέρεται για την αυθεντική λογοτεχνική αφήγηση, η ελληνική φαίνεται να χάνει τη μάχη από την παραλογοτεχνία ─ όχι χωρίς συνευθύνη του ελληνικού λογοτεχνικού συστήματος (ευθύνη που θα προσπαθήσω να καταδείξω σε προσεχές σημείωμά μου). Ας ευχηθούμε τουλάχιστον η βαθιά κρίση που διερχόμαστε να αναταράξει κάπως την κλίμακα αξιών του κοινού, να αναδιατάξει τις σχέσεις λογοτεχνίας-παραλογοτεχνίας και να ανατάξει το χαμένο γόητρο της αυθεντικής λογοτεχνικής αφήγησης.

*

Ο Μένης Κουμανταρέας (Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ, εκδ. Κέδρος) επανέρχεται σ’ ένα νεανικό του γραπτό και, χωρίς επιγενόμενες επεμβάσεις, το παρουσιάζει για πρώτη φορά στο αναγνωστικό κοινό. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα μαθητείας με χώρο δράσης την Αγγλία, όπου είχε πάει, νεαρός, ο συγγραφέας. Φρέσκο, νεανικό και δροσερό, με πραγματικούς πρωταγωνιστές, παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα, νεανική, πτυχή του γνωστού συγγραφέα.

Ο Κώστας Μουρσελάς (Στην άκρη της νύχτας, εκδ. Πατάκη), ενώ επανέρχεται σε δύο παλιούς μας γνώριμους, τον Μανωλόπουλο και τον Ρετσίνα, καταπιάνεται με κάτι καινούριο, αφού στο μυθιστόρημα παρεισφρέει, με τρόπο ευθύ και πλάγιο, το πρόσωπο του Παπαδιαμάντη, πρόσωπο, που, απ’ ό,τι φαίνεται, έχει στοιχειώσει τον συγγραφέα. Τύψεις, ενοχές, έρωτας και νομοτέλειες βρίσκονται στο στόχαστρο του συγγραφέα μέσα στην, πυκνωμένη αφηγηματικά, διάρκεια μιας νύχτας.

Ο Μάνος Ελευθερίου (Πριν απ’ το ηλιοβασίλεμα, εκδ. Μεταίχμιο) έγραψε, ίσως, το καλύτερο μέχρι τώρα μυθιστόρημά του, εκείνο όπου κατορθώνει να συγκεράσει τον έμφυτο λυρισμό του, συνοδευμένο από μια ατμόσφαιρα ονειρικής νοσταλγίας, με την αφηγηματική οικονομία. Επανερχόμενος στις αγαπημένες του εμμονές, το θέατρο και τη Σύρο, μας μεταφέρει, μέσ’ από μια ενδιαφέρουσα μείξη φαντασιακού και πραγματικού, σ’ αυτό που θα μπορούσε να είναι ο «δήμος ονείρων» του. Άνθρωποι και ρόλοι σ’ ένα πεζογραφικό δράμα.

Ο Πέτρος Μάρκαρης (Περαίωση, εκδ. Γαβριηλίδη) μας προτείνει το δεύτερο μέρος της τριλογίας του με θέμα την κρίση. Με παρόντα και εδώ τον πασίγνωστο επιθεωρητή Χαρίτο, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει και σ’ αυτό το μυθιστόρημα τις αρετές του: συμπαγής δράση, αδροί ήρωες, αίσθηση του αφηγηματικού χρόνου. Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται, πέρα από εκείνο της θέσης του αστυνομικού μυθιστορήματος ως λαϊκού αναγνώσματος, είναι ο υπερβολικά ευθύς και άμεσος τρόπος με τον οποίο αντικρίζει την Ιστορία.

