Translate

Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΚΑ /// ΜΙΣΟΣ ΘΕΟΣ ///









Μισός Θεός
ή το αγίνωτο όραμα της κοσμογονίας


Προσέγγιση στην ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα, Μισός Θεός, εκδόσεις Βακχικόν, 2019

Από τον Γιώργο Ρούσκα


Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα. Εξώφυλλο πρωτότυπο, υποβλητικό, έργο ίσως με μικτή τεχνική. Άγγελος άφυλος στο πρόσωπο, με τροφαντά γυναικεία στήθη, ακίνητος, σαν κούκλα βιτρίνας με σπασμένο το ένα πόδι. Σκιά ή μαύρο το ένα φτερό, χρυσοκεντημένη λευκή δαντέλα το άλλο. Και ο Θεός μισός. Πώς κόβεται στη μέση το Όλον; Περίεργο. Πρώτη κίνηση; Ανάγνωση του ομότιτλου ποιήματος. Διαφωτιστικό; Κάθε άλλο. Η μόνη βεβαιότητα που εκπέμπεται είναι ότι ο Θεός οράται από τον άνθρωπο μισός ή έχει πια απομείνει μισός. Από τι; Μισός από το μίσος; Ή εξαιτίας συμπεριφορών που έχουν κάποια [από κακή ενηλικίωση αρσενικά]; Μα έχουν τη δύναμη να Τον μειώσουν; Να Τον διχοτομήσουν; Τι συνέβη και η [όραση του Θεού] είναι [χαλασμένη];
Εξερεύνηση λοιπόν των τριάντα πέντε ποιημάτων της συλλογής.

Η αρχή γίνεται με ειρηνικές διαθέσεις. Παιδιά στη σειρά, στο σχολείο, στην αυλή. Παιδιά. Αντιπρόσωποι δια της παρουσίας τους και μόνον του θαύματος της μητρότητας, αγκαλιάζουν το ποίημα και τον αναγνώστη, αφήνοντας στην άκρη τον εγωισμό και την απολυτότητα, όχι όμως και τον κρυμμένο εγωισμό της μάνας ή (του) της παιδαγωγού :

[θα μιλήσουν τα παιδιά μου για μένα,
για την ενδότερη κλίση στο αγκάλιασμα
για τη μητρική ενότητα
ως τον μόνο σκοπό της επιούσιας ανάσας,
ως τη μόνη αγαθοποιό γεννήτρια
του κόσμου].

Παιδιά θεοί για τις μητέρες τους. Πριν μεγαλώσουν, ήταν βρέφη. Σε απόλυτη εξάρτηση από τη μητέρα και εκείνη από αυτά, όσο κι αν το κρύβει. Θεός το παιδί για τη μάνα. Θεός η μάνα για το παιδί. Η αξία της μητρότητας, τονίζεται και μέσα από τη μοναδική σχέση βρέφους – μητέρας, μία σχέση φροϋδικά ερωτική, όπου σώμα και ψυχή, συμμετέχουν με όλη την αθωότητα της Φύσης:

[το βρέφος...
μπουσουλά ως την απέριττη ρόγα
με ανεπαίσθητη γλώσσα
να αντλήσει το συναίσθημα
ως τη συνέχεια του κόσμου].

Η σε ορίζοντα καθημερινότητας όμως [συνέχεια του κόσμου] για τη γυναίκα, δεν είναι πάντα ρόδινη, πολύ δε περισσότερο σε κοινωνίες ανδροκρατούμενες, όπου

[οι γυναίκες ποτέ δεν μιλούν,
η ρωγμή απ’ το στόμα νεανίζει
τα πιεσμένα τους μέλη τραβώντας,
κι εντέλει αμίλητες
γκρεμίζονται μέσα τους].

Γκρεμίζονται, ενθυμούμενες τη μεγάλη αλήθεια:

[δεν σε καταποντίζει ό,τι σε αγαπά].

Η μάνα, κόρη κι αυτή πριν, συμβουλεύει την κόρη της:

[μόνο στην πτώση του έρωτα, κόρη μου, μην ενδίδεις,
στον ανέμπνευστο τρόπο απ’ όπου το μίσος εφορμά].

Η πτώση του έρωτα, μπορεί να οφείλεται στους πολλούς, στον κανόνα, στις επιταγές της εποχής, αφού συχνά
[οι άλλοι αδιάντροπα
μιαίνουνε
τον έρωτα του ανθρώπου]

αλλά, μπορεί να οφείλεται και στον ένα, εαυτό ή σύντροφο, ή ακόμα και στην ολέθρια ισοπέδωση της συνήθειας ή στη διάβρωση που προκαλούν οι συμβατικότητες ενός γάμου. Εκεί, φανερώνοντας την τραγικότητα της ύπαρξής της, η γυναίκα, για να σταθεί (εμπεδωμένη μέσα της η ανασφάλεια, από εμφανίσεώς της στη γη), αλλάζει ρόλους:

[θα βγάλει το φανταχτερό γαμήλιο σώμα,
θα φορέσει αναρίθμητες ποδιές,
πάνω τους θα σκουπίσει
όλο το σπέρμα της προσοχής που της εδόθη].

Ευτυχώς (γιατί έτσι χτίζεται η αυτογνωσία), έχουν προηγηθεί βιώματα έρωτα, σαρκικής επαφής, υπέρβασης, εκτόξευσης, υπερβολής:

[Στο άπειρο σώμα που ανήκουμε
νιώσαμε
την πείνα της εξαρτημένης σάρκας,
το ασφράγιστο αίμα,
την εκβιασμένη ωριμότητα του παιδιού
και το αγίνωτο όραμα της κοσμογονίας].

Τότε, γιατί το παιχνίδι χάνεται; Γιατί δεν «βάζουμε μυαλό»; Τι συμβαίνει και έρχεται η παραίτηση, η υποταγή, η χαλάρωση, η προσήλωση στις υποχρεώσεις; Πώς χάνεται η ορμή, το πάθος, η τόλμη, η «τρέλα»;

[χάνουμε
όχι επειδή φοβόμαστε,
αλλά γιατί από έμφυτη αγαθότητα
ασφαλίσαμε
τους άγριους εαυτούς].

Ο αυθορμητισμός μπήκε στην άκρη και τη θέση του πήρε ο καθωσπρεπισμός. Παραμερίστηκε η ειλικρίνεια και φορέθηκαν προσωπίδες. Τα θέλω υποτάχτηκαν στα πρέπει. Οι πηγαίες εκδηλώσεις συναισθημάτων, στραγγαλίζονται πριν βγουν. Ο άγριος εαυτός, όχι ο βίαιος, αλλά ο εαυτός που είναι σε αρμονία με τη φύση, αντικαταστάθηκε από τον εξημερωμένο εαυτό στο κλουβί, αυτόν που είναι σε αρμονία με την τεχνολογία και με τις επιταγές του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Όταν είναι πια αργά, ή σχετικά αργά, αφού έχουν χαθεί αμέτρητες δυνατότητες και διέξοδοι και πάνω από όλα, αφού έχει χαραμιστεί τόσος χρόνος, μπορεί να έρθει το δώρο της φώτισης, της συνειδητοποίησης και της διαύγειας, όπως έγινε με το ποιητικό υποκείμενο, που (δεν εκλιπαρεί, αλλά) ζητάει:

[με δάκρυ της συναίσθησης
να μου επιστραφεί
η ζωή
από την άφεσή της,
να την επωμιστώ
αδιάλλακτη,
έτσι
όπως είναι].

Από ποιόν να επιστραφεί; Από τον χρόνο; Απέμεινε μισός. Από τον Θεό; Μισός κι αυτός. Σε κάθε του μορφή. Όλοι μισοί. O γονέας. Το παιδί. Η αγάπη. Η ίδια η ζωή. Ίσως μισός ν’ απέμεινε ο Θεός, μετά από την ενηλικίωση, όπου στο ομότιτλο ποίημα [σκαιά παιδιά… αφαιρούνε από το δέρμα τη μητέρα… ατιμάζουν την ανέτοιμη φύση…].

[Σκαιά παιδιά], γεννήθηκαν όμως ή έγιναν στην πορεία; Έχουν ευθύνες οι ενήλικες;
Γιατί το παιδί να μπαίνει στη διαδικασία να [καλύπτει ένοχες κραυγές] και [μαλώματα συζύγων];
Γιατί ο μεγάλος […συχνά / θα πεθαίνει ως αυτόχειρας];
Γιατί [οι άλλοι, / με τρόπους / φαινομενικής επάρκειας / του βίου, / επιβάλλονται στη μέρα / κι εσύ / ματαίως / προσπαθείς / να προσχωρήσεις στην πλευρά τους];

Πολλά τα ερωτήματα, πολλά και τα ερωτηματικά σε στίχους. Πολλές οι διαπιστώσεις, οι ανησυχίες, οι προβληματισμοί. Περισσότερες οι πληγές. Στο μικροσκόπιο οι ανθρώπινες σχέσεις, με το μερίδιο του λέοντος να παίρνει η σχέση μητέρας παιδιού. Σε κομβικό σημείο η θέση της γυναίκας και ο ρόλος της ως μάνας, ως συντρόφου, ως οικοκυράς. Ακολουθούν η ενηλικίωση, οι κανόνες, η καθημερινότητα, ο έρωτας, η ευτυχία, ο θάνατος, η σιωπή, η μνήμη, η μοναχικότητα. Αυτοί είναι οι βασικοί θεματικοί κήποι της συλλογής, η οποία υιοθετεί έναν λόγο απλό, χωρίς εξάρσεις, κατανοητό (εκτός από εκεί όπου επιλέγεται συνειδητά ή ασυνείδητα η αοριστία), ο οποίος φλερτάρει ζωηρά με τον πεζό και ακροβατεί συχνά στο όριο, ακολουθώντας τη μόδα της εποχής, επηρεασμένης από σχεδιαστές υστερομεταμοντέρνας κοπής.

Τελειώνοντας την ανάγνωση, έχεις υποψιαστεί γιατί κατά τη Μαρία Τζίκα υπάρχει τουλάχιστον Μισός Θεός και φαντάζεσαι τι μπορεί να απέγινε ο άλλος Μισός. Ο λειψός αυτός προσδιορισμός, και μάλιστα ισοζυγισμένος, δεν είναι επιλογή του ίδιου του Θεού, αλλά αποτέλεσμα ανθρώπινων ενεργειών, έτσι όπως για κάποιους και ο ίδιος ο Θεός θεωρείται επινόηση του ανθρώπου. Όπως και να έχει το πράγμα όμως, ο άνθρωπος, έχει ένα πλεονέκτημα, σε σχέση με τον Θεό: μπορεί να κάνει λάθη. Δυνατότητα βέβαια, που του την έδωσε Εκείνος, χωρίς ο Ίδιος να μπορεί να την ασκήσει:

[ο Θεός αναπαύεται στον επίζηλο κόσμο
σίγουρος για την επιτυχή δημιουργία,
μεταθέτοντας όλα τα λάθη
στα τέλεια πλάσματά του].

Ίσως γι αυτό να είναι τελικά Μισός. Ποιος ξέρει;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου