Translate
Πέμπτη 2 Απριλίου 2020
Anthology of young Croatian poets
Anthologist: Mirza Purić
Preface: Marko Pogačar
Translator: Asimina Xirogianni
Preface: Marko Pogačar
Translator: Asimina Xirogianni
**
Martina Vidaić, Mateja Jurčević, Davor Ivankovac, Dinko Kreho, Lucija Butković, Alen Brlek, Antonija Novaković, Marija Dejanović, Darko Šeparović, Monika Herceg
A few words as preface or millenia in crouched start position
The young poets featured in this volume appeared in the poetry scene during of the past decade, except for Dinko Kreho, whose debut was published a bit earlier. They belong to the younger generation of Croat poets, who got off the ground (or are still underway) after my own generation – ignoring the fact that I am the same age as several of the poets included in this anthology. All of them – again, with the exception of Dinko Kreho – published their poetry debuts after participating in two of the most important Croatian poetry awards: the Goran Prize for Young Poets, which is awarded to the best poetry submission by an unpublished poet not older than 30 years and the Na vrh jezika Prize for poets under 35 years of age. In my capacity as member of the committees of both awards, I had the opportunity to watch all these poets since the start of their careers, and my own view of the poetic terrain – and my own choices, for that matter – wouldn’t be very different than those of Mirza Purić, who is a literary translator with an unusual awareness and interest for poetry. Nevertheless, I ought to mention a few more names, whose omission would render the unabridged version of this poetic selection incomplete: Marija Andrijasevic, Mario Glavaš, Željka Horvart Čeč and Goran Čolakhodžić.
Even a quick glance at the poems reveals a rather diverse range of poetic styles and trends. Nevertheless, all poets share two common grounds: their style has been developed mostly in accordance with the domestic poetic canon. Those youngest among the ten poets, in particular, demonstrate several poetic parallels and common points of departure that become denser as the selection of writers becomes narrower and narrower.
The confessional glance of Martina Vidaić extends from the porous base of the body to the superstructure of alienation. The style of Mateja Jurčević is typified by fragmentary associative slaloms. The poems of Davor Ivankovac blend the melancholy of the plains together with the neurosis of the digital age. Dinko Kreho’s epigrammatic letters are rooted in the essentiality of language. The analytic and dystopian imagination of Lucija Butković submerges into zootechnics. Alen Brlek resorts to classical wordplays and exploration of small glitches in the lexical and semantic web of language. The hero in Antonija Novaković’s verses displays a shimmering collage-like quaintness as he becomes lost in the great animal that is the city. Marija Dejanović’s lines traverse multidimensional symbolic lattices. The bourgeois subject of Darko Šeparović embraces the neoexistentialism of the end of the millennium. Genealogy, microhistory and female emancipation are shifted in the captivating metaphors of Monika Herceg.
This selection offers readers a potential yet clearly vibrant view of the status of younger Croatian poetry at the second decade of the 21st century. As Lawrence Ferlinghetti would advise, surrender to it, dear readers, with open eyes and open minds.
Marko Pogačar
ΠΗΓΗ:BAKXIKON
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ ΣΤΗΝ ΤΖΕΝΗ ΚΟΥΚΙΔΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΩΝ ΚΡΟΑΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Η Ανθολογία Νέων Κροατών Ποιητών [Antologija Mlade Hrvatske Poezije] είναι μια δίγλωσση έκδοση σε ανθολόγηση Μίρζας Πούριτς και μετάφραση Ασημίνας Ξηρογιάννη και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν. Συμμετέχουν οι: Μαρτίνα Βίνταϊτς, Ματέα Γιούρτσεβιτς, Ντάβορ Ιβανκόβατς, Ντίνκο Κρέχο, Λουτσία Μπούτκοβιτς, Άλεν Μπρλεκ, Αντονία Νοβακόβιτς, Μαρία Ντεγιανόβιτς, Ντάρκο Σεπαρόβιτς, Μόνικα Χέρτσεγκ [Martina Vidaić, Mateja Jurčević, Davor Ivankovac, Dinko Kreho, Lucija Butković, Alen Brlek, Antonija Novaković, Marija Dejanović, Darko Šeparović, Monika Herceg]
«Οι νεαροί ποιητές [...] ανήκουν στη νεότερη γενιά Κροατών ποιητών, εκείνη που καθιερώθηκε (ή καθιερώνεται) μετά τη γενιά στην οποία ανήκω, αν και είμαι της ίδιας ηλικίας με ορισμένους από τους ποιητές που περιλαμβάνονται εδώ. Όλοι τους -και πάλι, με εξαίρεση τον Ντίνκο Κρέχο- δημοσίευσαν τα ποιητικά ντεμπούτα τους μέσα από τα δύο σημαντικότερα βραβεία χειρογράφων ποίησης στην Κροατία: το βραβείο Goran για νέους ποιητές, το οποίο απονέμεται στο καλύτερο χειρόγραφο από έναν μη δημοσιευμένο ποιητή μέχρι τα 30 του χρόνια, και το βραβείο Na vrh jezika για ποιητές μέχρι 35 ετών. Ως μέλος της κριτικής επιτροπής για τα δύο βραβεία, παρακολουθώ όλους αυτούς τους ποιητές από την αρχή της σταδιοδρομίας τους και η δική μου εικόνα για την κατάσταση του πεδίου, καθώς και η δική μου επιλογή, δεν θα ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που έγινε εδώ από τον Μίρζα Πούριτς, λογοτεχνικό μεταφραστή με ασυνήθιστη ευαισθησία και ενδιαφέρον για την ποίηση. Ωστόσο, πρέπει να αναφερθώ σε μερικά ακόμη ονόματα, χωρίς τα οποία θα ήταν ελλιπής η ευρύτερη εκδοχή μιας τέτοιας επιλογής, κατά κύριο λόγο στη Μαρία Αντριάσεβιτς, τον Μάριο Γκλάβας, την Τζέλικα Τσετς και τον Γκόραν Τσολακχόντζιτς.
Ακόμη και μια σύντομη ματιά στα ποιήματα αποκαλύπτει μάλλον ετερογενείς ποιητικές και τάσεις. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν δύο κοινοί τόποι: όλοι οι ποιητές σχηματίστηκαν κυρίως στον εγχώριο ποιητικό κανόνα και, ειδικά στους νεότερους από τους δέκα ποιητές, μπορούν να ανιχνευθούν ορισμένες ποιητικές παραλληλίες, αλλά και κοινά σημεία αναχώρησης, τα οποία πυκνώνουν καθώς στενεύει η επιλογή αυτών των συγγραφέων.»
Απόσπασμα από τον πρόλογο του Μάρκο Πογκατσάρ
Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, ήδη πολύ γνωστή στους ποιητικούς και συγγραφικούς κύκλους από προσωπικούς τίτλους όπως: Εποχή μου είναι η ποίηση, 23 μέρες, Δεύτερη φύση, Το θέατρο στην ποίηση, Λίγη φθορά για γούρι, Οντισιόν, Δοκιμάζοντας το ποίημα κ.ά., αναλαμβάνει τη μετάφραση-απόδοση των έργων στην ελληνική. Διαβάστε παρακάτω τι απαντά για το βιβλίο.
Ποιους ποιητές αφορά η συλλογή; Πώς προέκυψε το βιβλίο;
Ασημίνα Ξηρογιάννη: Στα πλαίσια της εκδοτικής δραστηριότητας των Εκδόσεων Βακχικόν με τον τίτλο «Ποίηση από όλο τον κόσμο» έχει την ευκαιρία το ελληνικό κοινό να κάνει ένα άνοιγμα πνευματικό προς το Άλλο, το αλλοεθνές, το ξένο, το διαφορετικό, αλλά τόσο ίδιο, με την έννοια ότι μπορούμε να ανιχνεύσουμε πολλά κοινά στοιχεία με κάτι που ήδη γνωρίζουμε -κοινά σημεία στον τρόπο έκθεσης, στην προσέγγιση. Και αυτό είναι θαυμαστό, μια μαγική σύνδεση ενσυναίσθησης.
Oι νεαροί ποιητές που παρουσιάστηκαν εδώ εμφανίστηκαν στην ποιητική σκηνή τα τελευταία 10 χρόνια. Με εξαίρεση τον Ντίνκο Κρέχο που το πρώτο του βιβλίο δημοσιεύθηκε νωρίτερα. Έτσι ερχόμαστε κοντά με το εξομολογητικό βλέμμα της Μαρτίνα Βίνταϊτς, τα αποσπασματικά συνειρμικά σλάλομ της Ματέα Γιούρσεβιτς, τα ποιήματα που αναφέρονται στην ψηφιακή εποχή του Ντάρκο Ιβάνκόβατς, την δυστοπική φαντασία της Λουτσία Μπούτκοβιτς, τον νεοϋπαρξισμό του Ντάρκο Σεπαρόβιτς, τους συμβολισμούς της Μαρίας Ντεγιανόβιτς, τη σπινθηροβόλο γραφικότητα της Αντονία Νοβακόβιτς, τα λογοπαίγνια του Αλεν Μπρλεκ, τις σαγηνευτικές μεταφορές της Μόνικα Χέρτσεγκ.
Ποιες οι δυσκολίες του εγχειρήματος; Ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες της μετάφρασης-απόδοσης των στίχων σε μια άλλη γλώσσα;
Α.Ξ.: Γνώρισα πρώτα τους παραπάνω ποιητές στα Αγγλικά και μετά από 'κει τα μετέφρασα στα ελληνικά. Η μετάφραση είναι τέχνη και η ίδια θα έλεγα. Κι αν αυτό ακούγεται ακραίο, τότε υπογραμμίζω ότι η μετάφραση είναι σίγουρα αναδημιουργία. Είναι σημαντικό να κάνεις τη μεταφορά του νοήματος, της γενικής αίσθησης του ποιήματος ώστε να αφορά αναγνώστη από άλλη χώρα. Παλεύεις με τις λέξεις διαρκώς και όλα μοιάζουν αβέβαια.
Πόσο μας αγγίζει η ποίηση που «γεννιέται» σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη κουλτούρα και κοινωνία;
Α.Ξ.: Γιατί, όχι; Αν πραγματεύεται εύστοχα ένα θέμα που μας αφορά, με τρόπο που «μιλάει» στο μυαλό ή στην καρδιά μας, μπορεί αυτό να συμβεί. Ναι,είναι δυνατόν. Εδώ είναι καίριος ο ρόλος και ο λόγος του διαμεσολαβητή, του μεταφραστή δηλαδή, που οφείλει να μπαίνει βαθιά μέσα στα άδυτα της γλώσσας, να τη νιώθει πρώτα ο ίδιος και μετά να την επικοινωνεί στους αναγνώστες.
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Μετάφραση από τα Αγγλικά: Ασημίνα Ξηρογιάννη
Θάνατοι κουνελιών
Της Monica Herceng
αποθηκεύσαμε προσεκτικά τον θάνατο στα ζώα
τα ταίσαμε φρεσκοκομμένο χόρτο και σανό
τότε πήραμε τον θάνατο από αυτά ανώδυνα
με ένα μόνο κόψιμο κάτω από το λαιμό
τα δέρματα των κουνελιών τεντώθηκαν πάνω στα παλιά ξύλα καρυδιάς
σαν ένα υπερμέγεθες παλτό
και δίπλα στο γούνινο κοστούμι
οι μυς που είχαμε απογυμνώσει
μας κοίταξαν ντροπιασμένοι
και ταλαντεύθηκαν στις ριπές του ανέμου
η μητέρα βρήκε του πατέρα το δύσκαμπτο σώμα
από το κλουβί του κουνελιού
ένα πρωινό του Σεπτέμβρη
κατανοώντας ένα αξίωμα
που σπάνια έχουμε κατά νου
ο θάνατος με τον οποίο ταίζουμε τους άλλους
μερικές φορές επιστρέφει
πίσω σε μας
🌸
ΜΑΤΕΑ ΓΙΟΥΡΤΣΕΒΙΤΣ
Οι γυναίκες από τηv Altamira
Οι γυναίκες από την Altamira
ερωτεύονται με τα ελάφια
Οι γυναίκες πενθούν θανάτους και ξαπλώνουν με τους κυνηγούς
προετοιμάζουν τη σάρκα των αγαπημένων τους
Οι ανέραστοι χτυπούν τα κέρατά τους
Οι ανέραστοι έχουν μετατρέψει τη σπηλιά σε ένα διεγερμένο μετωπικό οστό
όπου οι ερωτευμένοι δυνατά φιλιούνται
όποτε βρίσκουν την ευκαιρία
κυρίως τη νύχτα όταν τους υπενθυμίζει ο ήλιος
που οι θεότητες είχαν κόψει τον λαιμό του
που οι δυνατότητες του πρωινού δεν εξαντλούνται
τη νύχτα
ζηλιάρης
ονειρεύονται τους θεούς περιστοιχισμένους από στολίδια
κοντόχοντρες και ανεπιθύμητες
πεθαίνουν όταν τα φτερωτά ελαφάκια πηγαίνουν γι 'αυτές
πεθάνουν σιωπηλά χωρίς ποτέ να έχουν μάθει τη σημειολογία της κραυγής
Οι γυναίκες από την Altamira ,μια αγροτική σιωπηλή φυλή
πιέζουν χυμούς από βότανα, ζωγραφίζουν λεπτά σώματα
αγαπούσε ένα κοπάδι βόσκησης (στο μήλο)
αγαπούσε ένα τρέξιμο (στην Καρδιά του δέντρου)
αγαπούσε ένα όνειρο (σε σκούρο πράσινο φύλλο)
Οι γυναίκες από τη Altamira είναι τώρα λυπημένες κόκκινες βουβάλες
που πιάνονται από άπληστα χέρια
είναι τώρα ο σχισμένος μου ουρανίσκος
το αίμα μου από την ακμή
και η κρεάτινη σιωπή μου
Δείχνω σε ένα δέντρο αυτόν
Σημαδεύω σε ένα φρούτο που σαπίζει στο πιάτο
σημαδεύω τον εαυτό μου
ανεβαίνω ψηλά
πιέζω ένα μήλο στην καρδιά μου
είναι ώρα δείπνου
θα ήθελες να φας?
Μια ερώτηση τόσο απλή όσο και μια αγάπη αναδιπλωμένη σε μια κίνηση
Χαμογελάς και αφήνεις
τη σπηλιά για μία σφιχτοδεμένη που μπορεί να χειριστεί τη γλώσσα σας
σαν μια βαριά ρακέτα, και να κυριεύσει τον αστράγαλο
ξέρω ότι εξακολουθείς να πεινάς καθώς αυτή λέει:
Το λυκόφως πάνω από αυτήν την πόλη
είναι σαν τον πυρετό στο λαιμό που πέφτει στα χείλη
τα τεντώνει στο κρεβάτι της Dvina
γεμάτο ζαχαρόνερο
για ένα κοπάδι από ελάφια
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020
ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Στέφανος Κωνσταντινίδης ΝΟΜΑΔΑΣ Γ΄ Μετά τα Εκβάτανα, μυθιστόρημα
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Στέφανος Κωνσταντινίδης
ΝΟΜΑΔΑΣ
Γ΄ Μετά τα Εκβάτανα, μυθιστόρημα
Αθήνα,Εκδόσεις Βακχικόν, 2019
Της Αθηνάς Τέμβριου*
Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Πενταλιά της Κύπρου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία και τις πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόννη και στο Παρίσι (Docteur d’ Etat). Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Ιστορία στα Πανεπιστήμια του Λαβάλ, του Κεμπέκ και του Μόντρεαλ. Είναι διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά (ΚΕΕΚ).
Έχει εκδώσει επτά βιβλία Πολιτικής Επιστήμης, Κοινωνιολογίας κι Ιστορίας, ενώ δημοσίευσε δεκάδες επιστημονικά άρθρα κι είχε πολλαπλές συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους. Έξι βιβλία δημοσιεύτηκαν, επίσης, κάτω από την εποπτεία και τη διεύθυνσή του. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δύο συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα.
Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες της Κύπρου, της Ελλάδας και της διασποράς. Δημοσίευσε χρονογραφήματα, κριτική και δοκίμια. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία κι είναι αρθρογράφος στον κυριακάτικο «Φιλελεύθερο» της Κύπρου.
Από το 1983 είναι εκδότης και διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού “Etudes helléniques” / “Hellenic Studies”. Πολυσέλιδες εκδόσεις του περιοδικού αφιερώθηκαν στη λογοτεχνία της διασποράς, την κυπριακή λογοτεχνία, την ελληνική εκπαίδευση και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Από το 1997 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο πρόγραμμα «Παιδεία
Ομογενών» για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη διασπορά (έρευνα, επιμόρφωση εκπαιδευτικών και παραγωγή διδακτικού υλικού).
Από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα Νομάδας Α’ Η έξοδος, Νομάδας Β’ Εκβάτανα, η ποιητική συλλογή Λεξήματα και φυσικά το μυθιστόρημα Νομάδας Γ’ Μετά τα Εκβάτανα, για το οποίο θα μιλήσουμε απόψε.
Στην εισαγωγή του μυθιστορήματος ο συγγραφέας, Στέφανος Κωνσταντινίδης αποτυπώνει από την Ομήρου Οδύσσεια, ως ένας νομάδας σκεπτικιστής, «Πολλῶν δ’ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω». Το ταξίδι δεν φαντάζει εύκολο· ίσως επειδή στην πορεία για να αποκτήσει κανείς αυτογνωσία, οφείλει να γνωρίσει και τον κόσμο μέχρι την επιστροφή στην Ιθάκη, στην Πενταλιά, όπου εκεί συμφιλιώνεται με την ίδια του την ύπαρξη κι όπου η μνήμη διατηρεί την αλήθεια, την οποία ο χρόνος δεν κατάφερε να αλλοιώσει.
Ίσως ο αναγνώστης προβληματιστεί για το είδος του μυθιστορήματος, καθότι είναι πολυδιάστατο όπως και η ψυχοσύνθεση του συγγραφέα. Εισχωρεί στον χωροχρόνο, καταπιάνεται με το ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι και ιστορεί μέσα από αυτά τα πλαίσια, όχι μόνο τον βίο του αλλά και τις φιλοσοφικές και πνευματικές του αναζητήσεις. Ο ίδιος γράφει, «Ένα μυθιστόρημα είναι και φαντασία και κοινωνική πραγματικότητα και ιστορία» συμπληρώνοντας πως «πρέπει να ανοίγει νέα ορύγματα στη γραφή, να φέρνει κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ήδη έχει ειπωθεί. Όχι με την έννοια της παρθενογένεσης που δεν υπάρχει βέβαια, αλλά με το να σπρώξει, έστω και ανεπαίσθητα, λίγο παραπάνω τα εσκαμμένα». Συμπεραίνει ορθώς πως « Στο μυθιστόρημα δεν μπορούμε να ξεφύγουμε ούτε από το προσωπικό μας υποσυνείδητο, ούτε από το συλλογικό ιστορικό υποσυνείδητο». Θα έλεγα πως σε όλα τα είδη τέχνης, ο δημιουργός έχει μια θέση στη συλλογική νοημοσύνη της ιστορίας του ανθρώπου όταν υποσυνείδητα αλλά και συνειδητά ταυτίζεται με τον Άλλον, αποστασιοποιείται από τον μικρόκοσμο του και γίνεται οικουμενικός. Κι αυτό διαπιστώνει ο συγγραφέας, πως δηλαδή «έχει σημασία από το προσωπικό βιωματικό να φτάσουμε στο κοινό ανθρώπινο πεπρωμένο». (σελ. 59)
Αυτό που κάνει εντύπωση είναι η συγγραφική ευφυία με την οποία πετυχαίνει να προσαρμόσει δίχως χάσματα την ιστορία του κόσμου γύρω του με τα προσωπικά του βιώματα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του. Κινείται ανάμεσα σε τόσα θέματα και διαστάσεις και επιτυχημένα κατευθύνει τον αναγνώστη από τον ένα χώρο στον άλλο. Συνεπώς ο αναγνώστης εύκολα ταυτίζεται μαζί του. Ο συγγραφέας άφοβα εκτίθεται, προσφέροντας και μεταγγίζοντας το κύτταρο του υποσυνείδητου του. Αυτό ξεχωρίζει έντονα στο ύφος και στη γραφή του και ολοκληρώνει το μυθιστόρημα λογοτεχνικά. Είναι αξιοσημείωτο το ότι δηλαδή δεν διηγείται απλά προσωπικά γεγονότα αλλά κινείται στον χώρο και στον χρόνο αριστοτεχνικά, ταξιδεύοντας τον αναγνώστη βήμα - βήμα μετά τα Εκβάτανα, στην αγαπημένη Πενταλιά.
Οι ρίζες του είναι βαθιές στη μητρώα γη, τόσο βαθιές όσο και η αγάπη προς τη μητέρα. Είναι πηγή ζωής, συναισθηματικής και πνευματικής ηρεμίας. Κάθε φορά που αναφέρεται στη μητέρα, η δύναμη και η αγάπη που αντλεί, είναι έντονες και συγκινούν. «Έγραψα στη μάνα μου» τονίζει, «να μην ανησυχεί. Να κρατά ένα κλαρί ανθισμένης αμυγδαλιάς στο χέρι όταν θα μου στέλνει την ευχή της. Και τα βράδια να κοιτά τ’ αστέρια μιλιούνια στον ουρανό της Πενταλιάς, όταν η σκέψη της θα είναι σε μένα. Μάνα, κράτα γερά. Όσο εσύ κρατάς γερά εκεί στην Πενταλιά, η αγάπη σου βράχος πάνω στον οποίο στέρεα πατώ». (σελ. 65).
Από την άλλη, η παρουσία του πατέρα, του φανερώνει τον αγώνα, τον δρόμο, αλλά και τη σύγκρουση. Αναγνωρίζει ο συγγραφέας την αρχέγονη σύγκρουση πατέρα –υιού, όχι με σκοπό την ταύτιση αλλά για να υπάρξουν οι έννοιες πατέρας και υιός στη συνείδηση του ἐν δυνάμει, καθότι ο υιός έχει χρέος να ξεπεράσει τον πατέρα για να εξελιχθεί. Κάτι που και ο ίδιος ο Καζαντζάκης αναφέρει στο βιβλίο του «Ασκητική». Θα έλεγα πως ο σοφός άνθρωπος κουβαλά τους προγόνους του στο DNA του, κρυμμένοι στο υποσυνείδητο του περιμένουν καρτερικά να ξεχωρίσουν, να φωτιστεί η μνήμη και να αγαπηθούν ξανά, κερδίζοντας έτσι στιγμές αιωνιότητας.
Στον επίλογο του βιβλίου ευχαριστεί επίσης τον πατέρα του που του είχε προσφέρει κάτι που ο ίδιος στερήθηκε, τη μόρφωση. Ομολογεί πως, «Αν είναι κάτι που λυπάμαι είναι που δεν σώθηκε το απολυτήριο μου του Δημοτικού σχολείου Πενταλιάς. Έχω όλα τα άλλα «χαρτιά» που πήρα από τα «μεγάλα σχολεία» όπως έλεγε η μάνα μου. Το μόνο που λείπει είναι αυτό. Την αξία του την συνειδητοποίησα πολύ αργότερα. Όταν πήρα το Doctorat d’ Etat στη Σορβόννη το θυμήθηκα. Είχα ένα συναίσθημα πως αυτό το χαρτί του δημοτικού σχολείου Πενταλιάς ήταν ακόμη πολυτιμότερο από αυτό της Σορβόννης! Ο άκρατος συναισθηματισμός μου; Ίσως». (σελ. 415) Ο συγγραφέας παραδέχεται σε διάφορα σημεία του μυθιστορήματος πως είναι συναισθηματικός και ότι επιτυγχάνει στο να ισορροπεί τον συναισθηματισμό του. Σημειωτέα είναι η στιγμή που τα πολιτικά παιχνίδια του προκαλούν αναστάτωση και προσπαθεί να διατηρήσει την ψυχραιμία του. «Να κρατήσω το αίμα μου ψυχρό…» γράφει, «αυτή είναι η ετυμολογία της λέξης! Στη ζωή υπάρχει πάντα ένα ρήγμα που τη χωρίζει σε ζώνες φωτός και σκότους. Νομίζω το ενδιάμεσο τους είναι αυτό που αποκαλούμε ψυχραιμία». (σελ. 180).
Στο μυθιστόρημα, ο συγγραφέας είναι αναζητητής του φωτός και η καθημερινότητα του εμπλουτίζεται από την ανάγκη του να φωτίσει το σκότος που τον απομακρύνει από τα βάθη του υποσυνειδήτου του. Άλλωστε δεν είναι αυτός ο δρόμος προς την αυτογνωσία; Ο τρόπος που στρέφει το βλέμμα στο παρελθόν, τον βοηθά να ανακαλύψει ποιος είναι. Για αυτό και διατηρεί επιλεκτικά στη μνήμη τον προπάππο του, τον οποίο χαρακτηρίζει «θρυλικό». Τον Χριστοφή Δημοσθένη Κατσιαβάνη, ο συγγραφέας τον περιγράφει ως λεβεντάνθρωπο και τον επαινεί. Γράφει, «όταν θα γίνω πλούσιος, θα στήσω ένα άγαλμα του Χριστοφή Κατσιαβάνη, κάπου εδώ στις όχθες του Αγίου Λαυρεντίου ή τις ανατολικές παρυφές των Λορεντσιανών βουνών. Το αξίζει. Πού να ήξερε πως ένας δισέγγονος του θα έφτανε ως εδώ»; (σελ. 159) Η αλχημιστική διάθεση στο μυθιστόρημα είναι έκδηλη, ιδιαίτερα όταν γίνονται υπερβάσεις γονιδιακές και ψυχικές. Αρκετές φορές βαδίζει στην εσωτερική οδό, συγκρούεται με τον ίδιο του τον εαυτό και διυλίζει τις αλήθειες της ύπαρξης του.
Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης σε μεταγγίζει με το φως του, κι όχι μόνο γνωσιολογικά ή μεταφυσικά, αλλά κυρίως ανθρώπινα. Ανθρωποκεντρικός με το βλέμμα στραμμένο στις αξίες που διατηρούν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, τοποθετείται πολιτικά, θεωρητικά και έμπρακτα. Ο χώρος της Αριστεράς ίσως δεν του προσέφερε πάντα το όραμα όπως ο ίδιος το θέλησε αλλά φρόντισε να τον υπηρετήσει όπως ο ίδιος πίστευε και ένιωθε. Τύχαινε αρκετές φορές στην πολιτική ζωή να αντιμετωπίζει και τις παρεμβάσεις της εκκλησίας που συνήθως καθόριζε την πορεία καταστάσεων. Σίγουρα αυτό είναι ένα θέμα που προβληματίζει σοβαρά τον σκεπτόμενο αναγνώστη. Ομολογουμένως η πολιτική αξίωση κι ο ακτιβισμός στη ζωή του συγγραφέα δεν είναι θέμα φιλοδοξίας αλλά προσφοράς. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο μυθιστόρημα επιθυμούσε η δράση του και η ιδεαλιστική του τοποθέτηση να είναι παράδειγμα προς τα παιδιά του.
Όμως ομολογεί πως ήταν και ένα συναίσθημα μοναξιάς η αιτία της ανάμιξης του στη πολιτική ζωή. Γράφει, «οι φιλικές» παραινέσεις να γίνω μέλος του Κινήματος πολλές. Στο Παρίσι δεν μου είχε ποτέ περάσει κάτι τέτοιο από το μυαλό. Εδώ όμως το σκεφτόμουνα. Γιατί; Έβαζα το ερώτημα στον εαυτό μου. Το συζητούσα με την Ανδρομάχη. Ίσως γιατί ένιωθα τη μοναξιά εδώ πέρα. Μια μοναξιά που επέτεινε και η απόσταση από την Ελλάδα και την Κύπρο, η απόσταση από την Ευρώπη. Αυτή η αίσθηση πως βρισκόμουνα στον κάτω κόσμο…».
Παρόμοια συναισθήματα βιώνει όταν κάνει την πρώτη του εξερεύνηση στο Μόντρεαλ. Όταν φτάνει μέχρι τον σταθμό του μετρό Ανρί Μπουράσα, τον διακατέχει ένα κενό. Ίσως ο πολιτισμός της Ευρώπης όταν αγκαλιάζει μια ώριμη ψυχή, την ηρεμεί· οι μνήμες αποκτούν μια μεταφυσική διάσταση. Η «γοητεία του παλιού» όπως την αποκαλεί απουσιάζει από τον νέο κόσμο που συναντά. Αυτό τον ταράζει. Αποκαλύπτει απορημένος, «Έξω από το μετρό Ανρί Μπουράσα ένιωσα ένα παράξενο συναίσθημα. Διερωτήθηκα πού βρισκόμουν. Έστρεψα τα μάτια προς τον ουρανό και για μια στιγμή μου φάνηκε ότι βρισκόμουν στον κάτω κόσμο. Για μια στιγμή ο κόσμος αναποδογυρίστηκε σ’ ένα μικρό μεταφυσικό χάος». Παρόλο που ο συγγραφέας πραγματεύεται την έννοια «διαταραχής του χρόνου», η οποία προκαλείται από μια ξαφνική επιτάχυνση που συσκοτίζει τη συνείδηση και βυθίζει τον άνθρωπο «σε μια κατάσταση ασυνειδησίας», αναφέρει πως την εμπειρία αυτή είχε κι ο φιλόσοφος Λεύκιππος.
Θα έλεγα πως η δική μου υποκειμενική άποψη είναι πως ανάμεσα στις γραμμές αντικρύζω ένα Ορφέα που κατάφερνε να επιστρέφει από το σκοτάδι στο φως, από τον κάτω κόσμο στη ζωή ή ίσως απλά στην πραγματικότητα του ιδεατού του κόσμου. Εύλογα τοποθετείται ο συγγραφέας αμέσως μετά εκφράζοντας πως «μάλλον η γονιδιακή μετάλλαξη απέτυχε!» Ίσως αγαπητέ Στέφανε Κωνσταντινίδη, η επιστροφή στην Πενταλιά, αποδεικνύει πως σίγουρα η γονιδιακή μετάλλαξη απέτυχε.
Η Α.Τέμβριου είναι φιλόλογος.
KΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Για την ποιητική συλλογή του Νεκτάριου Δανούση, Έρωτας και Σήψη: Ένα ταξίδι στο όνειρο και την ερωτική ομορφιά
Tης Αθηνάς Ν. Μαλαπάνη, Φιλολόγου-Συγγραφέα
Η ποιητική συλλογή του Νεκτάριου Δανούση, Έρωτας και Σήψη, αποτελεί μία νέα είσοδο στον χώρο της νεοελληνικής ποίησης από έναν νέο και πολλά υποσχόμενο καλλιτέχνη. Τα ποιήματα αυτά αποτελούν ένα ταξίδι του ποιητικού υποκειμένου στον κόσμο του έρωτα και του ονείρου.
Ο ποιητής επιλέγει να βάλει τον αφηγητή του να μιλήσει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και να αφηγηθεί σε ένα προσωπικό και άκρως εξομολογητικό τόνο όλα του τα βιώματα. Το όνειρο του ποιητικού υποκειμένου, του ενδοδιηγητικού-ομοδιηγητικού αφηγητή, του δίνει σώμα και πνοή, λόγο ύπαρξης, έμπνευσης και δημιουργίας. Άλλωστε, η τελευταία στροφή του πρώτου ποιήματος αποδεικνύει αυτό ακριβώς, την ταυτότητα του ποιητικού υποκειμένου και πρωταγωνιστή: Δεν υπάρχω,/ όμως το σώμα μου είναι εδώ./ Βοήθεια./ Χρειάζομαι ένα όνειρο. Το όνειρο και η ποιητική δημιουργία τον μετουσιώνει σε ποιητή (Ζω σε κάθε παλιό χαρτί,/ σε μια ιδέα που δεν ξέρει αν θα ζήσει ποτέ,/ αν θα πεθάνει,/ αν χαθεί πετώντας πάνω σε ένα φύλλο προς τη θάλασσα).
Ο έρωτας και η απογοήτευση που προκαλεί όταν δεν συνεχιστεί αποτελεί τη σπίθα που πυροδοτεί την ποιητική έμπνευση του δημιουργού. Ο έρωτας συνδυάζεται με μυρωδιές, αρώματα και αγγίγματα, με όμορφες μελωδίες και μοναδικά ακούσματα [το άρωμά σου έχει φύγει,/ από τις ατέλειωτες τριβές των σωμάτων (…), Ένα απαλό φιλί, κατατρεγμένο, φυλακισμένο από τη βαρβαρότητα (…), το καρύκευμα της μέθης (…), δοσμένα αχάριστα μέσα σε άγνωστες μελωδίες (…), ξεχασμένες από την ανελέητη αγνή ομορφιά τους, (...) χαϊδεύω τις εικόνες του έρωτα].
Το ποιητικό υποκείμενο ταξιδεύει μέσα σε παραμύθια και όνειρα, χρησιμοποιώντας την ποίηση για να αποφορτίζεται συναισθηματικά και να προσπαθήσει να ξεπεράσει την ερωτική απογοήτευση. Η ποίηση λειτουργεί με μια ιαματική δύναμη γι’ αυτόν και την χρησιμοποιεί για να υπερβεί τη θλίψη του και τη μοναξιά του, ώστε να προσπαθήσει να γιατρευτεί κάποια στιγμή από τι ερωτικές πληγές [Αναρωτιέμαι/ για πόσο μέσα στη χαρά θα βλέπω θλίψη/ κα
μέσα στη θλίψη την καρδιά μου, (…) δολοφόνησα τη γνώση μου/ και τη μαύρη καρδιά μου(…), (…) Η μοναξιά το πλήθος χαιρετά,/ ξενυχτά].
Η μοναξιά και ο πεσιμισμός κυριαρχούν στον ποιητικό λόγο, όπως φαίνεται από την κυριαρχία του μαύρου χρώματος [Ένας μαύρος μανδύας (…), Μαύρο το μυαλό μου(…), Η θάλασσα, μαύρη θάλασσα (…), Μαύρα τριαντάφυλλα κλαίνε (…)]. Εντούτοις, το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει σταδιακά την ισορροπία του, Ένας φάρος μάχεται τα κύματα επιβλητικός,/ ένας πιστός ιππότης,/ που ξεπηδά από ξεχασμένα παραμύθια (…) και τελικά, καταφέρνει μέσα από τον θάνατο να βρει τη λύτρωση και την αγαπημένη του, ενωμένοι σε έναν αιώνιο έρωτα (Στην Οδύσσεια του πόνου/ μαυροφορεμένη τη μνηστή του βρήκε,/ του φώναξε «Έλα να πεθάνεις!»)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