Ο Γιώργος Συμπάρδης (Υπόσχεση γάμου, εκδ. Μεταίχμιο) μας προτείνει μια τοιχογραφία της σύγχρονης καθημερινότητας, ένα πολυπρόσωπο παιχνίδι χαρακτήρων, μέσ’ από το οποίο αναδεικνύεται το ψυχικό βάθος των ηρώων αλλά και ο τρόπος με τον οποίο, εντέλει, τελείται η ζωή μέσ’ από τα μικρά ή μεγάλα δράματά της. Ο ολιγογράφος συγγραφέας, δεν υπάρχει αμφιβολία, τα καταφέρνει περίφημα στις λογοτεχνικές επιδιώξεις του: σφρίγος, ρεαλισμός, έμμεση αποδέσμευση της συγκίνησης. Ωστόσο το ερώτημα κατά πόσο μια τέτοια, παραδοσιακή, λογοτεχνία μπορεί να συλλάβει τη σημερινή πολυπλοκότητα παραμένει εκκρεμές.

Ο Αλέξης Πανσέληνος (Σκοτεινές επιγραφές, εκδ. Μεταίχμιο) συνθέτει ένα πολυεπίπεδο και πολυδιάστατο μυθιστόρημα, όπου συνυπάρχουν πολλά από τα είδη της ιστορίας του μυθιστορήματος: μυθιστόρημα χαρακτήρων, μαθητείας, ρεαλιστικό, φανταστικό συναιρούνται σε αυτή τη σύνθεση, όπου οι τρεις κύριοι πρωταγωνιστές της, περασμένης ηλικίας πια, μέσ’ από συνεχείς αναδρομές, αναμετρούνται με το παρελθόν τους, μα πιο πολύ με την άφευκτη φθορά του χρόνου. Η σήμερον ως χθες.

Η Ευγενία Φακίνου (Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη) επιβιβάζεται σ’ ένα τρένο στην κορυφή των Άνδεων και, μέσω του ήρωά της, του Κανένα, διατρέχει κομμάτια της ιστορίας της Λατινικής Αμερικής. Συντροφιά της αυτούσια τμήματα μυθιστορημάτων λατινοαμερικανών συγγραφέων σ’ ένα διακειμενικό παιχνίδι.

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος (Η επιδημία, εκδ. Πατάκη), εκκινώντας από τη μόνιμη εμμονή του με την ελληνική αρχαιότητα, μας προτείνει μια παρωδία, στο πλαίσιο της οποίας ένας ανθυποθεός του Δωδεκαθέου επισκέπτεται τη σημερινή Αθήνα, όπου, μέσα σ’ ένα παραλήρημα έκφρασης και αυτο-έκφρασης, κάνει όλα όσα θα έκανε ένας σύγχρονος ομόλογός του. Αναλογίες, ομοιότητες και παραλληλισμοί με τη σημερινή κατάσταση και τη βαθιά κρίση.

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (Τα παιδιά του Κάιν, εκδ. Μεταίχμιο) επιχειρεί να αναδιφήσει την πρόσφατη μεταπολιτευτική ιστορία μέσ’ από ένα βιβλίο που συνδυάζει το μυθιστόρημα ενηλικίωσης με αφηγηματικές τεχνικές από τον κινηματογράφο και λανθάνοντα κοινωνικά σχόλια. Μυθιστόρημα από το οποίο δεν λείπει η αφηγηματική άνεση και ευχέρεια, το τελικό αποτέλεσμα όμως υπονομεύεται από τη μεγάλη χαλαρότητα της συνολικής σύνθεσης και, όπως αναφέραμε στην εισαγωγή του σημειώματός μας, από μια μονοσήμαντη ματιά στη θέαση της Ιστορίας ως πραγματολογικού υλικού της λογοτεχνίας.

Ο Αλέξης Σταμάτης (Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη), ορμώμενος ίσως από τον Οδυσσέα ή από τον ΜακΓιούαν, μας περιγράφει μια πυκνή ημέρα του ήρωά του, την Κυριακή των εκλογών του 2009. Με αποτελεσματικούς αφηγηματικούς μηχανισμούς και με μια επαρκή ενδοσκόπηση, ο συγγραφέας κατορθώνει να πυκνώσει τον αφηγηματικό χρόνο και να διεισδύσει στον ψυχικό χώρο του ήρωά του.

