Translate

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

AΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΟ ΝΙΑΒΗ //// ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 



 Αντί Βιογραφικού
 
Ο Πάνος Σ. Νιαβής , γεννήθηκε  το  Μάη  του 1956  στο Μάραθο Ευρυτανίας .Φύσαγε ένας διαολεμένος αέρας Ήττας  εκείνα  τα δίσεκτα  χρόνια.  Η στρατιωτική χλαίνη του πατέρα στερημένη  της όποιας   δόξας  ανέμιζε  ηττημένο σκιάχτρο πουλιών στη φούρκα του κήπου. Στα δώδεκα βρέθηκε  μακριά απ’ την πατρογονική εστία και την αναζητά έκτοτε επί ματαίω χωρίς την αναισθητική  στήριξη από τις νεανικές βεβαιότητες και ψευδαισθήσεις  γιατί , όπως λέει κι ο ποιητής Κώστας Παπαγεωργίου  στην Ιχνογραφία του «Τυχαίο να 'ναι λες που μόνο ο Κανένας γύρισε στην Ιθάκη; » Παραμένει  έκτοτε εσωτερικός εξόριστος , τρωτός και ανέστιος. Κάτι ανεξήγητο τον  κυνηγά και οι λέξεις , σαν τούτες που κρατάτε στα χέρια  σας , τις οποίες  παγιδεύει στο χαρτί τις νύχτες , για άγνωστη σ  αυτόν αιτία φωνάζουν  : « Ίδε ο Ιβύκου έκδικος »…Ευτύχησε και δυστύχησε στη ζωή του , άλλοτε αυτός  η πληγή κι άλλοτε  αυτός  το μαχαίρι . Αξιώθηκε να δει τα όνειρά του να σπαρταρούν πιασμένα στο δίχτυ της πραγματικότητας  θεατά και αθέατα έμπλεα  όμως νοήματος . Ευλαβούμενος ενέσταξε σε τούτες τις λέξεις την ωραιότητα των ημερών  του  που ηττήθηκαν ή  που προδόθηκαν  από τη « μάστιγα » της πραγματικότητας …. Έχει εκδώσει  μέχρι σήμερα  2 ποιητικές συλλογές : « Ο μαύρος  κότσυφας  στο χιόνι » , εκδόσεις Samizdat και  « Η Τριγωνομετρία  των Παθών » , εκδόσεις  Μελάνι 


 Ονειρική περιπέτεια του Αυγούστου
 
 
                                                                           Αταλάντη  Αύγουστος 2010  
 
 
Χτες , μες τον κάματο του αυγουστιάτικου απομεσήμερου περιπλανώμενος
ήρθε στ όνειρό μου ως ναυαγός σε καταποντισμό ο νεκρός πατέρας .
Αλλόκοτος χαοτικός χωρίς ειρμό ο δυσανάγνωστος κόσμος των ονείρων
να αρδεύει το όνειρο τη μνήμη κι μνήμη την αργοπορία της ή τη λησμονιά της .
 
Ήταν , λέει , άρρωστος και μαραμένος σαν σκοτεινή παραβολή του Ιησού
σ ένα νοσοκομείο μιας ακατοίκητης φανταστικής Αγίας Πετρούπολης
ξένος σε ένα λιτό θάλαμο συναρπαστικών λέξεων τραυματιοφορέων
του ποιήματος «Καθρέφτες» της Ρωσίδας ποιήτριας Ζινάϊντα Γκίππιους!
Στην απόσκια μεριά της σκάλας κούφιο το μέλλον ακυβέρνητο παραδέρνει.                                   Κάτι φώναξα άηχα , σάλεψε νωχελικά σαν πεπρωμένο δίπλα μου η Αλκμήνη ,             αναδιπλώθηκε αστραπιαία η σφαγή του ονείρου μες το φτεροκόπημα πουλιών                                  από ακαθόριστες επικράτειες πιο πέρα κι από το μαύρο του θανάτου .                                                                                                                                             Θρόιζε άραγε ο αέρας στον κήπο την πυκνόφυλλη μουριά ή συνέχεια του ονείρου                             την αργυρόφυλλη σημύδα στο έμπα της νοσοκομείου της αγίας Πετρούπολης ;
Εφήμερα τα όνειρα και ζωές των νεκρών μας στο βαθύ εντός του ονείρου                                         έτσι που σε αναγκάζουν να αγιάζεις μένοντας παιδί μες σε μακρινές παλιές μέρες                            που κανείς δεν τις θυμάται πια …..
 
 Εικόνισμα αθωότητας  
 
Μπαίνει δειλά από τις χαραμάδες η βρεγμένη Κυριακή .
Στο απέναντι τζάμι δυο παιδικές θλίψεις
παραδίδονται λυπημένες στην κυριαρχία της βροχής ,
εικόνισμα αθωότητας ...
Ευλογία όμως η βροχή ετοιμάζει τις πηγές
της αυριανής μέρας που τα παιδιά
θα κυνηγούν τον Έρωτα στις ανθισμένες πεδιάδες
του έαρος που  η γνώση  θα συντηρεί  το είναι
ενώ θα κρύβεται μες τα χαμόκλαδα  το έχειν …..
 

 
Η λέξη «ΜΑΝΝΑ»  στο κλαράκι του Μπρούνου
 
Ήρθε  η λέξη  « μάννα» και στάθηκε  παρηχητικά αμήχανη
στο γυμνό κλαράκι του μπρούνου , στον ξένο ακάλυπτο!
μπα ,  η λέξη μάννα   να ‘τανε  ή κάνας περαστικός κότσυφας ;
Η μουσική από το απέναντι ημιυπόγειο  μιλά την Αλβανική
ο σκοπός  της όμως  γνωστός  το παλιακό Ηπειρώτικο
« Γιώργο  μάς πήρε  η άνοιξη μάς πήρε το καλοκαίρι…»
 
Βρέχει  αθόρυβα , ένα ρίγος  απογυμνώνει  
τη λέξη από  το νόημα της.
Σύντομη σιωπή κι μάννα πέταξε  
στην αμεριμνησία του θανάτου της
εξάλλου καμιά λέξη δεν υπάρχει
χωρίς το ουσιαστικό της  περιεχόμενο.


Μαύρος κότσυφας  στο χιόνι   εκδ. Samizdat 2015

 ****

 
O  Μαύρος κότσυφας στον κήπο

 
 
O κότσυφας στον κήπο γράφει ,
μια εαρινή σονάτα με κάρβουνο.
Εγώ παίρνω τα μεσημέρια τους δρόμους,
πάω συνήθως Λισαβόνα , την 'Aνοιξη .
Πρόσοψη την πρόσοψη στη θάλασσα
σφαδάζουν αναριγώντας τα χρώματα στο νερό.
‘Αλλοτε φθινόπωρο στην Οδησσό
ανεβαίνω τα βρεγμένα σκαλιά της
και ξεχνώ τη δρόσο των ματιών σου!
ή το «σ ΄αγαπώ » σου τυλιγμένο στις φλόγες.
 
Ο κότσυφας στον κήπο κρυμμένος
γράφει μια λυπημένη σονάτα με κάρβουνο.
Περπατώ στις ρούγες του Ηρακλείου
στύβω το μυαλό μου και το χρόνο
και πετούν πολύχρωμες πεταλούδες
δεμένες με σπάγκους αόρατους
οσμή ομορφιάς  που συνάντησα
ταξιδεύοντας στον κόσμο ή στις σιωπές μου.
Αντάμωσα συχνά τον περιπλανώμενο Ιησού,
να πολλαπλασιάζει τις ομορφιές και τις όμορφες.
Από πόλη σε πόλη από βροχή σε καταιγίδα
από Σάββατο σε ασπρόμαυρο χελιδόνι
εκεί εσαεί στα αδιάβροχα μάτια σου
και στα πυράκανθα χείλη σου με γεύση μελιού ,
περνούν και φεύγουν μέρες και νύχτες
κι ο κότσυφας μόνος με χρυσό φλάουτο
τερερίζει μια ατέλειωτη σονάτα από κάρβουνο
αθωώνοντας όλες τις αμαρτίες του κόσμου ...
 
 
 
 Μάταιη αναμονή  
 
Ενώ   σε περιμένω  μέρες , μήνες  
χρόνια , μη  σου πω  και  αιώνες ,
Εσύ , ενώ  ξεκινάς να με  βρεις
δεν φτάνεις  ποτέ   σε μένα.
Κρύφτηκα  κι εγώ  σ  ένα  στίχο
κάτω  από  την επικείμενη  βροχή
και περίμενα να δω  που χάνεσαι .
Φτάνεις  κάθε  σούρουπο
στο  σκοτεινό τοπίο  της  έμπνευσης
κι αντί να  μπεις   και  να μου  παραδοθείς
αμαρτωλή κι αθώα πρόστυχη
ο εγωισμός  σου  σε  γυρίζει πίσω !
Εμένα  με  παίρνει ο  ύπνος
και  ξημερώνομαι  σταθμάρχης  τρένων
λίγο   έξω  από  το Λιανοκλάδι  
ή  στο σκοτεινό  Κίελο χειμώνα καιρό
-μένει  πάντα   αδιευκρίνιστο-
στη  σκοτεινή φύση των ονείρων  μου !
 
Ξημέρωμα φθινοπωρινής Κυριακής  

Το δειλό βλέμμα του Ήλιου 
διαπέρασε τα πρωινά σύννεφα 
νικώντας άλλη μια φορά τα σκοτάδια .
Άγρυπνος μετρούσε αυτούς 
που τον θυμούνται κι αυτούς που θυμάται .
Η Adel , από κάπου φώναζε απελπισμένη
Hello, it's me ...Hello , can you hear me ? 
Αποδημητικά χρόνια περνούν και πάνε. 
Το γαλάζιο της θάλασσας χαμογέλασε αυτάρεσκα .
Η Κυριακή φόρεσε το γιορτινό της πουκάμισο, 
κι αυτός  ακόμη υπερασπίζεται  το κλάμα 
των νυχτερινών αισθημάτων του ανυπεράσπιστος ...
 
Η Τριγωνομετρία των Παθών ,   εκδ. Μελάνι 2019



Ανέκδοτα ποιήματα

Εκείνο  το απόγευμα

Εκείνο το απόγευμα
αυτός την έκρυψε στις τσέπες του ,
τις τσέπες ενός μαύρου σακακιού
από παλιούς χειμώνες .
Γιατί χρόνια τώρα
χειμώνα καλοκαίρι
φορούσε χειμώνες .
Αυτή όμως κρύφτηκε στο μυαλό του
και του καταστρέφει τα βράδια
με άγρυπνο Φως
τους φανταστικούς του κήπους
με τις μαύρες ανεμώνες του ...
 
 Έξοδος μεγάλης Παρασκευής

Βγήκα με συλλαβές πένθιμες
να χαθώ στην έπαρση της βουής
και στη συμπόνια του σούρουπου
και βρήκα την έπαρση της άνοιξης
να περιφέρεται μοναχική
κι ο ουρανός δυσοίωνος κι άδικος
έβρεχε βαριά σιωπή
και το αίμα χιλιάδων εσταυρωμένων ...
 
Ο μαύρος κότσυφας  το φθινόπωρο
 
Η  μάνα  βαριά άρρωστη
έγραφε στίχους στη μνήμη  μου .
Μια κοίταζε  έμενα ,στοργικά ,
μια κάρφωνε  το βλέμμα  της
στοχαστικά στον απέναντι τοίχο .
-Μέχρι να το καταλάβεις
θα έχει περάσει , μονολόγησε ,
και σκούπισε με την παλάμη ανάστροφα
την περισσή αγωνία
του επικείμενου θανάτου ,
από το κάθιδρο μέτωπό της .
 
Τα λόγια της σφυρί και σκαρπέλο
σκάλισαν την παλιά πέτρα
που ακουμπούσε  η βαριά λύπη της.
-Ποιος  ;  τη ρώτησα ,  μεγαλόφωνα ,
να της ξύσω το χαλκό των χειλιών της .
-Η Ζωή μου απάντησε , ξέπνοα
κι έγειρε να κοιμηθεί αμετάκλητα
μέσα σ ‘ένα πνιγηρό καλοκαίρι .
 
Πέρασαν πολλοί χειμώνες  στριφνοί
ή καλοκαίρια ανέμελων θριάμβων ,
και  φθινοπωρινές εσωστρέφειες    
ή άνοιξες με ξέπλεκες προσδοκίες .
Κι ένα βράδυ ,καθημερινό κι αδιάφορο
μου χτύπησε την πόρτα  ξαφνικά  
εκείνο το ελάχιστο , σκουριασμένο
« Μέχρι να το καταλάβεις  
θα ‘χει περάσει»,  της μάνας !  
Από κάπου ακούστηκε
ο ραγισμένος κελαϊδισμός
του μαύρου κότσυφα ,
κρυμμένου στις απουσίες  
και τις αποσιωπήσεις του φθινοπώρου ,
αναστατώνοντας  ορμητικά
το εύρος της επίγνωσης
και το βάθος   του ενεστώτα  μου .

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

Θωμάς Μοσχόπουλος /// Ποιήματα



Η ΣΙΩΠΗ


Ήρθαν να νοιώσουν τη δύναμη

Αγριεμένοι με φλόγες στα μάτια

Με νύχια και δόντια

Ξίφος και φωτιά

Το κορμί να λιώσουν

Να σκλαβώσουν

Κι όμως παραμένω ελεύθερος ακόμα

Κι όταν απ’ το χέρι με τραβήξουν αποφάσισα

Να κοιτάω μόνο το φως του φεγγαριού


 ***


ΑΡΧΑΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ


Οι μέρες χάνονται λευκές

Γέλια μίζερα τραγούδια αταίριαστα

Κι οι αλήθειες που χτίσαμε

Πέφτουν με τον πρώτο σεισμό

Σκλάβοι μάς δυναστεύουν

Ελπίδες έγιναν στάχτη

Αστέρια που έσβησαν

Ζάλη που τυφλώνει

Και σκότωσε την καλή μας μάνα


***


ΤΑΞΙΔΙ


Η θλίψη μάς κυρίεψε ξανά

Ας φύγουμε μακριά απόψε

Έχουμε να δούμε παράξενους τόπους

Πέρα απ’ τα όρια της γνώσης

Φίλοι μας περιμένουν εκεί

Φωνές για νέες συγκινήσεις

Το νήμα χάνεται αρμονικά

Οι μύθοι μας δένουν με την ελπίδα


 ***


Η ΒΡΟΧΗ


Σκοτείνιασε ξαφνικά ο ήλιος χάθηκε

Η πόρτα έκλεισε βιαστικά

Η φωνή της μάνας διαταγή

Το παιδικό μουτράκι θλιμμένο

Βροντή και βροχή άρχισε δυνατή

Τα παιχνίδια τα ανέμελα τελείωσαν

Το μαγευτικό τραγούδι της νύχτας

Ρυθμός ακατάπαυστα γλυκός

Έφερε δώρο όνειρα για παρηγοριά

Αφότου οι πόρτες για πάντα άνοιξαν

Ήρθε ο καιρός που τα δάκρυα ξεχάστηκαν

Οι άνδρες δεν κλαίνε ποτέ λένε

Μα όταν καμιά φορά η βροχή αρχινά

Τότε να θυμάσαι τι έχασες


 ***


ΑΥΤΟ


Η μέρα έφυγε

Η νύχτα το έφερε

Το νιώθω στο στήθος μου

Σαν είμαι μόνος

ΑΥΤΟ

Παράξενα με ξύπνησε γλυκά

Περίεργα πήρε τις σκέψεις

Γκρέμισε κάτω την λογική

Ξεσήκωσε μέσα μου τις πιο παλιές αναμνήσεις

ΑΥΤΟ

Απρόσμενος επισκέπτης σ’ ανύποπτες ώρες

Σε ημέρες χαράς

Και καμιά φορά στα όνειρα έρχεται κοιτώντας με

Μέσα απ’ τα μάτια της

ΑΥΤΟ

Τρομάζει

Χάνεται σαν αγρίμι

Κρύβεται επιδέξια

Ξαφνικά γρυλίζει

Πετιέται μπροστά

Ωραίο και άγριο

ΑΥΤΟ


Κομμάτι φωτιάς, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα  2020

Διεύθυνση Internet: https://www.ebooks4greeks.gr/kommati-fwtias

Ανθολόγηση για το Varelaki Ασημίνα Ξηρογιάννη


*Η πρώτη φωτογραφία είναι παρμένη από τη Βιβλιονέτ,

η δεύτερη φωτογραφία είναι παρμένη από εδώ

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Δελτίο ειδήσεων

Ραμμένα στόματα εκκενωμένα βλέμματα καμένες ψυχές ανθρώπινα ναυάγια χαμένες γενιές δακρυσμένα μάτια ματωμένα πόδια ανέλπιδοι ώμοι παλάμες πληγωμένες από των ανθρώπων τα καρφιά.

Υπομονή.

Καρτερικότητα.

Εμπόλεμες ζώνες πουλημένες πατρίδες εξαργυρωμένες ελπίδες φιλεύσπλαχνοι αλληλέγγυοι ζωντανοί ανταποκριτές ακατανόητες ηθικές αξίες επαναπροσδιορισμένες ευρωπαϊκές πολιτικές βαθύπλουτα εμβάσματα στο Panama συσσίτια και ξέχειλη φιλανθρωπιά αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες κοινωνίες αυτόχειρες και τρομοκρατίες.

«The borders are closed»

Τι δεν καταλαβαίνετε;

Κι όμως τα βρέφη γεράσανε πρόωρα.

Κυρτώσανε οι ράχες τους

καμπούριασε η ελπίδα.

 *

Προσκυνητές

Ρασοφόροι προσκυνητές παχύσαρκοι επιβιβάστηκαν

σε όχημα υψηλών προδιαγραφών σέρνουνε

σωσίβια καλοπέρασης σε διαδρόμους μισαλλοδοξίας.

Στοίβαξαν κρεάτινα σωσίβια πάνω στην πλαδαρή τους ματαιοδοξία.

Και αυτά στις παραλίες; Μπας και δεν είναι κομμάτι του εαυτού τους;

Κραυγές βγάζουνε άναρθρες

για μοναχές και απόρθητες πατρίδες

με πράξεις αλληλέγγυες καλύπτουν

την πολύ σύντομη τους εφημερία.

Δεν ξέρω για Αλλάχ ή για Θεό

ή για του Βουδισμού το δόγμα

μα ξέρω για μεγαλοσύνη και αγάπη και ανθρωπισμό

λέξεις μικρές με μεγάλη σημασία

ξέρω και την Ιστορία ενός Θεανθρώπου

που την ζωή του δεν λογάριασε

μα αιώνες τώρα

το κακό εξόρκιζε

για τον Άνθρωπο

που τον συνάνθρωπο του

ως κόρη οφθαλμού

μέλει να προσέχει.

 *

Ο ήρωας μου

Ήρωας μου ένας ρακοσυλλέκτης

που σε κάδους απορριμμάτων και σε χωματερές

ψάχνει να βρει το δικό του «καθ' εικόνα και καθ' ομοίωση».

Επίμονος συλλέκτης ανθρωπίνων εμπειριών εξορύσσει

έναν και μοναδικό θησαυρό. Την λήθη.

Ένα κακό που κρυφοκοιτάζει διαρκώς

που συντρίβει περιεχόμενο και μορφή

ένας δάγκειος πυρετός

που νεκρωμένες αισθήσεις αποσυνθέτει.

Μα μόνο στα σαθρά χώματα

μόνο στα σάπια υποκατάστατα του ανθρώπου.

Ο ήρωας μου ανηφορικούς δρόμους κακοτράχαλους ακολουθεί

γεμίζει καθημερινά με ανθρώπινες ιστορίες την πρέσα

να καθαρίσει το θυμικό από περισσεύματα

να καθαρίσει η μνήμη από περιττώματα

για να αλαφρύνει το μυαλό

για να είναι ελαφρύς ο ύπνος.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ




 Θα πάμε πάλι


Ένα πρωί θα πάμε πάλι
στην παιδική χαρά

τώρα θα μου κρατάς
εσύ το χέρι

μη φύγω
-όπως φεύγουν οι μεγάλοι-

όλα απαράλλαχτα

οι κούνιες οι τραμπάλες
τα σχοινιά

θα είναι Κυριακή και θα φυσάει


*

Δεν βλέπει

Αφήνει ακόμη
μέσα απ' τα μπατζάκια μάκρος

μήπως ψηλώσω

στα πενήντα μου
μην και πετάξω μπόι

στριφώνει
μια ανάμνηση

δεν βλέπει

πόντο τον πόντο
ο χρόνος πώς με τρώει


*


Σαν ύστατη πνοή


Μέσα σε κάθε ποίημα
είμαι εγώ

όπως στα φιλμ ο Χίτσκοκ

δείτε καλύτερα

πίσω απ’ το σκριπτ
στα ράμματα

στο σκοτωμένο αίμα
κάποιου στίχου

μ’ αρέσει να λουφάζω
στις γωνιές

σκύλος
σφιχτά το κόκαλό του
που κρατάει

σαν ύστατη πνοή σαν φυλαχτό



     Θαμπή πατίνα, Πόλις, 2017

Ανθολόγηση για το Varelaki Aσημίνα Ξηρογιάννη


*Η φωτό είναι παρμένη από το site apodyoptes.com

ΜΥΡΣΙΝΗ ΓΚΑΝΑ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ



5. 

Όλο το πρωινό χαζεύοντας
αυτό το σκοτεινό πανί
που όλο φουσκώνει και τεντώνεται
και σκίζεται εδώ κι εκεί
κι αστράφτουν τ' άσπρα ξέφτια του
και χάνονται.

Κι ύστερα το νησί.
Βουίζει και τρέμει απαλά
χαρταετός μέσα σε μπλε πυκνό
με όλα του τα κρόσια ν' ανεμίζουν.

Κι όπως αργά-αργά μας κλείνει
η νύχτα στις κουρτίνες της
κρατάμε την ανάσα μας να μη μας βρουν
κι ακούμε το μοτέρ της φύσης να δουλεύει.


6.


Λέγε με Πηνελόπη
μέρα τη μέρα
υφαίνω
ξηλώνω
το σώμα μου.
Πού να 'ξερα
ότι ο νοσταλγός που μου συστήθηκε
ως Οδυσσέας
ήταν στ' αλήθεια ο Κανένας.

 

      Στα πέρα μέρη, Μελάνι, 2017

Ανθολόγηση για το Varelaki Aσημίνα Ξηρογιάννη

*Η φωτογραφία είναι παρμένη από το Andro


ΔΗΜΗΤΡΑ ΑΓΓΕΛΟΥ /// ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



[Στάζουν μεσάνυχτα 1]


Γέννησα τη μητέρα και τον πατέρα μου
Βλαμμένα δίδυμα 
Να μη μπορούν να μιλήσουν
Να μη ξέρουν πώς να το ζητήσουν
Μαμά μαμά!...
Όλη την ώρα και τα δυο τους
Με κάνανε μητέρα
Με ένα παιδί
Που είναι δύο
Που είναι όλα
Ορφανά


  Στάζουν μεσάνυχτα, Μελάνι, 2013






[σπασμένα άλογα 3]

Εκεί έτρωγα ήλιο
Κι έπλενα τα δόντια μου με υπνοστεντόν
Με ξυπνούσαν για να με λυπηθούν
Γιατί εγώ δεν κοιμόμουνα
Κι ούτε ήξερα τι να λυπηθώ σε μένα
Μου έκαναν ό,τι μου έκαναν και με καλούσαν
στο νηπιαγωγείο τους
Μια φορά πήγα από περιέργεια για τ' άλλα παιδάκια
Αλλά δεν είχε πλάκα
Τις άλλες μέρες έβγαινα σο ένα τετράγωνο κήπου
έκανα τα μάτια μου πινέλα
Κι έφτυνα απ' το στόμα μου μπογιές

Μόνο ο φύλακας ήταν καλός
Με άφηνε τις νύχτες να καπνίζω

 

     Σπασμένα άλογα, Γαβριηλίδης, 2017

Ανθολόγηση για το Varelaki Ασημίνα Ξηρογιάννη


*Η φωτό είναι παρμένη από εδώ

Ζ. Δ. Αϊναλής /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Κούσκο,  Περού,  1572 μ.Χ.  ή  Η Μελαγχολία  της Αντίστασης

Είπε ένα απ’ τα παιδιά που συνοδεύανε τον Ηλία
στην τελευταία του κατοικία
θα βρέξει
επάνω ένας ουρανός ξεσκισμένος κατουρούσε αίμα
τριγύρω μια σιωπή τρυπημένη
μια μουσική πένθιμη τσαλαβουτούσε στις λάσπες
ένα ταμπούρλο σκισμένο από ενάντια πυρά κυλούσε
αιμάσσον
οι μπάτσοι χτυπούσαν με τα γκλοπς
τ’ αδέσποτα που ασελγούσαν
στην απαλλοτριωμένη πλατεία
με υποκόπανους και δακρυγόνα.


Την ίδια ώρα
στο κοινοβούλιο προωθούνταν επιτυχώς
ο εκδημοκρατισμός των θεσμών.


Ένα εμπύρετο προαίσθημα με κατέβαλεν όλον.

 

      Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, 2006 (2η εκδ. Θράκα, 2018)




ο χρησμός


χοροστατώ λέει ανυπότακτος σε μια πέτρινη έρημο
παγωμένη
πέτρα ύπνος παγωμένων αισθήσεων καρδιά μου ο ισοθάνατος
ανευδαίμων
συνθλίβομαι
το βλέμμα του ανδριάντα μου
αυτού του εκτοπλασματικού εγώ εκτός του εγώ μου
την απόγνωση σκληρή της πέτρας άτρεπτη
ακινητοποιημένη στους βολβούς των οφθαλμίων οδών του
τυφλούς τυφλός
ίλιγγος
στο βάθος βαθύ του κόσμου
μόνος
κυκλωμένος πτώματ’ αμέτρητα πεθαμένα μαλάκια
επιπλέοντα
οι μέρες μου
υδροκέφαλες

μέρες
άχρηστες
σπαταλημένες πολύτιμες ώρες της ήβης μου
νεκρές πιο
νεκρές τίποτα
κι άλλο τίποτα
όλα
τίποτα

 

      Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, 2006 (2η εκδ. Θράκα, 2018)



Άπειρο

Και τώρα
μπορούμε
να κλείσουμε τα μάτια
επιτέλους
να κοιμηθούμε
κάτω απ’ την άδολη επιφάνεια της σιωπής
με μονάχη σκεπή
έναν ουρανό ξυρισμένο
και μυριάδες κλαδιά δέντρων γυμνά
μέσα στο ψύχος αύξων
ενός λευκού πρωινού
ελάχιστος
χάνομαι σύσσωμος μες σ’ έναν μαρμάρινο ήλιο

 

      Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, 2006 (2η εκδ. Θράκα, 2018)


Επιλογή για το Varelaki Aσημίνα Ξηρογιάννη

Η εικόνα είναι από το pixabay