Translate

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΠΕΚΑΣ-ΕΝΑ ΑΦΗΓΗΜΑ

Ο Άλφα, ο Γάμα και η Πράσινη Ανάπτυξη
[του Βαγγέλη Μπέκα]

Για το Acidart.gr, 3/9/2010


Εμπνευσμένο από τα σημερινά γενέθλια του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος.



Μασαχουσέτη 1973

Κι ενώ η Ελλάδα βρισκόταν στο γύψο και οι φοιτητές της πόλης των Αθηνών ετοιμάζονταν για καταλήψεις και πορείες που φιλοδοξούσαν να ρίξουν τη χούντα, κάπου πολύ μακριά, στις ΗΠΑ, δυο έλληνες φοιτητές το είχαν ρίξει στη φούντα. Συγκάτοικοι και φίλοι, ο Άλφα και ο Γάμα είχανε κλειστεί στο δωμάτιο τους στη φοιτητική εστία, είχαν βάλει Jefferson Airplane στη διαπασών και είχαν ανάψει τον ναργιλέ στουμπωμένο με Mexican Haze.

Φύσα ρούφα τράβα τόνε και πάει λέγοντας για ώρες πολλές, μέχρις ότου οι δύο φίλοι τα είδαν κωλυόμενα. Τότε λοιπόν ο ένας από τους δυο, ο Γάμα με τη μαλλούρα και τα μούσια, ο τσίφτης, ο γκομενιάρης και καραμπουζουκλής, πετάχτηκε πάνω και φώναξε:

«Το 'χω φιλάρα, το 'χω...»

«Τι πράγμα έχεις βρε Γάμα και δεν μας δίνεις;»

«Το όραμα για την Ελλάδα».

«Σώπα καλέ; Το πιστεύεις ότι κι εγώ το ψάχνω από προχτές και δεν λέω να το βρω;»

«Σε πρόλαβα, μάγκα, σε πρόλαβα. Μέσα σε μια στιγμή τ’ όραμα καρφώθηκε στη σκέψη μου, απίστευτο, έπαθα ταμπλά!».

«Για πες, για πες...»

«Μια μέρα θα γίνω πρωθυπουργός!»

«Σιγά μην γίνεις και ο Ιησούς Χριστός».

«Βρε άκου που σου λέω, αφού το είδα σε όραμα».

Τα πήρε στην κράνα ο Άλφα γιατί αισθανόταν ότι κατά κάποιον τρόπο του είχε κλέψει το όνειρο ζωής ο Γάμα, δαγκώθηκε όμως και είπε:

«Αλήθεια είδες όραμα για την πονεμένη πατρίδα;»

«Είδα όραμα για την Ελλάδα του μέλλοντός μας. Μου πέρασε σαν κεραυνός απ’ την γκλάβα μου. Πώς πέρασε ο μεγάλος πειρασμός από τη σκέψη του Ιησού στο βιβλίο του Καζαντζάκη. Κάπως έτσι και βάλε».

«Σεμνά...»

«Και ταπεινά. Άσε αυτό το όραμα για κανέναν ξενέρωτο. Άκου το δικό μου, να σου φύγει η γκλάβα. Δώσε λίγο τον ναργιλέ, μονοφαγά. Έτσι μπράβο... Ααααχιο! Άκου τώρα το μεγαλειώδες όραμα, ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΕΣ ΟΡΑΜΑ! Όλη η Ελλάδα είναι καταπράσινη. Ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά παντού, σε σπίτια, πάρκα και πλατείες... Οι αγρότες σπέρνουν ινδική κάνναβη ελεύθερα, ολόκληρη η Ελλάδα όλο φουντιές. Η χώρα χρωστάει σε όλες τις τράπεζες του κόσμου, αλλά το αγιασμένο ελληνικό χώμα κάνει την ανατροπή. Η παραγωγή κάνναβης είναι τόσο πλούσια, τόσο ψυχεδελική, τόσο μεγάλη, ώστε καλύπτει σχεδόν όλη την ζήτηση της Ευρώπης. Το κράτος φορολογεί και διακινεί, οι Ευρωπαίοι μας εκλιπαρούν για πράγμα πρώτης ποιότητος, οι εξαγωγές φουντώνουν, οι πολίτες φουμάρουν, χαμογελούν, το οικονομικό πρόβλημα λύνεται, οι δανειστές μας είναι ευχαριστημένοι, όλοι είναι ευχαριστημένοι. Μια Ελλάδα όλο φουντιές, χαμογελαστούς πολίτες, ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά. Μια Ελλάδα Καταπράσινη... Μια μέρα θα γίνω πρωθυπουργός και θα φέρω την Πράσινη Ανάπτυξη».

Θύμωσε ο Άλφα που τον πρόφτασε ο Γάμα και είδε το όραμα για την πολυαγαπημένη πατρίδα. Προσπάθησε να το δει κι ο ίδιος σε γαλάζια απόχρωση, αλλά όσο κι αν προσπάθησε, ότι κι αν πήρε για να βοηθήσει τη φαντασία του, τζίφος. Η ψυχή του μαύρισε από το πολύ μαύρο και καταράστηκε τον Γάμα με όλη τη δύναμη της σκοτεινής ψυχής του.

Το ίδιο βράδυ κίνησε για την έρημο. Εκεί βρήκε μια γριά ινδιάνα και της ζήτησε χρησμό.

«Θα γίνει πράξη το όραμα του Γάμα;» ρώτησε.

Κι εκείνη, μια ερυθρόδερμη Πυθία στολισμένη με φτερά αετού που καθόταν πάνω σε τρίποδα, του ’πε κάτι μπερδεμένα λόγια:

«Όταν η Πράσινη Ανάπτυξη θα έρθει στην Ελλάδα θα τσούξει το κωλαράκι του τσολιά. Θα γινόταν αλλιώς. Αλλά κάποιος φίλος του Γάμα τον καταράστηκε. Και η κατάρα από φίλο πάντα πιάνει...»




ΥΓ. Εννοείται φυσικά πως κανένα από τα πρόσωπα της ιστορίας δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την πραγματικότητα. Το υπογραμμίζω. Πλάσματα της φαντασίας που ταλαιπωρούν τους πεζογράφους...

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ-Η ΑΤΙΘΑΣΗ ΓΡΑΦΗ ΤΗΣ MANSOUR








   Γλώσσα που μ΄άλλη γλώσσα δεν μοιάζει!Σε κόβει στα δύο ,στα χιλια!Σε τσακίζει!Σαν να σου βαράει το κεφάλι στον τοίχο ,σα να σε σου τρώει το συκώτι ,σαν σα σε κοπανά σε τραχείς βράχους πλάι σε ήρεμη θάλασσα.Χωρίς αιδώ,χωρίς στόμφο,χωρίς δισταγμό,χωρίς θεωρία ,χωρίς ανάλυση,χωρίς πιθηκισμό,χωρίς συντηρητισμό,χωρίς σεβασμό και αξιοπρέπεια-αλίμονο!-χωρίς ψευτιά και σύμβαση!Με πόθο και πάθος,με ακαταστασία,με πολύ όνειρο και υπερρεαλισμό,με σαρκική αποχαλίνωση ,με δριμύτητα ,με σφοδρότητα,με τόλμη,μ΄αμίμητη σκληρότητα,με ατελείωτη προκλητικότητα,μ΄αυταρχισμό ,με κυνισμό,με ειλικρίνεια,με ερωτισμό και αυτο-ερωτισμό,με αυτοαναφορά ,με φλόγα,με πόλεμο,με μοναξιά,με ΣΟΚ ,ΜΕ ΧΑΟΣ,ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ!
Εκεί κάπου στέκει η ποίηση της JOYCE MANSOUR!.Μια ποίηση ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ.ΞΕΣΗΚΩΜΑ.ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ.Μια ποίηση γεμάτη μεταφυσική και εξαλλοσύνη,αγριότητα και ανηθικότητα,ντελίριο,ξέσπασμα και οραματισμό!Μια ποιήτρια από τη Γαλλία,με την οποία έχουν ασχοληθεί αρκετοί Έλληνες και έχουν μεταφράσει έργα της.Αναφέρω τους:Βικτωρία Παπαδάτου και τους ποιητές Nάνο Βαλαωρίτη,Τάσο Κόρφη, και Έκτορα Κακναβάτο Μια ποιήτρια που δεν φοβάται την ΄ΕΚΘΕΣΗ,το ξεγύμνωμα,την αποκάλυψη.Ενα αγρίμι που πορεύεται και πάει και δεν κρύβει πως είναι αγρίμι!Δεν ωραιοποιεί,δεν εξωραίζει,δεν μαλακώνει ,δεν συμβιβάζεται. Δεν κρύβει τη μελαγχολία,την αηδία,τον πόνο,την πικρία,τη διαστροφή ακόμα και τη λαγνεία.Φαίνεται πως όλα αυτά τα προτιμά από τον θάνατο η Μansour!Φαίνεται πως όλα αυτά τα μεταφράζει ως ΖΩΗ,με της οποίας το μέρος είναι τελικά!Σημειώνω εδώ πως η ποιήτρια πέθανε από καρκίνο του στήθους το 1986,στα πενηνταοχτώ της χρόνια.Ο ΄Εκτωρ Κακναβάτος στην εισαγωγή του βιβίου ΚΡΑΥΓΕΣ-ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ-ΟΡΝΙΑ,αναφέρει πώς <έξι μήνες πριν από τον θάνατό της,στην τελευταία της συλλογή Trous noirs είχε γράψει:΄΄Πρέπει να εισπνέι κανείς θάνατο|για να γιατρέψει το πνεύμα του|Το σφεντάμι γλύφει τον αγέρα |δίχως καλέμι|Περιμένω τη στροφή του
δρόμου|Στόμα ξερό από αγρύπνια|κυριευμένο από τον φόβο">.
H Μansour πάει πέρα από τη συμβαση...Στην αληθινή ποίηση δεν πρέπει να υπάρχει σύμβαση!Κάθε ποίημα και αίσθηση.Κάθε ποίημα και εμπειρία.Αντιτάσσεται στο βόλεμα της ψυχήξς και της γραφής .Αποδομεί.Καταστρέφει.Και πάλι συνθέτει.Είναι σπουδαία η Μαnsour.Γιατί δεν φοβάται τα γκρεμίσματα και τα τσαλακώματα.Κάθε ακρότητα και προχώρημα.Με επικίνδυνα ένστικτα στην αγάπη:<αγαπώ τη γεύση από το παχύ σου αίμα>,<άσε με να σε τυφλώσω>.Μια γενική παραφορά με διάχυτη τη σκέψη ή την παρουσία του θανάτου:<..η ομορφιά μου όλη μέσα στα δίχως κόρες μάτια σου πνιγμένη,μες στην κοιλιά σου ο θάνατος που το μυαλό μου τρώει,όλα ετούτα μιαν αλλόκοτη με κάνουν κόρη>.
Θάνατος χωρίς Έρωτα -και το αντίστροφο -δεν νοείται:<Χτες το βράδυ είδα το πτώμα σου...είδα το κρανίο σου...είδα τα κόκαλά σου ξεβρασμένα από την πρωινή θάλασσα...Τα καβούρια φιλονικούσαν για την σάρκα σου...Τίποτα δεν έμεινε από τα παχουλά βυζιά σου κι ωστόσο είναι έτσι που σε προτίμησα ,ανθέ μου...αιδοίο πέρα για πέρα λογχισμένο,λιόντισσας καρδιά αποσυνθεμένη...>.Άλλοτε παιχνίδι ερωτικό καννιβαλιστικό:<Θέλεις την κοιλιά μου για να τρέφεσαι|θέλεις τα μαλλιά μου για να χορταίνεις|θέλεις τα νεφρά μου,τα βυζιά μου,το ξουρισμένο μου κεφάλι|θέλεις λίγο λίγο να πεθαίνω|πεθαίνοντας να μουρμουρίζω παιδιάστικα λόγια>.Η ίδια ήταν μητέρα,κάπου όμως γράφει:<θα΄θελα ν΄αφανίσω των ονείρων μου το αίμα καταργώντας έτσι τη μητρότητα>.Υπερρεαλιστικές σκληρές εικόνες:<Πέταξες τα μάτια μου στη θάλασσα|ξερίζωσες από τα χέρια μου τα όνειρά μου|ξέσκισες τον μελανιασμένο αφαλό
μου|και μες στα πράσινα των μαλλιών μου φύκια π΄ανεμίζουν |το έμβρυο έχεις πνίξει>.Μια περιρρέουσα μοναξιά:<Σας είδα αγκαλιασμένους μες στον άνεμο...σας είδα πλαγιαμένους μές στον χολερικό χρυσό των σκοίνων...σας είδα κοιμισμένους|Κι έγώ δέντρο αλγεινό από γύμνια, μοναχικό ...δεν ήμουν παρά ένας κλόουν με καρδιά αναμαλλιασμένη>.Παρόλα αυτά,την μοναξιά,την απόγνωση... ,την πικρία,θα τομήσω να πω ότι η Mansour δεν πτοείται,δεν ηττάται,δεν κλείνεται στο καβούκι της.Θα γραψει:<..κλαίω αλλά προς τί;|Γριά τριάντα χρονών..|Όμως όχι,ακμαία δημιουργεί ,γιατί διακατέχεται από απόγνωση άκρως δημιουργική .Το ξαναλέω.Η ποιήτρια είναι με το μέρος της ζωής.Την ξεπερνά,την ακυρώνει τη ζωή και την ξανασυνθέτει.Την παει και τη φέρει.Ελαστική στα βιώματα,αυτοσαρκαστική και αγρίως παιχνιδίζουσα ,με το παράλογο αγκαλιά και με το λογικό συνάμα.Η αλήθεια κάπου στο μεταίχμιο,ν΄ακροβατεί χωρίς σκοινί και να γουστάρει ν΄αναλώνεται ολόκληρη :<δεν θέλω πια να φτιασιδώνω την αλήθεια σου...>.|<Κοίτα ,είμαι αηδιασμένη από τους άνδρες|τις ικεσίες τους το τρίχωμά τους|την  πίστη τους τούς τρόπους τους|Μπούχτισα τις περίσσιες αρετές τους τις μισοντυμένες|Μπούχτισα τα κουφάρια τους|Άγιασέ με τρελό φέγγος που καταυγάζεις τα ουράνια όρη|Λαχταράω να ξαναγίνω κενό σαν ήσυχο μάτι της αγρύπνιας|Λαχταράω να ξαναγίνω άστρο>.Η λαχτάρα για το φως ,για την ομορφιά ,για την αγάπη ,για την απλότητα,την κανονικότητα,όχι όμως τη συμβατότητα ή τη συμβατικότητα.Η συμβατικότητα δεν συνάδει με αυτό που είναι η ποιήτρια,ένα συνοθύλευμα,ένας σίφουνας,μια κινούμενη- γεμάτη οίστρο -σκέψη και αίσθηση,ΌΛΑ και ΕΝΑ ,πληθωρική και ατίθαση.Η ηδονή ,ο έρωτας, το σεξ...σταθερά μοτίβα στο έργο της.Τα διαχειρίζεται μοναδικά.


Ενδεικτικά:

Aφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλωμιάζουν
θέλω τ΄ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των ανδρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.
A.Ξ.

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ /// ΠΟΙΗΣΗ



                                    




άτιτλο




Η μια σκιά γαντζώνεται στην άλλη
Υπόγεια κρύβουν ουρανούς
Αλλά
Πολεοδόμος πάντα ο νους.

Φρίκη θα πει
Να προσπερνάς ανέγγιχτη τη φρίκη
Και φόβος
Να μην ξέρεις πια για τι να φοβηθείς.




*********





άτιτλο




'Ερωτες, πάθη,

σώμα της ματαίωσης,

γυρίστε πίσω !








***********





  χ ω ρ ί ς τ έ λ ο ς





Τότε
ανέστρεψα
στον ουρανό
κι έγραψα
με τα σύννεφα
ανορθόγραφα, λένε,
έβαλα
τελεία
ένα αστέρι,
πέρασαν
δυο πουλιά, τα κυνήγησα,


(Αποσπάσματα από  το Στίγμα.)

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ //// ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ/ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ




                                                          
                                                                   




Το διπλό όνειρο της γραφής



Χάρης Βλαβιανός, Χρήστος Χρυσόπουλος

Εκδόσεις Πατάκη, 2010
205 σελ.





(αποσπάσματα από το βιβλίο)


σελ:13-14

0.0
<Σε τι χρησιμεύει να λογομαχούμε με το μηδέν;>(Eμίλ Σιοράν).

0.1
Το ζήτημα με το μηδέν είναι ότι αποδεικνύεται άχρηστο στην καθημερινή ζωή.Κανείς δεν βγαίνει στην αγορά ν΄αγοράσει μηδέν ψάρια.Είναι,κατά κάποιο τρόπο,το πιο καλλιεργημένο από όλα τα σημεία- η χρήση του έγινε αναγκαία από τις αφηρημένες έννοιες της σκέψης(Αλφρεντ Νόρθ Γουάιτχεντ).

0.1.1
Το μηδέν είναι το πιο εκλεπτυσμένο και υπέροχο καταφύγιο του πνεύματος-σχεδόν ένα αμφίβιο ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία>(Γκότφριντ Λάιμπνιτς)

0.1.2
<Σε μια αξιωματικά οργανωμένη θεωρία θα υφίστανται πάντα ορισμένες προτάσεις,οι οποίες δεν μπορούν να αποδειχθούν ως αληθείς ή ψευδείς χρησιμοποιώντας τους κανόνες και τα αξιώματα της ίδιας της θεωρίας>(Κούρτ Γκαίντελ,1ο Θεώρημα της Μη Πληρότητας).

0.2
Κάθε λόγος είναι εγκλωβισμένος μέσα στην αυξομείωση των βαθμών:<Γράφω>.Αυτός είναι ο πρώτος βαθμός.

0.2.1
Κατόπιν:<Γράφω ότι γράφω>.Αυτός είναι ο δεύτερος βαθμός.

0.2.2
Μα,πριν τη γραφή,ο<βαθμός μηδέν> της γραφής:η γραφή που είναι πάντοτε ήδη παρούσα.*

0.3
...τότε ο καθένας μας,μέσα σε μια διαρκή κίνηση,προσπαθεί ν΄αρμολογήσει σκέψεις και συναισθήματα.Και όπως ο Βερμέερ στην Τέχνη της ζωγραφικής σηκώνει το παραβάν και μας ξεναγεί στο εργαστήριό του,τοποθετώντας μάλιστα τον εαυτό του στη θέση του ζωγράφου(αλλά με πλάτη γυρισμένη στο θεατή),έτσι και μεις θα μπορούσαμε ν΄ανοίξουμε το δικό μας εργαστήριο,ώστε να φανεί καθαρότερα η συγκεκριμένη συνθήκη μέσα στην οποία συγκροτούμε,με ρευστές και ασταθείς λέξεις ,τη συνείδηση.

0.3.1
Είναι αυτό το οξύμωρο που μας προσφέρουν οι τρεις προτάσεις του Μπάρτ-αλλά παραφρασμένες εδώ για δύο πρόσωπα:
<[Εμείς] δεν θα ήμαστε τίποτα αν [εμείς] δεν γράφαμε>.
<[Εμείς] βρισκόμαστε αλλού από εκεί όπου [εμείς] γράφουμε>.
<[Εμείς] αξίζουμε περισσότερο από αυτό που [εμείς] γράφουμε>.**

*Και ταυτόχρονα είναι ένας κόσμος που αξιώνει την παρουσία του γράφοντος υποκειμένου,εμένα|εμάς,στην ολότητά μας,μέσα σε μια φλομπεριανή φράση-ταυτολογία.Σε μια χιμαιρική mot-just.


**Roland Barthes,,στο Roland Βarthes by Roland Βarthes,μτφρ.R.
Howard,University of California Press,1994.





ΣΕΛ:77-78

10.1
Λέμε (ακολουθώντας πάλι τα χνάρια του Ελιοτ): και αμέσως κατανοούμε ότι εδώ υπονοείται μια θεωρία της λογοτεχνίας.

10.1.1
Η γραφή(τώρα που δεν τίθεται πια ζήτημα πρωτοτυπίας)συχνά παρομοιάζεται με κάποιο έγλημα ή παρεκτροπή.Είναι:κλοπή,αντιγραφή,απάτη,τυμβωρυχία,πλαστοπροσωπία,ψευδομαρτυρία κ.λπ.

10.1.2
Αντιστοίχως ,οι συγγραφείς καθίστανται :κλέφτες,αντιγραφείς,απατεώνες,τυμβωρύχοι,υποκριτές,ψευδομάρτυρες κ.λ.π.

10.1.2.1
Οπως λέει και ο Γέητς στον ΕΡΗΜΙΤΗ του:<Είμαστε όλοι καταδικασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα>.

10.1.2.2
Εντούτοις,ακόμα κιαυτός-ο καταδικασμένος <αντιγραφέας αντιγράφων>- δεν παραμένει συγγραφέας;Oταν λέμε :<μερικά από τα καλύτερα ποιήματα του Καρυωτάκη είναι οι μεταφράσεις του>,δεν υπονοούμε ότι τα ποιήματα αυτά,αν και αντίγραφα,γίνονται δικά του,από τη στιγμή που το ξένο κείμενο προσαρμόζεται στο καλούπι της γλώσσας του;Και δεν τα αξιολογούμε ως τέτοια;

10.1.2.3
Ανάλογα,λοιπόν,με τη θέση που θέλουμε να υπερασπιστούμε,επιλέγουμε το έγκλημα.

10.1.3
Εκείνο που δεν δηλώνεται ευθαρσώς είναι η συνενοχή του αναγνώστη:κλεπταποδόχος,ηδονοβλεψίας,παρενδυτικός,λαθρέμπορος(το τελευταίο μπορεί να θεωρηθεί ώς και μομφή προς τους εκδότες).

10.1.4
Και για τους κριτικούς της λογοτεχνίας:καταδότης,προαγωγός,τοκογλύφος,εκβιαστής.

10.2
Μα δεν υπάρχει πλέον τίποτε αγαθό στη λογοτεχνία;Η έμφασηκάθε φορά είναι στο έγκλημα.Που σημαίνει:από κάποπιον κλέβεις,κάποιον εξαπατάς,κάποιον εκμεταλεύεσαι.
Και αυτός σίγουρα δεν είναι ο αναγνώστης,επειδή αν εκείνος δεν συναινεί,το έγκλημα είναι αδύνατο.Επομένως:ΒΡΕΣ ΤΟ ΠΤΩΜΑ.

10.3
Η σκέψη αυτή προυποθέτει τουλάχιστον δύο εμπλεκόμενα μέρη(ΘΎΜΑ-ΘΎΤΗ) και οπωσδήποτε ίδιον όφελος.Επομένως:ΒΡΕΣ ΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ.


ΣΕΛ:135-136

19.1
<Το ποίημα που στοχάζεται τον εαυτό του θα πρέπει να φανταστεί ένα ποίημα ποιητικότερο του εαυτού του>.*

19.1.1
Αν η <ποιητικότητα> αποτελεί το διακριτικό ενός είδους(αυτό που κατηγοριοποιεί το κείμενο ως<ποίημα>) και το μέτρο ενός μεγέθους(πόσο< ποιητικό> είναι το ποίημα),τότε ποιά είναι η αξιωματική θέση στην οποία υπάγεται η παρ.19.1;

19.2
To αξίωμα θα μπορούσε να έχει ως εξής:Το κείμενο που στοχάζεται τον εαυτό του,θα πρέπει να φανταστεί ένα κείμενο <κειμενικότερο> του εαυτού του.΄Οπου <κείμενο>θα είναι κατά περίπτωση:ποίημα,μυθιστόρημα,φιλοσόφημα,δοκίμιο..κ.λ.π.

19.3

Σε αυτήν την περίπτωση(και δεχόμενοι την αξιωματική διατύπωση) οδηγούμαστε στην πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση ότι κάθε κείμενι που στοχάζεται τον εαυτό του έχει για προορισμό του ένα άλλο κείμενο(το <κειμενικότερο>) κείμενο.Η διαφορά εδώ είναι η λέξη Προορισμός.

19.3.1
Το ζήτημα,λοιπόν,για κάθε συγγραφέα που θεματοποιεί τις ίδιες του αποφάνσεις
[αυτό σημαίνει<που στοχάζεται τον εαυτό του>]
δεν είναι η εκλογή μιας καταγωγής
[<ονομάζω τα κείμενα που με έφεραν στο φως>]
αλλά η επιδίωξη μιας κατάληξης
[<υιοθετώ και αναλαμβάνω την ευθύνη όσων θα προκύψουν από αυτό του λέω>].

19.4
Προσοχή:<Στοχάζομαι αυτό που γράφω> δεν σημαίνει<αναγνωρίζω από πού προήλθε>,αλλά προβλέπω πού θα με οδηγήσει>.

19.4.1
Αυτή είναι η σημασία της ρήσης του ELIOT:.

*Χ.ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ,,Ποιόν αφορά η Ποίηση,ο.π.,σελ.158

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ////ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΑΤΑΣΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ





Η προφητεία του ανέμου, Ποιήματα, Ασημίνα Ξηρογιάννη, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2009



«Η προφητεία του ανέμου» είναι η πρώτη ποιητική εκδοτική απόπειρα της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Αποτελείται από δύο ενότητες, την πρώτη με τον τίτλο «Η σκέψη βυθίστηκε στα χέρια σου», στην οποία περιλαμβάνονται είκοσι ένα ποιήματα, και την δεύτερη με τίτλο «… τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού», στην οποία εντάσσονται είκοσι τέσσερα επιπλέον, μικρά ή μεγαλύτερα, ποιήματα.
Ο έρωτας, το ανεκπλήρωτο, κάποιες φορές, μερικών υποσχέσεων ή της προσμονής με τις προεκτάσεις μιας φαντασιακής πραγματικότητας που δεν επαληθεύεται, οι προσπάθειες για διάρκεια στην ερωτική σχέση κι η ανάγκη να δέσουν ρίζες μεταξύ τους οι καρδιές, η απώλεια του έρωτα εντέλει καθώς και ό,τι μένει πίσω είναι η κύρια και βασική θεματογραφία της συλλογής, που διατρέχει και διαπερνά και τις δύο ενότητες και καταγράφεται με απλωμένο, με εκτατικό λόγο, ο οποίος παραπέμπει στιχουργικά σ’ έναν εφηβικό ξέσπασμα ημερολογιακής καταγραφής σκέψεων και γεγονότων, ή κι εξ αφορμής γεγονότων, καθώς επίσης και συναισθημάτων, βιωμένων ή μη.

«…Προσπάθησα πολύ να σε κάνω να δεις τα χρώματα
Μακριά στον ορίζοντα
Το πέλαγος απ’ τ’ ανοιγμένο παράθυρο,
τον γλάρο που τον πάει ο άνεμος…»
«… Μήπως πετύχω την ένωση των αλλοπρόσαλλων βημάτων σου
με τα δικά μου σταθερά πατήματα και ευλογήσω τ’ όνειρο…» (Ματαιότητα)

«Όπως σε είδα ν’ ανεβαίνεις τη σκάλα του έρημου σταθμού
εκείνο το απόγευμα
Με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό –προσηλωμένος,
Κλειδωμένος ήσουν -…» (Στιγμιαία αίσθηση)

«… Στα νερά της θάλασσας θα πλυθούμε
Με κατάνυξη θα μας ατενίζει το ανεμοδαρμένο ξωκλήσι
Κι εγώ… σεμνή πια μέσα στην ελευθερία του έρωτα
Θα περνώ από την αγορά ενάρετων ανθρώπων…» (άτιτλο, σελ. 29)


Η δεύτερη ενότητα «… τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού» εμπεριέχει ποιήματα που ξεπηδούν περισσότερο από στιγμές περιπλεγμένες στην ατομικότητα της μνήμης:

«… Αναμνήσεις χωρίς χρονικότητα…» (άτιτλο σελ. 52)
«… την θαλπωρή παρέχουν
τα φαντάσματα
του παρελθόντος ονείρου
που καλούσαμε ζωή» (Θλίψη)

«… Ν’ αντέξει το μυαλό μου μονάχα…
… σαν κιβωτός…
… από τις επιθέσεις του φθοροποιού χρόνου…
… ν’ αντέξει
Το μυαλό» (Υπέρ μνήμης)

«… Μόνο η μνήμη τους απέμεινε πιά… -» (Φαντάσματα)


Αξιοπαρατήρητη είναι και η επαναλαμβανόμενη αγωνία της Α.Ξ. για την «άλλη όχθη» , τον θάνατο, «την άλλη νύχτα» , το εν γένει επερχόμενο, κι ίσως δεν είναι τυχαίο που ο τίτλος τον οποίον επέλεξε ως γενικό τίτλο της συλλογής «Η προφητεία του ανέμου», διακρίνεται ως το κατ’ εξοχήν ποίημα της από την εν λόγω αγωνίας της.

« «Να περάσεις το ποτάμι.
Να ανακυκλώσεις τη ζωή που σπατάλησες.»
Μα εγώ… καρφωμένη στη μία όχθη,
Αρκέστηκα στο να ονειρευτώ την άλλη.» (Η προφητεία του ανέμου)

Το τελευταίο ποίημα με τίτλο «της αγάπης» κλείνει τον κύκλο της συλλογής ανοίγοντας συγχρόνως έναν καινούργιο, όπως συμβαίνει ακριβώς και στη ζωή, όταν η μέθη, το άρπαγμα, οι ανασφάλειες, οι φόβοι, οι ακανθώδεις επιθέσεις των οδυνηρών μνημών κατασιγάζουν στην απαλότητα που χαρίζει η ασφάλεια της χρονικής απόστασης, κι όταν πια η ανάγκη κυριαρχίας του ενός στον άλλον επιτέλους ξεδιψούν και χορταίνουν, τότε πλέον αρχίζουν «οι ελευθερίες» και «μοιράζονται σωστά, με οικονομία. Και ο χρόνος μάς» σέβεται.


Ν. Ζαχαροπούλου
12/8/2010

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

ΛΟΓΩ ΤΕΧΝΗΣ-ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Αγαπητοί αναγνώστες,
το varelaki σας παραθέτει όλα τα σχετικά σοιχεία,αναφορικά με τον διαδυκτιακό διαγωνισμό λογοτεχνίας.Πηγή μας είναι ένας από τους διοργανωτές του διαγωνισμού,ο Γιάννης Φαρσάρης!!


< Ηλεκτρονικό διαγωνισμό διηγήματος με θέμα την Τέχνη διοργανώνει η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία πολιτισμού ARTSPOT. Κριτική Επιτροπή: Ελένη Γκίκα, Leia Vitali, Manos Kontoleon, Thanassis Chimonas, Γιάννης Φαρσάρης. Προθεσμία υποβολής συμμετοχών: 15η Σεπτεμβρίου 2010>



Για οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνηση σχετικά με τον διαγωνισμό "ΛόγωΤέχνης" μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο email contest@artspot.gr


Ο ΔΙΟΡΓΑΝΩΤΗΣ

Η Εταιρεία Artspot είναι μία Αστική Mη Κερδοσκοπική Εταιρεία με σκοπό την προώθηση και προβολή του Πολιτισμού. Ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 2009, οι δραστηριότητες της όμως ξεκίνησαν από τον Νοέμβριο του 2007, με την δημιουργία της ηλεκτρονικής κοινότητας Ελλήνων Δημιουργών –για επαγγελματίες ή ερασιτέχνες- Artspot.gr.

Ακολούθησαν ομαδικές δράσεις με συμμετοχές σε διεθνείς διαγωνισμούς και εκθέσεις, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκαν ομαδικές εκθέσεις των μελών της κοινότητας. Το Art magazine ήταν η φυσική προέκταση του artspot.gr, πραγματοποιώντας και εισάγοντας νέα δεδομένα στον τομέα του Ηλεκτρονικού Τύπου, ενώ παράλληλα οι μουσικές επιλογές του ψηφιακού ραδιοφώνου Art.radio αποτέλεσαν μια μοναδική συντροφιά, αλλά και πηγή γνώσης για τους λάτρεις της ποιοτικής μουσικής.

Για περισσότερες πληροφορίες απευθυνθείτε στην επίσημη ιστοσελίδα της εταιρείας -> http://company.artspot.gr>

<Σε πείσμα όσων επιμένουν να χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη εποχή ως αντικαλλιτεχνική, η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία Artspot διοργανώνει διαγωνισμό λογοτεχνικής σύνθεσης. Η ανάδειξη της δημιουργικής ανάγκης των ανθρώπων για εξωτερίκευση σκέψεων και συναισθημάτων μέσω της τέχνης, αποτελεί βασικό προσανατολισμό της φιλοσοφίας της Artspot. Στόχος του διαγωνισμού είναι να αποτελέσει την αφορμή για τους συμμετέχοντες να αποτυπώσουν μέσω του γραπτού λόγου τη σημασία της τέχνης στην καθημερινότητα. Λέξεις αλιευμένες από διαφορετικούς χώρους της καλλιτεχνικής δημιουργίας αναμένουν να συνδυαστούν, διαμορφώνοντας λογοτεχνικά κείμενα που αναδεικνύουν τη θέση που κατέχει η τέχνη στη ζωή.>

Όροι Συμμετοχής στον Διαγωνισμό

* Ο Διαγωνισμός θα διεξαχθεί αποκλειστικά και μόνο μέσω του Internet. Οποιοσδήποτε άλλος τρόπος αποστολής της συμμετοχής δεν θα γίνεται δεκτός.
* Για να θεωρηθεί έγκυρη η συμμετοχή στον διαγωνισμό θα πρέπει το διήγημα να μην υπερβαίνει σε έκταση τις 1.000 λέξεις και να περιλαμβάνει υποχρεωτικά στην πλοκή του τις ακόλουθες 7 λέξεις που σχετίζονται με τις βασικές μορφές της τέχνης: Πένα – Καμβάς – Μάσκα – Βιολί – Άγαλμα – Κάμερα – Τανγκό (Οι 7 λέξεις μπορούν να εμφανίζονται σε οποιονδήποτε τύπο, π.χ. των αγαλμάτων, της μάσκας, τα βιολιά κ.λ.π.)
* Στο Διαγωνισμό μπορούν ελεύθερα να συμμετάσχουν άτομα άνω των 18 ετών, κάτοικοι Ελλάδος και εξωτερικού, με εξαίρεση όσους έχουν εκδώσει λογοτεχνικό βιβλίο. Τα διηγήματα πρέπει να είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα
* Από τη συμμετοχή στο Διαγωνισμό αποκλείονται οι συνεργάτες της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας Artspot, οι εργαζόμενοι στις εταιρείες των Χορηγών, καθώς και οι συγγενείς των ανωτέρω προσώπων έως και β' βαθμού.
* Ο κάθε διαγωνιζόμενος μπορεί να συμμετάσχει μία μόνο φορά στο διαγωνισμό και με ένα και μόνο διήγημα.
* Κάθε συμμετοχή θα πρέπει να είναι μη δημοσιευμένο έργο του ίδιου του διαγωνιζόμενου, ο οποίος φέρει την ευθύνη της υπογραφής του και κάθε άλλη ευθύνη σχετικά με την πατρότητα και την πρωτοτυπία του διηγήματος.
* Με την αποστολή του διηγήματος ο Διαγωνιζόμενος:
o Αποδέχεται, ότι το έργο του θα τεθεί υπό την κρίση της Κριτικής Επιτροπής για αξιολόγηση.
o Εκχωρεί στους διοργανωτές, στην περίπτωση που ανακηρυχθεί ως ένας από τους νικητές του Διαγωνισμού, το αποκλειστικό δικαίωμα για δημοσίευση του διηγήματος του στις σελίδες του ηλεκτρονικού περιοδικού www.artmag.gr με την αναγραφή του ονοματεπώνυμου και του τόπου κατοικίας του.
* Από το σύνολο των διηγημάτων που θα σταλούν στο Διαγωνισμό και θα πληρούν τους Όρους Συμμετοχής, η Κριτική Επιτροπή θα επιλέξει, κατά την απόλυτη κρίση της, τα 6 καλύτερα διηγήματα.
* Η τελική απόφαση της Κριτικής Επιτροπής δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, είναι οριστική, και θα ανακοινωθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.artmag.gr μετά το πέρας του Διαγωνισμού.
* Τα δώρα του Διαγωνισμού είναι προσωπικά, δεν μεταβιβάζονται ούτε ανταλλάσσονται με χρήματα ή άλλα είδη.
* Οι διοργανωτές διατηρούν το δικαίωμα να μεταβάλουν τις ημερομηνίες, να ματαιώσουν το Διαγωνισμό ή/και και να αλλάξουν τα δώρα των νικητών.
* Η συμμετοχή στο Διαγωνισμό προϋποθέτει και συνεπάγεται την πλήρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του συνόλου των παραπάνω όρων.
* Οποιαδήποτε συμμετοχή δεν είναι σύμφωνη με όλους ανεξαιρέτως τους Όρους Συμμετοχής δεν θα θεωρείται έγκυρη και θα αποκλείεται αυτόματα από το Διαγωνισμό χωρίς ειδοποίηση του διαγωνιζόμενου.

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

ΣΤΗΛΗ THE ARTMANIACS////ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ




Λοιπόν,καλώς ήρθες,Γιάννη, ΣΤΟ VARELAKI BLOG.Ξεκινώ αμέσως.Πώς πορεύεται το βιβλίο στις μέρες μας;O κόσμος ξοδεύει λεφτά για βιβλία ή απλά, και να θέλει, δεν του περισσεύουν;

Καλησπέρα Μίνα κι ευχαριστώ για την πρόσκληση σου. Ξεκινάμε από τα δύσκολα και χαίρομαι.
Είναι λίγο περίπλοκη η εποχή μας, στέκεται αμήχανη απέναντι στα βιβλία, τα αγοράζει αλλά δε τα δείχνει σωστά στα μέσα ενημέρωσης, συχνά αποτελούν άλλοθι πολιτιστικού υπαινιγμού, τίποτα περισσότερο από αναφορές. Τα μεγαλύτερα αφιερώματα αφορούν πάντα σε συγκεκριμένα πολυπροβαλλόμενα πρόσωπα με στόχους που δεν έχουν να κάνουν ακριβώς με ό,τι θέλουμε ν’ αποκαλούμε σύγχρονη πεζογραφία. Η τηλεόραση σιωπά.
Αντίθετα, οι Έλληνες ενδιαφέρονται. Αγοράζουν, ψάχνουν, αναζητούν μέσα από το διαδίκτυο κι αυτό είναι ενθαρρυντικό.
Η γενικευμένη κρίση –που σίγουρα δεν είναι μονάχα οικονομική αλλά επεκτείνεται και σε βαθύτερες αξίες- δε βοηθάει. Τα βιβλιοπωλεία δε προμηθεύονται βιβλία με τον ίδιο ρυθμό, δουλεύουν με παραγγελίες και ανυπόληπτες λίστες «ευπώλητων». Αυτό έχει αναδείξει στην κορυφή ανάξιους τίτλους κι έχει θάψει σε υπόγεια εκδοτικών εταιριών άξια βιβλία, που οι ενδιαφερόμενοι αναγνώστες δε θα βρουν ποτέ σε βιτρίνες. Δε προχωράμε έτσι.


 Ποιά η θεματολογία των βιβλίων σου;Πώς επιλέγεις το θέμα σου...Δηλαδή παίρνεις αφορμή από αληθινές ιστορίες, από άλλα αναγνώσματα, από πράγματα που συνέβησαν προσωπικά σε σένα;

 Από άλλα αναγνώσματα ή προϊόντα τέχνης δανείζομαι συχνά κάτι από το άρωμά τους. Αυτό τροφοδοτεί και τα δικά μου όνειρα.
Τα πρόσωπα μου ξεπηδούν από την επικαιρότητα. Αποκτάνε υπόσταση σε λέξεις όταν κρίνω ότι αξίζει να υπάρξουν μέσα από κείμενα, για να μιλήσω μέσα απ’ αυτά, ακόμα κι αν συμβαίνει να ‘χουν άλλες θέσεις από τις δικές μου. Συχνά ντύνομαι τα ρούχα τους ή δανείζομαι συνήθειες, προσπαθώ να τα καταλάβω.
Θέλω οι ήρωες να ‘χουνε χρώματα, να ‘χουνε δύναμη κι ενέργεια -όχι μονάχα την αποκαλούμενη φωτεινή ή θετική- θέλω να ‘χουν αξίες, να μεταφέρουν μηνύματα μέσα από τη δική τους γλώσσα, που θέλω να ‘ναι ιδιαίτερη, άμεση, απλή και καθημερινή.


Kι η Ποίηση;

 Η ποίηση κρύβεται στα βιβλία που διαβάζουν κι εκτιμούν λίγοι. Ποίηση κρύβεται στην πεζογραφία, συχνά ακόμα και χωρίς να το επιδιώκει, βγαίνει στην επιφάνεια ειλικρινής, καθαρή στις προθέσεις της... όταν επιδιώκεται με σκοπό, δε βρίσκει το στόχο της.
Ποίηση κρύβεται ακόμα και στις αλήθειες των καθημερινών ανθρώπων, στις εικόνες του πεζοδρομίου, της χαράς ή των προσωπικών δραμάτων μας, που συχνά μένουν θαμμένα μέσα μας.

Λογοτέχνες που θεωρείς σπουδαίους...

 Αυτό σηκώνει νερό και πολλά ονόματα. Η ελληνική πεζογραφία με απορροφά από παιδί. Παύλος Μάτεσις, Γιάννης Ξανθούλης, Λιλή Ζωγράφου, Ευγενία Φακίνου και πολλοί ακόμα λιγότερο προβαλλόμενοι όπως η Μάρω Τριανταφύλλου, κλασικότεροι όπως ο Μενέλαος Λουντέμης ή ο Νίκος Καζαντζάκης εξίσου. Κι ό,τι άλλο τρέχει σε νέες εκδόσεις κι αξίζει την προσοχή μας.

Τί προσδοκάς γράφοντας;

Να μαι αληθινός. Να ‘χουνε λόγο ύπαρξης οι μυθιστορίες μου, να περνάω καλά γράφοντας κι οι αναγνώστες διαβάζοντας, να μη καταλήγουν ν’ αποστρέφονται την πεζογραφία, αλλά να γίνονται πιο ένθερμοι οπαδοί της. Επιδιώκω όμως πάνω απ’ όλα να ‘μαι ειλικρινής κι αληθινός στις προθέσεις μου. Βλέπεις πως, όταν το γράψιμο είναι τρόπος ζωής κι όχι χομπίστικη ενασχόληση, τα περιθώρια για υποκρισία και φτιασίδι δεν είναι πολλά. Το ψέμα μας φτηναίνει και μας καταπιέζει.

 Γράφεις κάτι αυτόν τον καιρό;

Δε σταματάω παρά μονάχα σε μικρές περιόδους, όταν δε νιώθω έτοιμος να πω κάτι. Συνήθως μεταφέρομαι από το ένα μυθιστόρημα στο άλλο, με μια διαδοχή που μοιάζει ανέφικτη, αλλά είναι πιο απλή απ’ όσο δείχνει.
Αυτή την εποχή έχω παραδώσει για έκδοση το τρίτο μου μυθιστόρημα, για μένα αποτελεί ένα σημαντικό κείμενο, χρειάστηκε χρόνο και κόστος για να φτάσει κάπου. Θα μου πεις πως, έτσι πάνω κάτω δε γίνεται με όλα τα μυθιστορήματα; Και βέβαια, αλλά ανά εποχές διακρίνουμε τα κείμενα που μας έχουν απορροφήσει συνολικά.
Όταν το τρίτο βιβλίο τέλειωσε λοιπόν, ένα τέταρτο ξεπήδησε. Σύγχρονο και σπαρταριστό όσο κανένα, γεμάτο κέφι για ζωή. Χιούμορ αλλά και πολλές αλήθειες, έτοιμο να ζει τη ζωή απ’ την αρχή, να εκτιμήσει τις καλές στιγμές, που συχνά αποχρωματίζονται στο θόρυβο της καθημερινής ρουτίνας.

Για το αρχείο του blog , μια αναφορά στα βιβλία σου και ένα σχόλιο για το καθένα.

Η «Μυρωδιά σου στα σεντόνια μου» είναι η ιστορία μιας Βασιλικής καλών προθέσεων, μιας γυναίκας άξιας να σταθεί μέσα στα χρόνια, να διασχίσει έναν πόλεμο, να διεκδικήσει τις αξίες, τα δώρα της ζωής και τα όνειρά της. Η μυρωδιά παραπέμπει στη μνήμη, σ’ ό,τι δε ξεθωριάζει όταν οι άνθρωποι παλιώνουν. Θέλει να ψιθυρίσει στον αναγνώστη ένα μυστικό: πως τίποτα δεν έρχεται από μόνο του, όλα κατακτώνται ή κερδίζονται, μονάχα όταν το επιθυμούμε.
Ο < εραστής, η μέλισσα κι ένα μικρούλι “αχ”> από την άλλη, είναι ένα τραγούδι. Ξεκινάει με μια εποχή, που βιάζεται να προφτάσει το μέλλον. Σμίγει μια σειρά από πρόσωπα που λογικά, δύσκολα θα ταίριαζαν. Θα προχωρήσουν όμως μαζί, για να μας δείξουν ότι η οπτική μας απέναντι στον κόσμο δε μπορεί να ναι μονόπλευρη, φωτεινή ή σκοτεινή. Θα μας αποδείξουν ότι η φυσικότερη εξέλιξη των πραγμάτων, δε μπορεί να προβλεφθεί ποτέ.

Τί ονειρεύεσαι;
Ονειρεύομαι τον κόσμο καλύτερο. Χωρίς ταμπέλες κι ευδιάκριτες ονομασίες. Επενδύω στις καλές προθέσεις των ανθρώπων και θέλω να ‘χω όμορφες σχέσεις. Ονειρεύομαι περισσότερη ειλικρίνεια, μας λείπουν οι αλήθειες, περισσεύουν τα ταμπού κι οι ευκολίες.

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ.ΣΤΕΡΓΙΟΥ-ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΗΧΗΣΕΙΣ

ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ

Μάθαμε να διαβάζουμε την ώρα
στ΄άγνωμα,στ΄άβουλα ,ρολόγια.
Κι αυτό γιατί,για τον καιρό που πέρασε,
για θανάτους και μοιρολόγια;
Kι ακόμα μάθαμε να λέμε ολημερίς,
για κάτι που΄πρεπε να κάνουμε,
<Αύριο,τώρα είναι νωρίς>.



ΚΡΙΜΑ

Αλαργινά τραγούδια που μας έφερε το κύμα
και θύμησες παλιές το πελαγίσιο αγέρι.
Κ΄έτσι σφιχτά που σου κρατώ το χέρι,
γιατί να κλαις;Δεν είναι κρίμα;



EΚΕΙΝΟΣ ΕΙΧΕ ΦΥΓΕΙ

Περάσαμε την ξώπορτα γοργά.
(Ο νεκροθάφτης με τα ρούχα,το καντήλι ,το λιβάνι).
Εκείνος είχε φύγει.
Κράταγες με πολύ οδύνη το κεφάλι.
(Το αργό μονότονο ρολόι,νεκρόσημα,κεριά).
Θαρρώ πως λίγο κλάψαμε.
Δεν ξέρω πάλι.



ΚΟΚΚΙΝΑ

Η κουζίνα θύμιζε καπηλειό του βορρά.
Με πολύ κόκκινο κρασί
και κοκκινα μάτια.
Κόκκινα όλα,
και το κρασί και τα μάτια μας,
κ΄οι τοίχοι της κουζίνας.


ΚΑΡΑΒΙΑ ΚΙ ΑΡΜΕΝΑ

Καράβια κι άρμενα.
΄Αλμπουρα και πυξίδες.
Το πέλαγος π΄αγκομαχεί.
Τα πρόσωπα με τις βαθιές ρυτίδες.
΄Ολα κλεισμένα τα΄χω στην ψυχή.


ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ

Θα πρέπει να το ξέρεις,
οι καμπάνες χτυπούσαν σιωπηλά
την ώρα του θανάτου μου.
Κ΄είχα στο στόμα μου
τ΄όνομά σου.


ΞΥΛΙΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

΄Ηθελα να περπατώ
σε ξύλινους δρόμους
και να βρέχει.


ΤΙ ΝΑ ΦΤΑΙΕΙ

Τι να φταίει
απόψε,
που ο λογισμός μου
σ΄έφτασε.

Κ΄έφτασε τόσο μακριά.

Τι να φταίει
απόψε.



ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

Σκέφτηκε κανείς ποτέ,
πως θα ξυπνούσαμε
αν δεν χτυπούσαν
οι καμπάνες;


TO EKKΡEMEΣ

Στον Λευτέρη Π. Παπαδόπουλο

Η μελαγχολία των τοίχων
με τα πορτραίτα των πεθαμένων.
Το σπίτι γεμάτο με τις φωτογραφίες
των ζωντανών που λείπουν.


Το εκκρεμές χτυπά τις ώρες
τις ατελείωτες της μοναξιάς
και της ανάμνησης.

Κι ακόμα ψάχνω να΄βρω
το χρονικό σημείο,
που πρέπει να σταματήσω
την αφήγηση.



Ο Δημήτρης Γ. Στεργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939,από γονείς Ρεθύμνιους.
Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και φοίτησε στο Τμήμα Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών του ίδιου Πανεπιστημίου.Παρακολούθησε μαθήματα Ασφαλιστικού Δικαίου στο Universite Libre de Bruxelles.Διετέλεσε Νομικός Σύμβουλος του<Μουσείου Φυσικής Ιστορίας>,Νομάρχης Κυκλάδων και Ζακύνθου,Γενικός Γραμματέας του Ιδρύματος<Κρητική Εστία>,Μέλος του <Φιλεκπαιδευτικού Ιδρύματος Κρήτης > και άλλων κοινωφελών Ιδρυμάτων και Σωματείων.Το 1955 ,μαθητής στο Γυμνάσιο ακόμα,δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή <Είλωτες>.
Μετέφρασε Γάλλους ποιητές.Ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα,στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης,την Αφρική,τη Ρωσία,την Αμερική και το Μεξικό.

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

ΔΑΝΑΗ ΠΑΠΟΥΤΣΗ- ΣΤΑΘΜΟΣ

danpap22@yahoo.com

Σταθμός






Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια. Πάω εκεί. Στο ίδιο σημείο. Στο σιδηροδρομικό σταθμό. Όχι βουνά, όχι θάλασσες, μόνο τσιμέντο, ράγες, απόγευμα, βροχή, στάση. Το βλέμμα της, μία λέξη, το βήμα στον αέρα, η πτώση, το αποτύπωμα, η χειρονομία της, το πάγωμα, αιφνιδιασμός. Το τηλεφώνημα. Μου τηλεφωνεί η η μητέρα της. «Θα πας;» Η φωνή της ευάλωτη, ανατριχιαστική, ηττημένη. Η απώλεια, ο πόνος. Υπάρχει. Της θυμίζει. Εκείνη δεν μπορεί. Θέλει, δεν αντέχει. «Με περιμένει. Εσύ μείνε. Θα πάω εγώ» Διασχίζω τους δρόμους, Σόλωνος, Πατησίων, Αχαρνών. Είναι άδειοι.
Η Κατερίνα. Είναι εδώ. Θέλω να ρωτήσω. Γιατί δεν την κράτησα; Γιατί δεν πρόλαβα; Γιατί δεν κατάλαβα; Γιατί δεν με είχε προειδοποιήσει; Γιατί δεν μου μίλησε; Άντε γαμηθείτε όλοι σας. Με πιάνει φανάρι. Κόκκινο που παραμένει κόκκινο. Σωρός από διασταλμένα δευτερόλεπτα. Το κόκκινο, γίνεται πράσινο, απαίσιο πράσινο, μου κλείνει το μάτι, Φύγε! Τρέχα, μπορείς, φύγε μπροστά.. Μπορώ; Θέλω; Πότε θα φύγει εκείνο το τρένο; Γιατί δεν μπήκαμε μέσα; Γιατί δεν προλάβαμε; Γιατί δε με προειδοποίησες; Γιατί έρχεσαι στον ύπνο μου; Γιατί δεν κράτησες την υπόσχεσή σου;
Ήλιος. Μιλάμε. Δε μ’ αρέσει που έρχομαι με ήλιο. Δεν τον αγαπάς τον ήλιο. Έχεις μίσος για κάθε τι φωτεινό. Τον σιχαίνεσαι. Ένα παιδί σιχαίνεται τον ήλιο. Δε μπορώ να σε καταλάβω. Είσαι παιδί του χειμώνα, αυτό λες. Από μήτρα κρύα. Και το παλαβό παιχνίδι, ούτε αυτό το καταλαβαίνω. ‘’Οι πέντε εποχές’’. Αυτοσχεδιασμοί, χειρονομίες, μια υποτυπώδης βάση, παντομίμα. Ο καιρός αλλάζει, δεν υπάρχει καιρός, κρύο ή ζέστη μόνο. Μη θυμώνεις. Κρατάω ακόμα το τηλεχειριστήριο. Κλικ. Τα σύννεφα σκουραίνουν, κλικ κι ο ουρανός ζαρώνει, ένα σεντόνι είναι, σκούρο μπλε, μουντό, βρώμικο. Τώρα βρέχει. Ο δρόμος γυαλίζει, γλιστρά. Μία διάφανη κρούστα στην άσφαλτο. Στο κρεσέντο της βροχής θέλω να είμαστε μαζί, στον ίδιο σταθμό, τη στιγμή που θα πατήσω το πόδι μου στις γαμημένες ράγες. Τη στιγμή που δεν θ’ ακούγεται τίποτα. Μόνο εσύ.

Μία γάτα. Μία γάτα μπουρδουκλώνεται στις ρόδες του αυτοκινήτου, δεν υπάρχει. Δεν πρόλαβα να κάνω κάτι, δεν έκανα τίποτα. Δεν θέλω να κοιτάξω πίσω. Η Κατερίνα αγαπάει τις γάτες. Εγώ τις φοβάμαι. Πράγματα που μας χωρίζουν. Και άλλα που μας ενώνουν, δε μιλάμε για αυτά. Ξεχνάω, θέλω να ξεχάσω το άδειο πρόσωπο, έρχεται κάθε βράδυ, δεν έχει χαρακτηριστικά, ούτε μάτια, ούτε μύτη, ούτε στόμα, τίποτα, μόνο το σχήμα, οβάλ και σγουρά πυρόξανθα μαλλιά. Η φωνή της σε ισοκράτημα, δεν έχει πόνο, χαρά, απορία, θαυμασμό, ένα ίσο, με διαλύει. Οι γονείς. Ναι, παίζαμε κρυφτό τότε. Αλλά εσείς είχατε πιο σημαντικά πράγματα να ασχοληθείτε. Κανείς ποτέ δε ρώτησε που πηγαίναμε κάθε απόγευμα. Κανένας. Κάνω μία στάση, την ίδια, στην καντίνα του κύριου Παναγιώτη. Είναι κλειστή. Με τον κύριο Παναγιώτη γνωριζόμαστε, λέμε λίγες κουβέντες. Η σοφία του δρόμου.
Παρκάρω δίπλα στην καντίνα, αφήνω τα αλάρμ ανοικτά. Ανάβω τσιγάρο, τεντώνομαι, να ξεμουδιάσω. Είναι νύχτα. Προσανατολίζομαι, σκοτάδι, ξέρω που είναι το σκοτάδι. Αυτή η φράση. Πάλι. Η Κατερίνα, έρχεται ξανά. Μαλλιά μοβ, μακριά. Σέρνονται στο έδαφος, μία ουρά. Κάνει κούνια, η κούνια πηγαινοέρχεται, ψηλά κι ύστερα πίσω, και ξανά ψηλά και πίσω. Δεν βλέπω το πρόσωπό της, ακούω τη φωνή της. Φεύγει.
Όλοι βιάζονται, ο χρόνος, η μέρα, εγώ. Κρατάω το μαντήλι της και το σκισμένο σημείωμα που βρήκαμε στην τσέπη του τζιν της. Σβήνω το τσιγάρο, ξαναβάζω το μαντήλι και το σημείωμα στην τσέπη μου, μπαίνω στο αυτοκίνητο.
Μουσική. Να βρεθώ εκεί. Βιάζομαι. Θα μου μιλήσει. Το υποσχέθηκε. Πλησιάζω στο σταθμό. Είμαι εκεί.

Είναι σκοτεινά. Προχωράω, τα παπούτσια τρίζουν κάτω απ’ τα χαλίκια. Τώρα μικρές, περπατάμε ξιπόλητες, τα χαλίκια μας γαργαλάνε, μας πληγώνουν τις πατούσες. Γυρίζουμε σπίτι, η μαμά στην πόρτα, δεν μας ρωτάει κάτι. Δεν κοιτάζει τα πέλματα.
Οι ράγες ένα φίδι χωρίς ουρά. Δεν υπάρχει άκρη. Ούτε τρένο, ούτε χρόνος. Ησυχία. Σαν τάφος. Το τσιμεντένιο κουτί. Η ίδια πένθιμη υπενθύμιση. Με κεριά, τη φωτογραφία, λίγα ξεραμένα λουλούδια. Με αηδιάζει. Βλέμμα απέναντι. Το σκουριασμένο παγκάκι. Μία γάτα σκαρφαλωμένη πάνω του, με κοιτάζει ακίνητη. Τα μάτια δύο χρυσές τρύπες. Νιαουρίζει, βραχνά. Πως μπορεί να κλείσει η φωνή μιας γάτας;
Απλώνω το πόδι στην αποβάθρα, αιωρείται, έχω την αίσθηση του κενού. Η γάτα τινάζεται απότομα, χάνεται στο σκοτάδι. Χαλίκια, ράγες, στάση, παγκάκι, κρύο. Η διαχωριστική γραμμή. Έτσι μου είπε: Θα συναντηθούμε στη διαχωριστική γραμμή. Δε φοβάμαι. Συνεχίζω .
Περπατάω αργά στην τσιμεντένια αποβάθρα. Στο βάθος μια νάιλον σακούλα. Πλησιάζω. Ένα άδειο μπουκάλι νερό. Κάποιος είναι εδώ. Όχι. Εδώ είναι η κρυψώνα μας. Το μαύρο πουλί είναι εδώ. Μια νυχτερίδα, παλιός κάτοικος. Φτερουγίζει. Κάνει τρεις κύκλους στον αέρα και χάνεται στο σκοτάδι. Ανόητο, άσχημο πουλί.
Αιφνίδιο σφύριγμα του αέρα. Κλείνω τ’ αυτιά. Ένας θόρυβος, ένας απαίσιος θόρυβος. Μετά; Τίποτα μετά. Βλέπω το κτίριο, στο βάθος, τριώροφο. Πλησιάζω. Δεν τους βλέπω. Εκείνους που ζούσαν εκεί, μια παράξενη οικογένεια με μωρά. Τρία μωρά. Γυρίζω. Νάτους, περπατούν στην αποβάθρα με τα μωρά αγκαλιά. Το κλάμα τους είναι έντονο, ρυθμικό. Κρυβόμαστε πίσω απ’ το μεγάλο πεύκο και τους παρακολουθούμε μέχρι να ξαναμπούν στο κτίριο. Η διαδρομή τους είναι η ίδια. Κάνουν στάση στο παγκάκι. Δε μιλούν. Ποτέ. Περπατούν αργά κοιτάζουν ευθεία. Μόλις κάτσουν στο παγκάκι, τα μωρά σταματούν το κλάμα. Μένουν εκεί για λίγο, πέντε λεπτά, ακίνητοι, αμίλητοι, κοιτάζουν ευθεία μπροστά. Τώρα σηκώνονται κι επιστρέφουν στο κτίριο.
Σ’ όλη τη διαδρομή τα μωρά κλαίνε. Εμείς πίσω από το πεύκο, κρυμμένες. Η Κατερίνα βαριέται να τους κοιτάζει, γκρινιάζει. Μπαίνουν στο κτίριο, τα φώτα κλείνουν. «Τώρα θα κοιμηθούν, μπορούμε να παίξουμε ανενόχλητοι, πάμε!» μου λέει. Με τραβάει απ’ το μανίκι. Τώρα. Τώρα δεν τους βλέπω όμως, κανέναν. Το κτίριο είναι κλειστό. Μία φορά προσπάθησα να μπω. Δεν τα κατάφερα.
Είμαι μπροστά στην πόρτα. Είναι μισάνοιχτη. Χτυπάει το κινητό, δεν το σηκώνω. Δεν θέλω να δω ποιος είναι. Θέλω τσιγάρο. Το ανάβω. Κάθομαι στο σκαλοπάτι, φυσάω τον καπνό. Πετάω το τσιγάρο μακριά. Οι ράγες είναι ατελείωτες.

τι έπαθα τι μου συμβαίνει η Κατερίνα έρχεται θα έρθει όλα καλά θα μάθεις θα ξέρεις επιτέλους πότε θα φύγει αυτό το τρένο γιατί δε μου είπες τίποτα γιατί δεν σε κράτησα γιατί δεν κράτησες την υπόσχεση σου γιατί χαμογελάς τα μωρά τρία παιδια περιπατάνε ανάποδα οι γονείς είναι σκύλοι γαβγίζουν ανάποδα πως είναι να γαβγίζεις ανάποδα τα μωρά είναι γέροι με μπαστούνι είναι νάνοι χωρίς μαλλιά περπατούν στις ράγες ανάποδα με τα μπαστούνια τους χτυπούν τις ράγες κι ένας αλλόκοτος θόρυβος καλύπτει τα πάντα οι γονείς γαβγίζουν έχουν πέντε ποδιά οι ράγες διαλύονται οι νάνοι χαμογελάνε τα τεράστια στόματά τους μένουν ανοικτά από εκεί βγαίνουν λέξεις αλλόκοτες μισές μια δυο τρεις τέσσερις πέντε έξι επτά λέξεις διασταυρώνονται στον αέρα ενώνονται και πέφτουν στο τσιμέντο οι σκύλοι γλείφουν τις λέξεις απ’ το στόμα τους τρέχει αίμα οι λέξεις γεμίζουν κόκκινο τα σκυλιά καταπίνουν τις λέξεις γίνονται άνθρωποι ψηλοί πιο ψηλοί είναι όμορφοι ξανθοί με καταγάλανα μάτια οι νάνοι σκαρφαλώνουν στην αποβάθρα πετάνε τα μπαστούνια μπουσουλάνε και φτάνουν τους ψηλούς ανθρώπους πολύ δουλειά αυτή είναι η συμβουλή ο δάσκαλος μπάχαλο όλα ανάκατα το φουστάνι της Κατερίνας σέρνεται στο δρόμο εγώ γερνάω κάτι λύπη ένα παιδί με κρατάει απ’ το χέρι δικό μου παιδί δεν υπάρχει άντρας λείπει κόσμος γεμάτο το θέατρο είμαι στη μέση δε μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό λυπάμαι ένα μικρόφωνο μπροστά μου τα χεριά μου σπρώχνουν τον κόσμο η Κατερίνα το παιδί οι νάνοι ράγες ράγες ενων

Στττ..Σηκώνομαι, κοιτάζω απ΄ τη μικρή χαραμάδα της μισάνοιχτης πόρτας- υπάρχει μια σκάλα, ξύλινη. Σπρώχνω ελαφρά την πόρτα και μπαίνω. Ένας μικρός κυκλικός χώρος, προθάλαμος, ένα τραπέζι στην άκρη του τοίχου. Το συρτάρι τραβηγμένο προς τα έξω. Δεν υπάρχει τίποτα μέσα, ένα κουμπί μόνο, ένα μαύρο τετράγωνο κουμπί. Ανεβαίνω τα σκαλιά, η σκάλα παλιά, τρίζει, η κουπαστή κουνιέται. Μετράω, ένα δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, οχτώ, εννέα, δέκα, έντεκα, δώδεκα, δεκατρία. Δεκατρία σκαλοπάτια. Στο τέρμα ένας στενός μακρύς διάδρομος κι ένα παράθυρο. Κάτω απ’ το παράθυρο ένα παγκάκι, ίδιο με του σταθμού. Ολόιδιο, σιδερένιο, δεν έχει χρώμα, είναι παλιό. Δεξιά αλλά και αριστερά πόρτες, χρωματιστές, κόκκινη, κίτρινη, πράσινη, μοβ, μπλε, γκρι, ροζ, είναι οι μόνες που έχουν χρώμα, όλα τα υπόλοιπα είναι μουντά, γκρι. Είναι φρεσκοβαμμένες, κάποιος ήρθε, ποιος; Δεν μένει κανείς εδώ. Ποιος; Η Κατερίνα; Πρέπει να τη βρω, δεν την βλέπω, μπορεί να με βλέπει, να είναι εδώ, η διαχωριστική γραμμή που είναι;
Διασχίζω το διάδρομο, στέκομαι στο παράθυρο. Από κάτω ο σταθμός, το παγκάκι, οι γραμμές, τα δέντρα. Μια σκιά. Κάποιος παίζει κουτσό στις ράγες. Κολλάω το πρόσωπό μου στο παράθυρο. Ναι, βλέπω καθαρά. Ένα παιδί. Είναι παιδί, εκείνη, είναι η Κατερίνα. Θέλω να ανοίξω το παράθυρο, προσπαθώ, δεν ανοίγει. Είναι εκείνη. Φοράει τα ίδια ρούχα, όπως εκείνη τη νύχτα, λευκά. Κατεβαίνω. Όχι. Θα μείνω. Λίγο ακόμα. Γιατί δεν ήρθες πιο νωρίς, πριν ανέβω στο κτίριο, γιατί τώρα; Πίσω μου, οι πόρτες είναι ανοικτές. Η Κατερίνα είναι μπροστά μου, στη μέση του διαδρόμου, παίζει κουτσό. Είμαστε απέναντι. Γελάει, το κεφάλι κάτω, παίζει κουτσό και μετράει. Ένα δύο τρία πέντε. Ένα δύο τρία πέντε. Κατερίνα; Με άκουσε, με κοιτάζει. Δεν παίζει κουτσό. Είναι ακίνητη. Το κινητό μου, χτυπάει ξανά το κινητό, η Κατερίνα κλείνει τα αυτιά της, την ενοχλεί, ουρλιάζει. Δεν κουνιέμαι τώρα. Δεν κάνω τίποτα. Ηρεμεί. Δε χαμογελά. Με κοιτάζει. Ένα μοβ πηχτό υγρό κυλάει απ’ τα μάτια της και δεύτερο, τρίτο. Το δάκρυ των... Η Κατερίνα σιγομουρμουρίζει λέξεις, δεν καταλαβαίνω, σε άλλη γλώσσα.

Ανεσε αλεθη αν ωξιρ ςιτσ ςεγαρ.

Προσπαθώ, δεν. Δεν προλαβαίνω.

Ανεσε αλεθη αν ωξιρ ςιτσ ςεγαρ.
Ανεσε αλεθη αν ωξιρ ςιτσ ςεγαρ.

Της μιλάω. Δεν σε καταλαβαίνω, πες το ξανά, αργά.

Ι α κ α σ η ρ τ σ ι λ γ ω γ ε
Ιακ ασηρτσιλγ ωγε
Ανεσε αλεθη αν ωξιρ ςιτσ ςεγαρ ιακ ασηρτσιλγ ωγε

Βγάζω χαρτί, σημειώνω. Την βλέπω. Περπατάει προς τα πίσω αργά. Να διαβάσω μια μία τις λέξεις, κωδικός; Ανάποδα, μία μία γραμμικά.

Φοβάμαι. Χλομιάζω, γιατί; Σηκώνω το κεφάλι μου, δεν την βλέπω, πάλι έφυγε, ένα χέρι χάνεται πίσω απ’ τον τοίχο. Κατερίνα, θέλω να κινηθώ, δε μπορώ, ακούω γέλια απ’ τα δωμάτια. Το κλάμα των μωρών, περπατάω αργά, δύσκολα. Στο ένα δωμάτιο η μάνα κουλουριασμένη στο πάτωμα σιγομουρμουρίζει ένα τραγούδι, πένθιμο τραγούδι, μοιρολόι σε άγνωστη γλώσσα, στο διπλανό δωμάτιο ο πατέρας γυμνός, ο ίδιος πατέρας. Ξύνει με τα νύχια του τον τοίχο, πάω πίσω, ξανά στο παράθυρο. Δεν υπάρχει τίποτα, δε βλέπω τίποτα, ούτε σταθμός, ούτε ράγες, ούτε δέντρα, το παγκάκι πουθενά, γυρίζω μπροστά, τα μωρά μπουσουλάνε στο διάδρομο, κλαίνε με κλάμα αηδιαστικό, τα μάτια τους είναι μεγάλα, τα μάτια της Κατερίνας, οι γονείς βγαίνουν στο διάδρομο, το σώμα του πατέρα είναι το σώμα της Κατερίνας, φοράει τα ρούχα της, είναι λευκά, το πρόσωπο της μάνας έχει τη μορφή της, τα μαλλιά της, οι μορφές οπισθοχωρούν, με κοιτάζουν, γέλιο κλάμα, γέλιο, κλάμα, ένα, να τους φτάσω, δε μπορώ να προχωρήσω, προσπαθώ, δε μπορώ να τους φτάσω, δε μπορώ να κινηθώ, δεν τους φτάνω, φεύγουν…

Είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα. Η ανάσα μου γρήγορη, εκείνος δεν έχει αλλάξει θέση. Κάθεται δίπλα μου, κοιτάζοντας απέναντι. Στο γραφείο ένα μικρό κασετοφωνάκι κι απέναντί μου ένας ηλίθιος πίνακας μ’ ένα ρομαντικό θαλάσσιο τοπίο.

«Το επόμενο ραντεβού μας είναι την Πέμπτη, στις επτά».

Κλείνω πίσω μου την πόρτα.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

ΠΟΙΗΜΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ///ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ -ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

΄Οταν,πριν πολύ καιρό, είχα διαβάσει για πρώτη φορά το βιβλίο του Δ.Φύσσα ΟΙ ΑΣΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ είχα κάνει αυτόματα,συνειρμικά σχεδόν,κάποιες σκέψεις ,τις οποίες ,είχα σπεύσει να αποτυπώσω στο χαρτί.Το ποίημα που γέννησε το άλλο ποίημα.!Ιδού ,κάποια ποιήματα λοιπόν που αποκρίνονται, <απαντούν>-θα έλεγα ,καλύτερα- σε ποιήματα του Φύσσα!Το είχα πει τότε στον κ. Φύσσα ,τώρα έχω την ευκαιρία και να τα καταθέσω εδώ.Λοιπόν...παραθέτω πάντα πρώτο ένα ποίημα του Δ.Φύσσα και εν συνεχεία,παραθέτω την δική μου <απάντηση> σε αυτό!Κάτι σαν <ποιητικός> διάλογος:

1.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ: ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ


Με κάποια προσπάθεια,έστω,
Βρίσκονται λέξεις για τα πράγματα.

Δύσκολο είναι να βρεθούν π ρ ά γ μ α τ α για τις λέξεις.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Μα κι οι λέξεις μοιάζουν με πράγματα,θαρρώ.
Οι λέξεις μου είναι οι αποσκευές μου.
Οι λέξεις σου είναι οι δικές σου αποσκευές.
Μας οδηγούν στα πράγματα και μας απομακρύνουν.
Κι όταν τα αισθήματα τις αναζητούν,
καθάρια ποίηση δίνουν.

2.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ: [ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ ΣΠΑΤΑΛΗΜΕΝΑ ΠΡΩΙΝΑ ΤΗς ΜΟΝΑΞΙΑΣ...]
Ζ.,Ρ.,Θ,Λ.

Ατελείωτα σπαταλημένα πρωινά της μοναξιάς
Που περιμένουνε να ξεπλυθούν με ένα κρασί το βράδυ.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Είναι κάτι βράδια ναυάγια
(όλο απόγνωση και τρέλα)
που ούτε το φως του πρωινού
δεν ξέρει πως να τα γιατρέψει.

3.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ:<ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΜΟΥ ΤΟΝ ΘΕΛΩ ΣΤΑ ΧΑΥΤΕΙΑ>

Λέει ο Γκανάς:
Να το δεχτούμε ως τρανταχτή πρωτοτυπία.

Μα τόσα ωραία που έγραψε,δεν έχει σημασία
Πού θα΄τανε ο τάφος του-δεν έχει καν ουσία.

Γιατί τον διάβασε συγκινημένη η γαλαρία,
Τραγούδια τού απέδωσε σπουδαία η στιχουρχία,
Εντέλει,τον τραγούδησαν ΑΕΙ και φανταρία.

Και σημασία-άρα- καμιά,πού η τοποθεσία.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ: ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΙΚΟ


Με είπανε <ποιήτρια>
Και
Τρόμαξα.

4.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ:ΠΑΡΑΔΟΧΗ



Μια λέξη ψάχνω
Ενδεδειγμένη
Μονάχα μία
Μου κάνει εδώ.

Εκείνη ψάχνω
Στρυφνή,χαμένη
Εκείνη μόνο
Αναζητώ.

Αν μου προκύψει
Ολοκληρώνω
Το κάθε ποίημα
Που πολεμώ.

Αλλιώς τα σκίζω
Και τα ματώνω.
Αυτό το ποίημα
Τελειώνει εδώ-


και....


ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΕΠΟΥΣΑ ΦΕΙΔΩ
Με τον τρόπο του Κ.Π.Κ.


Μην πιάνεις το μολύβι σου με το παραμικρό
Με το παραμικρό τον υπολογιστή σου μην ανοίγεις.
Απόφευγε,την οποιαδήποτε στιγμούλα της ζωής σου,
Σε στίχο να την κλείνεις.Της Τέχνης σου τα μέσα
Μην καταχράσαι.Πάντοτε με την πρέπουσα φειδώ
Και με το αίσθημα της αρμονίας το αναγκαίο
Τα θέματά σου διάλεγε.Προπάντων,λίγοι οι στίχοι
΄Ωστε ν΄αποδεικνύεται ως της αρμόζει
Η κάθε μία επιλεγείσα εκ των στιγμών.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:ΠΟΙΗΣΗ ΤΕΛΟΣ


Οι λέξεις που δεν με ταξίδεψαν
Οι λέξεις που περίσσευαν
Οι ποιητές που τους ταξίδευαν άλλοι -κι ας μην ήταν ποιητές-
Η στείρα επανάληψη εννοιών,τρόπων,συνδυασμών
-για την ασφάλεια ,ρε γαμώτο-
Ποίηση τέλος.
Οι μη ποιητές
Που άλλος Καβάφης δεν θα υπάρξει
Οσοι μανιοκαταθλιπτικοί έγραψαν ποιήματα
και οι κριτικοί που τους εξύμνησαν
Γίναμε όλοι ποιητές
Ποίηση τέλος ,λοιπόν.
Η ευκολία να γράφουν όλοι <ποιήματα>
Ακρως πληγωτικό
Αναζητώ αυτό που θα ναι Ποίηση
Μια συνάντηση με την Ποίηση
Αναζητώ
Ξανά.

5.ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ :ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Μέσα στη νύχτα ,από΄ναν ύπνο που δεν έρχεται
Τα χέρια σφιγμένα πίσω άπ΄το κεφάλι
Το βλέμμα στο βάθος του σκοταδιού-

Ο πυρετός των στίχων μού τρώει το μυαλό.

Μια ποιήση θνησιγενής,χωρίς προοπτική
Πέντε έξι θέματα τριμμένα ,όλο τα ίδια
Φτωχά φτωχά τα πράγματα-

Ο πυρετός των στίχων μού τρώει το μυαλό.

Κι αν κάτι αλλιώτικο δε λέει τόσον καιρό να βγει
Ομως αυτό το ποίημα ξέρω εγώ να γράφω.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ 1-ΔΟΚΙΜΕΣ


Η σκέψη μου δεν χωράει σε λέξεις,
καλύτερα,δεν μπορώ τη σκέψη μου να τη χωρέσω σε λέξεις,
καλύτερα,δεν επαρκώ.
*
Ποίηση
Προσποίηση
*
Α-πορία ίσον ποιητικό αδιέξοδο
ίσον αδιέξοδο λεξιλογικό
ισον αδιέξοδο συνδιασμού λέξεων
ισον αδιέξοδο εύρεσης λέξεων.
*
Ξενυχτώ χρόνια
Ξενυχτώ νανουρίζοντας λέξεις
*
Μού ΄παν ήταν τρεις:
Kαβάφης
Σολωμός
Παπαδιαμάντης
[Με αυτή τη σειρά]
Μπορεί να ναι αλήθεια.
*
Λευκές κόλλες.
Ε,και;
*
Στίξη που αιωρείται.
*
Την ατεχνία μου την ονόμασα <συνωμοσία των λέξεων>
*
Δεν γράφεται έτσι η ποίηση,
Χωρίς ταξίδι ζωής.
*
Γυρίζω σ΄αυτό που άφησα μισό
-σ΄αυτό που έχει την αξίωση να λέγεται <ποίημα> και να είναι-και
φεύγω πάλι.
*
Πάλι αλλάζω
άλλαξα
θα αλλάξω
μια λέξη.

*
Παιδεμός.
*
Συντρίβομαι από αυτό που αδυνατώ να εκφράσω.
*
Με αφήσανε οι λέξεις.
Χωρισμός.
*

Εννοιες-λέξεις
Σκόρ 1-0
*
Αν ανατείλλει μαγικό συνταιριασμα
θα ανατείλλω κι εγώ.
*
Ψοφάω για τις μέρες που δεν έπιασα στυλό.
*
Δεν γράφω σήμερα,
απεργεί η σκέψη.
*
Εγώ
Εσύ
Στη μέση η Ποίηση .
*
Παίζω
Ποίηση εγώ
Ποίηση εσύ.
*
Οι λέξεις μου ο καθρέφτης μου
-Μα η λέξη δεν καθρέφτισε τη σκέψη
-Μα η σκέψη πληγώθηκε από τη λέξη.
-Μα η σκέψη παρέμεινε σκέψη,δεν έγινε λέξη...


και....


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ 2-ΔΟΚΙΜΕΣ


Μόνο τις μικρές ώρες τις νύχτας
είμαι ο ποιητής που προσδοκώ.

Πάλι η λέξη δεν καθρέφτισε τη σκέψη

Πάλι η σκέψη πληγώθηκε απ΄τη λέξη

Πάλι η σκέψη παρέμεινε σκέψη

Χωρίς ειρμό
βαδίζω στο χαμό



Ποίηση-οργασμός
σχεδόν συνώνυμα.

Το ποίημα που δεν τελειώνει
δεν τελειώνει
τελειώνει

δεν

Αντέχεις τους στίχους μου,
Εμένα όχι.


Οι λέξεις που αγαπώ
με βασανίζουν
Θέλουν οπωσδήποτε να βολευτούν.

Πάλεμα
Ανάσα
Παίγνιο
Περιπλάνηση
Ηθική
Θέατρο
Ζήλια
Δίλλημα
Ερως

Θα σας αντισταθώ.

Ιδανικά
Κατάθλιψη
Ξόρκι
Pοές
Στίγμα
Τύχη
Υφος
Φόβος
Φύγετε μακριά μου.

Ουτοπία
Περίγραμμα
Χάλια
Ψέμμα
Ονειρο
Μακριά μου!

Δεν

Oι λέξεις που μ΄αγαπούν
θέλουν οπωσδήποτε να βολευτούν.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