Ο Χρήστος Αγγελάκος (Το δάσος των παιδιών, εκδ. Μεταίχμιο) με φόντο, ξανά, τη Μεταπολίτευση γράφει ένα μυθιστόρημα όπου κυριαρχούν τα παιχνίδια με τον χρόνο, πραγματικό και αφηγηματικό. Σε μια περιδίνηση, την οποία υποστηρίζουν αποτελεσματικά μοντερνικοί τρόποι αφήγησης, ο συγγραφέας ασχολείται με παλιούς λογαριασμούς των ηρώων του, διαπλέκοντας το ατομικό με το συλλογικό, το παρόν με το παρελθόν και μιλώντας για την ερωτική επιθυμία, βάσανο και σωτηρία μαζί.

Ας σημειωθούν ακόμη τα εξής: Γιώργος Αριστηνός, Flash στη νύχτα (εκδ. Τόπος), Σώτη Τριανταφύλλου, Για την αγάπη της γεωμετρίας (εκδ. Πατάκη) και Τεύκρος Μιχαηλίδης, Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού (εκδ. Πόλις).

*

(Δυστυχώς, τη στιγμή που γράφεται ο παρών απολογισμός ─τέλη Νοεμβρίου-αρχές Δεκεμβρίου─ δεν έχω προλάβει να διαβάσω αρκετές από τις συλλογές καταξιωμένων λογοτεχνών που μόλις εκδόθηκαν ή πρόκειται να κυκλοφορήσουν αυτές τις μέρες [Ζατέλη, Δημητρίου, Καρυστιάνη, Σφυρίδης κ. ά.]. Έτσι, θα περιοριστώ, αναγκαστικά, σε συλλογές που εκδόθηκαν κάπως πιο παλιά μέσα στο έτος που διανύουμε.)

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, εκδ. Πατάκη), δύο χρόνια μετά την προηγούμενη συλλογή του, επανέρχεται με έναν κύκλο διηγημάτων, που στο κέντρο του βρίσκεται η γενέθλια πόλη. Ο συγγραφέας επιβεβαιώνει, και σε αυτή τη συλλογή, τις διηγηματογραφικές αρετές του: εκκινώντας από το ευτελές, καταφέρνει να το αναγάγει σε μείζον• αιχμαλωτίζοντας το ακαριαίο, περνάει στο διαρκές και, το κυριότερο, πατώντας στο καθημερινό και στο γήινο, του προσδίδει έναν χαρακτήρα σχεδόν εξωτικό, καλύτερα: υπερβατικό, και το απογειώνει.

Ο Κώστας Καβανόζης (Όλο το φως απ’ τα φεγγάρια, εκδ. Πατάκη), επιβεβαιώνοντας ευφρόσυνα την αναζητητική του διάθεση, συνθέτει μια συλλογή διηγημάτων όπου κυριαρχεί το παράλογο σε διάφορες εκδοχές ─οικείες και ανοίκειες─ της καθημερινότητας. Με μια γλώσσα συνεχούς ροής προκειμένου να αποτυπωθεί η αντίστοιχη ροή της συνείδησης, σε αστικό ή αγροτικό περιβάλλον, με παρούσα ─και σ’ αυτό το τρίτο του βιβλίο─ τη μυθολογημένη μυθική παράδοση της Θράκης, ο συγγραφέας μάς προτείνει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συλλογές διηγημάτων της χρονιάς.

Ο Γιάννης Μπασκόζος (Ποιοι ακούνε ακόμη τζαζ;, εκδ. Κέδρος) γράφει μια σειρά από σύντομα ─πλην ενός─ διηγήματα όπου κυριαρχεί η μουσική. Με τρόπο απλό, χωρίς πολύπλοκους αφηγηματικούς μηχανισμούς, εκθέτει βιωματικά στιγμιότυπα, τα οποία επιχειρεί να αισθητοποιήσει. Παρούσα σε μερικά από αυτά και η πολιτική, όχι όμως ως παρηγορητική προσδοκία αλλά ως βιωμένος χρόνος. Άμεσο, σχεδόν δροσερό.

Ο Σπύρος Γιανναράς (Ζωή χαρισάμενη, εκδ. Πόλις), με βασικό του εργαλείο το ύφος, μας προτείνει μία συλλογή από αλληγορικά, καταγγελτικά (ενίοτε καθ’ υπερβολήν), στηλιτευτικά διηγήματα. Έχοντας κατακτήσει ένα προσωπικό ύφος, επιβεβαιώνει τη θετική επίγευση που μας άφησε το πρώτο του βιβλίο.

*

Η καταγραφή της λογοτεχνικής παραγωγής μιας χρονιάς δεν είναι ουδέτερη πράξη. Το κυριότερο περιεχόμενό της, πάνω και από την καταγραφική πρόθεση, είναι η αποτίμηση, με όλη την αυθαιρεσία του καταγράφοντος, των σημαντικότερων βιβλίων μιας συγκεκριμένης περιόδου, των βιβλίων δηλαδή εκείνων που επηρεάζουν ─είτε θετικά είτε αρνητικά─ τη διαμόρφωση του λογοτεχνικού συστήματος στη συγχρονία του. Έτσι, πέρα από τις αναπόφευκτες, λόγω χρονικών πιέσεων, παραλείψεις ─που αδικούν αξιόλογους συγγραφείς─, μπορεί να παραλείπονται βιβλία που μια κοινόχρηστη λογική θεωρεί σημαντικά αλλά που, στην ουσία, δεν είναι. Επίσης, σε μια τέτοια καταγραφή-αποτίμηση είναι φυσικό να μην έχουν θέση βιβλία που ανήκουν στην παραλογοτεχνία, βιβλία που τα κινεί μόνο η υπερβάλλουσα κινητικότητα του συγγραφέα τους και, ακόμη, βιβλία που, ενώ θεωρούνται λογοτεχνικά, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά αφελείς εκτυπώσεις μιας νομιζόμενης πραγματικότητας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΑΡΙΟΣ

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟ/ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ

ΠΗΓΗ:
www.bibliofagos.vasilikipitouli.gr

Ασημίνα Ξηρογιάννη «Το σώμα του έγινε σκιά» Εκδόσεις Ανατολικός
Print E-mail
Written by Βασιλική Πιτούλη
Sunday, 08 January 2012 09:59

Τελικά το facebook αποδεικνύεται χρήσιμο στους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στο γράψιμο, και ανήκουν σε ομάδες που σχετίζονται με το βιβλίο. Πρόσφατα έφτασε στα χέρια μου το βιβλιαράκι της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Η συγγραφέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975, σπούδασε κλασική φιλολογία και θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και υποκριτική στο «Θέατρο – Εργαστήριο». Διδάσκει το μάθημα της θεατρικής αγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, και εργάζεται ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού. Από τις εκδόσεις Δωδώνη κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο «Η προφητεία του Ανέμου», ποιητική συλλογή, το 2009. Επίσης από τον Γαβριηλίδη, το 2011, η συλλογή «Πληγές».

Το υπό κρίση βιβλίο περιλαμβάνει 93 σελίδες, είναι πεζό και άνετα υπάγεται στην κατηγορία της νουβέλας. Ανέκαθεν μου άρεσε αυτό το είδος, που κυμαίνεται ανάμεσα στο διήγημα και το μυθιστόρημα: πολύ μεγάλο για το πρώτο, πολύ μικρό για το δεύτερο. Στη συγκεκριμένη νουβέλα λοιπόν, η Ασημίνα Ξηρογιάννη επιλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Πρόκειται για ένα ζευγάρι μιας ποιήτριας, της Έλσας, και ενός χορευτή, του Άγγελου. Ζουν μαζί με την μικρή κορούλα τους, την Ιφιγένεια. Τα υπαρξιακά τους προβλήματα τους κατατρύχουν. Τα γηρατειά που έρχονται αναπόφευκτα καλπάζοντας, ο έρωτας που σβήνει, η τέχνη που διαρκώς απαιτεί, και ποτέ δεν είναι ευχαριστημένη, ακόμη και ολόκληρη τη ζωή σου αν θυσιάσεις σ’ αυτή.

Αναφορές στην Ιζαντόρα Ντάνκαν, τη μεγάλη ιέρεια της τέχνης της όρχησης, πεταρίζουν στο κείμενο. Η γλώσσα είναι πλούσια, και δε θα περίμενε κανείς κάτι λιγότερο από μια πτυχιούχο κλασικής φιλολογίας. Ο τόνος της γραφής λυρικός. Επανέρχομαι στους ήρωες: ο Άγγελος πάσχει από κατάθλιψη και αγωνίζεται να πιαστεί από κάπου, για να σωθεί. Προβληματίζεται πάνω στη ζωή που έζησε με την Έλσα, την αληθινή αγάπη του, τον ερωτικό προσανατολισμό που ακολούθησε στη ζωή του: πολλοί αστέρες της χορευτικής τέχνης είχαν μια αναντίρρητη θηλυπρέπεια. Βυθίζεται στα σκότη του θολωμένου νου, της αγιάτρευτα πληγωμένης ψυχής. Η Έλσα, σα γυναίκα, αποδεικνύεται δυνατότερη. Ίσως επειδή έχει σαν στήριγμα ακλόνητο τη μητρότητα, και σκοπό ζωής να μεγαλώσει την κόρη της. Το τέλος είναι τραγικό, αλλά ευτυχώς αφήνει να διαφανεί στον ορίζοντα ένα μικρό παράθυρο ελπίδας.

Last Updated on Sunday, 08 January 2012 11:34

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

"σε δυο χώρες σφαίρα"/ δ.τανούδης,


["σε δυο χώρες σφαίρα"

από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων, "η ευτυχισμένη άγνοια του μωρού", δ.τανούδης, Αθήνα 2011]


*


Αχ, να με τραβάει στον ιππόδρομο η γιαγιά, να βρίζει τους περαστικούς που κρύβουν τον τερματισμό του άλογου, πάλι τα χάσαμε τα λεφτά μας γιε μου!, να βάζει ξανά στοίχημα και να φτύνει σπόρια και να ποντάρει τώρα σʼ ένα άλογο τυφλό, γιατί είναι, λέει, καλύτερα να μη βλέπεις τίποτα παρά να έχεις ένα μάτι βουλωμένο.
Δύσκολα χρόνια, λέει. Στο βουνό μια φορά σφάξανε άλογο. Δεν είχαν τι να φάνε και σφάξαν άλογο, έχεις φάει ποτέ άλογο; Εγώ, μου λέει, και να με σκότωναν, κι απʼ την πείνα να πέθαινα, δεν το ʼτρωγα. Τʼ αρνιά, το αρνί που είχαμε στον κήπο και του φτύναμε το στόμα για να το δέσουμε με το αίμα, πώς μπόρεσαν οι άτιμοι και το σφάξαν; Αλλά καλά αυτό, άλογο έχεις φάει;, σε τάισε η κακούργα η μάνα σου εκεί στα ξένα; Όχι άλογο, γιε μου. Δεν το τρώει ο άνθρωπος. Κακό πράγμα.
Η γιαγιά έχει δυο μάτια και τώρα κλείνει το ένα σʼ αυτόν τον περαστικό. Δεν τον βρίζει. Είναι ντυμένος με ωραία καμπαρντίνα. Ρωτάει αυτός μια ώρα και η γιαγιά τού απαντά. Ύστερα φεύγει λέγοντας το όνομα της μαμάς μου.
Με τραβάει από δω κι από κει η γιαγιά, σοκάκια, στενά, υπόγειες διαβάσεις, κάνει συνεννοήσεις η γιαγιά, κόσμος πάει κι έρχεται, εγώ μασουλάω την παστίλια. Καλή καραμέλα, λέει η γιαγιά, καθαρίζει το έντερο και φεύγει το μίσος απʼ το στόμα. Ποιον μισώ εγώ γιαγιά; Τη μάνα σου βρε χαμένο που σʼ άφησε, το καλύτερο άλογο που είχα μαντρωμένο. Τρώγεται η μαμά μου; Άλογο εγώ δε βάζω στο στόμα, αλλά άμα γυρίσει απʼ το σύνορο, ζωντανή θα τήνε φάω και θα το φχαριστηθώ.
Η γιαγιά μου είναι πολύ καταφερτζού. Βρίσκει κόσμο στις πλατείες, στα σιντριβάνια, απʼ τις στάσεις του λεωφορείου μαζεύει πελάτες. Κάποιοι τη διώχνουν, φύγε παλιόγρια!, σιχαμένη, το παιδί τι το κουβαλάς;, εσύ του σάπισες το μάτι;, θα φωνάξουμε την πρόνοια να στο μαζέψει. Αλλά αυτή πώς τα κάνει, από δω, από κει, πάντα τους καταφέρνει.
Αυτόν που είδαμε μια φορά στις τουαλέτες του σταθμού, να κουνιέται η σκιά του πίσω απʼ την πόρτα σαν να έτρεμε ολόκληρος από το κρύο, δυο μέρες μετά, η γιαγιά τον κουβαλάει σπίτι. Εκείνον που βγαίνει κόκκινος από τη λέσχη βρίζοντας ότι τον κλέψανε στην παρτίδα, η γιαγιά αμέσως τον βουτάει και νά σου τον τώρα σπίτι, να φωνάζει λέξεις κακές και να σκούζει πίσω απʼ την κουρτίνα, βγαίνοντας ύστερα με το κορίτσι, ένα απʼ τα κορίτσια του σπιτιού μας, τα κακορίζικα, λέει η γιαγιά, τα κουτσάλογα, ίσα που βγάζουμε το ρεύμα, καλύτερα να γυρίσουμε στο βουνό, να πολεμάμε τον εχθρό και να σφάζουμʼ άλογα. Χωρίς ρεύμα, με κλεφτοφάναρο στη θημωνιά, το καλύτερο ζευγάρωμα κάνεις. Άκου εσύ για να μαθαίνεις, άκου εσύ να τα πεις σʼ αυτή την άσπλαχνη, σʼ αυτή τη σκύλα, που σε παράτησε στο δρόμο, που μας παράτησε στο έλεος, και πήγε να κάνει τι;, πες μου εσύ τι πήγε να κάνει, πόλεμο έχετε εκεί πάνω!, πατέρα πού θα βρει μέσα στις σφαίρες;, τον τάφο του άμα βρει να είναι και φχαριστημένη.
Βγάζει η γιαγιά μια παστίλια και μου τη χώνει στο στόμα. Τι να σε κάνω τώρα εγώ; Να ʼσουνα δυο μέτρα άντρας να μου κρατάς την πόρτα. Μονάχη μου βγάζω τώρα τον σουγιά, ογδόντα χρονώ γυναίκα, και να μου πουλάν οι ξένοι πνεύμα, οι αλήτες, κακό χρόνο να ʼχουν, αλλοδαποί σαν τη μάνα σου, ήρθαν και μας θερίσαν, τι μου τη θύμισες;, το καλύτερο άλογο που ʼχα μαντρωμένο. Αμ θα στη φτιάξω εγώ, κάτσε να κάνει πως ζυγώνει, γιατί μάνα είναι, θα έρθει, το ξέρω πως θα ʼρθεί, μάνα κι εγώ, δεν το ξέρω;, χάρηκα μήπως εγώ τον δικό μου;, μου τον πήραν οι απέναντι, ο εχθρός μου τον πήρε, και ποιος ξέρει αν ο πατέρας του ο ίδιος δεν του ʼρίξε κάποτε μια βολή στο μάτι, να τυφλωθεί, να μη δει τον κόσμο, κόσμος που σου ʼλαχε κι εσένα!, χάρη βρε σου ʼκανα και μη γκρινιάζεις, λέει η γιαγιά και μου πατά το δάχτυλο στο βουλωμένο μάτι.
Χάρη είναι μωρέ το τύφλωμα σʼ αυτό το χάλι που σε ʼφερε η κακούργα, το παλιογύναικο, η ξεμυαλισμένη, θα τη λιανίσω όμως εγώ, παιδί δεν ήθελε;, ας έρθει τώρα να το καμαρώσει. Κι αν αργήσει ένα μήνα ακόμα, θα σου το βγάλω και το άλλο. Τέλος πια η εκπαίδευση, φτάνουνε όσα είδες. Να ʼρθει μετά στο πεζοδρόμιο να βρει το γιόκα της, λέει η γιαγιά κι εγώ δακρύζω απʼ το κλειστό μου μάτι.
Το άλλο το έχω για να κοιτάζω. Πόσο ακόμα δεν ξέρω. Ούτε πού είναι το σύνορο ξέρω. Μʼ ένα μάτι βλέπω τα μισά, με κανένα μπορεί να τα δω όλα. Πέρα απʼ το σύνορο μπορεί να δω, καλπάζοντας σαν το τυφλό άλογο που κέρδισε την κούρσα. Ζήτω! φωνάζει η γιαγιά και φτύνει στο στόμα μου την παστίλια, για να φύγει, λέει, το μίσος, νʼ αδειάσει το έντερο απʼ την κακία, να με δέσει με το αίμα. Κι εγώ την καταπίνω, αμάσητη την τρώω, να κάτσει εκεί, να πνιγώ, να μην έχω στόμα, να μην έχω μάτι, να ʼχω μια μύτη στραβή σαν της γιαγιάς για να μυρίζομαι τον φόβο των αλόγων και να ποντάρω σʼ όσα ποτέ δεν φεύγουν απʼ το σύνορο, εκεί στην άλλη χώρα, που ο πατέρας πολεμά, ρίχνοντας σφαίρα απʼ το βουνό, στο μάτι μου τώρα καρφωμένη.

