Translate

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ /// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Γραφείον ενικού τουρισμού


Γιάννης Στρούμπας

Καλλιγράφος, 2016
64 σελ.


*

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΠΛΟΥΖΑΚΙ


Με περιεργάζονται λεπτομερώς
περιμένοντας την αδερφή μου
για τη ντίσκο.
– Τι γλυκούλης! Αέρινος! Θεός!
Έτσι είναι τα γυμνασιοκόριτσα.
Συγκινούνται
κάθε που αντικρίζουν
αγοράκια
των πρώτων σχολικών τάξεων.
– Και τι μελένια χρώματα!
Τι πέταγμα χορευτικό!
Εντάξει, υπερβολές.
Ξέρω, με πιάνει τα καλοκαίρια ο ήλιος
μα στον χορό δεν πεταρίζω ακόμα.
Μήτ’ έχω μούσκουλα βαρβάτα, να πω,
για να καρφώνουνε το στήθος μου οι ματιές
με λαίμαργη λαχτάρα
ή οι αφές αγκαλιαστά να γουργουρίζουν
σ’ αργό ρομαντικό μπλουζάκι
θερινής νυκτός.
Μη βιάζεστε·
θα δείτε,
θα μοιάσω μεγαλώνοντας
στης μπλούζας μου
τον Τζον Τραβόλτα.

***

ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ

Πετσέτες, σορτς, μπλουζάκια
πάλι μαζευτήκαν ποτισμένα αρμύρα.
Δεν προλαβαίνεις τη μια στοίβα
κι έρχεται νέα, επίμονη
να σου ζητά φρεσκάρισμα επειγόντως.
Σαν να μην άδειασε στιγμή
η λεκάνη με τα άπλυτα,
Σαν μαγεμένα ν’ απαντήθηκαν
μέλλον, παρόν και παρελθόν
μπροστά σ’ ένα πλυντήριο
στου χρόνου την προβαρισμένη περιδίνηση.

***

ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΙΟ ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΩΝ


Στριμωγμένοι μες στον δίσκο
ώρες παρελαύνουν άσκοπα
στης παραλίας το σκλαβοπάζαρο,
καπέλο
(προσήμανση του κόστους, θαρρείς)
στο κεφάλι του λουκουματζή.

Αχόρταγος δουλέμπορος μελαχρινής σαρκός
τους περιφέρει
Αλλά κανείς δεν λέει
να τους ελευθερώσει.
Ολόγυμνοι
υπόδουλοι στις μύγες
Άοσμοι και στεγνοί
σε ξέρα ναυαγοί
ολοστρόγγυλες κουλούρες
ξέπνοα μηδενικά.

Θα κονταροχτυπιόμουνα
για χάρη τους ιπποτικά
Μα έτσι υποταγμένοι
αξίζουν τη δουλεία τους.

Λοιπόν, δεν θ’αγοράσω.
Οι σκλάβοι στα δεσμά τους

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// TΙΤΣΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ /// 'ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ


                                  


 ΘΕΑΤΡΟ







Πιάσαν τις πρώτες θέσεις και μεις στο θεωρείο
το έργο πανάρχαια μαριονέττα
πίσω από κουρτίνες βελουδένιες
σφάζαν τον πρωταγωνιστή
χάριν της αλήθειας
Οι κομπάρσοι υποκλίθηκαν
ανεπαίσθητα χειροκροτήματα
όμως εκείνος στ’ αλήθεια πέθαινε
Όρθιος
με τα 40 μαχαίρια
καρφωμένα στην πλάτη του
Έτσι μας άφησε γεια
ενώ το σανίδι έτριζε
Λέξεις ολόκληρες ανάμεσα
στ’ άσπρα του δόντια
κι οι καστανοί βόστρυχοι
να πλέουν στο αίμα
η αγάπη κέρδος,
που κερδίζεται απ’ το τίποτα. 


Ο πίνακας είναι παρμένος από Homo Universalis

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ /// 'ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ







Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου



Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

Κέδρος, 2016
56 σελ.


****

 Υπόσχεση

 Ας τραγουδάτε εσείς ' εγώ
το μαύρο θα κρατάω εως θανάτου.

***


Υπόθεση

Αν δύο πνιγμένοι από φιλιά γυμνοί επιπλέουν σε στεκάμενα νερά εγκαταλειμμένου ονείρου αλλά πνιγμένοι από φιλιά και αναίτια τόσο νοσταλγούν τον χωρισμό είναι νομίζω προτιμότερο και από την αυταπάτη ακόμα το τάμα ενός κεριού σε εικόνισμα καταργημένου αγίου.


***



Αίτια του Χειμώνα

Όλα του κόσμου τα έγχορδα ωχριούν μπροστά στο 
θρόισμα μια βεντάλιας μακρινής και με άνοιγμα πε-
τάγματος στα χέρια γυναίκας λυπημένης όχι εξάπα-
ντος από έρωτα. Γιατί δεν υπάρχει φτερό αντάξιο του 
ύψους που ονειρεύτηκε ούτε κόμη εφάμιλλη κεφαλιού 
ελαφρά γερμένου κατή τη μεριά της προσμονής· εκεί 
που πάντα σχηματίζονται τα ανελέητα αίτια του χει-
μώνα.


***

Νοσταλγία μετάλλου 

Νοσταλγία μετάλλου σημαίνει ανάσα μέσω των λουλουδιών που ερήμην του τρέφει.Σημάδι ευλύγιστο στο φως και πρόσταγμα έρωτα κηλιδωμένου από εικόνες ζωής που υψώνονται χωρίς κινδύνου επίγνωση χωρίς τρέμισμα αγάπης. 


***


Τελευταίος λόγος

Τόσο άδειος που έγινα πουλί. Τόση σιωπή που ακούγομαι τραγούδι αλλ’ αν το τραγούδι ζήλευε την ειλικρίνεια μιας μαργαρίτας δεν θα είχε τι να πει στο μάδημά του. Μπορεί επειδή η διαφάνεια υπερισχύει του χιονιού και όταν συμβαίνει αυτό τον τελευταίο λόγο η λάσπη θα έχει.

Η επόμενη μέρα

Μπροστά στη μισάνοιχτη πόρτα της επόμενης μέρας με ακόμα οι ώρες της τόσο νωπές και ασχημάτιστες· δεν διακρίνονται μα όλες μαζί ένα κράμα μουντό και αξεδιάλυτο κάνουν. Εγώ κρατημένος και σαν από προαίσθημα κακό δεν θέλω να μπω –ας βουίζουν στ’ αυτιά μου τα επόμενα· παριστάνω ότι δεν και ότι δήθεν ανέμελα ρίχνω πέτρες στης περασμένης νύχτας το παράθυρο. Ακούω σπασίματα γυαλιών και τότε σκέφτομαι μπορεί κάποιος δικός μου αγαπημένος να χαμογελάει κρυφά 

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// ΚΑΡΟΛ ΑΝΝ ΝΤΑΦΥ /// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Η  Κάρολ  Άνν Ντάφυ γεννήθηκε το 1955 στη Γλασκόβη και από το 1996 ζει στο Μάντσεστερ. Aπό εργατική οικογένεια, δηλωμένη ομοφυλόφιλη και ανύπαντρη μητέρα, επικεντρώνεται στον έρωτα και στην κοινωνία, χαρίζοντας στους εραστές της ποίησης το δικό της φίλτρο για τα πράγματα. Πολλές φορές η ποιήτρια έχει αναφερθεί στην ποίηση σαν να πρόκειται για ένα καθημερινό γεγονός και όχι για μια ειδική περίπτωση. Θέλει να επιτρέπουμε στην ποίηση να είναι τόσο καθημερινή όσο η ομιλία, γιατί είναι ομιλία. Οι λέξεις έρχονται στο στόμα πριν αποτυπωθούν στην σελίδα. Ο λόγος είναι πιο παλιός από  τη γραφή και η ποίηση είναι το ίδιο παλιά με τον λόγο.Το 2009 τής απενεμήθηκε η ύψιστη λογοτεχνική διάκριση της Βρετανίας (Poet Laureate)


Mεταφράζει η Ασημίνα Ξηρογιάννη


Η κυρία Δαρβίνος


 
                                  7 Απριλίου 1852

 
Πήγε στο ζωολογικό κήπο.
Του είπα εγώ-
Κάτι σ' αυτόν εκεί τον Χιμπατζή μου θυμίζει εσένα.


**

H  νύχτα

Στην μακρά των πενήντα ετών νύχτα
αυτές είναι οι λέξεις που σέρνονται έξω από τον τοίχο.
Υποφέρω. Τέρας. Να καείς στην κόλαση.
Όταν ξημερώνει
Λεω
Αμήν.


**

Η κ. Ίκαρος

Δεν είμαι η πρώτη ούτε η τελευταία
που κάθεται  σ' έναν λοφίσκο
και παρακολουθεί τον άνδρα που παντρεύτηκε
να αποδεικνύει στον κόσμο
πως είναι ένας τέλειος, απόλυτος, αναμφισβήτητος
πρώτου βαθμού βλάκας.



Αναδημοσίευση από: VAKXIKON

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016/// ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ /// 'Ενα ποίημα






 η τέχνη της παράστασης 



Ντύνομαι προσεκτικά.
Ανεβάζω το καλσόν,
ισιώνω τις πτυχές από το φόρεμά μου,
διορθώνω το κραγιόν.
Χτυπάει το κινητό σου επίμονα,
κλείνω τα μάτια,
εισπνέω ακόμα μια φορά
τον καπνό σου.
Σου φτιάχνω το πουκάμισο,
χτενίζω με τα δάχτυλά μου τα μαλλιά σου,
νιώθω πως παίζω το παιχνίδι για πολλοστή φορά,
πρόβα μια που ποτέ δεν γίνεται παράσταση.
Κανείς μας δεν έχει μάθει το ρόλο του τελικά,
επαναλαμβάνουμε συνεχώς την πρώτη πράξη.
Κουρδίζω το ρολόι ,
αύριο την ίδια ώρα θα έρθουμε ξανά,
στην ίδια σκηνή,
μονάχα το φόρεμα θα αλλάξω
(αυτό που δυσκολεύεσαι να ξεκουμπώσεις).

Λίγο πριν μπω στο ασανσέρ
σε βλέπω να κλείνεις την πόρτα,
δεν σε αναγνωρίζω,
δεν σε θυμάμαι,
δεν είσαι εσύ ,
δεν είμαι εγώ.

( Όλη η ζωή μας
μονάχα μια παρένθεση) 

Ο πίνακας είναι παρμένος από εδώ

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016/// ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΚΗΝΙΩΤΗΣ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ

                                                                              






Η  ζωή είναι ταξίδι

55 ανέκδοτα ποιήματα

Κωνσταντίνος Μ. Σκηνιώτης

ΑΩ Εκδόσεις, 2016
112 σελ.


 ***


 Τύχη


 Τί είναι τύχη;ρώτησες.

Κοίτα απέναντι
τον τοίχο που θα ήθελες να γκρεμίσεις.
Καταρρέει
Τώρα,μπορείς να διαβείς. 



 ***


 Στίχοι  ασύνδετοι (απόσπασμα)



Δηλητήριο 
καθημερινά βυζαίνουν τα παιδιά της'
η μάνα γη εθίστηκε στο θάνατο.

 Πείνα'
σκληρή και δυνατή σαν πόλεμος
του σιταριού και των σταχυών η ακαρπία. 

Φόβος'
των ισχυρών του κόσμου αυτού
είναι το όπιο.

Θερισμός'
ποτέ οι κρατούντες να  μην είναι οι θεριστές'
της ζωής εμείς είμαστε τα στάχυα.

Βλέμμα' 
τρυπάνι ανθρακωρύχων προς το φως,
αετονύχηδων πέπλο που κρύβει το φως.

Νύχτα
άπλωσαν οι νικητές παντού'
μόνο έτσι ο ήλιος κρύβεται.

Μετανάστες'
αίμα κατακόκκινο στις φλέβες όλοι μας
ταυτότητα σαφής και ανεξίτηλη.

 [...]

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016/// ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΣΤΟ VARELAKI





            

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ''ΝΟΤΑΤΙΟΝΕS''//////AΡΧΕΙΟ ΤΕΥΧΩΝ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ/// ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ /// ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

lΣΤΗΛΗ : THE ARTMANIACS /// ΜΙΣΕΛ ΒΟΛΚΟΒΙΤΣ /// ΣΥΝOMIΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ 

 TO KΡΥΦΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ [ΠΑΤΑΚΗΣ 2016] 

 10 + 8 βιβλία ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΥΣ 

 notationes MAΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2015/// ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ,Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ///ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ



ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ [ ΑΠΌ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ VARELAKI ] 
                                                         



* Ο πίνακας είναι παρμένος από εδώ: http://www.podilates.gr/node/7809




notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 /// ΣΤΗΛΗ : THE ARTMANIACS /// Ο ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ ///



                                                                             
                                              


Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη



Σας καλωσορίζω στο varelaki, κ. Αραβανή, σε μια συνέντευξη που αφορά αποκλειστικά στο περιοδικό Ποιείν, το οποίο εφέτος τον Οκτώβριο γιορτάζει τα 10 χρόνια λειτουργίας του. Ας γυρίσουμε λοιπόν 10 χρόνια πίσω, ως είθισται στις επετείους. Πείτε μου πώς ξεκίνησε και πώς πορεύεται το Ποιείν.


Η ιστορία του Ποιείν  περιέχει τρεις χρονολογικές φάσεις. Ιδρύεται, ως μια πρωτόλεια μορφή site-blog, το 2001 από τον Σωτήρη Παστάκα, (δική του έμπνευση, εκτός των άλλων, και το εξαιρετικό αυτό απαρεμφατικό του τίτλου προφητεύοντας το ζωντανό του οργανισμό). Συνεχίζει, με μια μικρή τεχνολογική εξέλιξη το 2004, πάντα ως ένα προσωπικό του ποιητικό ημερολόγιο με αραιή ανανέωση. Δυο χρόνια αργότερα, το 2006, αφ’ ότου τον έχω γνωρίσει και έχει φιλοξενήσει ποιήματά μου, με προσκαλεί να συμμετέχω στο διαχειριστικό του έλεγχο. Στην αρχή μαθητεύοντας και με το πέρασμα του χρόνου συνεκδοτικά και συνδιευθυντικά. Έτσι, Οκτώβριο του 2006, ξεκινά η ιστορία του λογοτεχνικού, πια περιοδικού, Ποιείν, η οποία συνεχίζει μέχρι σήμερα με την ίδια μάλλον ανορθόδοξη μέθοδο. Αυτό μεταφράζεται ως εξής:

Δεν υπάρχει καμία συντακτική ομάδα η οποία να αποφασίζει κεκλεισμένων των θυρών ως Ιερά Εξέταση ή φωτογραφούμενοι σε ποιητικά καφενεία, ως βαρόνοι του πνεύματος. Συνεχίζουμε να δημοσιεύουμε βασισμένοι μόνο στο προσωπικό μας λογοτεχνικό φίλτρο. Δεν αλυσοδένεται κανένας συνεργάτης ζητώντας του αποκλειστική συνεργασία. Για αυτό και έχουμε δεκάδες συνεργάτες (οι  δικές τους αφιλοκερδείς δημιουργίες, μεταφράσεις, κριτικές, παρουσιάσεις μεταγγίζουν το αίμα στο περιοδικό) που ήλθαν, είδαν και είτε παρέμειναν είτε απήλθαν. Δεν χρησιμοποιείται καμία τεχνολογική ευκολία προβολής του (Δελτία Τύπου, newsletter, πληρωμένες διαφημιστικές καταχωρήσεις κ.τ.λ.) πέραν της σελίδα του στο facebook. Δεν αξιοποιούνται οι νέες τεχνολογικές διευκολύνσεις κάνοντας το περισσότερο ελκυστικό γραφιστικά Δεν συνεργάζεται  με κανέναν εκδοτικό οίκο ή βιβλιοπωλείο στο πλαίσιο οικονομικού δούναι και λαβείν (οι χορηγίες επικοινωνίας και τα διαφημιστικά banner γίνονται από ελεύθερη βούληση και όχι με εμπορική χρήση). Και το σημαντικότερο: δεν αποκλείεται οτιδήποτε έχει –σύμφωνα με τα προσωπικά κριτήρια- λογοτεχνική αξία ακόμα και αν υπάρχουν προσωπικές έριδες. Όλα αυτά όχι στο πλαίσιο ενός underground marketing ή μιας ελιτίστικης νοοτροπίας, αλλά γιατί αυτή είναι η φύση του. Αυτή είναι και η νοοτροπία μου. Τόσο απλά. Τόσο φυσικά. Τόσο ανεξάρτητα. Καλώς ή κακώς. 


Αν κάποιος σας ζητούσε ένα σύντομο απολογισμό, τι θα απαντούσατε για τα κέρδη του;


Το μεγαλύτερο κέρδος είναι ότι το Ποιείν από την πρώτη μέρα της παρουσίας του ως περιοδικό, συνεχίζει να λειτουργεί με την πλέον δημοκρατική νοοτροπία δημοσίευσης: η κεντρική ανάρτηση ανανεώνεται κάθε 24 ώρες. Αυτό σημαίνει πως είτε νομπελίστας ποιητής είσαι, είτε 20αρης πρωτοεμφανιζόμενος, έχεις ισότιμο χρόνο προβολής. Σήμερα, την εποχή της υπερ-πληροφορίας και του καταιγιστικού ρυθμού δημοσίευσης κειμένων, το Ποιείν θα συνεχίσει να ανανεώνεται μια φορά την ημέρα όσον αφορά τη πρωτότυπη λογοτεχνική του ύλη. Είναι κάτι που δεν τo διαπραγματεύομαι, όσο και παλαιομοδίτικο, ως νοοτροπία, ακούγεται. Κέρδος του βεβαίως δεν μπορεί παρά να είναι και όλος αυτός ο όγκος των δημοσιεύσεων (κοντά πια στις 4.000). Αυτή είναι η περιουσία και παρακαταθήκη του η οποία κρίνεται και θα κριθεί μόνο από τους αναγνώστες του.

Ως προς τα προσωπικά μου κέρδη, τώρα, το Ποιείν μού γνώρισε εκατοντάδες ποιήματα, δεκάδες ποιητές και ελάχιστους φίλους. Και τα τρία ως συνειδητή μου επιλογή. Και πάντα θα φυλάω μέσα μου τις ωραίες ανθρώπινες ζωντανές εκδηλώσεις του, κυρίως τα πρώτα «αθώα» χρόνια, πριν ξεκινήσει αυτός ο ορυμαγδός των παρουσιάσεων που ζούμε. 


Ως προς τις ζημιές του;


Η μία και μοναδική είναι ο χρόνος που του αφιερώνω αυτά τα δέκα χρόνια. Γιατί αυτό που βλέπετε, είναι η κορυφή του παγόβουνου. Το αθέατο μέρος είναι οι ατελείωτες ώρες προσωπικής εργασίας (επιλογή δημοσιεύσεων, επιμέλειες στα ετήσια Αλμανάκ, αναρίθμητη αλληλογραφία, οργάνωση εκδηλώσεων, ανανεώσεις των banner προβολής και της σελίδας στο facebook και άλλα «λειτουργικά») τις οποίες, κοιτώντας τώρα από μια χρονική απόσταση, δεν θα αντάλλασα με τίποτε άλλο λιγότερο κοπιαστικό. Γιατί πρόκειται για την πιο κερδοφόρα «ζημιά» που θα μπορούσα να έχω.


Έχετε μετανιώσει για κάτι; Αν μπορούσατε κάτι να αλλάξετε, τί θα ήταν αυτό;


Έχω μετανιώσει για τη βίαιη «ενηλικίωση» που έζησα μαθαίνοντας τις ανθρώπινες ιστορίες πίσω από το λογοτεχνικό έργο. Και όταν λέω «ανθρώπινες ιστορίες» δεν εννοώ εκείνες τις ανθοφορούσες βιογραφίες, αλλά αυτές τις γνωστές ασημαντότητες, τα «μικροσυντεχνιακά» Αν άλλαζα, λοιπόν, κάτι, θα έκλεινα τα αυτιά μου στις παραλογοτεχνικές σειρήνες που κελαηδούσαν δίπλα μου, ώστε να μείνω για περισσότερο χρόνο «ρομαντικός».

Με βάση αυτή, τη σημερινή μου διαπίστωση, θα άλλαζα και τον τρόπο διαχείρισης εκ μέρους μου των σχολίων του Ποιείν, στα πρώτα του χρόνια, όταν και επέτρεψα λεκτικούς διαξιφισμούς (παίρνοντας ενίοτε και εγώ μέρος) οι οποίοι δεν είχαν σχέση με το εκάστοτε έργο, αλλά με τα πάρεργα. Σήμερα, κάτι τέτοιο δεν το επιτρέπω να συμβεί. Με διευκολύνει πάντως το γεγονός ότι εξαιτίας του facebook, ένα μέρος του κόσμου εκτονώνει εκεί τα έξω-λογοτεχνικά του απωθημένα. Έτσι χαίρομαι για το γεγονός ότι ενώ αυξάνονται τόσο η επισκεψιμότητα του περιοδικού όσο και τα διαδικτυακά του μέλη (10.000 και πλέον)  υπάρχει εμφανής ποσοτική μείωση των σχολίων του. Αντίθετα με θλίβει βαθύτατα ότι μειώνονται και οι εξαιρετικοί ποιητικοί σχολιασμοί, μέρος της «προίκας» του Ποιείν – η φεισμπουκική νοοτροπία του «like» είναι και εδώ σαρωτική. Αυτό φαίνεται και στις συνεργασίες-κριτικά κείμενα που μας αποστέλλονται. 



Ποια είναι η εκδοτική δραστηριότητα του Ποιείν;


Το 2012 προχωρήσαμε στη συνεργασία με τις εκδόσεις-περιοδικό Μετρονόμος λόγω των εχεγγύων που προσέφερε η πολύχρονη και δοκιμασμένη γνωριμία μου με τον εκδότη, Θανάση Συλιβό, δημιουργώντας, έτσι, τη Σειρά Ποιείν. Μέχρι σήμερα έχουμε εκδώσει μόνο 14 βιβλία. Και λέω «μόνο» γιατί οι απορρίψεις των βιβλίων προς έκδοση είναι πολλαπλάσιες. Δεν τρέφω καμία ανάγκη βιβλιοεκδοτικής καριέρας ειδικά στο πλαίσιο του σημερινού εκδοτικού σούπερ-μάρκετ. 



Η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, Ποιείν, εκπέμπει και ραδιοφωνικά.



Μολονότι αγαπώ την τέχνη του γραψίματος και όχι του ραδιοφώνου, εδώ και δυόμισι χρόνια, κάθε Σάββατο, επιμελούμαι τη ραδιοφωνική εκπομπή «Ποιείν Radio», στη συχνότητα της ertopen.com, 106,7 FM. Ο λόγος είναι καθαρά από μια ανάγκη να ακούσω, εγώ πρώτα ως ακροατής, στο ραδιόφωνο, ποιητικά έργα και ζώντες δημιουργούς οι οποίοι δεν βρίσκουν εύκολα χρόνο και θέση στα ραδιοκύματα, αλλά και να ακουστεί η μελοποιημένη ποίηση πέραν του επίσημου corpus της βλ. Θεοδωράκης, Μικρούτσικος κ.τ.λ. Αποτελεί έτσι μια προέκταση του Ποιείν, ειδικά της Σαββατιάτικης στήλης του, «Ραδιόφωνο Ποιείν», όπου δημοσιεύονται κείμενα για δίσκους και βιβλία μελοποιημένης ποίησης.



Ποια είναι τα σχέδιά σας για το Ποιείν;


Ένα είναι το σχέδιο και παραμένει αναλλοίωτο από την αρχή της εμπλοκής μου. Να δημοσιεύονται όσο το δυνατόν καλύτερα κείμενα χρησιμοποιώντας την παρουσία μου προς όφελος του Ποιείν και όχι το αντίστροφο.





                                                  

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016/// ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ /// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ




                                                                              
EΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΜΠΑΡ




Έπινα το ποτό μου
ουίσκι, το πιο φτηνό,
πέμπτο, έκτο, δεν θυμάμαι.
Ο μπάρμαν μιλούσε με κάποια γκόμενα
της χάιδευε το πηγούνι
και με τα μάτια την πηδούσε.
Τα τραπέζια γύρω γεμάτα
αλκοόλ και καπνό.
Φτηνά χείλη βγάζανε
ηλίθια κομπλιμέντα.
Η μουσική έπαιζε
για κάτι τύπους μόνους,
όπως εγώ.
Δίπλα στην ξύλινη πόρτα
ένας βαριεστημένος σκύλος,
Άνοιγε για λίγο τα μάτια του
περιφρονούσε τον κόσμο
αδιαφορούσε για τη σκατένια του όψη,
όγκος καφέ χρώματος
με μπλε κολάρο στάμπα.
Η πόρτα ανοίγει
το καμπανάκι χτυπάει
ενημερώνει για την άφιξη.
Μια καμπαρτίνα πάνω σ’ άνθρωπο
και καπέλο που προστάτευε
από τη ρυτιδιασμένη βροχή
που μας είχε κλείσει εδώ μέσα.
Έρχεται στον πάγκο
κάτι λέει στον μπάρμαν
εκείνος γνέθει συγκαταβατικά.
Φωνάζει στον κόσμο
να μην αλλάξει κανείς θέση.
Όλοι παρατάνε
τις μπούρδες τους στη μέση
και με βλαμμένο ύφος απορούνε.
Αναζητούν κάποιον.
Έγινε φόνος στο δίπλα στενό.
Ηλίθιες φωνές και
μαλακισμένα ξεφωνητά
ακούγονται σαν γυναίκες
την ώρα που προσποιούνται.
Μέσα στον αχό
συνεχίζω να πίνω.
Χέστηκα για τον κόσμο τους.
Μια βαμμένη πουτάνα φωνάζει :
«ο σκύλος το ‘κανε»!
Τότε κραυγάζουν όλοι :
«ναι, ο σκύλος το ‘κανε»!
Ο σκύλος ανοίγει τα μάτια του
καταλαβαίνει.
Αλλάζει στάση.
Ο μπάτσος τον πλησιάζει
του περνάει χειροπέδες
και στα τέσσερα άκρα,
τον παίρνουν σηκωτό.
Αυτό είναι χέσιμο. 

***


213

Κρύβομαι πίσω απ’ την πόρτα
μια μέρα σαν όλες τις άλλες.
Κοιτάζω από το αδιάκριτο μάτι,
σύντροφος στις ηδονικές στιγμές της περιέργειας.
Κενό κείτεται στο μουχλιασμένο διάδρομο
- άδειες ψυχές πώς να γεμίσουν το χώρο -
άοσμοι τοίχοι ντυμένοι σ’ ώχρα φορεσιά
κυκλώνουν το έρεβος και η σκάλα
σαπισμένη από τον έρωτα του χρόνου. 


Ανάβω ένα τσιγάρο, κάθομαι.
Ανάβω κι άλλο ένα, μη νιώσω μοναξιά.
Ο ήλιος ορθώνει το ανάστημά του και χαμογελάει.
Πίνω μια δόση ανάσας απ’ το ποτήρι πλάι μου.
Απέναντι ο φρουρός της γνώσης σιωπηρός,
γέμισα τα ράφια του με σκόνη.
Δίπλα κάτι ξέθωρες φωτογραφίες
κάποιου, που δεν μπορώ να θυμηθώ
κι αυτό το βάζο
πόσες φορές πήγε να σπάσει.
Δε βαριέσαι
όλοι τα κομμάτια μας μαζεύουμε. 


Ζητιανεύω εικόνες στην τηλεόραση
ακούω βήματα…
δίπλα πηγαίνουν.
Τελείωσε αυτό το πακέτο,
ας περάσω στο επόμενο
-διαδοχή η μοίρα των ανθρώπων. 


Το ρολόι στον τοίχο καρφωμένο
θυμίζει τα λεπτά, που αναίτια σκορπάω.
Τικ τακ, τικ τακ,
η μελωδία της άρνησης είναι πιο μεθυστική,
τικ τακ, τικ τακ. 


Τρία δωμάτια ολόγυρα
περιμένουν να ερωτοτροπήσω μέσα τους.
Στην υποδοχή του σαλονιού μου η γνώριμη τσατσά
«Αφήστε στο τραπεζάκι το ακριβές αντίτιμο
για να εισέλθετε στις υπέροχες μοναχικές πουτάνες,
γκρίζες, χωρίς θέα, όπως πρέπει».
Τικ τακ, τικ τακ. 


Στην ανατολή της σελήνης δύει ο ήλιος
τ’ ασημίζοντα άστρα λαμποκοπούν ευχές,
όμορφα που φαίνονται πίσω απ’ το τζάμι.
Οι γείτονες τσακώνονται πάλι
πρέπει να νιώσουν ζωντανοί.
Ευωδιάζουν χαρά οι κακουχίες των άλλων. 


Αναζητώ λίγο κρασί 

για να μεθύσω τις ραγισμένες ελπίδες μου,
μήπως και αναγνωρίσω τη λύτρωση. 


Επιστροφή στην πολυθρόνα μου,
τικ τακ, τικ τακ.
Για μια στιγμή το ποτήρι ασελγεί στο ακίνητο ρολόι,
ώσπου τα μέλη τους στο πάτωμα θρυμματίζονται
-είναι καλύτερα να τσακίζονται δύο. 


Αχ, η τύχη,
αυτοί οι τοίχοι,
καλοί μου φίλοι,
είστε γεμάτοι χαρακιές από
αναμνήσεις, όνειρα και ανάσες.
Μ’ αρέσει να μιλώ μαζί σας,
συνήθισα πια, καλοί μου φίλοι,
συνήθισα να ζω δέσμιος,
την ελευθερία δεν ξέρω τι να την κάνω. 

***


ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ



Ανέτειλε ο ήλιος
κόκκινος και λαμπερός
φως έπεται μιας νύχτας
χωρίς ύπνο, δίχως όνειρα.
Μαζευτήκαμε στην κεντρική πλατεία
για να μας δουν και να τους δούμε
συγγενείς, γυναίκες και παιδιά
για το μακρύ χαιρετισμό.
Ασπαστήκαμε το φόβο
στις τελευταίες αγκαλιές
κι αφήσαμε πίσω τα κομμάτια μας. 


Ξεκινήσαμε όλοι μαζί
για τις μάχες,
τα λάφυρα, τη δόξα.
Ιαχή πολέμου
το τραγούδι μας.
Αίμα το μελάνι
της σφραγίδας μας.
Η νύχτα διαδέχονταν τη μέρα ρυθμικά
και ‘μεις ίδιοι… 


Προελαύναμε σε άγνωστους τόπους,
κρύους κι αφιλόξενους.
Πόλεμος γιατί
δεν ξέραμε τι άλλο. 


Καίγαμε πόλεις
σφάζαμε στο όνομα του μύθου
βιάζαμε μικρές ψυχές
ασελγούσαμε σ’ αλλότριες ζωές
κλέβαμε τα όνειρα τους.
Μόνη χαρά κομμένα κεφάλια
και ούρα από τεμαχισμένα κορμιά,
λάσπη στον δρόμο που πατούσαμε.
Πόθος η δύναμη.
Καπνοί στον ουρανό
αυτό ήταν το έμβλημα,
Τίποτα Όρθιο! 


Ο καιρός περνούσε
δεν νιώθαμε καρδιά,
ούτε άκρα, μήτε πόνο.
Μια λυσσασμένη σφαγή
κούρδιζε τους παλμούς μας.
Θεέ μου, δε νιώθαμε! 


Τις νύχτες ξαποσταίναμε
με συντροφιά τα δέντρα
το κρασί έρεε ποτάμι
και ‘μεις κομπάζαμε για το πόσους
αποκεφαλίσαμε τη μέρα εκείνη. 

Κι όταν μονάχοι κλείναμε τα μάτια
κάλπαζαν εμπρός μας
εικόνες νεκρών, κλαμένα παιδιά, ξεσκισμένες γυναίκες
και στοίχειωναν τα ονειρικά ταξίδια.
Μόνο μια μορφή
ενός ξεχασμένου πια προσώπου
λύτρωνε τον βεβηλωμένο ύπνο μας
και το πρώτο κελάηδισμα της αυγής
έσβηνε τις μνήμες της πατρίδας. 


Προχωρούσαμε να φτάσουμε
την άλλη άκρη του κόσμου.
Και ΦΤΑΣΑΜΕ…
τη μέρα που μείναμε λίγοι,
οι τελευταίοι. 


Ιδρύσαμε πόλεις και χωριά
τους δώσαμε τα ονόματά μας
αποκτήσαμε γη,
γίναμε βασιλιάδες!
Οικοδομήσαμε ναούς στους δικούς μας θεούς
και μνημεία για να θυμίζουν
τις ηρωικές πράξεις μας.
Σκορπίσαμε σπόρους σε κάθε γυναίκα
μη χαθεί το είδος μας.
Καθίσαμε σε μεγάλα τραπέζια
και χορτασμένοι τρώγαμε
και μεθυσμένοι πίναμε
και κατουρούσαμε νέκταρ.
Αναγορεύσαμε Αυγούστους τους εαυτούς μας
και οργανώσαμε αγώνες
για να τιμήσουμε την βασιλεία.
Αυλικοί στον οίκο αντοχής μας
γευτήκαμε κάθε καρπό της ματαιοδοξίας.
Κι έπειτα φροντίσαμε
ν’ αφοσιωθούμε
στην προδοσία.

notationes ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2016 //// ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ //// 'ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ


Artwork Christian Schloe




                                                                       

Ο  ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 




Ο καλλιτέχνης τού λόγου

έχει ρόλο  στο θέατρο της ζωής

( απομεινάρι απ’ τη χώρα των μουσών ).

Τις  λέξεις που πλάθουν

τους ανθρώπους ( καθοριστικά )

να τις φανερώνει στα προσκήνια

και τα παρασκήνια  των συναναστροφών.

Και σαν βαδίζει στις κορυφές της γνώσης

μοχθεί να βάλει το φως των στοχασμών

στα διαβατήρια των δημιουργών,

όταν την ελευθερία απαρνιούνται ( ξεδιάντροπα ).

Αλλά ο χρόνος κυλά

κι αλαλάζουν από χαρά οι λάτρεις της τύχης ,

γιατί  η αρετή κι η τόλμη τού καλλιτέχνη

χάνεται σαν τη χειμωνιάτικη λιακάδα.

Απομένουν δυο μόνο λέξεις

να αποκαλύπτουν  το θέατρο του κόσμου :

κωμωδία κι αθλιότητα…