Ένα ποίημα του Αντώνη Πυροβολάκη‏


Απόγευμα


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος

είχε κάτι από μια θλιμμένη μελωδία,

κάτι από την πυρκαγιά που αφήνει πίσω η κηδεία ενός νέου,

το χρώμα του μεστού λωτού, τα νύχια ενός αρπακτικού που περιμένει.


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος

θύμιζε τους αυτόχειρες που απαγχονίστηκαν στις ηλιαχτίδες ,

θύμιζε το χρυσάφι στον αστράγαλο μίας παλλακίδας από τα Γόμορρα ,

που χόρευε μπροστά στο βασιλιά ένα χορό θανάτου

ασθμαίνοντας πυρρά και θειάφι.


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος

το κοίταγμα του ουρανού έμοιαζε με εκείνο της οχιάς

η νύχτα με μία κουστωδία από σκοτάδια και ξυράφια

άφηνε πίσω της πληγές

κι εσύ μια μοιχαλίδα σύζυγος ενός συναγερμού,

με το Μορφέα σε μια βρώμικη αγκαλιά δοσμένη

στον ύπνο παραμίλαγες κάτι για φονικά φεγγάρια.


Δε μ' άρεσε το φως του απογεύματος

το καλοκαίρι κερνούσε λεμονάδα δροσερή μαζί με δηλητήριο.

Τα χελιδόνια είχαν φύγει ευτυχώς κι έτσι δεν είδαν

τα λυσσασμένα πρωτοβρόχια να σκυλεύουν το κουφάρι του Αυγούστου.


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος

θύμιζε αγάπη κουρσεμένη , καλλιγραφία στο έγγραφο μιας διαθήκης,

ένα όνειρο που αυτομόλησε στο πουθενά,

μια σιγαλιά που κλαίει μ' αναφιλητά μέσα στη κοσμοχαλασιά του δρόμου.


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος.